📄 Κείμενο νόμου
7. ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΙΚΑ Αριθ.100 της 30 Ιουλ.1951 Αι παροχαί των κλάδων ασθενείας κατά τον Α.Ν.1846/51 περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Υπό του κοινοποιηθέντος υμίν Α.Ν.1846/51 επιφέρονται ουσιώδεις τροποποιήσεις εις τας διατάξεις τας σχετικάς με τας παροχάς της ασφαλίσεως δια τον κλάδον ασθενείας. Ούτω βασικώς μεταβάλλονται αι προϋποθέσεις ασφαλιστικής ικανότητος, ευρύνεται ο κύκλος των παροχών, ας δικαιούνται οι εμμέσως ησφαλισμένοι, τίθενται νέοι κανόνες εν σχέσει με την θεμελίωσιν και την έκτασιν της ασφαλιστικής αξιώσεως επί τας παροχάς, καταργούνται ειδικαί κατηγορίαι επιδομάτων ή ειδικαί ωρισμένων παθήσεων μεταχειρίσεις κ.τ.λ. Εκ των μεταβολών τούτων τινές-εφ’ όσον εν τη οικεία διατάξει δεν ορίζεται άλλως θέλουν ισχύσει δυνάμει του άρθρ.65 του νόμου από 1 ης Αυγούστου ε.έ., ενώ δια τας λοιπάς-όπου τούτο ρητώς εν τω Νόμω προβλέπεται-απαραίτητος τυγχάνει η προηγουμένη ψήφισις ειδικού Κανονισμού. Γενικώς και προς άρσιν πάσης αμφιβολίας διευκρινίζομεν, ότι θέλει εξακολουθήσει ισχύον το υπό του Ν.6298/34 και των οικείων Κανονισμών διαμορφωθέν νομικόν καθεστώς τροποποιούμενον δια των εν τω νέω νόμω οριζομένων ως σαφώς διαγράφεται κατωτέρω. Ι. Προϋποθέσεις ασφαλιστικής ικανότητος Επί του απαιτουμένου αριθμού ημερομισθίων, άτινα δέον να έχη πραγματοποιήσει ο ησφαλισμένος, ίνα τύχη παροχών των κλάδων ασθενείας, ήτοι : α) Ιατρικής περιθάλψεως ή παροχών εις είδος γενικώς, β) επιδόματος ασθενείας και εξόδων κηδείας, γ) επιδομάτων μητρότητος και δ) σανατοριακής περιθάλψεως ή του αντί ταύτης ή μετά την παροχήν ταύτης προβλεπομένου ειδικού αντιτίμου τροφίμων, εφ’ ων απάντων υπό του νέου νόμου τάσσονται ίδιαι προϋποθέσεις ασφαλιστικής ικανότητος, παραπέμπομεν εις την υπ’ αριθ.95/51, ημετέραν εγκύκλιον. Εφιστώμεν πάντως την προσοχήν υμών επί του ότι από 1 ης Αυγούστου ε.έ. δια την έναρξιν της εν Σανατορίω περιθάλψεως ή της καταβολής αντιτίμου τροφίμων δέον απαραιτήτως ο ενδιαφερόμενος ησφαλισμένος, πλην της εν άρθρ.31 Α.Ν.1846 προϋποθέσεως, να έχη πραγματοποιήσει και 350 ημέρας εργασίας κατά τα τέσσαρα ημερολογιακά έτη, άτινα προηγούνται της ημέρας αναγγελίας, καταργουμένων ως προς το σημείον τούτο των αντιθέτων διατάξεων των Καν. Προσθ. Περ. Φυματικών. Σελ. 222 ΙΙ. Προϋποθέσεις και έκτασις δικαιώματος επί τας παροχάς ασθενείας Αναφερόμεθα κατωτέρω εις τα σημεία εκείνα, εφ’ ων δια του νέου νόμου επηνέχθησαν μεταβολαί αμέσου εφαρμογής επί των κατά τον Ν.6298 ισχυόντων : 1) Ιατρική περίθαλψις. Ως Ιατρική περίθαλψις νοούνται εφεξής άπασαι αι υπό της εν ισχύϊ νομοθεσίας προβλεπόμεναι εις είδος παροχαί, ήτοι ιατρική αντίληψις-περιλαμβανομένης και της εν νοσοκομείω τοιαύτης-φαρμακευτική περίθαλψις, συνήθη θεραπευτικά μέσα και πρόσθετος περίθαλψις, ως και αι δαπάναι μετακινήσεως ασθενούς. Αφ’ ετέρου υπό τας εν παρ.1 ειδικάς προϋποθέσεις και περιορισμούς υπάγονται εις ταύτην και η εν σανατορίω περίθαλψις και το αντί ταύτης ή εν συνεχεία της τοιαύτης περιθάλψεως χορηγούμενον ειδικόν αντίτιμον τροφής. Άπασαι αι ως άνω παροχαί εξακολουθούν χορηγούμεναι υπό τας αυτάς προϋποθέσεις-εξαιρέσει των περί ασφαλιστικής ικανότητος τοιούτων-και εις ην έκτασιν ορίζεται υπό των οικείων διατάξεων των Κανονισμών Ασθενείας και Ποσοστού Συμμετοχής ων η ισχύς διατηρείται συμφώνως τω άρθρ.60 παρ.1 εδ. β΄ Α.Ν.1846 εφ’ όσον δεν αντίκεινται εις τας διατάξεις τούτου. Επομένως, ως είρηται και ανωτέρω, τα μέλη οικογενείας ησφαλισμένων μέχρις εκδόσεως του υπό του Α. Νόμου προβλεπομένου ειδικού Κανονισμού θέλουν εξακολουθήσει δικαιούμενα μόνον των παροχών ιατρικής αντιλήψεως και φαρμακευτικής περιθάλψεως. Δια νεωτέρας ημών διαταγής μετά την ψήφισιν του υπό του Α.Ν.προβλεπομένου ειδικού Κανονισμού θέλομεν γνωρίσει την αποτίμησιν των βασικών ειδών του καθημερινού διαιτολογίου φυματικών, ήτις θα καταβάλλεται εις τους εκ φυματιώσεως πάσχοντος ησφαλισμένους συμφώνως τω άρθρ.31 παρ.5 Α.Ν.1846/51 αντί του προσανατοριακού και μετασανατοριακού επιδόματος, ων η χορήγησις μη προβλεπομένη υπό τούτου από 1 ης Αυγούστου ε.έ. θέλει διακοπή. Ως προς το ποσόν του καταβλητέου από 1-8-51 ποσού δια βοήθημα τοκετού ως και εξόδων κηδείας, περί ων η επομένη παράγραφος, θέλομεν γνωρίσει υμίν δια νεωτέρας ημών διαταγής μετά την λήψιν της προβλεπομένης υπό της οικείας διατάξεως αποφάσεως του Δ. Συμβουλίου. Διευκρινίζομεν εν προκειμένω, ότι τα εν λόγω ποσά θέλουν καταβληθή μόνον εις τας από 1 ης Αυγούστου ε.έ. και εφεξής επερχομένας περιπτώσεις τοκετού και θανάτου. 15Β.Ε.α.7 Κανονισμός Ασθενείας 2) Έξοδα κηδείας. Τροποποίησις των μέχρι τούδε ισχυουσών διατάξεων (άρθρ.29 Ν.6298 και άρθρον 39 Κανονισμού Ασθενείας) επήλθε δια του άρθρ.32 Α. Νόμου ως προς τον κύκλον των προσώπων, εις ά καταβάλλοντι ταύτα. Διότι ενώ μέχρι τούδε τα έξοδα κηδείας κατεβάλλοντο κατά σειράν εις τον ή την σύζυγον ή εν ελλείψει τοιούτου εις τα τέκνα ή τους γονείς κλπ. υπό την προϋπόθεσιν της μετά του θανόντος συμβιώσεως τούτων και άνευ ερεύνης περί του εάν τα πρόσωπα ταύτα υπεβλήθησαν πράγματι εις την σχετικήν δαπάνην, ήδη κατά τας διατάξεις του νέου Νόμου η τοιαύτη άνευ ερεύνης πληρωμή περιορίζεται μόνον εις την χήραν του ησφαλισμένου. Εις περίπτωσιν, καθ’ ην δεν υπάρχει χήρα, η παροχή αύτη καταβάλλεται εις τον κατά την κρίσιν του Ιδρύματος επιμεληθέντα της κηδείας. Κατά συνέπειαν δια την εφαρμογήν της διατάξεως ταύτης πλην της ληξιαρχικής πράξεως ο ενδιαφερόμενος δέον όπως προσκομίζη δικαιολογητικά (π.χ. αποδείξεις εργολάβου κ.λ.π.), εξ ων θέλει προκύπτει βάσιμος κρίσις περί του ότι πράγματι ούτος υπεβλήθη εις τας δαπάνας της κηδείας. Προφανές είναι ότι κατόπιν της διατάξεως ταύτης, μη υπαρχούσης χήρας, αποκλείεται εφ’ εξής ή άμα τη επελεύσει του θανάτου και προ της ταφής, προπληρωμή των εξόδων κηδείας. 3) Επίδομα ασθενείας. Το επίδομα τούτο καταβάλλεται υπό τας αυτάς βασικάς προϋποθέσεις του Ν.6298, ήτοι εφ’ όσον ο ησφαλισμένος συνεπεία ασθενείας τυγχάνει ανίκανος δια την ην πρότερον ήσκει εργασίαν και απέχει πράγματι ταύτης. Αι επελθούσαι όμως δυνάμει του άρθρ.35 Α. Νόμου μεταβολαί είναι λίαν σημαντικαί. Ήτοι : α) Ο χρόνος αναμονής μειούται από 5 εις 3 ημέρας. Τοιούτος χρόνος αναμονής προκειμένου περί πλειόνων της μιας περιπτώσεων επιδοτήσεως δια τον αυτόν ησφαλισμένον αναγγελλομένων εντός του αυτού ημερολογιακού έτους, υπολογίζεται μόνον δια την πρώτην περίπτωσιν. β) Δεν ενδιαφέρει η κατά την διάρκειαν της ανικανότητος καταβαλλομένη τυχόν υπο΄του εργοδότου πλήρης ή μερική αντιμισθία, του υπό του Νόμου προβλεπομένου επιδόματος καταβαλλομένου πάντοτε εις το ακέραιον. γ) Δεν χωρεί μείωσις του επιδόματος λόγω νοσηλείας του δικαιούχου εν Κλινική ή Νοσοκομείω, τούτου καταβαλλομένου ωσαύτως εις το ακέραιον. δ) Καθορίζεται ανώτατον όριον διαρκείας επιδοτήσεως εις 180 ημέρας εντός του αυτού ημερολογιακού έτους είτε συνεχώς είτε διακεκομμένως. Εν προκειμένω διευκρινίζομεν ότι ο εν λόγω περιορισμός αφορά πάσαν περίπτωσιν επιδοτήσεως δι’ ασθένειαν είτε ιατρικώς ή ασφαλιστικώς διάφορον είτε μη. Κατά την διάταξιν ταύτην ο ησφαλισμένος αποκλείεται να λάβη επίδομα ασθενείας οπωσδήποτε επί χρόνον μείζονα των 180 ημερών εντός του αυτού ημερολογιακού έτους. Ούτως οσάκις λήγοντος του έτους τούτου ο ησφαλισμένος δεν έχει συμπληρώσει το ανώτατον όριον επιδοτήσεως, συμφώνως προς ρητήν διάταξιν του Α. Νόμου, το επίδομα θα εξακολουθήση καταβαλλόμενον και κατά το επόμενον έτος μέχρις εξαντλήσεως του ως άνω αριθμού ημερών. Εάν όμως ο αυτός ησφαλισμένος ασθενήση εκ νέου εντός του δευτέρου τούτου έτους, θα τύχη επιδόματος δια τον υπολειπόμενον αριθμόν ημερών μετά την αφαίρεσιν εκ του αριθμού 180 των ημερών εκείνων, δι’ ας ούτος επεδοτήθη λόγω συνεχίσεως της πληρωμής επιδόματος εντός του δευτέρου τούτου έτους. Επί παραδείγματι ησφαλισμένος επιδοτηθείς μέχρι 31-12-50 επί 160 ημέρας, εάν συνεχίζεται η ανικανότης και η αποχή εκ της εργασίας θα εξακολουθήση επιδοτούμενος κατά το 1951 επί 20 εισέτι ημέρας. Ασθενών εκ νέου εντός του 1951- αδιάφορον εκ ποίας νόσου, έχων όμως εν νέου προϋποθέσεις ασφαλιστικής ικανότητος-θα επιδοτηθή εντός του έτους τούτου, επί 160 μόνον ημέρας. Αντιθέτως εάν ησφαλισμένος επιδοτηθείς επί 180 ημέρας εντός του αυτού ημερολογιακού έτους αναλάβη εκ νέου εργασίαν και πραγματοποιήση 100 τουλάχιστον ημέρας εργασίας εντός του έτους τούτου, δύναται κατά το επόμενον ημερολογιακόν έτος να επιδοτηθή επί 180 εκ νέου ημέρας έστω και αν ιατρικώς πρόκειται περί της αυτής νόσου. ε) Ως προς τον τρόπον υπολογισμού του ποσού του επιδόματος κατ’ εφαρμογήν των διατάξεων των άρθρ.24 παρ.2, άρθρ.37 και παρ.12 Α. Νόμου ισχύουν τα κάτωθι : Επί τη βάσει των τελευταίων 30 ημερών, καθ’ ας ειργάσθη ο ησφαλισμένος εντός του προηγουμένου της αναγγελίας ημερολογιακού έτους, ανευρίσκεται η ασφαλιστική κλάσις, εις ην ανήκει ούτος, ως τοιαύτης οριζομένης της κλάσεως εις την οποίαν αντιστοιχούσι τα περισσότερα εκ των 30 ημερομισθίων. Εάν ο αυτός αριθμός ημερομισθίων αντιστοιχεί εις πλείονας μισθολογικάς κλάσεις λαμβάνεται υπ’ όψιν η ανωτέρα τοιαύτη διότι τούτο προφανώς συμφέρει εις τον ησφαλισμένον. Το ήμισυ του τεκμαρτού ημερομισθίου της κλάσεως ταύτης, ως τούτο ορίζεται εν άρθρ.25 παρ.2 του Α. Νόμου αποτελεί το βασικόν επίδομα του ημερησίου επιδόματος ασθενείας. Το ποσόν τούτο προσαυξάνεται κατά 10% δι’ έκαστον εκ των εν άρθρ.33 Α. Νόμου αναφερομένων προσώπων, άτινα πληρούν τας εν αυτώ τιθεμένας προϋποθέσεις, ούτως ώστε να λογί-ζωνται ως μέλη οικογενείας του αμέσως ησ-φαλισμένου, ήτοι τα δικαιώματα να περιληφθούν Σελ. 223 Κανονισμός Ασθενείας 15Β.Ε.α.7 εις το Οικογενειακόν βιβλιάριον Ασθενείας τούτου. Δεδομένου όμως ότι κατά ρητήν διάταξιν του Α. Νόμου το ούτω υπολογιζόμενον ημερίσιον επίδομα δεν δύναται να υπερβή τα 70% του κατά τα ανωτέρω τεκμαρτού ημερομισθίου, έπεται ότι τοιαύτη εκ 10 % προσαύξησις λόγω οικογενειακών βαρών δεν δύναται ν’ αναγνωρισθή δια πλείονα των 4 μελών οικογενείας. Ωσαύτως κατά ρητήν διάταξιν του Α. Νόμου το επίδομα ασθενείας εν ουδεμιά περιπτώσει δύναται να υπερβή το τεκμαρτόν ημερομίσθιον της ΙΙ μισθολ. κλάσεως, ήτοι νυν το ποσόν των δραχ.35.000 συμπεριλαμβανομένων και των οικογενειακών επιδομάτων. Προς πληρεστέραν κατανόησιν των ανωτέρω εκτιθεμένων παραθέτομεν δύο παραδείγματα υπολογισμού του επιδόματος. Εξεύρεσις τεκμαρτού ημερομισθίου Ποσόν επιδόματος 30 τελευτ. ημερομ. προηγουμένου ημερολ. έτους Μισθολ. κλάσις κατατάξεως τεκμ. ημερομ. Βασικόν Μετά 2 μελών οικογενείας Μετά 4 μελών οικογενείας Μετά 5 & άνω μελών οικογενείας Παραδ. Α΄ 10 ημερομ.προς 18.000 7 » » 24.000 13 » » 20.000 ΙΙΙ 10.000 10.000 12.000 14.000 14.000 Παρ. Β΄ 8 ημερομ.προς 60.000 22 » » 80 .000 ΧΙ 80.000 35.000 35.000 35.000 35.000 Ως προς τα δια την καταβολήν των οικογενειακών επιδομάτων δικαιολογητικά ορίζομεν όπως λαμβάνωνται υπ’ όψιν αι εις τα οικογενειακά βιβλιάρια των ησφαλισμένων καταχωρήσεις, εφ’ όσον πρόκειται περί βιβλιαρίων δεδομένων ή ανανεωμένων κατά τας δια της υπ’ αριθ.εμπ.95/1951 εγκυκλίου παρεχομένας οδηγίας. Σημειούμεν περαιτέρω προς άρσιν πάσης αμφιβολίας ότι εν κατατάξει του ησφαλισμένου εις τινα μισθολογικήν κλάσιν θα λαμβάνωνται υπ’ όψιν τα τελευταία πραγματοποιηθέντα ημερομίσθια του προηγουμένου ημερολογιακού έτους ως και αντιστοίχως αι πράγματι καταβληθείσαι εις τον ησφαλισμένον αποδοχαί περιλαμβανομένης και της τυχόν υπερωριακής αποζημιώσεως. Εις τας τοιαύτας όμως αποδοχάς δεν συνυπολογίζεται το έκτακτον επί ταις εορταίς βοήθημα (δώρον εορτών) ως μη αντιστοιχούν εις παροχήν εργασίας. ς) Καταργείται η υπό του Ν.6298 προβλεπομένη κράτησις εκ 5 % ως ασφάλιστρον κλάδου ασθενείας. ζ) Ειδικώτερον επί εργατικού ατυχήματος καταργηθείσης υπό του νέου Νόμου της προνομιακής μεταχειρίσεως τούτου τόσον υπό έποψιν διαρκείας της επιδοτήσεως (νυν ισχύουν και επί εργατ. ατυχήματος αι 180 ημέραι αντί των μέχρι τούδε 750) όσον και υπό έποψιν ποσού (απηλείφθη η εξ 20 % καταβαλλομένη προσαύξησις επί του επιδόματος κοινής ασθενείας) αι μόναι υφιστάμεναι νυν διακρίσεις κατά παρέκκλισιν των επί ασθενείας ισχυόντων περιορίζονται εις : Σελ. 224 αα) Εις την χορήγησιν άνευ προϋποθέσεων ασφαλιστικής ικανότητος των παροχών εις είδος και εις χρήμα (άρθρ.34 Α. Νόμου) και ββ) Το καταβαλλόμενον επίδομα ασθενείας υπολογίζεται βάσει του τεκμαρτού ημερομισθίου της μισθολογικής κλάσεως, εις ην ανήκει ο ησφαλισμένος βάσει του ημερομισθίου το οποίον λαμβάνει κατά την ημέραν του ατυχήματος. Εξ άλλου προκειμένου περί ατυχήματος εκτός εργασίας ουδεμία ιδιορρυθμία υφίσταται νυν πλήν του ότι αι δια την χορήγησιν των εις είδος και εις χρήμα παροχών προϋποθέσεις μειούνται εις το ήμισυ, ήτοι εις 25 και 50 αντιστοίχως. η) Καταργείται η βάσει της ισχυούσης μέχρι τούδε νομοθεσίας υφισταμένη προνομιακή μεταχείρισις της φυματιώσεως, καθ’ όσον αφορά το επίδομα ασθενείας περιοριζομένης εφεξής εις την παράτασιν μόνον της εκ της αιτίας ταύτης επιδοτήσεως επί 360 εν συνόλω ημέρας. (Σχετικώς βλ. εν παραγρ.ΙΙΙδ). 15Β.Ε.α.7 Κανονισμός Ασθενείας 4.Επιδόματα Μητρότητος. Σημαντική μεταβολή εις τα μέχρι τούδε ισχύοντα επέρχεται δια της εφεξής καταργήσεως του επιδόματος θηλάσεως. Όσον αφορά όμως τα δικαιώματα των ησφαλισμένων, εκείνων, αίτινες κατά την 1 ην Αυγούστου ε.έ. λαμβάνουν τοιούτον επίδομα, καθώς επίσης και περί των ησφαλισμένων εκείνων, οι οποίοι κατά την αυτήν ημερομηνίαν λαμβάνουν επίδομα λόγω εργατικού ατυχήματος ή φυματιώσεως θα επανέλθωμεν κατωτέρω. Τα επιδόματα μητρότητος (επίδομα κυοφορίας και λοχείας) καταβάλλονται επί 42 ημέρας προ και 42 ημέρας μετά τον τοκετόν, εφ’ όσον η ησφαλισμένη απέχει της εργασίας της. Το ποσόν τούτο υπολογίζεται κατά τα ανωτέρω εν παρ. ΙΙ 3 ε εκτιθέμενα προκειμένου περί των επιδομάτων ασθενείας με τας ακολούθους όμως αποκκλίσεις. α) Δεν ισχύει ο περιορισμός του άρθρ.38 όσον αφορά το ανώτατον όριον ποσού του επιδόματος, όπερ ούτω δύναται να είναι μείζον του τεκμαρτού ημερομισθίου της VI κλάσεως, ήτοι των 35.000 δραχμών υπολογιζόμενον πάντοτε εις το ήμισυ του τεκμαρτού ημερομισθίου αδιακρίτως κλάσεως, συν τη προσθήκη των προσαυξήσεων λόγω οικογενειακών βαρών. Ισχύει όμως και εν προκειμένω ο περιορισμός, καθ’ όν τοιαύτη προσαύξησις δεν αναγνωρίζεται δια πλείονα των 4 μελών οικογενείας του μεγίστου δυνατού ποσοστού επιδόματος μητρότητος μη δυναμένου ούτω να υπερβή τα 70 % του τεκμαρτού ημερομισθίου. β) Συμφώνως προς ρητήν διάταξιν του νόμου το επίδομα μητρότητος εν ουδεμιά περιπτώσει δύναται να είναι έλασσον του τεκμαρτού ημερομισθίου της Ι μισθολ. κλάσεως ήτοι νυν των 10.000 δραχμών. Ούτω ησφαλισμέναι ανήκουσαι εις την Ι κλάσιν και άνευ ουδενός μέλους οικογενείας ή την ΙΙ τοιαύτην με τρία ή ολιγώτερα μέλη οικογενείας και άνευ εισέτι τοιούτου μέλους δικαιούνται ημερησίου επιδόματος μητρότητος εκ δραχ.10.000. Τέλος εφιστώμεν την προσοχήν υμών επί των δια την χορήγησιν των επιδομάτων μητρότητος ειδικών προϋποθέσεων ασφαλιστικής ικανότητος δι’ ας εφεξής απαιτείται μόνον η πραγματοποίησις 200 ημερών εργασίας εντός της διετίας, η οποία προηγείται της ημέρας του τοκετού. Εις ας περιπτώσεις το επίδομα κυοφορίας καταβάλλεται προ του τοκετού ως κρίσιμον χρονικόν σημείον δια την διαπίστωσιν της υπάρξεως ή μη ασφαλιστικής ικανότητος θα λαμβάνεται υπ’ όψιν η κατά την σχετικήν γνωμάτευσιν του ιατρού του Ιδρύματος πιθανή ημέρα τοκετού. Άλλως, ως και επί της καταβολής του επιδόματος λοχείας, κατά τας διατάξεις και του άρθρ.35 Κανονισμού Ασθενείας, θα λαμβάνεται υπ’ όψιν η πραγματική ημέρα τοκετού. .................................................................................... V. Παραγραφή Τα της παραγραφής των ασφαλιστικών αξιώσεων επί τας εις χρήμα παροχάς του κλάδου ασθενείας δεν μεταβάλλονται υπό του νέου νόμου. Δια της οικείας διατάξεως (άρθρ.40 παρ.6 Α. Νόμου) όμως ρητώς ορίζεται ότι «αι διατάξεις του Αστικού Κώδικος περί βραχυπροθέσμων παραγραφών και προθεσμιών εφαρμόζονται αναλόγως και επί των αξιώσεων επί των παροχών του παρόντος νόμου». Ούτω εφεξής παραλλήλως με τας διατάξεις περί παραγραφής του Α.Κ. επί των ασφαλιστικών αξιώσεων, (βλ. εγ.72/1946, 126/1948 και 14945/51) θα έχωσιν εφαρμογήν και αι αντίστοιχοι διατάξεις Α.Κ. επί των τασσομένων προθεσμιών δια την χορήγησιν των παροχών της ασφαλίσεως. Σημειούμεν ειδικώτερον ότι εν τη πράξει θα εφαρμόζεται πλέον αναστολή συμπληρώσεως του χρόνου των εν άρθρ.21 παρ.4 Κ.Α.Α. προθεσμιών αναγγελίας εργατικού ατυχήματος δια τους υπό του Α.Κ. προβλεπομένους λόγους. Ως γνωστόν, κατόπιν σχετικής γνωματεύσεως της παρ’ ημίν Νομικής Υπηρεσίας (βλ. εγκ.146/1948 σελ.4-5) η ειδική ρύθμισις εν τη παρ.4 του άρθρ.21 και του θέματος της αναστολής των εν αυτή προθεσμιών απέκλειεν απολύτως την εφαρμογήν εν προκειμένω των αντιστοίχων διατάξεων του Α.Κ. Ήδη όμως μετά την μνησθείσαν ανωτέρω ρητήν διάταξιν του άρθρ.40 παρ.6 του νέου νόμου, ανακαλουμένων των εν τη υπ’ αριθ.126/1948 (σελ.5) εγκυκλίω οδηγιών, θα αναστέλλωνται και αι εν άρθρ.21 παρ.4 Κ.Α.Α. προθεσμίαι υπό τους και δια την αναστολήν της παραγραφής αναγνωριζομένους εν τω Α.Κ. λόγους. VI. Ατέλειαι – δικαιολογητικά Διευκρινίζομεν ότι η δυνάμει του άρθρ.40 παρ.2 Α.Ν.1846/51 θεσπιζομένη απαλλαγή από παντός τέλους των αιτήσεων προς απονομήν παροχών ως και της εξοφλήσεως των εις χρήμα τοιούτων αφορά δια την ταυτότητα του λόγου και τας κατά μετατροπήν παροχάς εις χρήμα, ήτοι τας αποδιδομένας δαπάνας δια παροχάς εις είδος κατ’ αρχήν υπό του Ιδρύματος οφειλομένας (π.χ. απόδοσιν δαπανών δια παρασχεθείσαν έκτακτον περίθαλψιν κλπ.). Ωσαύτως δυνάμει της αυτής διατάξεως καταργείται εφεξής η χαρτοσήμανσις των υπό των εργοδοτών εκδιδομένων βεβαιώσεων αποχής εκ της εργασίας. Εξ άλλου περί των επερχομένων γενικώτερον μεταβολών εις τα δια την χορήγησιν των παροχών απαιτούμενα δικαιολογητικά θέλομεν γνωρίσει υμίν δια νεωτέρας διαταγής ημών μετά την λήψιν της σχετικής κοινής αποφάσεως Δ. Συμβουλίου και Κ.Ε.Σ. Σελ. 225 Κανονισμός Ασθενείας 15Β.Ε.α.7
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.