📄 Κείμενο νόμου
29. ΝΟΜΟΘΕΤ. ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ’ αριθ. 3979 της 13/18 Σεπτ. 1959 Περί τροποποιήσεως ενίων διατάξεων του Α.Ν. 1731/1939, περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων. Βλέπε παρ.1 και 2 άρθρ.31 ν.δ.797/1971 (ΦΕΚ Α΄1), κατωτ. αριθ.43, με το οποίο καταργήθηκε ο αναγκ.νόμ.1731/1939. Άρθρ.1.-(Αντικαθίσταται αι παρ. 1 και 2 άρθρ. 1 Α.Ν. 1731/39). Άρθρ.8.-1.(Αντικαθίσταται η πρώτη περίοδος της παρ. 1 άρθρ. 24 Α.Ν. 1731/39). 2.(Μετεφέρθη δια της παρ. 1 άρθρ. 4 Α.Ν. 162/1967, κατωτ. αριθ. 38 ως παρ. 3 άρθρ. 24 Β.Δ. της 29/30 Απρ. 1953, ανωτ. σελ. 235). Άρθρ.9.(Προστίθεται εδάφιον εις την παρ. 1 άρθρ. 33 Α.Ν. 1731/39). Άρθρ.10.-1.(Αντικαθίσταται το εδάφ. α' της παρ. 6 άρθρ. 37α του αυτού ως νόμου). 2.(Αντικαθίσταται φράσις του άρθρ. 26 Ν.Δ. 3717/57). Άρθρ.11.-Η δαπάνη των αποζημιώσεων δι' αναγκαστικάς απαλλοτριώσεις κτημάτων προς εκτέλεσιν έργων περί ων το εδάφιον 2 της παρ. 3 του άρθρ. 1 του Α.Ν. 1731/1939 ως δια του παρόντος τροποποιείται, εφ' όσον τα έργα ταύτα χρηματοδοτούνται εκ του προϋπολογισμού δημοσίων επενδύσεων, βαρύνει τον αυτόν προϋπολογισμόν. Προκειμένης παρακαταθέσεως ή πληρωμής της ορισθείσης αποζημιώσεως εις τους δικαιούχους, η εκκαθάρισις ταύτης ενεργείται υπό της αρμοδίας Διευθύνσεως Απαλλοτριώσεων του Υπουργείου Οικονομικών, η δε έκδοσις (Αντί της σελ. 248,07 (β) Σελ 248,07 (γ) 319-109 Διαδικασία Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων 10.Γ.λ.29 29 του οικείου χρηματικού εντάλματος γίνεται υπό της Υπηρεσίας Εντελλομένων Εξόδων του Υπουργείου, εις ου τον προϋπολογισμόν έχει αναγραφή η σχετική πίστωσις. Δια της παρ. 2 άρθρ. 2 Β.Δ. 120 της 11/17 Μαρτ. 1960 (Τόμ. 25 σελ. 126,67) ωρίσθη ότι η κατά τα άρθρ. 7 και 11 του παρόντος Ν.Δ/τος αρμοδιότης της Δ/νσεως Απαλλοτριώσεων του Υπ. Οικονομικών δια την ενέργειαν των νομίμων προς εκκαθάρισιν και καταβολήν αποζημιώσεων οφειλομένων λόγω αναγκαστικής απαλλοτριώσεως προς εκτέλεσιν έργων και καταβαλλομένων εκ πιστώσεων του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων μεταφέρεται εις τας αρμοδίας δια την εκκαθάρισιν των δαπανών εκτελέσεως των έργων τούτων Υπηρεσίας των οικείων Υπουργείων. Άρθρ.12.-Επί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων η δαπάνη των οποίων βαρύνει το Δημόσιον, ο Υπουργός των Οικονομικών δύναται δι' ειδικών αποφάσεων αυτού να μεταβιβάζη εις τον αρμόδιον Οικονομικόν Έφορον την περί εκδόσεως της εντολής πληρωμής αρμοδιότητά του. Εν τη περιπώσει ταύτη η προς πληρωμήν εντολή του Οικονομικού Εφόρου δέον να επικυρώται υπό του Νομάρχου. Άρθρ.13.-Πάσα διοικητική πράξις αφορώσα εις αναγκαστικήν απαλλοτρίωσιν μέχρι πλήρους συντελέσεως ταύτης δια παρακαταθέσεως ή καταβολής της αποζημιώσεως, ως και αι κατ' εφαρμογήν των διατάξεων της πολεοδομικής νομοθεσίας εκδιδόμεναι πράξεις, των οποίων απαιτείται κατά νόμον δημοσίευσις εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καταχωρίζονται εις ειδικόν τεύχον ταύτης υπό τον τίτλον "Τεύχος τέταρτον". Άρθρ.14.-1.Αστικά ή αγροτικά ακίνητα ή κλασματικά επ' αυτών δικαιώματα, αναγκαιούντα δια την εκτέλεσιν δημοσίου τινός έργου, απαλλοτριούνται αναγκαστικώς υπέρ του Δημοσίου λόγω δημοσίας ωφελείας, επιτρεπομένης και της δια τον αυτόν σκοπόν συστάσεως εμπραγμάτων υπέρ του Δημοσίου δικαιωμάτων. "Επιτρέπεται ωσαύτως, λόγω δημοσίας ωφελείας, η αναγκαστική απαλλοτρίωσις παντός Αστικού ή αγροτικού ακινήτου, επί τω σκοπώ ανεγέρσεως ή επεκτάσεως δημοσίων κτιρίων, προοριζομένων δια την: α)στέγασιν υπηρεσιών του δημοσίου, β)εγκατάστασιν μηχανημάτων ανηκόντων εις αυτό και γ)δημιουργίαν πάσης φύσεως αποθηκών του Δημοσίου. Σελ. 248,08 (γ) 319-110 Η ως άνω απαλλοτρίωσης κηρύσσεται κατά τας κειμένας διατάξεις κατόπιν συμφώνου γνώμης και του Υπουργού Δημοσίων Έργων". Τα εντός « » δεύτερον και τρίτον εδάφια προσετέθησαν δια του άρθρ. 7 Α.Ν. 162/1967 (κατωτ. αριθ. 38). 2.Επί εκτελέσεως έργων του προγράμματος επενδύσεων, επιτρέπεται εις τον αρμόδιον κατ' αντικείμενον Υπουργόν όπως προβαίνη δια λογαριασμόν του Δημοσίου εις την κατά συμφωνίαν μετά του δικαιούχου αγοράν των αναγκαιούντων δια την εκτέλεσιν του έργου ακινήτων δια πληρωμής του τιμήματος εκ των πιστώσεων εκτελέσεως του έργου. Δια τον καθορισμόν της αξίας του ακινήτου προκαλείται γνωμάτευσις της κατά το άρθρ. 11 του Α.Ν. 1731/1939 εκτιμητικής Επιτροπής, το καταβαλλόμενον δε τίμημα εξαγοράς δεν δύναται να είναι ανώτερον του υπό της Επιτροπής οριζομένου. Εφ' όσον το αξιούμενον υπό του ιδιοκτήτου τίμημα είναι ανώτερον του υπό της Επιτροπής προσδιορισθέντος, δύναται ο αρμόδιος Υπουργός να προέλθη εις συμβιβαστικόν διακανονισμόν και πέραν του ποσού τούτου μετά σύμφωνον γνώμην του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. 3.Αι διατάξεις της προηγουμένης παραγράφου δύναται να επεκταθούν και επί άλλων περιπτώσεων αναγκαστικής απαλλοτριώσεως δια Β.Δ/των εκδιδομένων προτάσει των Υπουργών Συντονισμού, Δικαιοσύνης και Οικονομικών. Δυνάμει του Β.Δ. 773 της 21/30 Οκτ. 1965 (ΦΕΚ Α' 191) η εφαρμογή των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρ. 14 επεξετάθη και επί των περιπτώσεων κτήσεως ακινήτων δια την συντήρησιν ή ανεύρεσιν αρχαιοτήτων και εν γένει δι' αρχαιολογικούς σκοπούς. 10.Γ.λ.29 Διαδικασία Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων 30 2.Επιτρέπεται η ανταλλαγή δημοσίων κτημάτων προς ιδιωτικά ακίνητα της αυτής περίπου αξίας, απαραίτητα δια την εκτέλεσιν συγκεκριμένου δημοσίου έργου, δια κοινής αποφάσεως του Υπουργού Οικονομικών και του κατά περίπτωσιν αρμοδίου Υπουργού. Η αξία των ανταλλασσομένων κτημάτων καθορίζεται κατά τα εν παρ. 2 οριζόμενα, επιτρεπομένης συμπληρώσεως του τιμήματος του ετέρου των ανταλλασσομένων εις χρήμα μέχρι του ενός τρίτου της όλης αξίας αυτού. Άρθρ.15.-1.Έργα εγγείων βελτιώσεων λογίζονται ως έργα δημοσίας ωφελείας ως και αι δια ταύτα απαιτούμεναι παντός είδους εγκαταστάσεις, επιτρέπεται δε η χάριν αυτών αναγκαστικήν απαλλοτρίωσις, κηρυσσομένη εκ του νόμου κατεπείγουσα και καθ' ας περιπτώσεις τας δαπάνας δι' απαλλοτριώσεις ή επιτάξεις αναλαμβάνουν εξ ολοκλήρου Οργανισμοί εγγείων βελτιώσεων ή έτερα Νομικά Πρόσωπα, τελούντα υπό την εποπτείαν του Υπουργείου Γεωργίας ή του Υπουργείου Συγκοινωνιών και Δημοσίων Έργων. 2.Αι διατάξεις του άρθρ. 44 του Ν.Δ. 3881/1958 διατηρούνται εν ισχύϊ. Άρθρ.2.-1.Η αρμοδία εκ του σκοπού της απαλλοτριώσεως αρχή προ της υποβολής της περί απαλλοτριώσεως προτάσεως ή το βραδύτερον συγχρόνως προς αυτήν, υποχρεούται να προκαλέση την γνωμοδότησιν της κατά το άρθρ. 11 του Ν. 1731/1939 εκτιμητικής Επιτροπής δι’ εγγράφου απευθυνομένου προς τον μετέχοντα ταύτης Οικον. Έφορον, κοινοποιουμένου δε υποχρεωτικώς προς το Υπουργείον Οικονομικών και τον αρμόδιον Νομάρχην. 2.Ο Οικον. Έφορος συγκαλεί αμελλητί την Επιτροπήν και υποβάλλει το βραδύτερον εντός μηνός από της λήψεως του εγγράφου την έκθεσιν αυτής προς τον Νομάρχην. Αντίγραφον της εκθέσεως υποχρεούται να κοινοποιήση εντός της αυτής προθεσμίας προς την προτείνασαν την απαλλοτρίωσιν αρχήν και προς το Υπουργείον Οικονομικών. Άρθρ.16.-Επί απαλλοτριώσεων κηρυχθεισών μετά την 1 Ιαν. 1952 αι διαδικασίαι του καθορισμού της αποζημιώσεως και της αναγνωρίσεως των δικαιούχων ενεργούνται ή, τυχόν αρξάμεναι, συνεχίζονται, κατά τας διατάξεις του παρόντος. Άρθρ.17.-1.Αι αναγκαίαι δια την εκτέλεσιν του παρόντος νόμου λεπτομέρειαι καθορίζονται δια Β.Δ/των εκδιδομένων προτάσει του επί των Οικονομικών Υπουργού. 2.Εκ της κατά τας διατάξεις του Ν.Δ. 3603/1956 προβλεπομένης κωδικοποιήσεως της νομοθεσίας περί δημοσίας περιουσίας δύναται να αποχωρισθώσι τα θέματα των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων και να αποτελέσωσιν αντικείμενον ιδιαιτέρας κωδικοποιήσεως. Άρθρ.18.-Η ισχύς του παρόντος άρχεται μετά παρέλευσιν μηνός από της δημοσιεύσεως αυτού δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως. Δια Β.Δ/τος εκδιδομένου προτάσει των Υπουργών Προεδρίας Κυβερνήσεως και Οικονομικών δύναται να αναβληθή η έναρξις της ισχύος τούτου επί ένα εισέτι μήνα εν όλω ή εν μέρει. (Μετά την σελ. 248,08 (γ) Σελ. 248,081 319-111 Διαδικασία Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων 10.Γ.λ.29 31 10.Γ.λ.29 Διαδικασία Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων 32 Άρθρ.3.-1.Η αυτή εν παρ. 1 του προηγουμένου άρθρου αρμοδία δια την πρότασιν της απαλλοτριώσεως αρχή, συγχρόνως προς την υποβολήν της σχετικής προτάσεως, αποστέλλει προς τον αρμόδιον Οικον. Έφορον το διάγραμμα και τον κτηματολογικόν πίνακα της απαλλοτριωτέας εκτάσεως. Προκειμένου περί απαλλοτριώσεων ακινήτων κειμένων εν τη περιφερεία Αττικής ή εν τη περιφερεία Κτηματικού Γραφείου, το διάγραμμα και ο κτηματολογικός πίναξ αποστέλλονται αντιστοίχως προς την Διεύθυνσιν Δημοσίων Κτημάτων ή τον Προϊσταμένον του Κτηματικού Γραφείου. 2.Ο Οικον. Έφορος ή ο αρμόδιος κατά περίπτωσιν προϊστάμενος του Κτηματικού Γραφείου ή η Διεύθυνσις Δημοσίων Κτημάτων, διεξάγουσιν έρευναν περί της υπάρξεως ή μη δικαιωμάτων του Δημοσίου ή του Παλαιού Εκκλησιαστικού Ταμείου επί των υπό απαλλοτρίωσιν κτημάτων βάσει των παρά τω αρχείω αυτών τηρουμένων βιβλίων ή άλλων εγγράφων στοιχείων. 3.Περί του αποτελέσματος της ερεύνης συντάσσεται έκθεσις το βραδύτερον εντός μηνός από της λήψεως του εγγράφου. Εφ’ όσον διαπιστούνται δικαιώματα του Δημοσίου ή του Εκκλησιαστικού Ταμείου, εις την έκθεσιν μνημονεύονται σαφώς και εμπεριστατωμένως τα στοιχεία, επί των οποίων βασίζονται τα δικαιώματα αυτών. (Αντί για τη σελ. 248,05 (β) Σελ. 248,05 (γ) Τεύχος 1354 Σελ. 9 Διαδικασία Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων 10.Γ.λ.28-29 27 4.Η έκθεσις μετά του διαγράμματος και του κτηματολογικού πίνακος υποβάλλεται εις τον Νομάρχην και ανακοινούται εις τας εν τω Υπουργείω των Οικονομικών Διευθύνσεις Δημοσίων Κτημάτων και Απαλλοτριώσεων. Η Διεύθυνσις Δημοσίωνν Κτημάτων, διαπιστωθείσης της συνδρομής δικαιωμάτων του Δημοσίου ή του Εκκλησιαστικού Ταμείου, ειδοποιεί περί τούτων τον προβάλλοντα εαυτόν δικαιούχον δι’ εγγράφου κοινοποιουμένου διαδικαστικού κλητήρος εις την κατοικίαν αυτού, εφ' όσον εδηλώθη τοιαύτη, γνωστοποιούσα άμα αυτώ και την βάσιν εφ' ης ερείδεται το επί της απαλλοτριουμένης εκτάσεως δικαίωμα του Δημοσίου ή του Εκκλησιαστικού Ταμείου. Κατά την περίπτωσιν ταύτην ο προβάλλων εαυτόν δικαιούχον δύναται να επιδιώξη την αναγνώρισιν των δικαιωμάτων αυτού κατά την τακτικήν διαδικασίαν. Παρελθούσης απράκτου της εν τη προηγουμένη παραγράφω προθεσμίας, έχουν εφαρμογήν αι διατάξεις του άρθρ. 36 του Νόμ. 1731/1939 και χωρεί η αναγνώρισις των προβαλλομένων δικαιωμάτων κατά τας διατάξεις του αυτού Νόμου ως ισχύει και ως δια του παρόντος τροποποιείται, επιφυλασσομένων όμως ακεραίων πάντων εν γένει των λοιπών δικαιωμάτων του Δημοσίου και του Εκκλησιαστικού Ταμείου. Άρθρ.4.-Ο νομεύς ή κάτοχος κτημάτων, των οποίων επιζητείται η απαλλοτρίωσις, υποχρεούται όπως επιτρέπη την επί τούτων εκτέλεσιν των απαραιτήτων προκαταρκτικών εργασιών προς καταμέτρησιν και σύνταξιν των διαγραμμάτων. Η εκτέλεσις όμως των εργασιών τούτων δεν πρέπει να παρακωλύη την χρήσιν και κάρπωσιν του κτήματος. Ο βαρυνόμενος δια της δαπάνης της απαλλοτριώσεως υποχρεούται εις αποκατάστασιν πάσης βλάβης ή φθοράς προερχομένης εκ της εκτελέσεως των εις το προηγούμενον εδάφιον αναφερομένων προκαταρκτικών ενεργειών. Άρθρ.5.-1.Ο Νομάρχης έχει την γενικήν επιμέλειαν της εκτελέσεως πάσης νομίμου ενεργείας αποβλεπούσης εις τον ταχύν τερματισμόν της διαδικασίας του καθορισμού της αποζημιώσεως και της αναγνωρίσεως των δικαιούχων, ως και της εισαγωγής των υποθέσεων εις τας αρμοδίας δικαστικάς αρχάς. 2.Προς τούτο, ο Νομάρχης άμα τη εις αυτόν περιελεύσει οιωνδήποτε εκ των κοινοποιουμένων ή αποστελλομένων αυτώ εγγράφων, σχετιζομένων με κηρυχθησομένην ή κηρυχθείσαν απαλλοτρίωσιν, σχηματίζει ειδικόν φάκελλον δι' εκάστην απαλλοτρίωσιν και παρακολουθεί την έγκαιρον και ακριβή εκτέλεσιν υπό των κατά περίπτωσιν αρμοδίων υπαλλήλων της περιφερείας του των εκ της κειμένης νομοθεσίας υποχρεώσεων αυτών δια την επίσπευσιν και ολοκλήρωσιν της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως. Σελ. 248,06 (γ) Τεύχος 1354 Σελ. 10 Ομοίως ο Νομάρχης αναθέτει εις τον πληρεξούσιον του Δημοσίου την υπεράσπισιν των συμφερόντων αυτού, ανακοινών ταυτοχρόνως την εντολήν εις το Νομικόν Συμβούλιον του Κράτους, προέρχεται δε και εις πάσαν άλλην πρόσφορον ενέργειαν δια την επίσπευσιν της ολοκληρώσεως της διαδικασίας της απαλλοτριώσεως. Άρθρ.6.-(Αντικαθίστανται τα εδάφια πρώτον και δεύτερον της παρ. 1 άρθρ. 9 Α.Ν. 1731/39). Άρθρ.7.-1."Προκειμένης απαλλοτριώσεως δια την εκτέλεσιν έργων συγκοινωνιακών, λιμενικών, εγγειοβελτικών, τουριστικής αξιοποιήσεως και υδροηλεκτρικών, ο προσωρινός προσδιορισμός της αποζημιώσεως γίνεται από της εισαγωγής του Κώδ. Πολιτ. Δικον. αιτήσει παντός ενδιαφερομένου υπό του μονομελούς πρωτοδικείου της τοποθεσίας του απαλλοτριωθέντος κτήματος κατά την διαδικασίαν των άρθρ. 726 επ. Κώδ. Πολιτ. Δικον. Ο δικαστής του μονομελούς πρωτοδικείου δύναται να παραπέμψη τον προσωρινόν προσδιορισμόν της αποζημιώσεως εις τον αρμόδιον κατά τόπον ειρηνοδίκην, εφαρμοζομένων εν τη περιπτώσει ταύτη των διατάξεων του άρθρ. 779 Κώδ. Πολιτ. Δικον." Η παρ. 1 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 63 παρ. 11 Εισαγ. Νόμου Κωδ. Πολιτ. Δικον. Α.Ν. 44/1967. 2.Ο δικάζων, προς σχηματισμόν της κρίσεως αυτού, εκτιμά και την τυχόν υποβληθείσαν αυτώ έκθεσιν της κατά το άρθρ. 11 του Α.Ν. 1731/39 εκτιμητικής Επιτροπής, εν ελλείψει δε τοιαύτης την επ' ακροατηρίω μαρτυρίαν των αποτελούντων την επιτροπήν ταύτην μελών, καλουμένων υπό του δικάζοντος. 3.Ο δικάζων δια της αυτής αποφάσεως, προβαίνει εις την αναγνώρισιν των δικαιούχων βάσει του κτηματολογικού διαγράμματος του εικονίζοντος την απαλλοτριωτέαν έκτασιν και τας εν αυτή διαλαμβανομένας ιδιοκτησίας, του εμφαίνοντος τους εικαζομένους ιδιοκτήτας κτηματολογικού πίνακος, των επικαλουμένων παρά τούτων τίτλων ιδιοκτησίας και άλλων στοιχείων, των εξεταζομένων αυτεπαγγέλτως ή προτάσει των ενδιαφερομένων μαρτύρων (ιδία δημοσίων, δημοτικών ή κοινοτικών οργάνων, οργάνων αγροφυλακής και ιερέων), της κατά το άρθρ. 31 του Α.Ν. 1731/39 εκθέσεως περί ανυπαρξίας δικαιωμάτων ιδιοκτησίας του Δημοσίου ή του Εκκλησιαστικού Ταμείου και παντός ετέρου αναγκαίου κατά την κρίσιν του στοιχείου. Ελλείποντος του κτηματολογικού διαγράμματος και του κτηματολογικού πίνακος, ο δικάζων περιορίζεται κατά το στάδιον τούτο εις τον καθορισμόν τιμής κατά τα εν παρ. 1 και 2 οριζόμενα αναβάλλων την αναγνώρισιν, των δικαιούχων μέχρι της προσαγωγής των στοιχείων τούτων. 10.Γ.λ.29 Διαδικασία Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων 28 4.Ο δικάζων προ της ενάρξεως της διαδικασίας προσωρινού προσδιορισμού της αποζημιώσεως και αναγνωρίσεως των δικαιούχων, επιδιώκει συμβιβασμόν μεταξύ των ενδιαφερομένων, εν περιπτώσει δε επιτεύξεως τούτου περιορίζεται εις την έκδοσιν αποφάσεως περί αναγνωρίσεως μόνον των δικαιούχων. Η προς τον δικαστικόν εκπρόσωπον του Δημοσίου εντολή προς παράστασιν, προκειμένου περί αποζημιώσεως μέχρι πεντήκοντα χιλιάδων δραχμών καθ' έκαστον δικαιούχον εκτείνεται και εις την κατάρτισιν του συμβιβασμού. Προκειμένου όμως συμβιβασμού μείζονος ποσού απαιτείται προηγουμένη γνωμοδότησις του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, προσδιορίζουσα ποσοτικόν όριον του συμβιβασμού. Δια Β.Δ/των εκδιδομένων προτάσει του Υπουργικού Συμβουλίου δύναται ν' αυξομειώται το ποσόν επί του οποίου επιτρέπεται ο συμβιβασμός. 5.Το πρακτικόν του δια συμβιβασμού καθορισμού της τιμής του απαλλοτριουμένου κτήματος και η περί αναγνωρίσεως του δικαιούχου απόφασις, υποβάλλονται επιμελεία αυτού αμελλητί προς το Υπουργείον των Οικονομικών, δια την ενέργειαν των νομίμων προς καταβολήν της αποζημιώσεως. Το πρακτικόν κοινοποιείται και προς τον Νομάρχην. 6.Επί κτημάτων κειμένων εις τα όρια πλειόνων Ειρηνοδικείων ο Πρόεδρος Πρωτοδικών δύναται να αναθέτη την αναπλήρωσιν αυτού εις οιονδήποτε των Ειρηνοδικών των συνεχομένων περιφερειών. 7.Επί απαλλοτριώσεων του παρόντος άρθρου, αφορωσών αστικά ακίνητα κείμενα εις πόλεις, εις ας εδρεύει Πρωτοδικείον, αρμόδιος δια τον προσωρινόν καθορισμόν της αποζημίωσεως και την αναγνώρισιν των δικαιούχων ως και την κατάρτισιν συμβιβασμού, κατά τας διατάξεις των προηγουμένων 1 έως 5 παραγράφων, καθίσταται ο οικείος Πρόεδρος Πρωτοδικών ή ο υπ' αυτού οριζόμενος Πρωτοδίκης. 8.Η κατά την εν ταις παρ. 1, 2 και 6 του παρόντος άρθρου διαδικασίαν εκδιδομένη απόφασις είναι προσωρινή, επιφυλασσομένης της προσφυγής περί οριστικού καθορισμού της αποζημιώσεως ενώπιον του αρμοδίου εκ της τοποθεσίας του απαλλοτριωθέντος κτήματος Πρωτοδικείου κατά τα εν άρθρ. 16 έως 21 του Α.Ν. 1731/1939 ως τροποποιηθείς ισχύει οριζόμενα. 8.Η έκδοσις εντάλματος πληρωμής ή η δημοσίευσις εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της εις το Ταμείον Παρακαταθηκών και Δανείων καταθέσεως της κατά το παρόν άρθρον αποζημιώσεως α)επάγεται την συντέλεσιν της απαλλοτριώσεως, β)απαλλάσσει το Δημόσιον ή το Ταμείον Παρακαταθηκών και Δανείων της ευθύνης έναντι παντός τρίτου εμφανιζομένου δικαιούχου, όστις διατηρεί ενοχικήν αξίωσιν μόνον κατά του εισπράξαντος την αποζημίωσιν. 10.Δια της αποφάσεως ο δικάζων, εξετάζων τα τυχόν υφιστάμενα επί του κτήματος βάρη, δύναται να διατάξη την υπό του αναγνωρισθέντος δικαιούχου άμεσον απόληψιν μέχρι του ημίσεως της παρακατατεθησομένης αποζημιώσεως, εάν το Δημόσιον δεν προβάλη ίδια επί του απαλλοτριωθέντος δικαιώματα. Επίσης δύναται να διατάξη και την άμεσον καταβολήν της όλης αποζημιώσεως και προ του οριστικού καθορισμού της τιμής, επί τη παροχή τραπεζικής εγγυήσεως, καλυπτούσης το δεύτερον ήμισυ της προσωρινής αποζημιώσεως δια την απροφάσιστον επιστροφήν της καταβληθείσης αχρεωστήτως αποζημιώσεως. Επί δικαστικής αμφισβητήσεως της κυριότητος το τίμημα κατατίθεται εις το Ταμείον Παρακαταθηκών και Δανείων. 11.Τα εις την προηγουμένην παράγραφον οριζόμενα εφαρμόζονται αναλόγως επί πάσης εξ αναγκαστικής απαλλοτριώσεως καθ' οιονδήποτε τρόπον καθοριζομένης αποζημιώσεως υπό του καθορίζοντος την προσωρινήν τιμήν δικαστού. 12.Αι διατάξεις του παρόντος άρθρου δύναται να επεκτείνωνται και επί απαλλοτριώσεως δι' άλλους σκοπούς δια Β.Δ/των, εκδιδομένων προτάσει των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών. Η εφαρμογή των διατάξεων του άρθρ. 7 επεξετάθη επί πασών των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων των από 1 Ιαν. 1952 κηρυχθεισών και εφεξής κηρυττομένων δια του Β.Δ. 743 της 6/12 Νοεμ. 1962 (ΦΕΚ Α' 185).
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.