📄 Κείμενο νόμου
1. ΝΟΜΟΘΕΤ. ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ’ αριθ. 4570 της 18/26 Οκτ. 1966 (ΦΕΚ Α΄224) Περί κυρώσεως της Δ.Σ. «περί ενοποιήσεως κανόνων τινών επί συντηρητικής κατασχέσεως Θαλασσοπλοούντων πλοίων». Άρθρον μόνον.-Κυρούται και έχει πλήρη ισχύν Νόμου η καταρτισθείσα κατά την ενάτην Διπλωματικήν Διάσκεψιν Ναυτικού Δικαίου και υπογραφείσα και υπό της Ελλάδος, την 10ην Μαΐου 1952 εν Βρυξέλλαις Διεθνής Σύμβασις «περί ενοποιήσεως κανόνων τινών επί συντηρητικής κατασχέσεως Θαλασσοπλοούντων πλοίων» ης το αυθεντικόν κείμενον εις την Αγγλικήν και εν μεταφράσει εις την Ελληνικήν παρατίθεται εν τέλει του παρόντος. ΔΙΕΘΝΗΣ ΣΥΜΒΑΣΙΣ Περί ενοποιήσεως κανόνων τινών επί συντηρητικής κατασχέσεως Θαλασσοπλοούντων Πλοίων, υπόγραφείσα εν Βρυξέλλαις την 10ην Μαΐου 1952. Τα Υψηλά Συμβαλλόμενα μέρη Αναγνωρίσαντα ως επιθυμητόν όπως από συμφώνου καθιερώσουν ενιαίους τινάς κανόνας αφορώντας εις την συντηρητικήν κατάσχεσιν των θαλασσοπλοούντων πλοίων, απεφάσισαν προς τον σκοπόν τούτον την σύναψιν συμβάσεως και συνωμολόγησαν τα ακόλουθα: Άρθρ.8.-1)Αι διατάξεις της παρούσης Συμβάσεως έχουν εφαρμογήν ως προς οιονδήποτε πλοίον φέρον την σημαίαν συμβαλλομένου Κράτους εντός της δικαιοδοσίας οιουδήποτε συμβαλλομένου κράτους. 2)Πλοίον φέρον την σημαίαν μη συμβαλλομένου κράτους, δύναται να κατασχεθή εντός της δικαιοδοσίας οιουδήποτε συμβαλλομένου κράτους εν σχέσει προς οιανδήποτε θαλασσίαν απαίτησιν εκ των απαριθμηθεισών εν άρθρ. 1 ή δι’ ετέραν απαίτησιν δια την οποίαν η νομοθεσία του συμβαλλομένου κράτους επιτρέπει κατάσχεσιν. 3)Εν πάση περιπτώσει, παν συμβαλλόμενον κράτος δικαιούται όπως εξαιρή εν όλω ή εν μέρει των ευεργετημάτων της παρούσης συμβάσεως οιανδήποτε Κυβέρνησιν μη συμβαλλομένου Κράτους ή οιονδήποτε πρόσωπον το οποίον κατά τον χρόνον της κατασχέσεως δεν έχη την κατοικίαν του ή την κυρίαν επαγγελματικήν εγκατάστασίν του εις εν των συμβαλλομένων Κρατών. 4)Ουδεμία διάταξις της παρούσης συμβάσεως τροποποιεί ή αλλοιώνει τους κανόνας δικαίου τους ισχύοντας εις τα συμβαλλόμενα Κράτη τους αφορώντας την κατάσχεσιν πλοίου εντός της δικαιοδοσίας του Κράτους, ου την σημαίαν φέρει το πλοίον, υπό προσώπου έχοντος την αυτού κατοικίαν ή την κυρίαν επαγγελματική εγκατάστασίν του εν τω Κράτει τούτω. 5)Εις ας περιπτώσεις θαλασσία απαίτησις προβάλλεται υπό τρίτου και ουχί του αρχικού δανειστού, δυνάμει υποκαταστάσεως, εκχωρήσεως ή άλλως πως, ο τρίτος ούτος, προκειμένου περί της εφαρμογής της παρούσης Συμ(Μετά την σελ. 118,32) Σελ. 118,33 303-005 Συντηρητική Κατάσχεση Πλοίων 19.Α.μ.1 βάσεως, θεωρείται ως έχων την αυτήν κατοικίαν ή την αυτήν κυρίαν επαγγελματικήν εγκατάστασίν του, οίαν και ο αρχικός δανειστής. Άρθρ.9.-Ουδέν εν τη παρούση Συμβάσει δύναται να ερμηνευθή ως δημιουργούν δικαίωμα εις αγωγήν, ήτις εντός των διατάξεων της συμβάσεως ταύτης, δεν θα υφίστατο κατά το εφαρμοστέον υπό του επιληφθέντος της εκδικάσεως της διαφοράς Δικαστηρίου δίκαιον, ούτε ως δημιουργούν οιοδήποτε ναυτικόν προνόμιον το οποίον δεν υφίσταται κατά το ως προείρηται δίκαιον ή κατά την Διεθνή Σύμβασιν περί ναυτικών υποθηκών και προνομίων, εις ας περιπτώσεις έχει αύτη εφαρμογήν. Άρθρ.10.-Τα Υψηλά Συμβαλλόμενα Μέρη δύνανται κατά την υπογραφήν, την κατάθεσιν των κυρωτικών εγγράφων ή την προσχώρησιν εις την Σύμβασιν, να επιφυλάξωσιν εαυτοίς το δικαίωμα: (α)Της μη εφαρμογής της Συμβάσεως επί κατασχέσεως πλοίου δι’ απαιτήσεις αριθμουμένας εις τας παρ. (ιε) και (ις) του άρθρ. 1 και της αντ’ αυτής εφαρμογής εν ταις περιπτώσεσι ταύταις του εσωτερικού αυτών δικαίου. (β)Της μη εφαρμογής της πρώτης παραγράφου του άρθρ. 3 επί κατασχέσεως πλοίου εντός της δικαιοδοσίας των δια τας απαριθμουμένας εν άρθρ. 1 παρ. (ιζ) απαιτήσεις. Άρθρ.11.-Τα Υψηλά Συμβαλλόμενα Μέρη αποδέχονται την υποβολήν εις διαιτησίαν οιωνδήποτε διαφορών μεταξύ Κρατών αναφυομένων εκ της ερμηνείας ή εφαρμογής της παρούσης συμβάσεως, τούτο όμως δεν θέλει επηρεάζει τας υποχρεώσεις των Υψηλών Συμβαλλομένων Μερών, άτινα έχουν συμφωνήσει να υποβάλλουν τας μεταξύ των διαφοράς εις το Διεθνές Δικαστήριον. Άρθρ.12.-Η παρούσα Σύμβασις θα είναι ανοικτή προς υπογραφήν υπό των Κρατών άτινα αντιπροσωπεύθησαν εις την ενάτην Διπλωματικήν Διάσκεψιν Ναυτικού Δικαίου. Το πρωτόκολλον της υπογραφής θέλει συνταχθή μερίμνη του Βελγικού Υπουργείου Εξωτερικών. Άρθρ.13.-Η παρούσα σύμβασις θα επικυρούται και τα έγγραφα επικυρώσεως θα κατατίθενται παρά τω Βελγικώ Υπουργείω Εξωτερικών, όπερ θα γνωστοποιή εις άπαντα τα υπογράψαντα και προσχωρούντα Κράτη περί της καταθέσεως τοιούτων εγγράφων επικυρώσεως. Άρθρ.14.-α)Η ισχύς της παρούσης Συμβάσεως μεταξύ των δύο Κρατών, άτινα πρώτα ήθελον επικυρώσει αυτήν άρχεται έξ μήνας από της ημερομηνίας καταθέσεως του δευτέρου εγγράφου επικυρώσεως. Σελ. 118,34 β)Η ισχύς της παρούσης Συμβάσεως ως προς έκαστον υπογράφον Κράτος το οποίον ήθελεν επικυρώσει αυτήν μετά την κατάθεσιν του δευτέρου εγγράφου επικυρώσεως θα άρχεται έξ μήνας από της ημερομηνίας καταθέσεως του εγγράφου επικυρώσεως υπό του Κράτους τούτου. Άρθρ.15.-Οιονδήποτε Κράτος μη αντιπορσωπευθέν εις την ενάτην Διπλωματικήν Διάσκεψιν Ναυτικού Δικαίου, δύναται να προσχωρήση εις την παρούσαν Σύμβασιν. Η προσχώρησις οιουδήποτε Κράτους θα ανακοινούται εις το Βελγικόν Υπουργείον Εξωτερικών, όπερ δια της διπλωματικής οδού θα πληροφορή περί τούτου, άπαντα τα υπογράψαντα και προσχωρήσαντα Κράτη. Η παρούσα Σύμβασις θα τίθεται εν ισχύϊ ως προς το προσχωρήασαν Κράτος, έξ μήνας από της ημερομηνίας λήψεως της ανακοινώσεως, ουχί όμως προς της ενάρξεως ισχύος της συμβάσεως κατά τα εν άρθρ. 14(α) προβλεπόμενα. Άρθρ.16.-Οιονδήποτε των Υψηλών Συμβαλλομένων Μερών, δύναται τρία έτη αφ’ ης η Σύμβασις τεθή εν ισχύί ως προς αυτό ή οποτεδήποτε μετά ταύτα, να αιτήσηται την σύγκλησιν διασκέψεως, ήτις θα επιληφθή τροποποιήσεων της Συμβάσεως. Οιονδήποτε υψηλόν Συμβαλλόμενον Μέρος προτιθέμενον να κάμη χρήσιν του εν λόγω δικαιώματος θα γνωστοποιή τούτο εις την Βελγικήν Κυβέρνησιν ήτις θα συγκαλή την Διάσκεψιν εντός των επομένων έξ Μηνών. 19.Α.μ.1 Συντηρητική Κατάσχεση Πλοίων Άρθρ.1.-Εν τη παρούση συμβάσει, αι ακόλουθοι εκφράσεις χρησιμοποιούνται υπό την κατωτέρω καθοριζομένην έννοιαν: 1)«Θαλασσία απαίτησις» σημαίνει απαίτησιν προερχομένην εκ μιάς ή πλειόνων των ακολούθων αιτιών: α)Ζημιών προξενηθεισών υπό πλοίου είτε εκ συγκρούσεως, είτε άλλως. β)Απωλείας ανθρωπίνης ζωής ή σωματικών βλαβών προξενηθεισών υπό πλοίου, ή απορρεουσών εκ της εκμεταλλεύσεως πλοίου. γ)Επιθαλασσίας αρωγής και διασώσεως. δ)Συμβάσεων σχετικών προς την χρήσιν ή μίσθωσιν πλοίου βάσει ναυλοσυμφώνου ή άλλως. ε)Συμβάσεων σχετικών προς την μεταφοράν εμπορευμάτων δια πλοίου δυνάμει ναυλοσημφώνου, φορτωτικής, ή άλλως. ς)Απωλείας ή βλάβης εμπορευμάτων μεταφερομένων δια πλοίου, περιλαμβανομένων και των απόοσκευών. ζ)Γενικής αβαρίας. η)Ναυτοδανείου. θ)Ρυμουλκήσεως. ι)Πλοηγήσεως. ια)Προμηθείας προϊόντων ή υλικών οπουδήποτε χορηγηθέντων προς πλοίον, δια την εκμετάλλευσιν ή την συντήρησιν αυτού. ιβ)Ναυπηγήσεως, επισκευής ή εξοπλισμού πλοίου ή τελών και δαπανών δεξαμενισμού αυτού. ιγ)Μισθών Πλοιάρχου, αξιωματικών ή πληρώματος. ιδ)Δαπανών του Πλοιάρχου, συμπεριλαμβανομένων δαπανών γενομένων υπό των φορτωτών, των ναυλωτών ή πρακτόρων δια λογαριασμόν του πλοίου ή του κυρίου αυτού. ιε)Αμφισβητήσεων σχετικών προς δικαιώματα κυριότητος επί πλοίου. ις)Αμφισβητήσεων μεταξύ συμπλοιοκτητών ως προς την συγκυριότητα επί πλοίου, την νομήν, την εκμετάλλευσιν αυτού ή δικαιώματα επί των εκ της εκμεταλλεύσεως επικοίνου πλοίου, προσόδων. ιζ)Ναυτικής ή προτιμωμένης υποθήκης επί πλοίου. 2)«Κατάσχεσις», σημαίνει κωλυσιπλοΐαν πλοίου δυνάμει δικαστικής διαδικασίας προς ασφάλειαν θαλασσίας απαιτήσεως αλλά δεν περιλαμβάνει κατάσχεσιν πλοίου, ενεργουμένην δυνάμει τίτλου εκτελεστού. 3)«Πρόσωπον» περιλαμβάνει πάν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον, εταιρείαν, το Δημόσιον ως και τας διαφόρους Κρατικάς Υπηρεσίας και Δημοσίας Αρχάς. 4)«Δανειστής» σημαίνει πρόσωπον επικαλούμενον υπέρ αυτού την ύπαρξιν θαλασσίας απαιτήσεως. Άρθρ.17.-Οιονδήποτε των Υψηλών Συμβαλλομένων Μερών θα έχη το δικαίωμα να καταγγείλη την παρούσαν σύμβασιν οποτεδήποτε αφ’ ης αύτη ήθελεν τεθή εν ισχύϊ ως προς αυτό. Η καταγγελία θα ισχύη εν έτος από της ημερομηνίας αφ’ ης η σχετική κοινοποίησις ληφθή υπό της Βελγικής Κυβερνήσεως, ήτις και θα ειδοποιή δια της διπλωματικής οδού άπαντα τα λοιπά Υψηλά Συμβαλλόμενα Μέρη. Άρθρ.18.-α)Οιονδήποτε των Υψηλών Συμβαλλομένων Μερών δύναται κατά τον χρόνον της υπ’ αυτού επικυρώσεως της παρούσης συμβάσεως ή προσχωρήσεως εις αυτήν ή οποτεδήποτε μετά ταύτα, να δηλώση δι’ εγγράφου ανακοινώσεως προς το Βελγικόν Υπουργείον Εξωτερικών ότι η ισχύς της Συμβάσεως θα επεκταθή εις οιονδήποτε εκ των εδαφών δια τας διεθνείς σχέσεις των οποίων είναι τούτο υπεύθυνον. Εξ μήνας μετά την ημερομηνίαν λήψεως της τοιαύτης ανακοινώσεως υπό του Βελγικού Υπουργείου Εξωτερικών, η Σύμβασις θα τεθή εν ισχύϊ και εις τα εν τη ανακοινώσει κατονομαζόμενα εδάφη, αλλά πάντως ουχί προ της ημερομηνίας ενάρξεως ισχύος της συμβάσεως δια το εν λόγω Υψηλόν Συμβαλλόμενον μέρος. β)Οιονδήποτε Υψηλόν Συμβαλλόμενον μέρος προβάν εις δήλωσιν κατά την προηγουμένην παρ. (α) του παρόντος επεκτείνουσαν την ισχύν της Συμβάσεως εις εδάφη δια τας διεθνείς σχέσεις των οποίων είναι υπεύθυνον, δύναται οποτεδήποτε κατά τον μετέπειτα χρόνον να δηλώση δια διακοινώσεώς του επιδιδομένης εις το Βελγικόν Υπουργείον Εξωτερικών ό,τι η Σύμβασις θα παύση να ισχύη ως προς τα εν λόγω εδάφη και μετά παρέλευσιν έτους από της λήψεως της διακοινώσεως υπό του Βελγικού Υπουργείου Εξωτερικών η σύμβασις θα παύη ως προς αυτά ισχύουσα. γ)Το Βελγικόν Υπουργείον Εξωτερικών θα ειδοποιή δια της διπλωματικής οδού άπαντα τα υπογράψαντα και προσχωρήσαντα κράτη περί πάσης διακοινώσεως ληφθείσης υπ’ αυτού κατά τας διατάξεις του παρόντος άρθρου. Εγένετο εν Βρυξέλλαις τη 10 Μαΐου 1952 εις Γαλλικήν και Αγγλικήν γλώσσαν, αμφοτέρων των κειμένων θεωρουμένων εξ ίσου αυθεντικών. Έπονται υπογραφαί των αντιπροσώπων των συμβαλλομένων μερών ήτοι: της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας (υπό επιφύλαξιν), του Βελγίου, της Βραζιλίας, της Ισπανίας (υπό επιφύλαξιν) της Γαλλίας, της Ελλάδος, της Ιταλίας του Μονακό, της Νικαράγουας, του Ηνωμένου Βασιλείου και της Γιουγκοσλαβίας (υπό την επιφύλαξιν μεταγενεστέρας επικυρώσεως. Δυνάμει της από 18/29 Μαρτ. 1967 Ανακοινώσεως του Υπουργείου Εξωτερικών (ΦΕΚ Α΄41) η κατάθεσις του οργάνου Επικυρώσεως της ανωτέρω Διεθνούς Συμβάσεως εις το Υπουργείον Εξωτερικών του Βελγίου εγένετο εκ μέρους της Ελλάδος την 27 Φεβρ. 1967. Η έν λόγω σύμβασις άρχεται ισχύουσα συμφώνως τω άρθρ. 14 έξ μήνας από της ημερομηνίας καταθέσεως, ήτοι την 28 Αυγ. 1967. (Αντί της σελ. 118,35) Σελ. 118,35(α) 309-065 Συντηρητική Κατάσχεση Πλοίων 19.Α.μ.1 19.Α.μ.1 Συντηρητική Κατάσχεση Πλοίων Άρθρ.2.-Πλοίον φέρον την σημαίαν ενός των συμβαλλομένων Κρατών, δεν δύναται να κατασχεθή εντός της δικαιοδοσίας οιουδήποτε συμβαλλομένου Κράτους, ειμή λόγω θαλασσίας απαιτήσεως και ουχί δι’ άλλην απαίτησιν, αλλ’ ουδεμία διάταξις της παρούσης συμβάσεως δέον να θεωρηθή ως επεκτείνουσα ή περιορίζουσα οιονδήποτε δικαίωμα ή αρμοδι(Μετά την σελ. 118,22) Σελ. 118,31 303-003 Συντηρητική Κατάσχεση Πλοίων 19.Α.μ.1 ότητα οιουδήποτε Δημοσίου ή των Υπηρεσιών αυτού, Δημοσίων Υπηρεσιών ή Λιμενικών Αρχών, όπως κατά το ισχύον εσωτερικόν δίκαιον ή Κανονισμούς αυτών κατάσχουν, κρατήσουν ή άλλως πως παρεμποδίσουν τον απόπλουν πλοίων εντός της δικαιοδοσίας των. Άρθρ.3.-1)Επιφυλασσομένων των διατάξεων της παρ. 4 του παρόντος άρθρου και των του άρθρ. 10, πας δανειστής επικαλούμενος θαλασσίαν απαίτησιν δύναται να κατάσχη είτε το πλοίον εκ του οποίου προέκυψεν η απαίτησις, ή οιονδήποτε έτερον πλοίον ανήκον εις το πρόσωπον το οποίον κατά τον χρόνον της γενέσεως της θαλασσίας απαιτήσεως ήτο κύριος του πλοίου, εξ ου προέκυψεν η απαίτησις δύναται να κατασχεθή δια τινα των εν άρθρ. 1 παρ. (ιε), (ις) ή (ιζ), απαριθμουμένων θαλασσίων απαιτήσεων. 2)Πλοία θεωρούνται ως ανήκοντα εις τον αυτόν πλοιοκτήτην εφ’ όσον ανήκωσιν εξ ολοκλήρου εις το αυτό ή τα αυτά πρόσωπα. 3)Δια την αυτήν απαίτησιν και υπό του αυτού δανειστού δεν επιτρέπεται νέα κατάσχεσις του πλοίου ή νέα εγγυοδοσία ή άλλη ασφάλεια εν τη δικαιοδοσία ενός ή πλειόνων των συμβαλλομένων Κρατών και εάν το πλοίον κατεσχέθη εντός οιασδήποτε των ρηθεισών δικαιοδοσιών και παρεσχέθη εγγύησις ή ετέρα ασφάλεια εντός της τοιαύτης δικαιοδοσίας είτε προς άρσιν της κατασχέσεως είτε προς αποτροπήν ταύτης, πάσα τυχόν μεταγενεστέρα κατάσχεσις του πλοίου τούτου ή οιουδήποτε ετέρου της αυτής πλοιοκτησίας υπό του αυτού δανειστού και δια την αυτήν θαλασσίαν απαίτησιν, αίρεται από του Δικαστηρίου ή οιασδήποτε άλλης αρμοδίας, δικαστικής αρχής του ρηθέντος κράτους, εκτός αν ο δανειστής αποδείξη ότι η εγγύησις ή η άλλη ασφάλεια ητόνησεν οριστικώς προ της επιβολής της επακολουθησάσης κατασχέσεως ή ότι υφίσταται ετέρα έγκυρος αιτία διατηρήσεως της κατασχέσεως. 4)Εν περιπτώσει εκναυλώσεως πλοίου μετά παραχωρήσεως της ναυτικής διοικήσεως αυτού, οσάκις ο ναυλωτής μόνος και ουχί ο εν τω νηολογίω εμφαινόμενος πλοιοκτήτης ευθύνεται δια θαλασσίαν απαίτησιν σχετικήν προς το πλοίον τούτο ή έτερον ανήκον τω ναυλωτή, τηρών τας διατάξεις της παρούσης συμβάσεως. Αλλ’ ουδέν έτερον πλοίον ανήκον τω εν τω νηολογίω εμφαινομένω πλοιοκτήτη δύναται να κατασχεθή δυνάμει της θαλασσίας ταύτης απαιτήσεως. Αι διατάξεις της προηγουμένης παραγράφου εφαρμόζονται επί πάσης περιπτώσεως καθ’ ην πρόσωπον διάφορον του εν τω νηολογίω εμφαινομένου πλοιοκτήτου ευθύνεται δια θαλασσίαν απαίτησιν σχετιζομένην προς το πλοίον. Άρθρ.4.-Πλοίον κατάσχεται μόνον κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου ή ετέρας αρμοδίας δικαστικής Αρχής του συμβαλλομένου Κράτους εντός του οποίου ενεργείται η κατάσχεσις. Σελ. 118,32 Άρθρ.5.-Το Δικαστήριον ή ετέρα αρμοδία δικαστική Αρχή εντός της δικαιοδοσίας της οποίας κατεσχέθη το πλοίον, οφείλει να επιτρέψη την άρσιν της κατασχέσεως επί τη παροχή επαρκούς εγγυήσεως ή ετέρας ασφαλείας πλην των περιπτώσεων καθ’ ας πλοίον κατεσχέθη λόγω θαλασσίας απαιτήσεως εκ των απαριθμουμένων εν άρθρ. 1, (ιε) και (ις). Εις τας περιπτώσεις ταύτας το Δικαστήριον ή ετέρα αρμοδία Δικαστική Αρχή Δύναται να επιτρέψη την συνέχισιν της εκμεταλλεύσεως του πλοίου υπό του νομέως αυτού επί τη παροχή παρ’ αυτού επί τη παροχή παρ’ αυτού επαρκούς εγγυήσεως ή ετέρας ασφαλείας ή να ρυθμίση άλλως την διαχείρισιν του πλοίου, διαρκούσης της κατασχέσεως. Ελλείψει συμφωνίας μεταξύ των μερών ως προς το ποσόν της εγγυήσεως ή ετέρας ασφαλείας, το Δικαστήριον ή ετέρα αρμοδία δικαστική Αρχή ορίζει το είδος και το ποσόν αυτής. Η αίτησις άρσεως της κατασχέσεως επί εγγυοδοσία δεν δύναται να ερμηνευθή ως αναγνώρισις περί της ευθύνης ή ως παραίτησις από του δικαιώματος του εκ του Νόμου περιορισμού της ευθύνης του πλοιοκτήτου. 19.Α.μ.1 Συντηρητική Κατάσχεση Πλοίων Άρθρ.6.-Πάσα αμφισβήτησις σχετική προς την ευθύνην του δανειστού λόγω ζημιών προξενηθεισών εκ της κατασχέσεως πλοίου ή λόγω δαπανών εγγυοδοσίας ή ετέρας ασφαλείας παρασχεθείσης δια την άρσιν ή την αποτροπήν της κατασχέσεως του πλοίου, ρυθμίζεται υπό του δικαίου του συμβαλλομένου κράτους εντός της δικαιοδοσίας του οποίου ενηργήθη ή εζητήθη η κατάσχεσις. Οι δικονομικοί κανόνες οι σχετικοί προς την κατάσχεσιν πλοίου, την χορήγησιν της εν άρθρ. 4 αναφερομένης αδείας της Αρχής και παν έτερον παρεμπίπτον δικονομικόν ζήτημα, το πλοίον ήθελε τυχόν προκληθή εκ της κατασχέσεως ρυθμίζονται υπό του δικαίου του συμβαλλομένου Κράτους εντός του οποίου ενηργήθη ή εζητήθη η κατάσχεσις. Άρθρ.7.-1)Τα δικαστήρια του κράτους εντός του οποίου ενηργήθη η κατάσχεσις είναι αρμόδια προς εκδίκασιν της κυρίας απαιτήσεως είτε εάν το εσωτερικόν δίκαιον του κράτους εντός του οποίου ενηργήθη η κατάσχεσις, καθιστά αυτά αρμόδια είτε εις τας ακολούθους ειδικώς καθοριζομένας περιπτώσεις: (α)Εάν ο δανειστής έχη την κατοικίαν ή την κυρίαν επαγγελματικήν εγκατάστασιν αυτού εντός του κράτους ένθα ενηργηθή η κατάσχεσις. (β)Εάν η απαίτησις εγεννήθη εντός του κράτους ένθα ενηργηθή η κατάσχεσις. (γ)Εάν η απαίτησις αφορά τον πλούν κατά την διάρκειαν του οποίου ενηργήθη η κατάσχεσις. (δ)Εάν η απαίτησις πηγάζη εκ συγκρούσεως ή εξ ετέρων περιστατικών καλυπτομένων υπό του άρθρ. 13 της Διεθνούς Συμβάσεως περί ενοποιήσεως ενίων κανόνων αφορώντων τας συγκρούσεις μεταξύ πλοίων, την υπογραφείσαν εν Βρυξέλλαις την 23ην Σεπτ. 1910. (ε)Εάν η απαίτησις πηγάζη εξ επιθαλασσίας αρωγής ή διασώσεως. (ς)Εάν η απαίτησις είναι ησφαλισμένη δια ναυτικής ή προτιμωμένης υποθήκης. 2)Εάν το Δικαστήριον εν τη περιφερεία του οποίου κατεσχέθη το πλοίον, δεν έχη αρμοδιότητα προς εκδίκασιν της κυρίας απαιτήσεως, εν τη κατά το άρθρ. 5 παρασχεθείση εγγυήσει ή ετέρα ασφαλεία προς άρσιν της κατασχέσεως ρητώς θα ορίζεται ότι παρέχεται ως ασφάλεια δια την εκτέλεσιν οιασδήποτε τυχόν εκδοθησομένης αποφάσεως υπό του αρμοδίου προς τούτο Δικαστηρίου και το Δικαστήριον ή ετέρα αρμοδία Δικαστική Αρχή του Κράτους ένθα έλαβε χώραν η κατάσχεσις, δέον να ορίση την προθεσμίαν εντός της οποίας ο δανειστής οφείλει να εγείρη την κυρίαν αγωγήν ενώπιον του αρμοδίου Δικαστηρίου. 3)Εάν τα μέρη συνεφώνησαν να υποβάλουν την διαφοράν εις την αρμοδιότητα Δικαστηρίου ετέρου ή του εις την περιφέρειαν του οποίου εγένετο η κατάσχεσις ή εις διαιτησίαν το Δικαστήριον ή ετέρα αρμοδία δικαστική Αρχή εντός της αρμοδιότητος των οποίων ενηργήθη η κατάσχεσις δύναται να ορίση την προθεσμίαν εντός της οποίας ο δανειστής οφείλει να άρξηται της διαδικασίας περί της κυρίας απαιτήσεως. 4)Εάν εις οιασδήποτε εκ των αναγραφομένων εις τας προηγουμένας δύο παραγράφους περιπτώσεων, η περί της κυρίας απαιτήσεως αγωγή ή η άλλη διαδικασία δεν ήρξαντο εντός της ούτω ορισθείσης προθεσμίας, ο οφειλέτης δύναται να αιτήσηται την άρσιν της κατασχέσεως του πλοίου ή την αποδέσμευσιν την δοθείσης εγγυήσεως ή ετέρας ασφαλείας. 5)Το παρόν άρθρον δεν έχει εφαρμογήν εις τας περιπτώσεις τας προβλεπομένας υπό των διατάξεων της αναθεωρηθείσης Συμβάσεως περί της εν τω Ρήνω ναυσιπλοΐας της 17ης Οκτ. 1868.
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.