← Ελλάδα

2. ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ Ι.Κ.Α. Αριθ. 120 της 30 Μαΐου 1952 Περί συστάσεως παρά τω Ι.Κ.Α. Ειδικού Λογαριασμού Στρατευομένων Μισθωτών. Δια του Ν. 2054/1952 συνιστά

Εν συντομία

Αυτός ο νόμος αφορά τη δημιουργία ενός Ειδικού Λογαριασμού στο Ι.Κ.Α. για τους στρατευμένους μισθωτούς, με σκοπό τη χορήγηση επιδομάτων σε αυτούς. Παρέχει οδηγίες για την εφαρμογή των διατάξεων του Ν. 2054/1952.

Τι ρυθμίζει

Ποιους αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
2. ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ Ι.Κ.Α. Αριθ. 120 της 30 Μαΐου 1952 Περί συστάσεως παρά τω Ι.Κ.Α. Ειδικού Λογαριασμού Στρατευομένων Μισθωτών. Δια του Ν. 2054/1952 συνιστάται παρά τω Ιδρύματι λογαριασμός υπό τον τίτλον «Ειδικός Λογαριασμός Στρατευομένων Μισθωτών», δια την χορήγησιν των υπό του νόμου τούτου οριζομένων επιδομάτων εις τους στρατευομένους μισθωτούς, τους καταλαμβανομένους υπό των διατάξεων του Νόμου. Παρέχομεν κατωτέρω οδηγίας επί του τρόπου εφαρμογής των διατάξεων του ως άνω Νόμου. ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟΝ Ι.Έναρξις ισχύος του νόμου-έκτασις εφαρμογής Κατά τας διατάξεις της παρ. 1 του άρθρ. 1 και της παρ. 2 του άρθρ. 2 του Νόμου, η ισχύς περί εισφορών και παροχών διατάξεις τούτου άρχεται από της πρώτης του μηνός του μεθεπομένου της δημοσιεύσεώς του εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ήτοι από της 1ης Ιουνίου 1952. ΙΙ.Εργοδόται, ων το προσωπικόν υπάγεται εις τας διατάξεις του νόμου Κατά τας κοινοποιουμένας διατάξεις, υπόχρεοι προς καταβολήν της υπό του Νόμου προβλεπομένης εισφοράς είναι πάντα τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, ημεδαπά ή αλλοδαπά, δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου (επιχειρήσεις, εκμεταλλεύσεις, Ιδρύματα, Οργανισμοί και εργασίαι εν γένει οιασδήποτε μορφής, φύσεως, σκοπού και εθνικότητος, το Δημόσιον, οι Δήμοι, αι Κοινότητες και τα Ν.Π.Δ.Δ.), τα απασχολούντα πρόσωπα εκ των αναφερομένων εν τη επομένη παραγράφω. ΙΙΙ.Κύκλος προσώπων, ων οι εργοδόται υποχρεούνται εις καταβολήν εισφορών Ο κύκλος των προσώπων, δια τα οποία ο απασχολών ταύτα εργοδότης υποχρεούται, όπως καταβάλλη τας υπέρ του Ειδικού Λογαριασμού εισφοράς, καθορίζεται υπό της παρ. 1 του άρθρου 1 του κοινοποιουμένου νόμου, ως αύτη τροποποιείται. Ταύτα δε είναι πάντα τα πρόσωπα, ανεξαρτήτως φύλου, τα παρέχονται εξηρτημένην εργασίαν έναντι αμοιβής και συνδεόμενα μετά των εργοδοτών των δια σχέσεως εργασίας του ιδιωτικού δικαίου, εφ’ όσον, α)υπάγωνται εις την υποχρεωτικήν ασφάλισιν του Ι.Κ.Α. ή οιουδήποτε ετέρου οργανισμού κυρίας ασφαλίσεως μισθωτών δι’ ένα των κινδύνων αναπηρίας–γήρατος-θανάτου ή ασθενείας ή ανεργίας, και β)κέκτηνται την ελληνικήν υπηκοότητα, ανεξαρτήτως του τρόπου, καθ’ ον υπολογίζεται η καταβαλλομένη εις τον μισθωτόν αμοιβή και ανεξαρτήτως της καταβολής ταύτης παρά του εργοδότου ή τρίτου δια λογαριασμόν του εργοδότου (σερβιτόροι, ταξιθέται κλπ.). Εκ των ανωτέρω συνάγεται, ότι δεν υπάγονται εις τας διατάξεις του κοινοποιουμένου νόμου αι κάτωθι κατηγορίαι μισθωτών, καίτοι πλείστοι τούτων υπάγονται εις την ασφάλισιν του Ι.Κ.Α. ή ετέρου Οργανισμού Κοινωνικής Ασφαλίσεως. 1)Το προσωπικόν του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως το συνδεόμενον μετά τούτων δια σχέσεως εργασίας δημοσίου δικαίου. 2)οι άμισθοι μαθητευόμενοι, 3)τα πρόσωπα τα μετέχοντα εις την διοίκησιν εργατικών σωματείων ή ενώσεων τοιούτων σωματείων και 4)οι αλλοδαποί οι εν Ελλάδι απασχολούμενοι. IV.Toπική έκτασις ισχύος του νόμου. Τα εν τη προηγουμένη παραγράφω αναφερόμενα πρόσωπα υπάγονται εις τας διατάξεις του κοινοποιουμένου νόμου εις οιανδήποτε περιοχήν της χώρας ή και εκτός των ορίων ταύτης και αν απασχολούνται, εφ’ όσον πληρούται η βασική προϋπόθεσις της ασφαλίσεώς των εις οργανισμόν κυρίας ασφαλίσεως ή το Ι.Κ.Α. Αι υπηρεσίαι όμως του Ιδρύματος θέλουσι μεριμνήσει δια την εφαρμογήν των διατάξεων του κοινοποιουμένου νόμου μόνον ως προς τα πρόσωπα τα υπαγόμενα εις την ασφάλισιν του Ιδρύματος, δι’ οιονδήποτε των κλάδων ταύτης, και εντός των περιοχών, εις τας οποίας έχει ήδη επεκταθή ή θέλει επεκταθή η ασφάλισις του Ιδρύματος. Περί του τρόπου εφαρμογής των κοινοποιουμένων διατάξεων εις τας τε περιοχάς, εις τας οποίας δεν έχει εισέτι επεκταθή η ασφάλισις του Ιδρύματος, ως και προκειμένου περί των μισθωτών των απασχολουμένων μεν εις ασφαλιστικάς περιοχάς Υπ/των ή Παρ/των του Ιδρύματος, πλην όμως μη υπαγομένων εις την ασφάλισιν του Ιδρύματος δι’ ουδένα των κλάδων ταύτης (ως π.χ. προσωπικόν Αθηναϊκών Εφημερίδων κλπ), θέλομεν παράσχει ημίν οδηγίας δια νεωτέρας ημών διαταγής. ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΝ Είσπραξις εισφορών Δια την είσπραξιν της ειδικής εισφοράς, περί ης ο κοινοποιούμενος νόμος, θα εφαρμοσθούν αι διατάξεις του Α.Ν. 1846/51 και των Κανονισμών του Ιδρύματος, ως εφαρμόζονται Σελ. 321 Επίδομα Στράτευσης 15Β.Θ.α.2 δια την είσπραξιν των λοιπών υπέρ του Ι.Κ.Α εισφορών. Ήτοι από της 1 Ιουνίου ε.έ. προς εξεύρεσιν της υπέρ του Ι.Κ.Α. εισφοράς θα υπολογίζηται επί του τεκμαρτού ημερομισθίου της κλάσεως εις ην κατατάσσεται ο μισθωτός, το ποσοστόν εισφοράς το οριζόμενον υπό του άρθρ. 25 του Α.Ν. 1846/51 (μειωμένον κατά 10% δια τα πρόσωπα τα απασχολούμενα εις ετέρας πλην της περιοχής της τέως Διοικήσεως Πρωτεούσης Περιφερείας) ηυξημένου κατά το ποσοστόν της ειδικής εισφοράς της οριζομένης υπό του άρθρ. 1 παρ. 2 του υπ’ αριθ. 2054/52 νόμου. Π.χ. Βιομηχανική επιχείρησις λειτουργούσα εντός της περιοχής της τέως Διοικήσεως Πρωτευούσης, ήτις υποχρεούται, συμφώνως προς τας διατάξεις του Α.Ν. 1846/51, να καταβάλη δια το παρ’ αυτής απασχολούμενον προσωπικόν το ασφαλιζόμενον παρά τω Ι.Κ.Α. δι’ άπαντας τους κλάδους ασφαλίσεως (παροχών ασθενείας και μητρότητος εις χρήμα και εις είδος, αναπηρίας, γήρατος και θανάτου, και ανεργίας) εισφοράν εκ 19% επί του τεκμαρτού ημερομισθίου, από 1 Ιουνίου ε.έ. θα καταβάλη εισφοράν εκ 19% + 2%=21% επί του τεκμαρτού ημερομισθίου κ.ο.κ. Δια της ως άνω ειδικής εισφοράς βαρύνονται εξ ολοκλήρου οι κατά το άρθρ. 1 παρ. 1 του ως άνω υπ’ αριθ. 2054/1952 νόμου εργοδόται δια το υπ’ αυτών απασχολούμενον προσωπικόν. Η εισφορά αύτη θα καταβάλλεται υπό των υποχρέων προς τούτο εργοδοτών ως ακολούθως. α)Δια τους μισθωτούς, οίτινες ασφαλίζοντο παρά τω Ι.Κ.Α. δια κλάδον ή κλάδους ασφαλίσεως, δι’ ους η καταβολή των εισφορών γίνεται δι’ ενσήμων, δια της αγοράς ενσήμων, εφαρμοζομένων αναλόγως των εν τω κεφ. Η΄ της υπ’ αριθ. 105/1951 εγκ. διαταγής οριζομένων. β)Δια τους μισθωτούς, οίτινες ασφαλίζονται παρά τω Ι.Κ.Α. μόνον δια τον κλάδον ανεργίας τοις μετρητοίς εις τας Τραπέζας, όπως ακριβώς γίνεται δια τον κλάδον ανεργίας. Προς τούτο οι υπόχρεοι εργοδόται θα χρησιμοποιούν το «ΒΙΒΛΙΟΝ ΚΑΤΑΒΟΛΗΣ ΕΙΣΦΟΡΩΝ ΑΝΕΡΓΙΑΣ» το οποίον θα ονομάζεται εις το εξής «ΒΙΒΛΙΟΝ ΚΑΤΑΒΟΛΗΣ ΕΙΣΦΟΡΩΝ ΑΝΕΡΓΙΑΣ ΚΑΙ ΣΤΡΑΤΕΥΣΕΩΣ». Τα Υποκ/ματα δέον να επισημαίνωσι τον τίτλον τούτον εις τα χορηγούμενα δια τον ως άνω σκοπόν βιβλία. Δια την κατά το άρθρ. 8 παρ. 2 του κοινοποιουμένου νόμου ασφάλισιν δια τον κλάδον συντάξεως των στρατευομένων μισθωτών δια τον χρόνον της κατά τον νόμον τούτον επιδοτήσεώς των θα καταβάλλωνται εις τον οργανισμόν κυρίας ασφαλίσεως εις ον υπάγεται ο στρατευθείς μισθωτός δια τον Σελ. 322 κλάδον συντάξεως αι δια τον κλάδον τούτον ασφαλιστικαί εισφοραί. Αι εισφοραί αύται θα εξευρίσκωνται δια του υπολογισμού του υπό του Α.Ν. 1846/51 οριζομένου ποσοστού εισφοράς δια τον κλάδον συντάξεως επί του καταβαλλομένου εις τους εν στρατεύσει τελούντες μισθωτούς επιδόματος. Δια την εξεύρεσιν δηλαδή των ασφαλιστικών τούτων εισφορών δεν θα γίνη κατάταξις των μισθωτών τούτων εις ασφαλιστικάς κλάσεις βάσει του καταβαλλομένου αυτοίς επιδόματος, αλλά το δια τον κλάδον συντάξεως οριζόμενον υπό του Α.Ν. 1846/51 ποσοστόν εισφοράς θα υπολογίζηται επί του καταβαλλομένου εις τους δικαιούχους επιδόματος, ανεξαρτήτως ασφαλιστικού Ταμείου, εις ο υπάγεται ο ενδιαφερόμενος. Υπό του άρθρ. 8 παρ. 3 του ν. 2054/52 ορίζεται, ότι δια την καταβολήν της ως άνω εισφοράς η μεν εργοδοτική μερίς βαρύνει τον κατά τον άρθρ. 1 του Νόμου τούτου ειδικόν λογαριασμόν, η δε εργατική τοιούτη παρακρατείται εκ του καταβαλλομένου εις τους δικαιούχους επιδόματος. Ασφαλιστικαί εισφοραί δια τους λοιπούς κλάδους ασφαλίσεως (εκτός του κλάδου συντάξεως) δεν θα καταβάλλωνται. Περί του τρόπου αποδόσεως των περί ων ανωτέρω εισφορών εις τους οικείους οργανισμούς ασφαλίσεως θέλομεν γνωρίσει υμίν δια νεωτέρας διαταγής μας. ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟΝ Παροχαί Ι.Δικαιούχοι. Των υπό του νόμου προβλεπομένων επιδομάτων δικαιούνται οι στρατευόμενοι μισθωτοί, εφ’ όσον τυγχάνουν ή αφ’ ης καταστούν έφεδροι, ως επίσης οι κληρωτοί της κλάσεως 1944 ή και προγενεστέρων ταύτης, και οι κληρωτοί των κλάσεων 1945 και 1946, εφ’ όσον υπηρέτουν εις τας τάξεις του Στρατού την 10ην Ιαν.1948. Κατά την έννοιαν του παρόντος ως προστατευόμενοι μισθωτοί λογίζονται οι εντός των ορίων των περιοχών, εις ας έχει επεκταθή η ασφάλισις του ΙΚΑ ή οιουδήποτε άλλου Οργανισμού κυρίας ασφαλίσεως μισθωτών, παρέχοντες ασφαλιστέαν εργασίαν κατά τα ανωτέρω (πρώτον μέρος παρ. ΙΙΙ) εκτιθέμενα. Σημειούμεν, ότι, εξαιρέσει της εν παρ. VI αριθ. 1 κατωτέρω αναφερομένης περιπτώσεως των επιδοτουμένων ανέργων, απαραίτητος προϋπόθεσις παροχής του επιδόματος τυγχάνει η εκ μέρους του στρατευομένου παροχή ασφαλιστέας εργασίας μέχρι και της ημέρας της στρατεύσεως. ΙΙ.Προϋποθέσεις Τα περί ων η προηγουμένη παράγραφος πρόσωπα δικαιούνται εφεδρικού επιδόματος, εφ’ όσον κατ’ ελάχιστον όριον έχουν 6 τουλάχιστον μηνών προϋπηρεσίαν συνεχή ή διακεκομμένην παρά τω αυτώ ή διαφόρους εργοδότας. 15Β.Θ.α.2 Επίδομα Στράτευσης Η προϋπηρεσία βεβαίως αύτη δέον να χαρακτηρίζεται ως ασφαλιστέα είτε εις το ΙΚΑ, είτε, ως είρηται ανωτέρω, εις οιονδήποτε ταμείον κυρίας ασφαλίσεως μισθωτών. ΙΙΙ.Υπολογισμός του επιδόματος Το καταβλητέον εις έκαστον στρατευόμενον μισθωτόν ημερήσιον επίδομα καθορίζεται εις τα κάτωθι κλασματικά του μισθού. Κατηγορίαι δι- Μη βαρυνόμε- Βαρυνόμενοι καιούχων βάσει νοι με συν- με συντήρηπροϋπηρεσίας τήρησιν οι- σιν οικογε κογενείας νείας 1.Προϋπηρεσία 6 μηνών και άνω 1/2 2/3 2.Προϋπηρεσία 34 μηνών και άνω 2/3 3/4 3.Προϋπηρεσία 70 μηνών και άνω ακέραιος ακέραιος Αι ως άνω κατά μήνας χρονικαί περίοδοι νοούνται συμπεπληρωμέναι υπολογιζόμεναι από ημερομηνίας εις ημερομηνίαν. Τα κατά τα ανωτέρω καταβλητέα εφεδρικά επιδόματα υπολογίζονται επί τη βάσει του τεκμαρτού ημερομισθίου της ασφαλιστικής κλάσεως του άρθρ. 24 Α.Ν. 1846/51, εις ην κατατάσσεται ο ησφαλισμένος αναλόγως του υπ’ αυτού κατά τον χρόνον της στρατεύσεως λαμβανομένου μισθού. Ούτω, προκειμένου περί μισθωτών αμειβομένων με μηνιαίον μισθόν, το αντίστοιχον ποσόν αποδοχών, ας ελάμβανεν ο μισθωτός κατά την στράτευσίν του θα διαιρήται δι’ 25 βάσει δε του ούτω εξευρισκομένου ποσού θα υπολογίζηται το τεκμαρτόν ημερομίσθιον και το αντίστοιχον ημερήσιον εφεδρικόν επίδομα. Εξ άλλου δια τους ημερομισθίους το τεκματρόν ημερομίσθιον και το καταβλητέον εφεδρικόν επίδομα εξευρίσκεται βάσει των αποδοχών του δικαιούχου κατά τον χρόνον της στρατεύσεως. Ως μέλη οικογενείας δια την κατά τ’ ανωτέρω κλιμάκωσιν του εφεδρικού επιδόματος λογίζωνται, εφ’ όσον προ της στρατεύσεως συνώκουν μετά του δικαιούχου, σύζυγος, τέκνα, γονείς και αδελφοί, αι μεν θήλειαι εφ’ όσον τυγχάνουν άγαμοι ή διατελούν εν χηρεία, οι δ’ άρρενες, εφ’ όσον δεν συνεπλήρωσαν το 17ον έτος της ηλικίας των ή συνεπλήρωσαν τούτο, αλλ’ είναι ανίκανοι προς πάσαν εργασίαν. Σημειωτέον, ότι το κατά τα ανωτέρω εφεδρικόν επίδομα θα καταβάληται δι’ 25 κατά μήνα ημέρας. IV.Δικαιολογητικά Δια την χοργήγησιν των υπό του ν. 2054/52 προβλεπομένων επιδομάτων δέον, όπως υποβάλλωνται τα κάτωθι δικαιολογητικά: α)Βεβαίωσις της μονάδος, εις ην υπηρετεί ο δικαιούχος, της στρατολογικής καταστάσεώς του. Τοιαύτη βεβαίωσις δέον να υποβάλληται κατά τρίμηνον, κατά συχνότερα δε χρονικά διαστήματα, εφ’ όσον κατά την κρίσιν της υπηρεσίας συντρέχει αποχρών τις λόγος. β)Βιβλιάριον ασφαλίσεως ΙΚΑ ή άλλου ασφαλιστικού Οργανισμού, εξ ου θέλει αποδεικνύεται η ιδιότης του αιτούντος ως μισθωτού, ως και η κατά την κείμενην νομοθεσίαν προϋπηρεσία. γ)Οικογενειακόν βιβλιάριον ασθενείας ή άλλα κατά την κρίσιν της υπηρεσίας βεβαιώσις (π.χ. Αστυνομικής ή Εκκλησιαστικής Αρχής) περί της οικογενειακής καταστάσεως του δικαιούχου, εφ’ όσον αύτη δεν προκύπτει εκ του οικογενειακού βιβλιαρίου ασθενείας, εις ας περιπτώσεις δια τον χαρακτηρισμόν προσώπου τινός ως μέλους οικογενείας απαιτείται ανικανότης τούτου προς εργασίαν δέον όπως προκαλήται σχετική γνωμάτευσις του οικείου ελεγκτού ιατρού του Ιδρύματος. δ)Βεβαίωσις του τελευταίου προ της στρατεύσεως εργοδότου κατά το συνημμένον υπόδειγμα. V.Διαδικασία Άμα τη λήψει της παρούσης άπαντα τα Υποκαταστήματα δέον, όπως δι’ ευρειών ανακοινώσεών των καλέσουν άπαντας τους ενδιαφερομένους όπως υποβάλουν τα περί ων ανωτέρω δικαιολογητικά δια την έναρξιν καταβολής του επιδόματος. Παρά τη Υπηρεσία Παροχών εκάστου Υποκ/τος θέλει συσταθή ειδικόν γραφείον πληρωμής εφεδρικών επιδομάτων. Το γραφείον τούτο θέλει καταστή αρμόδιον δια την συγκέντρωσιν και τον έλεγχον των περί ων ανωτέρω δικαιολογητικών, ως και δια την έκδοσιν της κεκανονισμένης εντολής πληρωμής κατά την προκειμένην και περί των λοιπών εις χρήμα παροχών κρατούσαν διαδικασίαν. Η εν λόγω εντολή πληρωμής, ήτις απαραιτήτως θα υπογράφεται και υπό του αρμοδίου υπαλλήλου του Τμήματος Ελέγχου, θα παρέχηται είτε δια μεμονωμένων ενταλμάτων πληρωμής, είτε δια συγκεντρωτικής καταστάσεως, επ’ ονόματι πάντως του στρατευθέντος μισθωτού, όστις τυγχάνει και ο δικαιούχος της παροχής. Δύναται όμως κατόπιν εξουσιοδοτήσεως τούτου, ως και επί των λοιπών παροχών, να χορηγήται το επίδομα εις οιονδήποτε μέλος της οικογενείας ή και τρίτον πρόσωπον. Δια την εσωτερικήν παρακολούθησιν των εκδιδομένων εντολών πληρωμής θα ενεργούνται σχετικαί καταχωρήσεις εις τας οικείας ατομικάς πινακίδας παροχών ανεργίας, εις ας απαραιτήτως δέον να σημειούται ο οργανισμός κοινωνικής ασφαλίσεως, εις ον ο ενδιαφερόμενος υ-πάγεται δια τον κλάδον συντάξεων. Τα επιδόματα θα Σελ. 323 Επίδομα Στράτευσης 15Β.Θ.α.2 καταβάλωνται δεδουλεμένα και κατά μήνα, εκ δε του καταβλητέου εις έκαστον ποσού δέον, όπως ενεργήται κράτησις του βαρύνοντος τούτον ποσοστού εισφορών κλάδου συντάξεων κατά τα ανωτέρω εις το δεύτερον μέρος της παρούσης οριζόμενο. Παρά των μεγάλων ιδία Υποκαταστημάτων δέον, όπως καταβληθή πάσα προσπάθεια δια την κατανομήν των πληρωμών κατά τρόπον, όστις θέλει προλάβει την ομαδικήν προσέλεσυσιν και την ταλαιπωρίαν των δικαιούχων. Τα Υπ/ματα, άτινα καταβάλλουν τας εις χρήμα λοιπάς παροχάς μέσω Τραπεζών, δέον, όπως εγκαίρως προέλθουν εις τας αναγκαίας μετ’ αυτών συνεννοήσεις δια την έγκαιρον υπό τούτων ανάληψιν της πληρωμής και των εφεδρικών επιδομάτων. VI.Ιδιαιτέρως εφιστώμεν την προσοχήν υμών επί των κάτωθι ζητημάτων: 1.Ως προκύπτει εκ των ανωτέρω εν παρ. Ι και ΙΙ εκτιθεμένων, εφεδρικού επιδόματος δικαιούνται οι μισθωτοί, οίτινες κατά την ημέραν της στρατεύσεώς των πράγματι ετέλουν εις σχέσιν εξηρτημένης εργασίας προς τινα των εν παρ. Ι ωσαύτως αναφερομένων εργοδοτών. Προς τοιαύτην όμως πραγματικήν παροχήν εργασίας δέον να εξομοιωθή πάσα κατάστασις του μισθωτού, π.χ. ασθένεια, άδεια κλπ., δι’ ην νομίμως παρά την μη παροχήν εργασίας, η σύμβασις εργασίας λογίζεται ως υφισταμένη. Περαιτέρω, κατά ρητήν διάταξιν του ν. 2054/52 οι μισθωτοί, οι οποίοι κατά την κλήσιν αυτών υπό τα όπλα δεν εργάζονται πράγματι, αλλά λαμβάνουν επίδομα ανεργίας, ούτινος, ως γνωστόν, κατά την διάρκειαν της στρατεύσεως αναστέλλεται η καταβολή, θα δικαιωθούν εφεδρικού επιδόματος, υπό την αυτονόητον βεβαίως προϋπόθεσιν, ότι πληρούν τας λοιπάς νομίμους προϋποθέσεις, ήτοι αφ’ ενός μεν προ της ενάρξεως επιδοτήσεως λόγω ανεργίας εκέκτηντο την απαιτουμένην προϋπηρεσίαν και αφ’ ετέρου τυγχάνουν έφεδροι ή ανήκουν είς τινα των κατηγοριών των εξαιρετικώς προστατευομένων κληρωτών. Των δικαιούχων τούτων βεβαίως το εφεδρικόν επίδομα θα υπολογισθή επί τη βάσει του τελευταίου προ της απολύσεως λαμβανομένου μισθού. Τα περί ων το παρόν εδάφιον εξ άλλου πρόσωπα, απολυόμενα των τάξεων του στρατού, δικαιούνται, όπως συνεχίσουν την επιδότησίν των λόγω ανεργίας μέχρι συμπληρώσεως εξαμήνου το πολύ εν συνόλω χρόνου τοιαύτης επιδοτήσεως, συνυπολογιζομένου και του προ της στρατεύσεως διανυθέντος χρόνου επιδοτήσεως λόγω ανεργίας. Η τοιαύτη όμως μετά την απόλυσιν των τάξεων του στρατού συνέχισις της επιδοτήσεως λόγω ανεργίας κατά ρητήν διάταξιν του Νόμου δεν δύναται να είναι βραχυτέρα των δύο μηνών. Ούτως ησφαλισμένος Σελ. 324 λαβών επίδομα ανεργίας επί 5 μήνας προ της στρατεύσεως δικαιούται μετά την αποστράτευσιν να επιδοτηθή λόγω ανεργίας επί 2 εισέτι μήνας, λαμβάνων ούτω κατ’ εξαίρεσιν επίδομα 7 εν συνόλω μηνών. 2.Περί του αρμοδίου οργάνου δια την αναγνώρισιν του δικαιώματος επί των υπό της παρούσης προβλεπομένων επιδομάτων ισχύουν αι επί των λοιπών εις χρήμα παροχών διατάξεις του Α.Ν. 1846/51. Ήτοι εις πρώτον βαθμόν απαφαίνεται ο Διευθυντής του Υπ/ματος (Περιφερειακού ή Τοπικού), κατά των αποφάσεων δε τούτου είναι δυνατή η υποβολή αιτήσεως θεραπείας ενώπιον της Τ.Δ.Ε. 3.Κατά ρητήν διάταξιν του νόμου ο χρόνος της επιδοτήσεως λόγω στρατεύσεως εξομοιούται υπό έποψιν κτήσεως προϋποθέσεων ασφαλιστικής ικανότητος προς χρόνον πραγματικής υπηρεσίας. Προς τούτο, άμα τη περατώσει της επιδοτήσεως αλλά και διαρκούσης ταύτης, εφ’ όσον παρίσταται ανάγκη, επί του οικείου βιβλιαρίου ασφαλίσεως και δι’ ειδικής σφραγίδος θα ενεργήται ειδική εγγραφή περί του χρόνου και των ημερών επιδοτήσεως κεχωρισμένως καθ’ ημερολογιακά έτη, ούτως ώστε να είναι ευχερής η επί τη βάσει ταύτης παράτασις της ασφαλιστικής ικανότητος του δικαιούχου επί τας παροχάς κλάδου ασθενείας και ανεργίας. 4.Εις το τέλος εκάστου μηνός, δέον όπως υποβάλληται ημίν συγκεντρωτική κατάστασις αναφέρουσα τον αριθμόν των επιδοτηθέντων εφέδρων, ως και το συνολικώς καταβληθέν εις τούτους χρηματικόν ποσόν. 5.Τέλος, δια πάσαν αμφιβολίαν περί την εφαρμογήν της παρούσης δέον, όπως απευθύνεσθε ημίν προς έκδοσιν σχετικών οδηγιών.

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.