📄 Κείμενο νόμου
23. ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΙΚΑ Αριθ. 232 της 27 Οκτ. 1953 Περί εφαρμογής Ν.Δ. 2511/53 «περί ελέγχου ομαδικών απολύσεων». Παρέχονται αι ακόλουθοι οδηγίαι εν σχέσει με την εφαρμογήν του Ν.Δ. 2511/1953 (τ.15.Γδ.3). Ι.Υπαγόμεναι εις την διαδικασίαν του Ν.Δ/τος απολύσεις Εις την καθοριζομένην υπό του Ν.Δ/τος διαδικασίαν ελέγχου απολύσεων δεν υπάγεται πάσα απόλυσις μισθωτού παρ’ οιουδήποτε εργοδότου ενεργουμένη, αλλ’ οι απολύσεις αι χαρακτηριζόμεναι υπό του Ν.Δ/τος (άρθρ. 2) «ομαδικαί» τοιαύται, ήτοι εκείναι, αίτινες πραγματοποιούνται παρ’ εργοδοτών εν γένει, συμπεριλαμβανομένου και του Δημοσίου και των Ν.Π.Δ.Δ., οίτινες κατά την 1ην του μηνός, καθ’ ον ενεργείται η απόλυσις, απασχολούν πλείονας των 50 μισθωτούς (προκειμένου περί του Δημοσίου και Ν.Π.Δ.Δ. συνδεομένους δια σχέσεως ιδιωτικού δικαίου) και διαρκούντος του μηνός τούτου έχουν προβή εις την απόλυσιν μισθωτών των εις ποσοστόν μείζον του εκάστοτε καθοριζομένου ελαχίστου τοιούτου. Ούτω, δεδομένου ότι κατά το Ν.Δ/μα επί εν 6μηνον από της ισχύος τούτου το ως είρηται ποσοστόν ωρίσθη εις 6%, έπεται, ότι εάν επί παραδείγματι εκμετάλλευσίς, τις, αριθμούσα την 1ην του οικείου μηνός 90 εν συνόλω μισθωτούς προβή εις την απόλυσιν 5 τοιούτων, δεν υποχρεούται εις την τήρησιν των ειδικών διατυπώσεων του Ν.Δ/τος. Αντιθέτως υποχρεούται εις την τήρησιν τούτων, και δη δι’ απάσας τας εντός του μηνός γενομένας απολύσεις, εφ’ όσον αύται υπερβούν τον αριθμόν αυτόν. Κατά συνέπειαν ο εργοδότης υποχρεούται να ζητήση από το Υπουργείον Εργασίας την έγκρισιν των απολύσεων τούτων, αι οποίαι άλλως είναι άκυροι και λογίζονται ως μη γενόμεναι, έστω και εάν έχουν τηρηθή αι διατυπώσεις του άρθρ. 9 ν. 118, ήτοι έγγραφος καταγγελία της συμβάσεως, εμπρόθεσμος αναγγελία ταύτης και καταβολή της κατά τον ν. 2112 αποζημιώσεως. ΙΙ.Εξαιρέσεις της εφαρμογής του Ν.Δ/τος Εκ των υπό εκμεταλλεύσεων - υπαγομένων κατ’ αρχήν εις την διαδικασίαν του Ν.Δ/τος - πραγματοποιουμένων απολύσεων δεν υπόκεινται εις τας διατάξεις τούτου εν γένει αι περιπτώσεις, δι’ ας συντρέχει τις των εν άρθροις 2 και 5 αναφερομένων λόγων. Εν προκειμένω όμως διευκρινίζομεν, ότι αι Υπηρεσίαι των Υποκαταστημάτων θα αποδέχωνται, ότι συντρέχουν οι λόγοι ούτοι και επομένως θα χωρούν εις την επιδότησιν των ησφαλισμένων άνευ ερεύνης εάν πληρώνται αι προϋποθέσεις του Ν.Δ/τος μόνον δι’ ους λόγους εξαιρέσεως βεβαιούται η συνδρομή τούτων αντικειμενικώς, ουχί δε και δι’ εκείνους, η ύπαρξις των οποίων αποτελεί θέμα υποκειμενικής κατά περίπτωσιν εκτιμήσεως. Αι αρμόδιαι υπηρεσίαι τας εν λόγω περιπτώσεις απολύσεως, και ως τοιαύτας θεωρούμεν τας δι’ ας οι ενδιαφερόμενοι επικαλούνται λόγους εξαιρέσεως, ως οι εν άρθρ. 2 παρ. 3 εδ. ε΄ και ς΄ αναφερόμενοι, θα θεωρούν υπαγομένους εις τας διατάξεις και τους περιορισμούς του Ν.Δ/τος και εν παραβάσει τούτων δεν θα προβαίνουν εις την καταβολήν επιδόματος εκτός αν προσάγεται αντίθετος δικαστική απόφασις, δι’ ης τη αιτήσει του εργοδότου ή του μισθωτού βεβαιούται η συνδρομή των ως άνω λόγων. Διευκρινίζεται πάντως, ότι ευχέρεια καταβολής επιδόματος συμφώνως και τω άρθρ. 9 παρ. 9 ν. 118 δεν υφίσταται άνευ προσαγωγής απαλλακτικής αποφάσεως ή βουλεύματος κατά τας δια της υπ’ αριθ. 130/1952 εγκυκλίου παρασχεθείσας οδηγίας, οσάκις η μη τήρησις των διατυπώσεων του Ν.Δ/τος ερείδεται εις αξιόποινον πράξιν διαπραχθείσαν εν τη εξασκήσει της υπηρεσίας ή και εκτός αυτής δι’ αδίκημα φέρον χαρακτήρα τουλάχιστον πλημμελήματος (άρθρ. 2 παρ. 3 του Ν.Δ.). Τέλος εν σχέσει προς τας εξαιρέσεις εφιστώμεν την προσοχήν υμών επί του εδ. γ΄ του άρθρ. 5 του Ν.Δ/τος, όπερ, ως εκ της γενικότητος της διατάξεως, περιλαμβάνει απάσας τας οικοδομικάς εργασίας, παρ’ οιουδήποτε και εάν αύται εκτελούνται (Δημόσιον, Δήμοι, ιδιώται κλπ.), ως και τας εργασίας δημοσίων έργων εν γένει, αίτινες αναλαμβάνονται παρά μεσολαβούντων προσώπων, αλλά τη επιβαρύνσει του Κρατικού προϋπολογισμού. ΙΙΙ.Υποχρεώσεις εργοδοτών και συνέπειαι Ως είρηται ανωτέρω, δια τας χαρακτηριζομένας ως άνω ομαδικάς απολύσεις ο εργοδότης υποχρεούται να αιτήσηται σχετικήν έγκρισιν του Υπουργού Εργασίας. Το Ν.Δ/μα ορίζει ρητώς προθεσμίαν υποβολής της σχετικής αιτήσεως, δεδομένου όμως ότι εν άρθρ. 1 τούτου προβλέπεται ακυρότης της γενομένης απολύσεως, εάν προ της παρελεύσεως μηνός από της αναγγελίας ταύτης εις το οικείον Γ.Ε.Ε. δεν εκδοθή υπό του Υπουργού Εργασίας σχετική εγκριτική απόφασις, κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερομένου, έπεται ότι η τοιαύτη αίτησις δέον να περιέλθη εις το Υπουργείον Εργασίας τουλάχιστον προ της συμπληρώσεως της τοιαύτης μηνιαίας προθεσμίας. Εν προκειμένω ενδέχεται να συμβή εν των κατωτέρω ενδεχομένων: α)Να μη υποβληθή εγκαίρως εις το Υπουργείον Εργασίας αίτησις δια την έγκρισιν των γενομένων απολύσεων. Εν τοιαύτη περι(Μετά την σελ. 308) Σελ. 308,01 ΙΔ-73 Επίδομα Ανεργίας 15Β.Η.α.23 πτώσει αι εργασιακαί σχέσεις λογίζονται ότι ουδέποτε διεκόπησαν και επομένως ο εργοδότης υποχρεούται έναντι του μισθωτού εις την πληρωμήν πλήρων αποδοχών, ούτως ώστε να μη γεννάται ζήτημα πληρωμής επιδόματος ανεργίας. β)Υποβληθείσης αιτήσεως να εκδοθή σχετική εγκριτική απόφασις του Υπουργού Εργασίας. Εν τοιαύτη περιπτώσει η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας καθίσταται εξ υπαρχής έγκυρος και πληρουμένων των λοιπών νομίμων προϋποθέσεων θεμελιούται δικαίωμα επιδοτήσεως, του νομίμου χρόνου αναμονής υπολογιζομένου από της αναγγελίας. γ)Υποβληθείσης αιτήσεως να παρέλθη άπρακτος η μηνιαία προθεσμία από της κοινοποιήσεως της καταγγελίας συμβάσεως εργασίας εις το οικείον Γ.Ε.Ε., ήτοι εντός μηνός από της επομένης της τοιαύτης κοινοποιήσεως να μη έχη εκδοθή σχετική υπουργική απόφασις. Αι τοιαύται απολύσεις καθίστανται έγκυροι μετά την εκπνοήν της προθεσμίας ταύτης και γεννάται ζήτημα επιδοτήσεως εφεξής, εφ’ όσον βεβαίως πληρούνται αι λοιπαί προϋποθέσεις. Επί παραδείγματι, δι’ απόλυσιν αναγγελθείσαν εις το Γ.Ε.Ε. την 10.8.1953, εφ’ ης δεν εξεδόθη απόφασις μέχρι και της 11.9.53, από της επομένης και της αναγγελίας του ησφαλισμένου, άρχεται τρέχων ο χρόνος αναμονής. δ)Υποβληθείσης αιτήσεως, να εκδοθή εγκαίρως απορριπτική απόφασις του Υπουργού Εργασίας. Η τοιαύτη όμως απορριπτική απόφασις έχει καθαρώς ανασταλτικήν ισχύν, διότι αι περί ων πρόκειται καθίστανται πάντως έγκυροι από της επομένης της παρελεύσεως τριμήνου μετά την αναγγελίαν της απολύσεως εις το Γ .Ε.Ε. Ούτως εις το περί ου το προηγούμενον εδάφιον παράδειγμα την 12.11.1953 η γενομένη απόλυσις καθίσταται οπωσδήποτε έγκυρος και από της ημερομηνίας ταύτης άρχεται τρέχων ο χρόνος αναμονής, εφ’ όσον βεβαίως έχει προηγηθή αναγγελία του ησφαλισμένου, άλλως από της επιγενομένης αναγγελίας. IV .Βασικοί τροποποιήσεις ν. 118/1945 Δέον να επιστήσωμεν την προσοχήν υμών επί των κάτωθι τροποποιήσεων του ν. 118, ως συνεπληρώθη υπό του Ν.Δ. 1255/1949: α)Η κατά τον ν. 2112 αποζημίωσις λόγω καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας δια τας χαρακτηριζομένας κατά τα ανωτέρω ομαδικάς απολύσεις δεν είναι απαραίτητον να καταβάλλεται άμα τη απολύσει του μισθωτού. Κατά την ρητήν διάταξιν του Ν.Δ/τος (άρθρ. 1 παρ. 4) η απόλυσις είναι έγκυρος και εάν η τοιαύτη αποζημίωσις καταβληθή αναλόγως της περιπτώσεως είτε μετά την έγκρισιν της Σελ. 308,02 ΙΔ-74 απολύσεως υπό του Υπουργού Εργασίας, είτε μετά την πάροδον απράκτου της μηνιαίας προθεσμίας, είτε (επί απορριπτικών αποφάσεων του Υπουργού) μετά την παρέλευσιν του τριμήνου από της αναγγελίας της απολύσεως εις το Υπουργείον Εργασίας. β)Κατά το άρθρ. 3 παρ. 3 του κοινοποιουμένου Ν.Δ/τος εις εξαιρετικάς περιπτώσεις δύναται μετ’ απόφασιν του Υπουργού Εργασίας να επιτραπή η παρ’ ωρισμένη επιχειρήσει συγκρότησις 3ης ομάδος εργασίας (βάρδιας), οπότε δια τους εις την ομάδα ταύτην ανήκοντας μισθωτούς δεν είναι δια τον εργοδότην υποχρεωτική η τήρησις ούτε των διατυπώσεων του παρόντος, ούτε των περί καταγγελίας συμβάσεως εργασίας διατάξεων (έγγραφος καταγγελία, καταβολή αποζημιώσεως, εμπρόθεσμος αναγγελία). Κατά συνέπειαν εις τας περιπτώσεις ταύτας, συντρεχουσών των λοιπών προϋποθέσεων, είναι δυνατή η καταβολή επιδόματος ανεργίας άνευ ερεύνης των ως άνω κατά νόμον μη αναγκαίων στοιχείων. γ)Σημαντικής σημασίας τροποποίησιν εισάγει το άρθρ. 6 του Ν.Δ/τος ορίζον, ότι αι κατά το άρθρ. 9 ν. 118/1945 εκ μέρους των εργοδοτών γενόμεναι καταγγελίαι συμβάσεως εργασίας δέον όπως εφεξής αναγγέλωνται μόνον εις τα οικεία Γραφ. Ευρ. Εργασίας, ουχί δε και εις τας υπηρεσίας ανεργίας του Υποκαταστήματος. Διευκρινίζομεν εν προκειμένω, ότι η τοιαύτη τροποποίησις αφορά απάσας τας απολύσεις, ουχί δε μόνον τας υποκειμένας εις τους περιορισμούς και τας διατυπώσεις του κοινοποιουμένου Ν.Δ/τος. Κατά την τροποποίησιν ταύτην η υποχρέωσις των εργοδοτών προς έγγραφον αναγγελίαν των υπ’ αυτών ενεργουμένων καταγγελιών συμβάσεων εργασίας εις το Ι.Κ.Α. και το Γ .Ε. Εργασίας περιορίζεται εφεξής εις την κατάθεσιν τάυτης εις διπλούν μόνον εις το οικείον Γ.Ε. Εργασίας, καταργουμένης της υποχρεώσεως προς κατάθεσιν ομοίας και εις το Ι.Κ.Α. Σχετικώς εφιστώμεν την προσοχήν των Γ.Ε.Ε. επί της παρά των οργάνων των και ουχί των υπηρεσιών ανεργίας τηρήσεως των οδηγιών της υπ’ αριθ. 50/1952 γενικής διαταγής ως προς τον προληπτικόν έλεγχον της πληρότητος των στοιχείων των παρά των εργοδοτών κατατιθεμένων αναγγελιών. Ως οικείον Γ.Ε. Εργασίας θωρείται εν προκειμένω εκείνο, εις ου την περιοχήν είναι εγκατεστημένη η επιχείρησις. Εξ άλλου εις ας περιφερείας έχει μεν επεκταθή η ασφάλισις κατά του κινδύνου της ανεργίας, δεν λειτουργεί όμως Γ.Ε.Ε., η κατά τα ανωτέρα αναγγελία δέον όπως κατατίθεται εις διπλούν εις την οικείαν υπηρεσίαν ανεργίας του Ι.Κ.Α. (Απ. Υπ. Εργ. 49727/1953). 15Β.Η.α.23 Επίδομα Ανεργίας Ωσαύτως δια των διατάξεων του αυτού άρθρου 6 Ν.Δ. 2511/1953 επαναλαμβάνονται αι διατάξεις της κοινοποιηθείσης υμίν δια της υπ’ αριθ. 124/1953 εγκυκλίου μας υπ’ αριθ. 26189/1953, Α.Υ .Ε., ης τας οδηγίας δέον να εξακολουθήσητε εφαρμόζοντες, πλην βεβαίως των περί καταθέσεως του εγγράφου της αναγγελίας εις το Ι.Κ.Α., περί ων ανωτέρω. δ)Ετέρα ουσιώδης τροποποίησις των μέχρι τούδε ισχυόντων είναι η δια των αυτών διατάξεων (άρθρ. 6 Ν.Δ. 2511/1953) καθιερουμένη υποχρέωσις των εργοδοτών προς αναγγελίαν της καταγγελίας και των ακύρων συμβάσεων εργασίας. Τούτο σαφώς προκύπτει εκ του χρησιμοποιουμένου παρά του νομοθέτου όρου «σχέσις εργασίας», αντί του μέχρι τούδε εν χρήσει «σύμβασις εργασίας», ον ούτος ηθελημένως εχρησιμοποίησε και επί τω σκοπώ, όπως δια των διατάξεων του Ν.Δ/τος καλύψη και τας ακύρους συμβάσεις, ως και εν τη εισηγητική εκθέσει αυτού εκτίθεται. Επομένως ησφαλισμένοι, ων η σύμβασις εργασίας λύεται από της ισχύος του Ν.Δ/τος τούτου και εφεξής, δεν δικαιούνται επιδόματος ανεργίας, εφ’ όσον συνεδέοντο μετά του εργοδότου των δι’ ακύρου συμβάσεως εργασίας και κατά την απόλυσίν των δεν ετηρήθησαν άπασαι αι διατυπώσεις του άρθρ. 9 ν. 118/1945, ως ετροποποιήθη μεταγενεστέρως, καταργουμένης της επί του θέματος τούτου υπ’ αριθ. 22/1953 εγκυκλίου μας. V .Διαδικασία-Δικαιολογητικά 1.Τα Γ .Ε.Ε. εκάστην πρωΐαν θα διαβιβάζουν εις τας Υπηρεσίας Ανεργίας του Υποκαταστήματος το εν των αντιγράφων των αναγγελθεισών αυτοίς απολύσεων κατά την προηγουμένην εργάσιμον ημέραν. Τα εν λόγω αντίγραφα δέον βεβαίως να φέρουν θεώρησιν του Γ .Ε.Ε. περί της υπ’ αυτού εις το οικείον πρωτόκολλον τούτου καταχωρίσεως των γενομένων αναγγελιών. Αι τοιαύται αναγγελίαι δέον εφεξής, όπως αναφέρουν, εκτός των άλλων στοιχείων, τον αριθμόν των υπό του εργοδότου απασχολουμένων μισθωτών την 1ην εκάστου μηνός, ως και τον αριθμόν των διαρκούντος του μηνός τούτου γενομένων υπό του αυτού εργοδότου απολύσεων. Διευκρινίζομεν, ότι ο τελικός έλεγχος περί του κύρους των αναγγελλομένων καταγγελιών συμβάσεων εργασίας θα ενεργήται, ως και κατά το παρελθόν, παρά των αρμοδίων υπηρεσιών ανεργίας, των Γ.Ε.Ε. περιοριζομένων εις την κατά τα ανωτέρω αποστολήν των αντιτύπων των αναγγελιών απολύσεων, ανεξαρτήτως της τυχόν ακυρότητος των ας αφορώσιν αύται καταγγελιών συμβάσεων εργασίας, λόγω εκπροθέσμου καταθέσεως των εγγράφων των αναγγελιών ή άλλης τινός ελλείψεως εν αυταίς, υπό την επιφύλαξιν πάντως της τηρήσεως των οδηγιών της υπ’ αριθ. 50/1952 γενικής διαταγής, ως εν τη προηγουμένη παραγράφω ορίζεται. Λαμβανομένου υπ’ όψιν, ότι εκ της παρά των Γ.Ε.Ε. ταχείας αποστολής των αντιτύπων των αναγγελιών απολύσεως εις τας οικείας υπηρεσίας παροχής ανεργίας ήρτηται η ταχεία απονομή του επιδόματος ανεργίας εις τους ενδιαφερομένους, θέλομεν ελέγξει αυστηρώς πάσαν τυχόν καθυστέρησιν περί την τοιαύτην αποστολήν. Επίσης, τα Γ.Ε.Ε., όπου βεβαίως λειτουργούν τοιαύτα, καθίστανται αποκλειστικώς αρμόδια δια την έκδοσιν αντιγράφων των αναγγελιών απολύσεων αιτήσει των ενδιαφερομένων, των υπηρεσιών ανεργίας περιοριζομένων, όπως εκδίδωσι του λοιπού τοιαύτα δι’ αναγγελίας πραγματοποιηθείσας προ της ισχύος του Ν.Δ. 2511/1953. Ομοίως σημειούμεν, ότι, κατόπιν των κατά τα ανωτέρω επελθουσών τροποποιήσεων, τα προσαγόμενα παρά των ησφαλισμένων εις τας αρμοδίας υπηρεσίας ανεργίας έγγραφα καταγγελιών συμβάσεων εργασίας δεν απαιτείται να φέρωσι την περί ης η υπ’ αριθ. 50/1952 εγκύκλιος διαταγή μας ένδειξιν περί της παρά του υποχρέου εργοδότου καταθέσεως σχετικής αναγγελίας εις το οικείον Γ .Ε.Ε., καταργουμένων των δια της αυτής εγκυκλίου μας παρασχεθεισών σχετικών οδηγιών. 2.Αι υπηρεσίαι ανεργίας, ενώ δια τας λοιπάς απολύσεις θα συνεχίζουν τας ενεργείας αυτών κατά την μέχρι τούδε ισχύουσαν διαδικασίαν, δια τας εκ μέρους εργοδοτών απασχολουμένων πλέον των 50 μισθωτών πραγματοποιουμένας θα αναστέλλουν πάσαν περαιτέρω ενέργειαν εν αναμονή επαληθεύσεως τινός των ανωτέρω εν παρ. ΙΙΙ εδ. α-δ ενδεχομένων. Κατά γενομένην ήδη συνεννόησιν μετά της αρμοδίας Δ/νσεως παρά τω Υπουργείω Εργασίας, παρ’ αυτής θα κοινοποιούνται εις τα οικεία Υποκ/τα αι σχετικαί αποφάσεις αι αφορώσαι έγκρισιν ή απόρριψιν ομαδικών απολύσεων. Πέραν όμως της τοιαύτης κοινοποιήσεως, δια το έγκυρον της απολύσεως απαιτείται και η τήρησις απασών των διατυπώσεων του άρθρ. 9 ν. 118, ήτοι έγγραφος καταγγελία της σχέσεως εργασίας, καταβολή της κατά τον ν. 2112 αποζημιώσεως (όπου η τοιαύτη πληρωμή αποζημιώσεως είναι υποχρεωτική και δεν έχει προηγηθή η προ της εγκρίσεως πληρωμή ταύτης) και νέα αναγγελία, η υπό του άρθρ. 9 ν. 118/1945 προβλεπομένη εις το οικείον Γ.Ε.Ε. Άπασαι αι εν λόγω διατυπώσεις, ως προκύπτει εκ του συνδυασμού και της ορθής ερμηνείας των διατάξεων του άρθρ. 9 ν. 118/1945 και του άρθρ. 1 παρ. 4 Ν.Δ. 2511/1953, απαραιτήτως και επί ποινή ακυρότητος της γενομένης απολύσεως δέον να έχουν ολοκληρωθή εντός οκταημέρου το πολύ προθεσμίας ως κατωτέρω υπολογιζομένης: (Μετά την σελ. 308,02) Σελ. 308,03 ΙΔ-75 Επίδομα Ανεργίας 15Β.Η.α.23 α)Προκειμένου μεν περί εγκρίσεως της ομαδικής απολύσεως υπό του Υπουργού Εργασίας, από της επομένης της κοινοποιήσεως της σχετικής αποφάσεως εις τον ενδιαφερόμενον εργοδότην. β)Προκειμένου περί απορρίψεως, από της επομένης της συμπληρώσεως του περί ου η παρ. ΙΙΙ εδ. δ΄ τριμήμου, μεθ’ ην, καίτοι απορριφθείσης της αιτήσεως, η απόλυσις του μισθωτού είναι δυνατή. Τούτο προϋποθέτει βεβαίως ότι προ της συμπληρώσεως του τριμήνου έχει κοινοποιηθή εις τον εργοδότην η σχετική απορριπτική απόφασις του Υπουργού Εργασίας, άλλως το οκταήμερον άρχεται από της επομένης της τοιαύτης κοινοποιήσεως. γ)Προκειμένου περί ισχυροποιήσεως της απολύσεως λόγω παρόδου απράκτου της περί ης η παρ. ΙΙΙ εδ. γ΄ μηνιαίας προθεσμίας, από της επομένης της συμπληρώσεως ταύτης. Δεδομένου ότι κατά την γενομένην ήδη συνεννόησιν μετά της αρμοδίας Δ/νσεως του Υπουργείου Εργασίας αι υπό τούτου εκδιδόμεναι αποφάσεις θα κοινοποιούνται εις τους εργοδότας δια συστημένης επιστολής, κατά πάσαν περίπτωσιν, καθ’ ην παρίσταται, κατά τα ανωτέρω ανάγκη εξακριβώσεως της ημερομηνίας της τοιαύτης κοινοποιήσεως, αι υπηρεσίαι ανεργίας εκτός των λοιπών δικαιολογητικών θα ζητούν την προσαγωγήν του σχετικού αποδεικτικού σημειώματος της Ταχυδρομικής Υπηρεσίας, εξ ου θα αποδεικνύεται το εμπρόθεσμον της τηρήσεως των διατυπώσεων του άρθρ. 9 ν. 118. Μόνον η συνδρομή της προϋποθέσεως ταύτης δικαιολογεί την καταβολήν επιδόματος ανεργίας, ούτινος η αφετηρία θα καθορισθή κατά τας ανωτέρω εν παρ. ΙΙΙ εδ. β΄-δ΄ διακρίσεις. Άλλως η μετά την πάροδον του οκταημέρου καταγγελία κλπ. θα εκληφθή ως νέα, ανεξαρτήτως της προηγουμένης απολύσεως, δι’ ην θα είναι αναγκαία η εκ νέου τήρησις και των διατυπώσεων του Ν.Δ. 2511, εφ’ όσον κατά τον χρόνον της νέας ταύτης απολύσεως συντρέχουν αι υπό τούτου προβλεπόμεναι προϋποθέσεις. Πρακτική συνέπεια της τοιαύτης διακρίσεως είναι, ότι ο εργοδότης μέχρι της δευτέρας καταγγελίας υποχρεούται εις την πληρωμήν του μισθού προς τον απολυθέντα, ούτως ώστε να μη γεννάται ζήτημα επιδοτήσεως ανεργίας. Αντιθέτως η επιδότησις θα ανατρέξη κατά τας εν παρ. ΙΙΙ εδ. β΄-δ΄ διακρίσεις, αλλά μόνον εφ’ όσον βεβαιούται η μη απασχόλησις του ησφαλισμένου κατά την μεσολάβησασαν τυχόν χρονικήν περίοδον παρά τω ούτω ή ετέρω εργοδότη. Η παρά τω αυτώ εργοδότη απασχόλησις είναι δυνατή και μετά την πρώτην καταγγελίαν και υποβολήν αιτήσεως εις το Υπουργείον Εργασίας περί εγκρίσεως της απολύσεως, συνεπεία ρητής διατάξεως του νόμου. Επιφέρει όμως μετατόπισιν της Σελ. 308,04 ΙΔ-76 ενάρξεως επιδοτήσεως, δεδομένου ότι ο κατά νόμον χρόνος αναμονής θα υπολογισθή από της αναγγελίας του ησφαλισμένου μετά την διακοπήν της εργασίας. Εξ άλλου μεσολαβούσα απασχόλησις παρ’ άλλω εργοδότη δεν παρέχει ευχέρειαν επιδοτήσεως ει μη μόνον δια την προ της ενάρξεως ταύτης χρονικήν περίοδον, διότι, τερματιζομένης τυχόν ταύτης, δέον να τηρηθούν αι δια ταύτην αναγκαία διατυπώσεις του άρθρ. 9 ν. 118 κλπ. Δια την τοιαύτην μη απασχόλησιν του μισθωτού γενικώς κατά τον μεσολαβούντα χρόνον δέον να βεβαιούσθε δια του κεκανονισμένου ελέγχου ανεργίας. Ιδία δια να έχη εκ των προτέρων αντιμετωπισθή η περίπτωσις καθ’ ην ο απολυθείς, εγκρινομένης η εις τα οικεία δελτία ανεργία εξ αρχής εγγραφή και των υπαγομένων εις το Ν.Δ/μα μισθωτών και η σύστασις προς τούτους, όπως προσέρχωνται, ως και οι λοιποί επιδοτούμενοι, εις τας κεκανονισμένας παρουσιάσεις. (Ούτως έχει το κείμενον) VI.Ρύθμισις εκκρεμών περιπτώσεων Δεδομένου, ότι η ισχύς του κοινοποιουμένου Ν.Δ/τος ανατρέχει από 10 Ιουλ. 1953, δέον να ληφθή μέριμνα δια την ανάλογον τακτοποίησιν απασών των υπαγομένων εις τας διατάξεις τούτου περιπτώσεων επιδοτήσεων. 15Β.Η.α.23 Επίδομα Ανεργίας
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.