📄 Κείμενο νόμου
4. ΑΝΑΓΚ. ΝΟΜΟΣ 2094 της 18/23 Νοεμβρ. 1939 Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των διατάξεων περί φόρου επί του κύκλου εργασιών, καθαρών προσόδων κλπ. Άρθρον 1 1.Εάν κατά την επιβολήν του φόρου επί του κύκλου εργασιών ασκηθή ένστασις περιέχουσα και ισχυρισμόν ότι η εγγραφείσα επιχείρησις δεν είναι βιομηχανική αναστέλλεται η διαδικασία βεβαιώσεως του φόρου, ο δε εν τη ενστάσει περιεχόμενος τοιούτος ισχυρισμός παραπέμπεται προς εκδίκασιν ενώπιον Ειδικού Φορολογικού Δικαστηρίου, εδρεύοντος εν Αθήναις και συγκειμένου εξ: α)Ενός συμβούλου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ως προέδρου, οριζομένου μεθ' ενός αναπληρωτού υπό του υπουργού των Οικονομικών μετά πρότασιν του προέδρου του Σώματος. β)Ενός οικον. υπαλλήλου επί βαθμώ διευθυντού. γ)και δ)δύο ετέρων οικον. υπαλλήλων επί βαθμώ τουλάχιστον τμηματάρχου β' τάξεως. ε)Ενός αντιπροσώπου του εν Αθήναις Συνδέσμου Βιομηχάνων και Βιοτεχνών, και ς)Ενός αντιπροσώπου της εν Αθήναις Ομοσπονδίας των Βιοτεχνικών Σωματείων. 2.Τα υπό στοιχεία β', γ' και δ' εξ οικονομικών υπαλλήλων μέλη, μεθ' ενός δι' έκαστον αναπληρωτού, ορίζονται υπό του υπουργού των Οικονομικών. 3.Τα υπό στοιχεία ε' και ς' μέλη ορίζονται υπό του υπουργού των Οικονομικών εκ πίνακος, υποβαλλομένου εις το υπουργείον των Οικονομικών υπό των οικείων οργανώσεων, περιέχοντος τουλάχιστον πέντε εκ των μελών αυτών. Εν περιπτώσει αρνήσεως ή αμελείας των οικείων οργανώσεων προς υπόδειξιν των μελών, ο ορισμός τούτων ενεργείται υπό του υπουργού των Οικονομικών κατ' απόλυτον κρίσιν αυτού. 4.Χρέη γραμματέως του Ειδικού Φορολογικού Δικαστηρίου εκτελεί εις των εισηγητών ή γραμματέων της Διευθύνσεως Φορολογίας Προσόδων εν τω Υπουργείω των Οικονομικών ή εις των υπαλλήλων της εν Αθήναις Οικονομικής Εφορίας φορολογίας Ανωνύμων Εταιριών οριζόμενος μεθ' ενός αναπληρωτού υπό του υπουργού των Οικονομικών. Άρθρον 10 1.Τα ισχύοντα επί των κατά το άρθρ. 39 του Κώδ. Φορ. Καθ. Προσόδου εκδικαστικών επιτροπών ενστάσεων ισχύουσιν, εφ' όσον δεν τροποποιούνται δια του παρόντος, και ως προς το Ειδικόν Φορολογικόν Δικαστήριον. 2.Τα έξοδα πραγματογνωμοσύνης ενώπιον του Ειδικού Φορολογικού Δικαστηρίου εκκαθαρίζονται κατά τα ισχύοντα επί πραγματογνωμοσύνης ενώπιον των εκδικαστικών επιτροπών εφέσεων του ν. 5116. Άρθρον 11 Τα παρά τω Ειδικώ Φορολογικώ Δικαστηρίω τηρούμενα κυριώτερα βιβλία είναι: α)πρωτόκολλον των εισερχομένων και εξερχομένων εγγράφων εις ο καταχωρίζονται ανελλιπώς πάντα τα έγγραφα της διαμειβομένης αλληλογραφίας, β)βιβλίον καταχωρίσεως των ενστάσεων, γ)βιβλίον πρακτικών συζητήσεων υποθέσεων εν δημοσία συνεδριάσει, δ)βιβλίον πρακτικών διασκέψεων προς έκδοσιν αποφάσεων, ε)βιβλίον των εις τους εισηγητάς πεμπομένων υποθέσεων και ς)αι βιβλιοδετημέναι αποφάσεις. Άρθρον 12 Εκδοθείσης οριστικής αποφάσεως του κατά τα ανωτέρω Ειδική Φορολογικού Δικαστηρίου, δι ης απερρίφθη ο ισχυρισμός του ενισταμένου, συνεχίζεται η ανασταλείσα διαδικασία της βεβαιώσεως του φόρου των μηνών, εις ους αφορά η γενομένη εγγραφή. Εντός μηνός από της κοινοποιήσεως εις τον φορολογούμενον της τοιαύτης αποφάσεως του Ειδικού Φορολογικού Δικαστηρίου, ούτος υποχρεούται να επιδώση δήλωσιν και καταβάλλη τον φόρον των ακαθαρίστων εσόδων των διαρρευσάντων μηνών, εις ους δεν αφορά η υπό του Οικονομικού Εφόρου γενομένη εγγραφή. Μετά την πάροδον της προθεσμίας ταύτης καταλογίζονται αι προσαυξήσεις της παρ. 2 του άρθρ. 8 του Α.Ν. 660/1937 περί του φόρου επί του κύκλου εργασιών (ανωτ. αρ. 2). Άρθρον 13 1.Κατά των αποφάσεων του Ειδικού Φορολογικού Δικαστηρίου επιτρέπεται έφεσις εντός μηνός από της εις τον φορολογούμενον κοινοποιήσεως της αποφάσεως, εγχειριζομένη ή κοινοποιουμένη εις τον αρμόδιον Οικονομικόν Έφορον. Η έφεσις μη αναστέλλουσα τη εκτέλεσιν της αποφάσεως, είναι απαράδεκτος εάν δεν καταβληθή παράβολον ίσον προς τα 5% του φόρου του πρώτου μηνός, εις ον αφορά η εγγραφή, όπερ καταπίπτει υπέρ του Δημοσίου εν περιπτώσει απορρίψεως της εφέσεως. Τα εν τη παρ. 3 του άρθρου 2 οριζόμενα εφαρμόζονται και επί των εφέσεων, του ποσού του γραμματίου παρακαταθήκης διανεμομένου κατά την αυτήν αναλογίαν εις τα μέλη του δικαστηρίου, τον γραμματέα αυτού και τον αντιπρόσωπον του Δημοσίου. 2.Δικαίωμα εφέσεως έχει και ο οικονομικός Έφορος εντός προθεσμίας δύο μηνών από της εκδόσεως της αποφάσεως, μη υποχρεούμενος όμως εις την καταβολήν παραβόλου κλπ. 3.Η έφεσις εκδικάζεται υπό δευτεροβάθμια ειδικού φορολογικού δικαστηρίου εδρεύοντος εν Αθήναις και συγκειμένου έξι α)Ενός συμβούλου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ως προέδρου, οριζομένου μεθ' ενός αναπληρωτού υπό του υπουργού των Οικονομικών μετά πρότασιν του προέδρου του σώματος. β), γ)και δ)Τριών οικονομικών υπαλλήλων επί βαθμώ διευθυντού ή τμηματάρχου α' τάξεως, οριζομένων, μεθ' ενός ως προς έκαστον αναπληρωτού, υπό του υπουργού των Οικονομικών. ε)Ενός Διευθυντού του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας οριζομένου μεθ' ενός αναπληρωτού υπό του υπουργού της Εθνικής Οικονομίας. ς)Ενός αντιπροσώπου του εν Αθήναις συνδέσμου βιομηχάνων και βιοτεχνών. ζ)Ενός αντιπροσώπου της εν Αθήναις Ομοσπονδίας των βιοτεχνικών σωματείων. 4.Ως προς τον διορισμόν των υπό στοιχείων ς και ζ' μελών και του γραμματέως του δικαστηρίου εφαρμόζονται τα υπό των παρ. 3 και 4 του άρθρ. 1 οριζόμενα. 5.Μέλη του δευτεροβαθμίου ειδικού φορολογικού δικαστηρίου δεν δύναται να είναι οι μετασχόντες της εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως. 6.Αι διατάξεις της παρ. 1 του άρθρ. 2 ως και των άρθρ. 3 έως και 11 εφαρμόζονται κατ' αναλογίαν και επί του δευτεροβαθμίου ειδικού φορολογικού δικαστηρίου. Άρθρον 14 1.Εν περιπτώσει απορρίψεως του υπό της επιχειρήσεως προβληθέντος ισχυρισμού ότι αύτη δεν τυγχάνει βιομηχανική δεν δύναται ο ισχυρισμός ούτος να επαναληφθή κατά τας επομένας φορολογικάς περιόδους, εξαιρέσει των περιπτώσεων ας θέλει ορίσει Βασιλικόν Διάταγμα. Δια του αυτού Β. Διατάγματος θέλουσιν ορισθή και αι περιπτώσεις καθ' ας δικαιούται (Αντί τη σελ. 33) Σελ. 33(α) 130-23 Φορολογία Κύκλου Εργασιών 27.Α.η.4 ο οικονομικός έφορος να επιδιώξη εκ νέου την υπαγωγήν εις τη φορολογίαν επιχειρήσεως, της οποίας ο προβληθείς ισχυρισμός ότι δεν τυγχάνει βιομηχανική εγένετο δεκτός. 2.Κατά των αποφάσεων του δευτεροβαθμίου ειδικού φορολογικού δικαστηρίου επιτρέπεται αίτησις αναιρέσεως ενώπιον του Συμβουλίου Επικρατείας, δια του εν άρθρ. 42 του ν. 3713/1929 (τ. 1) αναφερομένους λόγους. Άρθρον 15 1.Κατά των μέχρι της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος νόμου εκδοθεισών αποφάσεων του υπό της παρ. 2 του άρθρ. 9 του Α.Ν. 660/1937 προβλεπομένου ειδικού φορολογικού δικαστηρίου, είτε ησκήθη κατ' αυτών αναθεώρησις είτε μη, επιτρέπεται έφεσις ενώπιον του δευτεροβαθμίου ειδικού φορολογικού δικαστηρίου εντός προθεσμίας δύο μηνών από της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος νόμου κατά την υπό τούτου προβλεπομένην διαδικασίαν, επί καταβολή του νομίμου παραβόλου ως και τη προσαγωγή γραμματίου παρακαταθήκης. 2.Δικαίωμα εφέσεως εντός της αυτής προθεσμίας έχει και οι οικονομικός έφορος. 3.Εκκρεμείς ενστάσεις και αιτήσεις αναθεωρήσεως περί του χαρακτηρισμού επιχειρήσεως τινός ως βιομηχανικής, συζητηθείσαι ή μη, εφ' όσον μέχρι της ισχύος του παρόντος δεν εξεδόθη επ' αυτών απόφασις, παραπέμπονται προς συζήτησιν, αι μεν ενστάσεις ενώπιον του ειδικού φορολογικού δικαστηρίου, αι δε αιτήσεις αναθεωρήσεως, χαρακτηριζόμεναι ως εφέσεις, ενώπιον του δευτεροβαθμίου ειδικού φορολογικού δικαστηρίου του παρόντος νόμου. Άρθρον 16 1.Όπου εν άρθρ. 7 του Α.Ν. 1981/1939 περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του Κ.Φ.Κ.Π. (27.Βα) κλπ. γίνεται μνεία του υπό της παρ. 2 του άρθρου 9 του Α.Ν. 660/1937 π. του φόρου επί του κύκλου εργασιών προβλεπομένου ειδικού φορολογικού δικαστηρίου και της υπό του Β.Δ/τος της 28 Μαρτ. 1938 προβλεπομένης διαδικασίας, νοούνται τα δια του παρόντος νόμου συνιστώμενα δικαστήρια και η επί τούτων εφαρμοζομένη διαδικασία. Ωσαύτως επί των αυτών περιπτώσεων εφαρμόζονται κατ' αναλογίαν και αι διατάξεις περί παραβόλου και γραμματίου παρακαταθήκης. 2.Αι διατάξεις του άρθρ. 1 του Α.Ν. 1982/1939 περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του υπ' αριθ. 660/1937 Α.Ν. περί του φόρου επί του κύκλου εργασιών (ανωτ. αρ. 2) εφαρμόζονται και επί των υπό του εν τω παρόντι αναγκαστικώ νόμω προβλεπομένου ειδικού φορολογικού δικαστηρίου εκδοθησομένων αποφάσεων. Σελ. 34(α) 3.Καταργούνται η παρ. 2 του άρθρ. 9 του Α.Ν. 660 και το Β.Δ/μα της 28 Μαρτ. / 4 Απριλίου 1938 περί του Ειδικού Φορολογικού Δικαστηρίου, χαρακτηρισμού επιχειρήσεώς τινός ως βιομηχανικής, δια την επιβολήν του φόρου κύκλου εργασιών. Ειδικαί Διατάξεις Άρθρα 17-18 (Μεταβατικαί διατάξεις) Άρθρον 2 1.Η εγχειριζόμενη ή κοινοποιουμένη υπό της επιχειρήσεως ένστασις, η περιέχουσα τον ισχυρισμόν ότι η επιχείρησις δεν είναι βιομηχανική και κατά συνέπειαν δεν υπάγεται εις τον φόρον κύκλου εργασιών επί των ακαθαρίστων εσόδων, δέον να περιλαμβάνη: α)Το ονοματεπώνυμο του ενισταμένου, την επωνυμίαν και την διεύθυνσιν της έδρας της επιχειρήσεως. (Αντί για τη σελ. 29(α) Σελ. 29(β) Τεύχος Ζ94-Σελ. 9 Φορολογία Κύκλου Εργασιών 27.Α.η.3-4 27.Α.η.4 Φορολογία Κύκλου Εργασιών β)Τον νόμιμον εκπρόσωπον της επιχειρήσεως μετά της διευθύνσεως της κατοικίας αυτού. γ)Τον αριθμόν, την χρονολογίαν του φύλλου ελέγχου, καθ' ου η ένστασις ως και την χρονικήν περίοδον, εις ην αφορά τούτο. δ)Σαφή και λεπτομερή ανάπτυξιν του ισχυρισμού ότι η επιχείρησις δεν είναι βιομηχανική. ε)Μνείαν περί των επισυναπτομένων εγγράφων. ς)Διορισμόν αντικλήτου κατοικούντος εν Αθήναις μετά επακριβούς προσδιορισμού της διευθύνσεως της κατοικίας αυτού. 2.Η κατά την προηγουμένην παράγραφον ένστασις είναι απαράδεκτος εάν δεν καταβληθή παράβολον ίσον προς τα 25% του φόρου του πρώτου μηνός εις ον αφορά η εγγραφή. Το παράβολον τούτο καταπίπτει υπέρ του Δημοσίου εν περιπτώσει απορρίψεως του προβληθέντος ισχυρισμού ότι η επιχείρησις δεν είναι βιομηχανική. 3.Εις την ένστασιν δέον να επισυνάπτηται επίσης απλούν αντίγραφον του προσβαλλομένου φύλλου ελέγχου, τα πρωτότυπα ή επίσημα αντίγραφα των επικαλουμένων εγγράφων ως και γραμμάτιον παρακαταθήκης (δραχμών 400), αίτινες διανέμονται δι' εξοφλήσεως του γραμματίου εις τα μετέχοντα μέλη του Δικαστηρίου, τον γραμματέα αυτού και τον παριστάμενον κατά την συζήτησιν αντιπρόσωπον του Δημοσίου. Έκαστον μέλος δι' εκάστην εκδιδομένην απόφασιν λαμβάνει (δραχ. 50), αίτινες διπλασιάζονται δια τον εισηγητήν. (Εις τον γραμματέα και εις τον αντιπρόσωπον του Δημοσίου παρέχονται ανά 25 δραχμαί εις έκαστον). Ο διορισμός του αντικλήτου, η έκδοσις του κατά την παρούσαν πράγραφον γραμματίου παρακαταθήκης ως και η καταβολή του κατά την προηγουμένην παράγραφον παραβόλου δύναται να γίνη και μετά τη συζήτησιν της υποθέσεως εντός προθεσμίας υπό του δικαστηρίου τασσομένης, ήτις όμως δεν δύναται να είναι μακροτέρα των δέκα ημερών από της δικασίμου. Εν περιπτώσει μη προσαγωγής των αποδεικτικών εκδόσεως γραμματίου παρακαταθήκης της καταβολής του παραβόλου, ο ισχυρισμός της ενστάσεως ότι η επιχείρησις δεν είναι βιομηχανική απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Άρθρα 19-20 (Αντικαθίστανται το πρώτο εδάφιον της παρ. 1 του άρθρ. 7 του Α.Ν. 1552/1939, τομ. 16 και το άρθρ. 9 Α.Ν. 1981/1939, 27. Βα. 7) Άρθρον 21 (Μεταβατική διάταξις) Άρθρον 3 1.Οι Οικονομικός Έφορος παραλαμβάνων την εγχειριζομένην ή την κοινοποιουμένην προς αυτόν ένστασιν, την περιέχουσαν ισχυρισμόν ότι επιχείρησίς τις δεν είναι βιομηχανική, οφείλει να παραπέμψη ταύτην το ταχύτερον εις το Ειδικόν Φορολογικόν Δικαστήριον, διαβιβάζων μετ' αυτής ολόκληρον τον φάκελλον της υποθέσεως και συνυποβάλλων έκθεσίν του περιέχουσαν πλήρη και λεπτομερή ανάπτυξιν περί των εργασιών της ενισταμένης επιχειρήσεως, ως και αντίκρουσιν του ισχυρισμού αυτής. Προσέτι υπό του Οικον. Εφόρου συντάσσεται και υποβάλλεται πίναξ εμφαίνων λεπτομερώς πάντα τα υποβληθέντα εις το δικαστήριον εν πρωτοτύπω ή εν αντιγράφω έγγραφα. 2.Μετά το πέρας της δίκης ο φάκελλος επιστρέφεται, επιμελεία του προέδρου του δικαστηρίου, εις την Οικονομικήν Εφορίαν. Άρθρον 4 1.Αι ενστάσεις, άμα τη υποβολή αυτών εις το Ειδικόν Φορολογικόν Δικαστήριον, εγγράφονται εις το επί τούτω τηρούμενον υπό του γραμματέως του Δικαστηρίου "Βιβλίον καταχωρίσεως ενστάσεων φόρου επί του κύκλου εργασιών", όπερ συμπληρούμενον εκάστοτε περιέχει: α)Τον αύξοντα αριθμόν των εισερχομένων υποθέσεων. β)Την χρονολογίαν της περιελεύσεως αυτών εις το Δικαστήριον. γ)Το ονοματεπώνυμον, την επωνυμίαν και την διεύθυνσιν της έδρας της επιχειρήσεως. δ)Το περιεχόμενον του ισχυρισμού της ενισταμένης επιχειρήσεως. ε)Τα στοιχεία του φύλλου ελέγχου καθ' ου η ένστασις. ς)Την ημέραν της επ' ακροατηρίω συζητήσεως. ζ)Τον αριθμόν και την χρονολογίαν των εκδοθεισών αποφάσεων. 2.Η εν τω βιβλίω τούτω, τηρουμένω κατά ημερολογιακόν έτος, καταχώρισις των ενστάσεων γίνεται κατά συνέχειαν και άνευ κενών ή διαγραφών. Άρθρον 5 1.Η συζήτησις των υποθέσεων γίνεται εν δημοσία συνεδριάσει. 2.Δι' αποφάσεως του Ειδικού Φορολογικού Δικαστηρίου ορίζονται εκάστοτε αι ημέραι και ώραι των τακτικών δικασίμων. Απόσπασμα δε της αποφάσεως ταύτης αναρτάται εν τω καταστήματι, εν τω οποίω συνεδριάζει το Δικαστήριον. Εκτός των ούτως οριζομένων τακτικών συνεδριάσεων δύναται το δικαστήριον να ορίση συνεδριάσεις και εις άλλας ημέρας. 3.Δέκα πέντε τουλάχιστον ημέρας προ εκάστης δικασίμου ο γραμματεύς του Ειδικού Φορολογικού Δικαστηρίου, εν συνεννοήσει μετά του προέδρου αυτού, συντάσσει πινάκιον των συζητηθησομένων υποθέσεων. Το πινάκιον τούτο υπογραφόμενον υπό του γραμματέως του δικαστηρίου, αναρτάται εις την είσοδον ή εις έτερον εμφανές μέρος του καταστήματος συνεδριάσεων του δικαστηρίου, ειδοποιούνται δε ο ενδιαφερόμενος φορολογούμενος ή ο ανΣελ. 31 Φορολογία Κύκλου Εργασιών 27.Α.η.4 τίκλητος αυτού και ο Οικονομικός Έφορος δι' ειδικής προσκλήσεως, κοινοποιουμένης επί αποδείξει δια δημοσίου οργάνου πέντε τουλάχιστον ημέρας προ της ημέρας των συνεδριάσεων. Εν τη προσκλήσει ταύτη δέον να σημειώται ο τόπος, η ημέρα και η ώρα της συζητήσεως της υποθέσεως. 4.Αν η συζήτησις υποθέσεώς τινός αναβληθή ή αν εξ οιουδήποτε λόγου η συνεδρίασις ματαιωθή ή δεν ήθελε καταστή δυνατή η συζήτησις πασών ή τινών των εν τω πινακίω υποθέσεων, η συζήτησις γίνεται κατά την αμέσως επομένην συνεδρίασιν, πλην αν το δικαστήριον ορίση την συζήτησιν εις άλλην ωρισμένην δικάσιμον, είτε τακτική είτε έκτακτον τοιαύτην. Έν ταις περιπτώσεσι της παραγράφου ταύτης δεν απαιτείται νέα πρόσκλησις των ενδιαφερομένων, πλην αν τινες τούτων απουσίαζον, οπότε η πρόσκλησις επαναλαμβάνεται μόνον ως προς τούτους. Άρθρον 6 1.Αι Συνεδριάσεις του Ειδικού Φορολογικού Δικαστηρίου γίνονται εν τω επί τούτω εκ των προτέρων δι' αποφάσεως του υπουργού των Οικονομικών οριζομένω καταστήματι. 2.Η ενισταμένη επιχείρησις δύναται να παρίσταται αυτοπροσώπως ή και δια του πληρεξουσίου αυτής δικηγόρου, διοριζομένου κατά τας διατάξεις της πολιτικής Δικονομίας ή και δι' απλής επιστολής κατατιθεμένης εις το Δικαστήριον. 3.Το Δημόσιον δύναται να παρίσταται δια του Οικονομικού Εφόρου ή ετέρου δημοσίου υπαλλήλου, οριζομένου απ' ευθείας υπό τούτου ή υπό του υπουργού των Οικονομικών. Άρθρον 7 Το Ειδικόν Φορολογικόν Δικαστήριον προς μόρφωσιν της εαυτού κρίσεως, ότι επιχείρησίς τις τυγχάνει βιομηχανική, λαμβάνει υπ' όψει τα υπό της κρινομένης επιχειρήσεως και του Οικονομικού Εφόρου προσαγόμενα ως και τα αυτεπαγγέλτως υπό του Δικαστηρίου συγκεντρωθέντα στοιχεία περί του είδους της επιχειρήσεως και της εκτάσεως των εργασιών αυτής, ειδικώτερον δε τα διατιθεμένα προς άσκησιν αυτής κεφάλαια, ατομικά ή μετοχικά ή άλλα ή και εκ δανείων προερχόμενα, τα χρησιμοποιούμενα μηχανικά, χημικά ή άλλης φύσεως και είδους μέσα, το απασχολούμενον προσωπικόν υπαλληλικόν και εργατικόν, την φύσιν και το είδος της χρησιμοποιουμένης πρώτης ύλης, εφ' όσον χρησιμοποιείται τοιαύτη, την συντελουμένην επεξεργασίαν ή διασκευήν ή εξευγενισμόν ταύτης, τα παραγόμενα προϊόντα, την παραγωγικήν ικανότητα, τα ακαθάριστα έσοδα της επιχειρήσεως, τα οποία εν πάση περιπτώσει δέον να Σελ. 32 ώσιν ανώτερα του (ενός εκατομμυρίου δραχμών) ετησίως, και εν γένει παν στοιχείον χρήσιμον προς μόρφωσιν της ορθής κρίσεως του δικαστηρίου, δυναμένου να αιτήται την παροχήν οιασδήποτε πληροφορίας παρά της επιχειρήσεως και του Οικονομικού Εφόρου και εν γένει να προέρχηται εις πάσαν ενέργειαν τείνουσαν εις την συγκέντρωσιν παρ' οιασδήποτε δημοσίας ή άλλης Αρχής και εν γένει οιασδήποτε οργανώσεως ή επιχειρήσεως των αναγκαίων προς λήψιν αποφάσεως στοιχείων. Ωσαύτως το Δικαστήριον δύναται να ενεργή αυτοψίαν δια πάντων ή τινών των μελών αυτού, να εξετάζη μάρτυρας και να διατάσση πραγματογνωμοσύνην, κρίνει δε και αποφασίζει κατ' απόλυτον και ελευθέραν κρίσιν, ητιολογημένως. Άρθρον 8 1.Περί των συνεδριάσεων και των διασκέψεων του δικαστηρίου τηρούνται υπό του γραμματέως λεπτομερή πρακτικά, άτινα ειδικώτερον περιέχουσι: α)Το ονοματεπώνυμον, τον βαθμόν και την ιδιότητα των μετεχόντων μελών του δικαστηρίου. β)Προσδιορισμόν της συζητηθείσης υποθέσεως μετά μνείας του ονοματεπωνύμου ή της επωνυμίας των διαδίκων. γ)Μνείαν περί της εκδοθείσης και δημοσιευθείσης αποφάσεως. Τα πρακτικά ταύτα υπογράφονται υπό πάντων των μελών του δικαστηρίου και του γραμματέως. 2.Αι εκδοθείσαι αποφάσεις του Ειδικού Φορολογικού Δικαστηρίου δημοσιεύονται εν δημοσία συνεδριάσει δι' αναγνώσεως υπό του Προέδρου του Δικαστηρίου των στοιχείων των αφορώντων, εις τους διαδίκους και του διατακτικού αυτών. Άρθρον 9 1.Αι αποφάσεις του Δικαστηρίου, αι τε οριστικαί και αι μη τοιαύται, αριθμούμεναι εν συνεχεία και κατ' έτος καταχωρίζονται εις το επί τούτω βιβλίον μετά μνείας της χρονολογίας αυτών, του ονοματεπωνύμου ή της επωνυμίας και της ιδιότητος των διαδίκων. 2.Τα πρωτότυπα των αποφάσεων φυλασσόμενα εις ιδιαιτέρας θυρίδας βιβλιοδετούνται κατά το τέλος εκάστου έτους. Αντίγραφον της αποφάσεως μετά του υπό του Εισηγητού καταρτισθέντος αρχικού σχεδίου τίθενται εις τον οικείον φάκελλον της δικογραφίας τον εν τοις αρχείοις του Δικαστηρίου τηρούμενον. 3.Επιμέλεια του γραμματέως του δικαστηρίου τηρείται βιβλίον των εις τους εισηγητάς προς έκδοσιν αποφάσεως παραπεμπομένων υποθέσεων, εις ο σημειούνται τα ονόματα των διαδίκων και του διορισθέντος εισηγητού, η χρονολογία της εις τούτον αναθέσεως των υποθέσεων και ο αριθμός και η χρονολογία της εκδοθείσης αποφάσεως. 27.Α.η.4 Φορολογία Κύκλου Εργασιών Επίσης συντάσσεται και αλφαβητικόν ευρετήριον των εκδιδομένων αποφάσεων επί τη βάσει του επωνύμου ή της επωνυμίας των διαδίκων. 4.Αι εκδιδόμεναι αποφάσεις του δικαστηρίου αποστέλλονται, επιμελεία του προέδρου αυτού, επί αποδείξει εν κεκυρωμένω αντιγράφω εις τον αρμόδιον Οικ. Έφορον, υποχρεούμενον να εκτελέση αυτάς, κατά τας ισχυούσας διατάξεις.
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.