← Ελλάδα

15. ΑΝΑΓΚ. ΝΟΜΟΣ υπ’ αριθ. 1504 της 30 Σεπτ./9 Οκτ. 1950 Περί αναθεωρήσεως αποφάσεων των Στρατοδικείων, παροχής ευεργετημάτων εις προσερχομένους συμμο

Εν συντομία

Αυτός ο νόμος αφορά την αναθεώρηση αποφάσεων των Στρατοδικείων και την παροχή ευεργετημάτων σε συμμορίτες που προσέρχονται, καθώς και την τροποποίηση άλλων διατάξεων. Επιδιώκει να επανεξετάσει δικαστικές αποφάσεις και να προσφέρει ελαφρύνσεις σε συγκεκριμένες περιπτώσεις.

Τι ρυθμίζει

Ποιον αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
15. ΑΝΑΓΚ. ΝΟΜΟΣ υπ’ αριθ. 1504 της 30 Σεπτ./9 Οκτ. 1950 Περί αναθεωρήσεως αποφάσεων των Στρατοδικείων, παροχής ευεργετημάτων εις προσερχομένους συμμορίτας, τροποποιήσεως του Νόμου 3861 και άλλων τινών διατάξεων. Εκυρώθη δια του Νόμου 1829/1951 (κατωτ. αριθ. 19). ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α΄. Περί αναθεωρήσεως αποφάσεων των Στρατοδικείων. «Άρθρον 1.Οι υπό των εκτάκτων Τοπικών Στρατοδικείων από της ισχύος του Γ΄ Ψηφίσματος 1946 και των Διαρκών και Μεραρχιακών τοιούτων από της 1ης Φεβρουαρίου 1949 μέχρι της 1ης Δεκεμβρίου 1951 καταδικασθέντες εις οιονδήποτε ποινήν ή κηρυχθέντες ένοχοι, αλλ’ απαλλαγέντες δι’ οιονδήποτε λόγον της ποινής δύνανται να αιτήσωνται την αναθεώρησιν των καταδικαστικών ή απαλλακτικών αποφάσεων». Το άρθρ. 1 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 1 Νόμ. 2058/1952 (κατωτ. αρ. 26). Άρθρον 2. Η περί αναθεωρήσεως αίτησις ασκείται εντός τεσσάρων μηνών από της δημοσιεύσεως του παρόντος Νόμου (αυτοπροσώπως του καταδικασθέντος) είτε ενώπιον του Γραμματέως του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου, είτε ενώπιον του Διευθυντού των Φυλακών, εν αις κρατείται, ή παντός Ειρηνοδίκου ή Γραμματέως Πρωτοδικών. Αντίγραφον της περί αναθεωρήσεως εκθέσεως υποβάλλεται αμελητί προς τον Β. Επίτροπον παρά τω Αναθεωρητικώ Δικαστηρίω, όστις προκαλεί την κατά τας κειμένας διατάξεις απόφασιν του Δικαστηρίου. Αι εντός ( ) λέξεις διεγράφησαν δια της παρ. 1 του άρθρ. δευτέρου του κυρωτικού Νόμου 1829/1951 «Η υπό των κρατουμένων εις τας φυλακάς ασκουμένη αίτησις αναθεωρήσεως εις ουδέν τέλος υπόκειται.» Η εντός « » διάταξις προσετέθη υπό του άρθρ. 2 Α.Ν. 1553/1950 (κατωτ. αρ. 16). Άρθρ.8.-1.Συντρεχουσών των προϋποθέσεων του προηγουμένου άρθρου θεωρούνται παραγεγραμμέναι αι αξιόποινοι πράξεις ως και αι τυχόν εκδοθείσαι καταδικαστικαί αποφάσεις δι’ αδικήματα περί ων η παρ. 1 του προηγουμένου άρθρου. 2.Η κατά την προηγουμένην παράγραφον παραγραφή του αδικήματος ή της καταδικαστικής αποφάσεως κηρύσσεται υπό του Συμβουλίου των (Εφετών) «Πλημμελειοδικών» της περιφερείας του τόπου της αυθορμήτου προελεύσεως «ή του παρ’ ω ευρίσκεται η δικογραφία, αποφαινομένου δια του αυτού βουλεύματος και περί της αυθορμήτου προσελεύσεως κατά τα εν τω προηγουμένω άρθρω οριζόμενα. Εφ’ όσον κατά την δημοσίευσιν του παρόντος (τροποποιητικού) Νόμου η υπόθεσις είναι εκκρεμής ενώπιον του Αναθεωρητικού ή οιουδήποτε κοινού Δικαστηρίου, περί της παραγραφής ως και περί της αυθορμήτου προσελεύσεως δύναται ν’ αποφανθή και το Δικαστήριον τούτο, έστω και αν δια βουλεύματος του αρμοδίου συμβουλίου εκρίθη αντιθέτως». Τα εντός « » προσετέθησαν δια του άρθρ. 10 Νόμ 2058/1952 (κατωτ. αριθ. 26). «3.Κατά των βουλευμάτων των Συμβουλίων Πλημμελειοδικών των εκδιδομένων κατά τας περιπτώσεις των άρθρ. 7 και 8 επιτρέπεται το ένδικον μέσον της εφέσεως. Το κηρύσσον την παραγραφήν ή απορρίπτον ταύτην βούλευμα του Συμβουλίου των Πλημμελειοδικών εκδίδεται υποχρεωτικώς εντός 3 μηνών από της ημέρας της αυθορμήτου προσελεύσεως». Η λέξις (Εφετών) εν τη παρ. 2 και ολόκληρος η παρ. 3 αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 6 του άρθρου δευτέρου του κυρωτικού Νόμ. 1829/1951. 4.Οι Α.Ν. 809/1948 και 915/1949 διατηρούνται εν ισχύϊ, εφ’ όσον «δεν καταργούνται ή τροποποιούνται δια του παρόντος Νόμου». Τα εντός « » προσετέθησαν δια της παρ. 6 του άρθρου δευτέρου του κυρωτικού Νόμ. 1829/1951. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ Περί τροποποιήσεως του Νόμ. 3861/1929 «περί απονομής χάριτος εις καταδίκους». Άρθρ.9.-10.(Αντικαθίστανται τα άρθρ. 1 και 2 του Νόμ. 3861/1929 περί απονομής χάριτος, τόμ. 9 σελ. 175). Άρθρ.11.-Αι μέχρι της δημοσιεύσεως του παρόντος Νόμου απορριφθείσαι αιτήσεις χάριτος καταδικασθέντων εις θάνατον δύνανται να εξετασθώσιν υπό του Συμβουλίου των Χαρίτων άπαξ εισέτι κατόπιν σχετικής αιτήσεως υπό των καταδίκων τούτων, υποβαλλομένης εντός εξαμήνου από της δημοσιεύσεως του παρόντος δια του Διευθυντού των Φυλακών εν αις κρατούνται. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ΄ Περί καταργήσεως του υπό στοιχ. ΟΓ΄ /49 ψηφίσματος και άλλων τινών διατάξεων. Άρθρ.12.-1.Το υπό στοιχ. ΟΓ΄ του έτους 1949 ψήφισμα της Δ΄ Αναθεωτικής Βουλής των Ελλήνων «περί μέτρων Εθνικής Αναμορφώσεως» καταργείται κατά τα εν τη παρ. 3 του παρόντος άρθρου οριζόμενα, πλην του άρθρ. 18 αυτού. Αι διατάξεις του διατηρουμένου εν ισχύϊ, άρθρ. 18 εφαρμόζονται και επί καταδικασθέντων δι’ αδικήματα προβλεπόμενα υπό του Α.Ν. 509 του 1947 «περί μέτρων ασφαλείας του Κράτους» πλην των εν ενεργεία Στρατιωτικών. 2.Δια Β.Δ/τος, εφ’ άπαξ εκδοθησομένου προτάσει του Υπουργικού Συμβουλίου, κανονισθήσονται τα εκ της καταργήσεως του άνω ψηφίσματος προκύπτοντα ζητήματα και ιδία τα αφορώντα τους εν Μακρονήσω κρατουμένους καταδίκους και υποδίκους. 3.Η κατάργησις του άνω ψηφίσματος επέρχεται άμα τη δημοσιεύσει του κατά την προηγουμένην παράγραφον Β.Δ/τος εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Άρθρ.13.-1-2.(Κατηργήθησαν δια του άρθρ. 12 παρ. 4 Νόμ. 2058/1952, κατώτ. αριθ. 26. Δια της καταργηθείσης παρ. 1, κατηργείτο ο Α.Ν. 507/1947. Βλ. ήδη την ως άνω παρ. 4 άρθρ. 12 Α.Ν. 2058/52). (Αντί της σελ. 128,3) Σελ.128,03 Αδικήματα κατά της δημοσίας ασφαλείας 8.Δ.α.15 «3.Αδικήματα διαπραχθέντα υπό υποψηφίων βουλευτών κατά την προεκλογικήν περίοδον της παρούσης Βουλής και ειδικώτερον από 15-1-50 μέχρι 6-3-50 και υπαγόμενα εις τας διατάξεις του Νόμ. 509 του Γ΄ Ψηφίσματος και του Νόμ. 5060/31 κηρύσσονται παραγεγραμμένα από της δημοσιεύσεως του παρόντος». Η παρ. 3 προσετέθη δια της παρ. 7 του άρθρου δευτέρου του κυρωτικού Νόμου 1829/1951. Άρθρ.14.-1.Επί των παραπεμφθεισών δυνάμει των Α.Ν. 1402 και 1430 του 1950 εις τα κοινά Ποινικά Δικαστήρια εκκρεμών υποθέσεων, η διαδικασία συνεχίζεται αφ’ ου σημείου διεκόπη, εφαρμοζομένων του άρθρ. 3 του Νόμ. 2483 του 1920, περί τροποποιήσεως διατάξεών τινων περί Δικαστηρίου Κακουργιοδικών και του άρθρ. 263 του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικος. «Η παραπεμπτική διαταγή επέχει θέσιν Πρωτοδίκου βουλεύματος καθ’ ου επιτρέπεται ανακοπή ενώπιον του οικείου Συμβουλίου των Εφετών εντός μηνός από της δημοσιεύσεως του παρόντος προκειμένου περί ήδη κοινοποιηθείσης διαταγής ή εντός μηνός από της κοινοποιήσεως προκειμένου περί μεταγενεστέρως κοινοποιηθησομένων διαταγών. Η τυχόν ήδη διαταχθείσα προσωρινή απόλυσις παραμένει οπωσδήποτε ισχυρά». Το εντός « » εδάφιον προσετέθη δια της παρ. 8 του άρθρου δευτέρου του κυρωτικού Νόμ. 1829/1951. 2.Αι προ της αναστολής της εφαρμογής του Γ΄ Ψηφίσματος εκδοθείσαι αποφάσεις των κατ’ αυτό αρμοδίων Δικαστηρίων δεν επηρεάζονται εκ της αναστολής ταύτης, εκτελούνται δε μερίμνη των Επιτροπών. Άρθρ.15.-Η ισχύς του παρόντος άρχεται από της δημοσιεύσεως αυτού εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, υποβληθήσεται δε προς κύρωσιν εις την βουλήν ευθύς άμα τη επαναλήψει των εργασιών της. Άρθρ.16.-«Εάν εξεδόθησαν κατά τα άρθρ. 7 και 8 του υπό του παρόντος τροποποιουμένου Α.Ν. 1504/1950 Βουλεύματα Συμβουλίου Πλημμελειοδικών ή Εφετών απορρίπτοντα αιτήσεις αυθορμήτως εμφανισθέντων επί τη αιτιολογία ότι δεν περιλαμβάνονται εις τας διατάξεις των άρθρων τούτων, δύνανται οι διωκόμενοι να ζητήσωσι την επανεξέτασιν των υποθέσεων των παρά των κατά το άρθρ. 8 αρμοδίων Συμβουλίων Πλημ/κών ή Δικαστηρίου δια την εφαρμογήν των δια του παρόντος (τροποποιητικού) Νόμου αντικατασταθεισών διατάξεων του άρθρ. 7». Το άρθρ. 16 αντικατεστάθη ως άνω δια του Άρθρον 3. Η αναθεώρησις αύτη είναι παραδεκτή δια τους εξής μόνον λόγους: α)Εάν εσφαλμένως ηρμηνεύθη ή κακώς εφηρμόσθη ο Ποινικός Νόμος. β)Εάν ο καταδικασθείς είναι αθώος ή η ενοχή αυτού αμφίβολος ή η επιβληθείσα ποινή τόσον αυστηρά ώστε ν’ αποβαίνη άδικος. άρθρ. 11 Νόμ. 2058/1952 (κατωτ. αριθ. 26). Σελ.128,04 Άρθρ.17.-«Θεωρούνται παραγεγραμμένα τ’ αδικήματα της εξυβρίσεως των άρθρ. 20 και 21 του Νόμου περί εξυβρίσεως της 23 Νοεμβ./5 Δεκ. 1837 και δυσφημήσεως και συκοφαντικής δυσφημήσεως του Νόμ. 5060 της 30/30 Ιουν. 1931 τα διαπραχθέντα υπό βουλευτών της διαλυθείσης Δ΄ Αναθεωρητικής Βουλής, διαρκούσης της Βουλευτικής αυτών ιδιότητος». Άρθρ.18.-«1.Η αληθής έννοια της 1ης παραγράφου του άρθρ. 1 του Ν.Δ. 414 της 11/14 Οκτ. 1947 «περί αναστολής διώξεως αδικημάτων τινών διαπραχθέντων εν Κρήτη» είναι ότι η αναστολή περιλαμβάνει και τα αδικήματα τα υπαγόμενα εις το ΚΘ΄ Ψήφισμα της 14-9-49 «περί αμνηστεύσεως στασιαστών» εφ’ όσον διεπράχθησαν εν Κρήτη». Τα άρθρ. 17 και 18 προσετέθησαν δια των παρ. 10 και 11 του άρθρου δευτέρου του κυρωτικού Νόμ. 1829/1951. 8.Δ.α.15 Αδικήματα κατά της δημοσίας ασφαλείας Άρθρον 4. Το Αναθεωρητικόν Δικαστήριον εξετάζει εξ επαγγέλματος, εάν συντρέχη λόγος αναθεωρήσεως εκ των εν τω άρθρω τρίτω αναγραφομένων, εάν δε εκ της υπό αναθεώρησιν αποφάσεως, των πρακτικών αυτής και των εγγράφων της δικογραφίας, ως και εκ νέων στοιχείων και εκ καταθέσεων μαρτύρων, ας δύναται να λάβη, κρίνη ακυρωτέαν την απόφασιν, δύναται ή ν’ απαλλάξη πάσης ποινής τον καταδικασθέντα ή να μετριάση την επιβληθείσαν υπό του Στρατοδικείου ποινήν, είτε να χαρακτηρίση ορθώς την πράξιν και επιβάλη την αρμόζουσαν ποινήν, ήτις δεν δύναται να είναι βαρυτέρα της ήδη επιβληθείσης ποινής. «Το δικαστήριον δεν υποχρεούται να δεχθή εις εξέτασιν πλέον των 3 μαρτύρων εκ των παρόντων κατά την ημέραν της δίκης». Τα εντός « » αντικατεστάθησαν ως άνω δια της παρ. 2 του άρθρου δευτέρου του κυρωτικού Νόμου 1829/1951. Κατά την συζήτησιν της αναθεωρήσεως ο αναθεωρησείων κλητεύεται υποχρεωτικώς, δύναται δε να παραστή αυτοπροσώπως ή δια πληρεξουσίου. «Η μεταγωγή του αναθεωρησείοντος προς αυτοπρόσωπον εμφάνισιν ενώπιον του Δικαστηρίου είναι υποχρεωτική, εφ’ όσον ήθελε ζητηθή παρ’ αυτού». Το εντός « » εδάφιον προσετέθη δια του άρθρ 2 Νόμ. 2058/1952 (κατωτ. αρ. 26). Εάν δια Β. χάριτος εμετριάσθη η υπό του Στρατοδικείου επιβληθείσα ποινή, η υπό του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου τυχόν επιβληθησομένη βαρυτέρα ποινή, περιορίζεται αυτοδικαίως εις την δια του Β. Διατάγματος μετριασθείσαν, εάν δε εχαρίσθη ολοσχερώς η ποινή, η τυχόν υπό του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου επιβληθησομένη, περιορίζεται αυτοδικαίως εις το εκτιθέν μέρος αυτής. Εάν ο αναθεωρησείων κηρυχθή ένοχος της πράξεως δι’ ην έχει καταδικασθή υπό του Στρατοδικείου, ήτις όμως προβλέπεται υπό Νομοθετημάτων, ων η ισχύς έχει ανασταλή, το Αναθεωρητικόν Δικαστήριον εφαρμόζει δια την επιβολήν της ποινής τας ανασταλείσας διατάξεις. Το αυτό ισχύει και εάν ο αναθεωρησείων κηρυχθή ένοχος κατ’ ορθότερον χαρακτηρισμόν ετέρας πράξεως προβλεπομένης υπό ανασταλείσης διατάξεως. Κατά των αποφάσεων του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου των Εφετείων και των Τριμελών Πλημμελειοδικείων, των εκδοθησομένων επί των κατά τον παρόντα Νόμον αναθεωρήσεων, ουδέν ένδικον μέσον επιτρέπεται. Άρθρον 5. «Άρθρον5.-1.Δια την εκδίκασιν των Αναθεωρήσεων δύναται το Αναθεωρητικόν Δικαστήριον να διαιρεθή εις πλείονα τμήματα δια κοινής αποφάσεως των Υπουργών Δικαιοσύνης και Εθνικής Αμύνης, άτινα με διάφορον έκαστον σύνθεσιν δύνανται να συνεδριάζωσι και εκτός της έδρας του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου. Ο τόπος των συνεδριάσεων των Τμημάτων τούτων ορίζεται δι’ αποφάσεως του Προέδρου του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου. 2.Δια την λειτουργίαν των Τμημάτων του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου δύνανται ν’ ανακληθώσιν εις την ενεργόν υπηρεσίαν ως έφεδροι δια διαταγής του Υπουργού της Εθνικής Αμύνης, Γενικοί Στρατιωτικοί Δικαστικοί Σύμβουλοι Α΄, Β΄ και Γ΄ Τάξεως και αν έτι ούτοι έχουσι καταληφθή υπό του ορίου ηλικίας, τιθέμενοι εις την διάθεσιν του Προέδρου του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου. «Επίσης δι’ αποφάσεως του Υπουργού της Δικαιοσύνης, τίθενται εις την διάθεσιν του Προέδρου του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου Ε(Αντί της σελ.128,01) Σελ.128,01(α) -537Αδικήματα κατά της δημοσίας ασφαλείας 8.Δ.α.15 φέται, Πρόεδροι Πρωτοδικών και Πρωτοδίκαι, οίτινες, μη απαλλασσόμενοι των κυρίων των καθηκόντων, δύνανται να ορίζωνται μέλη του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου υπό του Προέδρου αυτού, οσάκις τούτο συνεδριάζει εις την έδραν του Δικαστηρίου, παρ’ ω υπηρετούσιν ή ετέρου Δικαστηρίου της περιφερείας του αυτού Εφετείου». Το εντός « » εδάφιον αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 5 του Ν. 2286/1952, κατωτ. αριθ. 27. Καθήκοντα Γραμματέως των Τμημάτων τούτων δύνανται να εκτελώσι γραμματείς, υπογραμματείς και γραφείς της Στρατιωτικής Δικαιοσύνης ή της Δικαιοσύνης Αεροπορίας. Δύναται επίσης επί τω σκοπώ τούτω δι’ αποφάσεως του Υπουργού της Δικαιοσύνης να αποσπώνται παρά τω Αναθεωρητικώ Δικαστηρίω ή τοις Τμήμασιν αυτού γραμματείς ή υπογραμματείς ή γραφείς της Γραμματείας των κοινών Δικαστηρίων. 3.Την σύνθεσιν των Τμημάτων ορίζει ο Πρόεδρος του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου, δυναμένων να μετάσχωσιν εις ταύτην και Γενικών Συμβούλων Α΄ και Β΄ Τάξεως. Αι κείμεναι διατάξεις περί αναπληρώσεως του Προέδρου του Βασ. Επιτρόπου και των μελών του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου απόντων, κωλυομένων ή μη υπαρχόντων ισχύουσι και εν προκειμένω συν τη προσθήκη ότι αναπληρωτής του Βασ. Επιτρόπου εν τω ακροατηρίω δύναται να είναι και Σύμβουλος Α΄ Τάξεως ή Αντισαγγελεύς Εφετών ή Εισαγγελεύς ή Αντεισαγγελεύς Πρωτοδικών, εφαρμοζομένης δια τους τελευταίους τούτους αναλόγως της διατάξεως της παραγράφου 2 του παρόντος. Επίσης μεταξύ των ως αναπληρωτών καλουμένων περιλαμβάνονται και Δικαστικοί Σύμβουλοι αντιστοίχου βαθμού της Δικαιοσύνης Αεροπορίας». Το άρθρ. 5 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 3 Νόμ. 2058/1952 (κατωτ. αρ. 26). Άρθρον 6 «1.Δια την ταχυτέραν εκδίκασιν των αιτήσεων αναθεωρήσεως, ο Πρόεδρος του Αν. Δικαστηρίου παραπέμπει όσας προκρίνει δικογραφίας εις το Εφετείον ή, εάν έχη επιβληθή επανορθωτική ποινή, εις το Τριμελές Πλημμελειοδικείον του τόπου της τελέσεως του αδικήματος ή της κατοικίας του καταδικασθέντος. Το κατά τας ανωτέρω περιστάσεις Εφετείον ή Τριμελές Πλημμελειοδικείον δικάζει ως Αναθεωρητικόν Δικαστήριον εφαρμοζομένων δια την εκδίκασιν των διατάξεων των του Ν.Δ. της 20/20 Σεπτ. 1926 «περί εφέσεως και αποφάσεων των Στρατοδικείων και των άρθρων 3 και 4 του παρόντος νόμου». Η παρ. 1 αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 4 του άρθρου δευτέρου του κυρωτικού Νόμου 1829/1951. 2.Εν πάση περιπτώσει δεν δύνανται κατά το παρόν άρθρον να παραμεμφθώσιν εις τα Εφετεία ή Τριμελή Πλημμελειοδικεία αιτήσεις αναθεωρήσεως κατ’ αποφάσεων δι’ ων επεβλήθη ποινή δι’ αδικήματα προβλεπόμενα υπό του Στατ. Ποιν. Κώδικος, εκτός εάν ταύτα συρρέουν ή είναι συναφή προς άλλα της κοινής ποινικής νομοθεσίας καθ’ ων απειλείται εν τω νόμω βαρυτέρα ποινή. Σελ.128,02(α) -538ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β΄. Περί παροχής ευεργετημάτων εις αυθορμήτως προσερχομένους συμμορίτας. Άρθρον 7. «1.Όσοι εκ των στασιαστικώς ή εκνόμως, μεμονωμένως ή καθ’ ομάδας και καθ’ οιονδήποτε τρόπον, δρασάντων εμφανισθώσιν αυθορμήτως εντός δύο μηνών από της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος (τροποποιητικού) Νόμου εις την πλησιεστέραν Δικαστικήν, Στρατιωτικήν ή Αστυνομικήν Αρχήν και αφοπλισθώσιν, εφ’ όσον οπλοφορούν, απολαύουν των ευεργετημάτων του επομένου άρθρου δια τα παρ’ αυτών πραχθέντα μέχρι της 1ης Νοεμβρίου 1951 αδικήματα, τα προβλεπόμενα υπό της Σ.Π. 19/1945, του Α.Ν. 353/45, του Ψηφίσματος Γ/46 του Α.Ν. 509/1947 και του Νόμου ΤΟΔ/1871, δι’ αδικήματα τελεσθέντα δια του τύπου, ως και δια παν αδίκημα πραχθέν από 27 Απριλίου 1941 μέχρι της 1ης Νοεμβρίου 1951 και έχον οιανδήποτε σχέσιν με την δράσιν του ΕΑΜ, ΕΛΑΣ, ΚΚΕ και των παραφυάδων αυτού και αν έτι το αδίκημα τούτο έχει χαρακτηρισθή ως παράβασις της 6/45 Συντακτικής Πράξεως του άρθρου 380 του Ν.Π.Κ. ή ετέρας τινός διατάξεως του προϊσχύσαντος Π.Ν. ή του Ν.Π.Κ. ως και των ειδικών ποινικών νόμων εξαιρέσει των αδικημάτων του Α.Ν. 375/1936. Των ευεργετημάτων του επομένου άρθρου και υπό τας ανωτέρω προϋποθέσεις απολαύουν και οι ανήκοντες εις την δύναμιν των ΜΕΑ, ΜΑΥ , ΜΑΔ και των τούτοις ομοίων δι’ αδικήματα τελεσθέντα μέχρι της 1ης Νοεμβρίου 1951 και έχοντα οιανδήποτε σχέσιν με τον αντισυμμοριακόν αγώνα και εν γένει την καταστολήν της δράσεως του ΕΑΜ, ΕΛΑΣ, ΚΚΕ και των παραφυάδων αυτού. Των ευεργετημάτων τούτων δεν απολαύουν οι κατά την 1ην Δεκεμβρίου 1951 ευρισκόμενοι εκνόμως εκτός των ορίων της Επικρατείας, του γεγονότος τούτου αποδεικνυομένου εξ επισήμου βεβαιώσεως της Γενικής Διευθύνσεως Ασφαλείας του Υπουργείου Εσωτερικών μετά προηγουμένην υπεύθυνον έρευναν. Οι δυνάμει όμως κανονικού διαβατηρίου αποδημήσαντες δικαιούνται όπως εντός μηνός από της δημοσιεύσεως του παρόντος, εμφανισθώσι εις την αρμοδίαν Προξενικήν Αρχήν, υποχρεουμένην να συντάξη σχετικήν περί τούτου έκθεσιν και σημειώση επί του διαβατηρίου την γενομένην εμφάνισιν. Δεν απολαύουν ωσαύτως των ανωτέρω ευεργετημάτων και οι αποστερηθέντες της Ελληνικής ιθαγενείας κατ’ εφαρμογήν του Ψηφίσματος ΛΖ του έτους 1947. «2.Περί της αυθορμήτου προσελεύσεως συντάσσεται έκθεσις υπό της Αρχής, εις ην αύτη εγένετο, διαβιβαζομένη εις τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών του τόπου της προσελεύσεως, όστις εισάγει αμελλητί την υπόθεσιν εις το παρ’ ω διατελεί Συμβούλιον, δυνάμενος να παραπέμψη ταύτην εις τον Εισαγγελέα του Δικαστηρίου παρ’ ω ευρίσκεται η σχετική δικογραφία. Η εκουσία προσέλευσις προς εκπλήρωσιν των στρατιωτικών υποχρεώσεων αποτελεί αυθόρμητον προσέλευσιν. Δια τον χαρακτηρισμόν της προσελεύσεως ως αυθορμήτου δεν εξετάζονται τα αίτια άτινα ώθησαν εις ταύτην τον παραδοθέντα. «3.Των ευεργετημάτων του επομένου άρθρου απολαύουν και οι εκ των υπαγομένων εις τας περιπτώσεις της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, εφ’ όσον έχουσιν αυθορμήτως προσέλθη από της ελευθερώσεως της χώρας μέχρι της δημοσιεύσεως του παρόντος (τροποποιητικού) Νόμου, εξάγεται δε το γεγονός τούτο εξ επισήμου βεβαιώσεως Δικαστικής, ή Στρατιωτικής Αστυνομικής Αρχής». Αι παράγρ. 1-3 αντικατεστάθησαν ως άνω δια του άρθρ. 9 Νόμ. 2058/1952 (κατωτ. αρ. 26). 8.Δ.α.15 Αδικήματα κατά της δημοσίας ασφαλείας 4.Περί της αυθορμήτου προσελεύσεως αρκεί και έκθεσις του Υπουργού Εθνικής Αμύνης, στηριζομένη εις πόρισμα ενόρκου προανακρίσεως διατασσομένης παρ’ αυτού. «5.Εν ελλείψει της κατά τα ανωτέρω προβλεπομένης επισήμου βεβαιώσεως περί της αυθορμήτου προσελεύσεως το Συμβούλιον των Πλημμελειοδικών αποφαίνεται περί ταύτης λαμβάνον υπ’ όψιν τα έγγραφα της δικογραφίας και παν έτερον στοιχείον προς σχηματισμόν πεποιθήσεως». «6.Των ευεργετημάτων του επομένου άρθρου απολαύουν πάντες οι διωκόμενοι ή καταδικασθέντες δι’ αξιοποίνους πράξεις σχετιζομένας οπωσδήποτε με την συμμοριακήν δράσιν, εφ’ όσον μεταγενεστέρως καταταγέντες εις τον Εθνικόν Στρατόν μετέσχον των επιχειρήσεων κατά των συμμοριτών, επιδείξαντες κατά βεβαίωσιν του Γ.Ε.Σ. καλήν διαγωγήν. Εις την περίπτωσιν της παρούσης παραγράφου η παραγραφή κηρύσσεται υπό του Συμβουλίου των Εφετών εν τη περιφερεία του οποίου εξεδόθη η καταδικαστική απόφασις ή ασκείται η ποινική δίωξις». Αι παρ. 5 και 6 προσετέθησαν δια της παρ. 5 του άρθρου δευτέρου του κυρωτικού Νόμ. 1829/1951.

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.