📄 Κείμενο νόμου
16α. ΒΑΣΙΛΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ της 27 Φεβρ./14 Μαρτ. 1957 Περί ανακρίσεως επί πειθαρχικών παραπτωμάτων, εγέρσεως πειθαρχικής αγωγής ενώπιον των Πειθαρχικών Συμβουλίων του ΙΚΑ, διαδικασίας ενώπιον αυτών ως και των ενδίκων μέσων και εκτελέσεως των αποφάσεων των Συμβουλίων τούτων. Έχοντες υπ’ όψη: α)Τας διατάξεις του άρθρ. 10 του Ν.Δ. 3591/56 «περί Υπηρεσιακού και Πειθαρχικών Συμβουλίων προαγωγών και εντάξεων υπαλλήλων του ΙΚΑ». β)Την από 22.11.56 γνώμην του Διοικ. Συμ-βουλίου του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων. γ)Την υπ’ αριθ. 23/1957 γνωμοδότησιν του Συμβουλίου Επικρατείας, προτάσει του Ημετέρου επί της Εργασίας Υπουργού, απεφασίσαμεν και διατάσσομεν: Aνάκρισις Άρθρ.1.-1.Πας πειθαρχικώς προϊστάμενος του υπαλλήλου δύναται αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν καταγγελίας οιουδήποτε να διενεργήση ή να διατάξη ανάκρισιν προς εξακρίβωσιν της υπάρξεως και της εκτάσεως πειθαρχικού παραπτώματος ως και της ταυτότητος και του βαθμού της ευθύνης εκάστου των ενεχομένων. 2.Ο παρά τη Διοικήσει Πάρεδρος-Κεντρικός Πειθαρχικός Ανακριτής τη εντολή του Διοικητού δύναται να διεξάγη ανάκρισιν ή να παρέχη εντολήν εις έτερον παρά τη Διοικήσει Πάρεδρον Πειθαρχικόν Ανακριτήν ή εις τους εκτός της έδρας του ΙΚΑ Παρέδρους ή εις οιονδήποτε όργανον του Ιδρύματος διοικητικόν ή υγειονομικόν, μη δεσμευόμενον εκ της ιδιότητος (Διοικητικού ή Υγειονομικού) του καθ’ ου η ανάκρισις προς διενέργειαν ανακρίσεων. Οι περιφερειακοί πειθαρχικοί ανακριταί δύνανται εις κατεπειγούσας περιπτώσεις να διεξάγουν οίκοθεν ανάκρισιν ή ν’ αναθέτουν την ενέργειαν ταύτης εις ετέρους υπαλλήλους. 3.Εφ’ όσον η ανάκρισις διεξάγεται παρ’ υπαλλήλου του ΙΚΑ ούτος δέον να είναι ανώτερος κατά βαθμόν ή ομοιόβαθμος μεν αλλ’ αρχαιότερος του καθ’ ου η ανάκρισις. 4.Ο πειθαρχικός προϊστάμενος άμα τη ενάρξει της υπ’ αυτού διεξαγομένης ανακρίσεως ή άμα τη διαταγή αυτού προς διενέργειαν ανακρίσεως και εφ’ όσον πρόκειται περί υποθέσεων υπερβαινουσών κατά την κρίσιν του, την πειθαρχικήν δικαιοδοσίαν του, αναφέρεται εις τον αρμόδιον Κεντρικόν Πειθαρχικόν Ανακριτήν. Ούτος δύναται να παραγγείλη την συνέχισιν της αρξαμένης ανακρίσεως οπότε αύτη συνεχίζεται, ή την διεξαγωγήν νέας υπό Παρέδρου ή ετέρου υπαλλήλου του ΙΚΑ, οπότε η αρξαμένη ανάκρισις διακόπτεται, επέχουσα θέσιν προανακρίσεως, η δε νέα ανάκρισις επαναλαμβάνεται εξ αρχής. 5.Εάν η ανάκρισις διεξάγεται υπό υπαλλήλου ο εγκαλούμενος δικαιούται εφ’ άπαξ να αιτήσηται την εξαίρεσιν του ανακριτού από του έργου της ανακρίσεως δι’ εγγράφου αιτήσεως προς το κατά το άρθρ. 9 του Ν.Δ. 3591/1956 αρμόδιον Πειθαρχικόν Α/ θμιον Συμβούλιον, εν η δέον να εκτίθενται οι λόγοι της εξαιρέσεως, επισυνάπτονται δε και τα υπάρχοντα αποδεικτικά στοιχεία. Επί της αιτήσεως εξαιρέσεως το αρμόδιον Πειθαρχικόν Συμβούλιον αποφαίνεται οριστικώς και τελεσιδίκως. Εάν η αίτησις γίνη δεκτή αι υπό του εξαιρεθέντος ενεργηθείσαι ανακριτικαί πράξεις είναι άκυροι και δεν δύνανται να τοποθετηθούν εις τον φάκελλον της υποθέσεως. 6.Δια την ενώπιον των Πειθαρχικών Συμβουλίων εκδίκασιν της πειθαρχικής αγωγής και της εφέσεως η ανάκρισις είναι υποχρεωτική, πλην εάν η προηγηθείσα κρίνεται επαρκής. 7.Μέχρις εκδόσεως του υπό της παρ. 6 του άρθρ. 14 του Ν.Δ. 2698/53 προβλεπομένου Κανονισμού η ανάκρισις διεξάγεται κατά τας οικείας διατάξεις του Κανονισμού Υπαλληλικού Προσωπικού του Ιδρύματος. Εν πάση περιπτώσει το άρθρ. 213 έως 217 και 250 έως 264 του Κώδικος Ποινικής Δικονομίας εφαρμόζονται αναλόγως εν προκειμένω. Περαίωσις της ανακρίσεως. Απολογία Άρθρ.10.-1.Τα πειθαρχικά Συμβούλια δικάζονται επί εφέσει του καταδικασθέντος υπαλλήλου δεν δύναται να καταστήσουν χείρονα την θέσιν αυτού. 2.Εις έφεσιν κατ’ αποφάσεων των Πρωτοβαθμίων Πειθαρχικών Συμβουλίων δικαιούνται: Σελ. 70,364 α)Ο καταδικασθείς υπάλληλος και β)Υπέρ της Διοικήσεως ο Κεντρικός Πειθαρχικός Ανακριτής εντολή του Διοικητού. Η έφεσις απευθύνεται ενώπιον του Δευτεροβαθμίου Πειθαρχικού Συμβουλίου. 3.Η έφεσις ασκείται εκ μέρους μεν του Διοικητού δια πράξεως του πειθαρχικού Ανακριτού καταχωρουμένης εις το παρ’ αυτού τηρούμενον βιβλίον εφέσεων, εκ μέρους δε του υπαλλήλου δια δικογράφου κατατιθεμένου επί αποδείξει εις την Προϊσταμένην Αρχήν. Τα δικόγραφα ταύτα των εφέσεων διαβιβάζονται εις τον αρμόδιον Κεντρικόν Πειθαρχικόν Ανακριτήν, όστις τα καταχωρεί εις το βιβλίον εφέσεων. 1.Η έφεσις ασκείται εκ μέρους μεν του καταδικασθέντος υπαλλήλου εντός 10 ημερών από της εις αυτόν κοινοποιήσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως εκ μέρους δε των Κεντρικών Πειθαρχικών Ανακριτών εντός μηνός από της εκδόσεως της αποφάσεως. Η έφεσις και η προς άσκησιν αυτής προθεσμία, αναστέλλουν την εκτέλεσιν της αποφάσεως. Ο δι’ οριστικής απολύσεως τιμωρηθείς τίθεται εκτός υπηρεσίας μέχρις εκδικάσεως της εφέσεως. 2.Η προς έφεσιν προθεσμία παρατείνεται λόγω μεν αποστάσεως κατά δέκα έτι ημέρας δια τους εν τη ημεδαπή και κατά εξήκοντα δια τους εν τη αλλοδαπή εδρεύοντας ή διαμένοντας λόγω δε κωλύματος εξ ανωτέρας βίας, κατά την κρίσιν του προς ο αύτη απευθύνεται Συμβουλίου. 3.Ο Πρόεδρος του Δευτεροβαθμίου Πειθαρχικού Συμβουλίου προσδιορίζει την ημέραν συζητήσεως των εφέσεων και ο Κεντρικός Πειθαρχικός Ανακριτής μεριμνά κατά τα εν άρθρ. 3 παρ. 2 οριζόμενα δια την επίδοσιν της κλήσεως προς τον εγκαλούμενον και τους χρησίμους μάρτυρας. 4.Παράλληλοι εφέσεις ασκηθείσαι υπό του υπαλλήλου αφ’ ενός και του Διοικητού αφ’ ετέρου προ της επί τινι τούτων εκδόσεως οριστικής αποφάσεως συνεκδικάζονται. 5.Τα άρθρ. 7 έως 10 του παρόντος εφαρμόζονται αναλόγως κατά την ενώπιον του Δευτεροβαθμίου Πειθαρχικού Συμβουλίου διαδικασίαν. 15Β.Β.α.16α Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων Εκτέλεσις αποφάσεως Άρθρ.11.-1.Η μη υποκειμένη εις έφεσιν οριστική πειθαρχική απόφασις είναι υποχρεωτικώς εκτελεστή. 2.Η εκτελεστή πειθαρχική απόφασις εκτελείται ως προς το πρόστιμον υπό του Προϊσταμένου της υπηρεσίας του εντελλομένου την πληρωμήν των αποδοχών του καταδικασθέντος προς ον αποστέλλεται υπό της εκδούσης αρχής υποχρεωτικώς και αμέσως άμα τη τελεσιδικία της αποφάσεως αντίγραφον αυτής ως προς δε τας λοιπάς ποινάς υπό των Διευθύνσεων Προσωπικού της Διοικήσεως του Ι.Κ.Α. Η κράτησις του προστίμου γίνεται εκ των πρώτων αποδοχών ας δικαιούται ο υπάλληλος εκτός εάν η πειθαρχική απόφασις ορίζη την εις δόσεις είσπραξιν αυτού, οπότε η είσπραξις ενεργείται συμφώνως προς τα εν αυτή οριζόμενα. Εις περίπτωσιν λύσεως της υπαλληλικής σχέσεως το πρόστιμον εισπράττεται κατά τας διατάξεις του Νόμου περί εισπράξεως δημοσίων εσόδων ή εκ του εφ’ άπαξ βοηθήματος του Κλάδου Προνοίας. 3.Η εκτελεστή πειθαρχική απόφασις καταχωρίζεται εν περιλήψει εις το παρά ταις Δ/νσεσι Προσωπικού της Διοικήσεως τηρούμενον Πειθαρχικόν Μητρώον Προσωπικού και αντίγραφον αυτής τίθεται εις τον ατομικόν φάκελλον του κριθέντος. Αι Διευθύνσεις Προσωπικού θέτουσι υπ’ όψιν του Διοικητού την πειθαρχικήν απόφασιν. Άρθρ.12.-Τα Πειθαρχικά Συμβούλια δύνανται δια της αυτής πράξεώς των, εάν ο κατηγορούμενος υπάλληλος δεν ετιμωρήθη πειθαρχικώς κατά την τελευταίαν τετραετίαν, να αναστείλλουν την επιβληθείσαν ποινήν της προσωρινής απολύσεως. Εάν εντός διετίας από της εκδόσεως της αποφάσεως ταύτης ο υπάλληλος διαπράξη και αύθις οιονδήποτε πειθαρχικόν παράπτωμα κααταγνωσθή δε αυτώ δια το παράπτωμα τούτο ποινή τουλάχιστον προστίμου, υπόκειται και εις την ανασταλείσαν πειθαρχικήν ποινήν, καθισταμένην αυτοδικαίως εκτελεστήν άμα τη τελεσιδικία της δευτέρας πειθαρχικής αποφάσεως. Εις τον αυτόν επί της Εργασίας Υπουργόν ανατίθεμεν την δημοσίευσιν και εκτέλεσιν του παρόντος. (Μετά την σελ. 70,364) Σελ. 70,365 Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων 15Β.Β.α.16α 15Β.Β.α.16α Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων Άρθρ.2.-1.Μετά το πέρας της ανακρίσεως ο κατά παραγγελίαν διενεργήσας ταύτην συντάσσει σχετικόν πόρισμα, όπερ μετά του σχηματισθέντος φακέλλου υποβάλλει εις τον παραγγείλαντα. Ούτος εάν μεν διαπιστώση έλλειψίν τινα της ανακρίσεως αναπέμπει τον φάκελλον εις τον διενεργήσαντα ταύτην ή εις έτερον αρμόδιον όργανον προς συμπλήρωσιν αυτής, εάν δε αντιθέτως διαπιστώση πληρότητα της ανακρίσεως ενεργεί αναλόγως της αρρμοδιότητός του. Πειθαρχικώς προϊστάμενος παραγγείλας την ανάκρισιν ή αυτοπροσώπως διενεργήσας ταύτην δύναται είτε να επιβάλη ποινήν εις τον διωκόμενον είτε ν’ απαλλάξη τούτον δι’ αποφάσεώς του κοινοποιουμένης εις αυτόν, εάν το περί ου η ανάκρισις πειθαρχικόν αδίκημα συνεπάγεται ποινήν μη υπερβαίνουσαν την πειθαρχικήν δικαιοδοσίαν του. Άλλως υποβάλ(Μετά την σελ. 70,36(β) Σελ. 70,361 136-15 Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων 15Β.Β.α.16α λει ούτος τον φάκελλον εις τον Κεντρικόν Πειθαρχικόν ανακριτήν. Κατά την περίπτωσιν ταύτην ως και αν η ανάκρισις παρηγγέλθη ή η συνέχισις αυτής διετάχθη υπό του Κεντρικού Πειθαρχικού Ανακριτού, ούτος υποβάλλει τον φάκελλον εις τον Διοικητήν μετά προτάσεώς του περί επιβολής ποινής ή περί απαλλαγής του διωκομένου ή περί παραπομπής αυτού εις το αρμόδιον Πειθαρχικόν Συμβούλιον. 2.Η εξέταξις του διωκομένου κατά το στάδιον της ανακρίσεως δεν αναπληροί την απολογίαν. Όθεν προκειμένου να επιβληθή εις τον διωκόμενον πειθαρχική ποινή παρ’ οιουδήποτε οργάνου της μονομερούς πειθαρχικής δικαιοδοσίας ή να παραπεμφθή ούτος ενώπιον Πειθαρχικού Συμβουλίου δέον όπως ούτος καλήται εις απολογίαν. Η κλήσις εις απολογίαν εκδίδεται υπό του υπηρεσιακώς προϊσταμένου, εάν ούτος διενήργησεν ή διέταξε την ανάκρισιν και προτίθεται ν’ ασκήση την πειθαρχικήν του δικαιοδοσίαν κατά πάσαν δε άλλην περίπτωσιν υπό του Διοικητού του Ιδρύματος ως γενικού προϊσταμένου ή ως ασκούντος την πειθαρχικήν αγωγήν ενώπιον των Πειθαρχικών Συμβουλίων. Εν τη κλήσει ορίζεται ανάλογος προθεσμία υποβολής της απολογίας, ήτις δύναται να παραταθή μέχρι του διπλασίου της αρχικώς ορισθείσης αιτήσει του εγκαλουμένου. Ο εγκαλούμενος έχει το δικαίωμα να λάβη γνώσιν του φακέλλου αυτοπροσώπως ή δι’ αντιπροσώπου. 3.Άπασαι αι πειθαρχικαί υποθέσεις ων επελήφθησαν αι μονομελείς πειθαρχικαί δικαιοδοσίαι ευθύς ως ήθελον περαιωθή είτε δια της επιβολής ποινής είτε δια της απαλλαγής είτε διότι εκρίθη ότε δεν συντρέχει λόγος κλήσεως εις απολογίαν, υποβάλλονται εις τον Κεντρικόν πειθαρχικόν Ανακριτήν, όστις συντάσσει και υποβάλλει προς τον Διοικητήν πορισματικήν πρότασιν, δικαιούμενος άμα ν’ ασκήση, εγκρίσει αυτού, έφεσιν κατά τε των απαλλακτικών και των καταδικαστικών αποφάσεων, εντός μηνός από της εις αυτόν περιελεύσεως του φακέλλου, ενώπιον του αρμοδίου Τμήματος του Πρωτοβαθμίου Πειθαρχικού Συμβουλίου. 4.Εάν η πρότασις είναι απαλλακτική ή δι’ αυτής γίνεται δεκτόν ότι ορθώς έκριναν αι μονομελείς πειθαρχικαί δικαιοδοσίαι συμφωνεί δε προς ταύτην και ο Διοικητής, τερματίζεται η διαδικασία δι’ αποφάσεως αυτού, κοινοποιουμένης και εις τον καθ’ ου η ανάκρισις, άλλως η υπόθεσις εισάγεται προς κρίσιν εις το αρμόδιον Τμήμα του Πειθαρχικού Συμβουλίου. Σελ. 70,362 136-16 Έγερσις πειθαρχικής αγωγής Άρθρ.3.-1.Την πειθαρχικήν αγωγήν ενώπιον των Πειθαρχικών Συμβουλίων εγείρει ο Διοικητής αυτεπαγγέλτως ή τη αιτήσει του Πειθαρχικού Ανακριτού διατάσσων την εισαγωγήν της υποθέσεως εις το αρμόδιον Τμήμα του Πειθαρχικού Συμβουλίου. 2.Ασκηθείσης της πειθαρχικής αγωγής ο πειθαρχικός Ανακριτής προσδιορίζει δικάσιμον, συντάσσει τας κλήσεις του εγκαλουμένου και των χρησίμων κατά κρίσιν του μαρτύρων δια την έγκαιρον πάντως τουλάχιστον προ 5 ημερών επίδοσιν αυτών. 3.Καθ’ υπαλλήλου τεθέντος εις διαθεσιμότητα λόγω ποινικής διώξεως ή καταδίκης και επανερχομένου είτα εις ενέργειαν εγείρεται υποχρεωτικώς πειθαρχική αγωγή, δι’ ας ποινικώς εδιώχθη ή κατεδικάσθη πράξεις, εφ’ όσον τούτο δεν είχε γίνει προς της εις διαθεσιμότητα θέσεώς του. Συνέπειαι εγέρσεως πειθαρχικής αγωγής Άρθρ.4.-1.Η έγερσις της πειθαρχικής αγωγής ενώπιον του Πειθαρχικού Συμβουλίου παρακωλύει την πρόοδον της μήπω περατωθείσης αυτεπαγγέλτου πειθαρχικής διώξεως. 2.Η ανάκλησις της ασκηθείσης πειθαρχικής αγωγής αποκλείεται. 15Β.Β.α.16α Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων Συνεκδίκασις αδικημάτων Άρθρ.5.-1.Το πειθαρχικόν Συμβούλιον δύναται να συνεκδικάζη τυχόν εκκρεμούντα ενώπιόν του πλείονα πειθαρχικά παραπτώματα του αυτού υπαλλήλου. 2.Πλείονες υπάλληλοι διωκόμενοι δια το αυτό αδίκημα ή δια συναφή τοιαύτα και υπαγόμενοι εις την πειθαρχικήν δικαιοδοσίαν του αυτού Συμβουλίου δύναται να συνδικάζωνται εφ’ όσον δεν εξεδόθη κατά τινος τοιούτων οριστική απόφασις. 3.Εάν οι διωκόμενοι υπάλληλοι δεν υπάγωνται εις την πειθαρχικήν δικαιοδοσίαν του αυτού Συμβουλίου ο Κεντρικός Πειθαρχικός Ανακριτής εισάγει την υπόθεσιν εις έν των κατά την κρίσιν του Πρωτοβαθμίων Πειθαρχικών Συμβουλίων. Σχέσις πειθαρχικής και ποινικής δίκης Άρθρ.6.-1.Η ποινική δίκη δεν αναστέλλει την πειθαρχικήν. Δύναται όμως το Πειθαρχικόν Συμβούλιον δι’ ητιολογημένης αποφάσεώς του, να διατάξη την αναστολήν. Δι’ ομοίας αποφάσεως του Πειθαρχικού Συμβουλίου δύναται ν’ ανακληθή η περί αναστολής απόφασις. 2.Εκδιδομένης τελεσιδίκου ποινικής καταδικαστικής αποφάσεως μετά την πειθαρχικήν, επαναλαμβάνεται η ένεκα της αυτής πράξεως πειθαρχική δίωξις εάν δια ταύτην προβλέπεται η ποινή οριστικής απολύσεως, εκδιδομένης δε τελεσιδίκου αθωωτικής ποινικής αποφάσεως επαναλαμβάνεται η πειθαρχική δίκη μόνον εφ’ όσον έχει απολήξει εις οριστικήν απόλυσιν του υπαλλήλου. Επανάληψις της πειθαρχικής δίκης αυτεπαγγέλτως είτε επί τη αιτήσει του υπαλλήλου αποκλείεται μετά διετίαν από της τελεσιδικίας της ποινικής αποφάσεως. Εξαίρεσις Μελών Πειθαρχικών Συμβουλίων Άρθρ.7.-1.Ο εγκαλούμενος δύναται να αιτήσηται εφ’ άπαξ την εξαίρεσιν ενός ή πλειόνων μελών του Πειθαρχικού Συμβουλίου. Δεν δύναται πάντως να εξαιρεθώσι τόσα μέλη ώστε να μη είναι δυνατή η συγκρότησις του Συμβουλίου. Επί της αιτήσεως ταύτης ήτις δέον να υποβάλληται εγγράφως εις τον Πρόεδρον του Πειθαρχικού Συμβουλίου προ πάσης ενάρξεως της συζητήσεως της υποθέσεως, να είναι ητιολογημένη και να συνοδεύηται υπό των υπαρχόντων τυχόν δικαιολογητικών,, αποφαίνεται κατά πλειοψηφίαν οριστικώς και τελεσιδίκως το Πειθαρχικόν Συμβούλιον, συντιθέμενον εκ των λοιπών μελών αυτού δι’ ητιολογημένης αποφάσεως καταχωριζομένης εις το πρακτικόν. Το μέλος υπέρ της εξαιρέσεως του οποίου απεφάνθη το Συμβούλιον, δύναται να αντικαθίσταται υπό του αναπληρωτού του. 2.Η ενέργεια της ανακρίσεως κωλύει την συμμετοχήν του ενεργήσαντος αυτήν εις την σύνθεσιν του πειθαρχικού Συμβουλίου. Δύναται όμως το Συμβούλιον εφ’ όσον κρίνει τούτο αναγκαίον να ζητήση την ενώπιον αυτού εμφάνισιν του ενεργήσαντος την ανάκρισιν προς τον σκοπόν της παροχής πληροφοριών ή διευκρινίσεων. 3.Εις την περίπτωσιν της παρ. 2 του άρθρ. 6 αποκλείεται του έργου της ανακρίσεως ή της συμμετοχής εις το Πειθαρχικόν Συμβούλιον ο ενεργήσας την ανάκρισιν εν τη πρώτη δίκη. Διαδικασία ενώπιον των Πειθαρχικών Συμβουλίων Άρθρ.8.-1.Προσδιορισθείσης της δικασίμου ο φάκελλος μετά του πορίσματος του Πειθαρχικού Ανακριτού και των επιδοτηρίων διαβιβάζεται αμελλητί εις τον Πρόεδρον του αρμοδίου Τμήματος όστις δύναται να ορίση εισηγητήν και ένα εκ των μελών του Τμήματος. 2.Τα Πειθαρχικά Συμβούλια δικαιούνται να απαιτήσουν την ενώπιον αυτών αυτοπρόσωπον παράστασιν του υπαλλήλου. Το αυτό δικαίωμα έχει και ο υπάλληλος. 3.Τα Πειθαρχικά Συμβούλια συνεδριάζουν μυστικώς. 4.Αδικήματα δι’ α ο διωκόμενος δεν εκλήθη εις απολογίαν δεν δύναται να αποτελέσουν αντικείμενον της δίκης. Η ενώπιον του δικαιοδοτούντος Συμβουλίου προσέλευσις του διωκομένου και απολογία αυτού δύναται, κατά την κρίσιν του οργάνου να καλύψη την παράλειψιν της κλήσεως εις απολογίαν. 5.Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται αναλόγως αι διατάξεις των άρθρ. 213 έως 227 και 250 έως 260 του Κώδικος Ποινικής Δικονομίας. 6.Τα Πειθαρχικά Συμβούλια δύναται να αναβάλλουν την δίκην όταν κρίνουν αναγκαίαν την συμπλήρωσιν της ανακρίσεως, ενεργουμένης κατά τ’ ανωτέρω εντολή του Διοικητού, ή την προφορικήν υποστήριξιν της κατηγορίας ή της απολογίας. 7.Αναβληθείσης της δίκης ο Πρόεδρος δύναται να προσδιορίση αμέσως την δικάσιμον, οπότε δεν απαιτείται νέα κλήτευσις του παραστάντος αυτοπροσώπως ή δι’ αντιπροσώπου ή πληρεξουσίου εγκαλουμένου, ως και των παρισταμένων μαρτύρων. Εάν η δίκη αναβληθή επ’ αόριστον η δικάσιμος ορίζεται κατά τα εν άρθρ. 3 παρ. 2 οριζόμενα. (Μετά την σελ. 70,362) Σελ. 70,363 Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων 15Β.Β.α.16α 8.Μετά την απολογίαν του εγκαλουμένου ο Πειθαρχικός Ανακριτής προβαίνει εις προφορικήν ανάπτυξιν των απόψεών του επί της κατηγορίας και εφ’ όσον προτείνει την καταδίκην του εγκαλουμένου, υποδεικνύει εις το Συμβούλιον την κατ’ αυτόν επιβλητέαν ποινήν. 9.Αι αποφάσεις των Πειθαρχικών Συμβουλίων δέον να είναι επαρκώς ητιολογημέναι. 10.Η εις δίκην προσέλευσις του εγκαλουμένου αποτελεί νόμιμον λόγον χορηγήσεως εις αυτόν αναλόγου αδείας απουσίας. Απόφασις Άρθρ.9.1.Πάσα πειθαρχική απόφασις εκδίδεται εγγράφως καταχωρίζεται δε εν περιλήψει εις τα πρακτικά κατά τα εν παρ. 10, 11 και 12 του άρθρ. 8 του Ν.Δ. 3591/1956. Τα πρωτότυπα των αποφάσεων αριθμούμενα φυλάσσονται εις ιδιαιτέρους φακέλλους, βιβλιοδετούμενα κατά περιόδους συμφώνως προς την απόφασιν του Συμβουλίου. 2.Εν τη αποφάσει μνημονεύεται: α)Ο τόπος και ο χρόνος της εκδόσεως. β)Το όνομα, ο τίτλος και ο βαθμός των δικασάντων. γ)Το όνομα, ο τίτλος και ο βαθμός του κριθέντος. δ)Το αποδιδόμενον πειθαρχικόν αδίκημα, ο τόπος και ο χρόνος της τελέσεως αυτού. ε)Η απολογία και η τυχόν προφορική ταύτης υποστήριξις ή η μη υποβολή απολογίας και η κλήσις εις προφορικήν ανάπτυξιν της απολογίας. ς)Η αιτιολογία της αποφάσεως. ζ)Αν ελήφθη ομοφώνως ή κατά πλειοψηφίαν και η)Η αθώωσις του κριθέντος ή η επιβαλλομένη ποινή και η καταδίκη εις την δικαστικήν δαπάνην. Το υπό στοιχ. ε΄ μέρος της αποφάσεως μνημονεύεται περιληπτικώς. 3.Η πειθαρχική απόφασις υπογράφεται υπό του Προέδρου και του Γραμματέως του Πειθαρχικού Συμβουλίου. 4.Η πειθαρχική απόφασις εν αντιγράφω παραδίδεται επί αποδείξει εις τον κριθέντα ή επιδίδεται αυτώ. Ομοίως κοινοποιείται εις τας Δ/σεις Προσωπικού του ΙΚΑ και εις την υπηρεσίαν εις ην υπηρετεί ο κριθείς. Έφεσις
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.