📄 Κείμενο νόμου
21. ΝΟΜΟΣ υπ’ αριθ. 3198 της 20/23 Απρ. 1955 (ΦΕΚ Α΄ 98) Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των περί καταγγελίας της σχέσεως εργασίας διατάξεων. Δια τους υπαλλήλους Ν.Π.Δ.Δ. βλ. άρθρ. 19 παρ. 12 Β.Δ. 23/24 Δεκ. 1955 (τόμ. 2Α σελ. 354). Άρθρ.1.-Έπαναφέρονται εν ισχύϊ αι διατάξεις του Άρθρ.9.-1.Ο καταγγέλλων την σχέσιν εργασίας εργοδότης υποχρεούται όπως εντός προθεσμίας 8 ημερών από της παραδόσεως του εγγράφου της καταγγελίας εις τον απολυόμενον, αναγγείλη την υπ’ αυτού ενεργηθείσαν καταγγελίαν εις την αρμοδίαν υπηρεσίαν του Οργανισμού Απασχολήσεως και Ασφαλίσεως Ανεργίας ως και εις το αρμόδιον Γραφείον Ευρέσεως Εργασίας, όπερ υποχρεούται να πρωτοκολλήση ταύτην αυθημερόν. Εις ας περιφερείας δεν υπάρχει Υπηρεσία Οργανισμού Απασχολήσεως και Ασφαλίσεως Ανεργίας, ως και Γραφείον Ευρέσεως Εργασίας, η αναγγελία γίνεται εις την πλησιεστέραν Αστυνομικήν Αρχήν. 2.Η αναγγελία ενεργείται δια της παραδόσεως αντιγράφου του εγγράφου καταγγελίας εις τας υπηρεσίας τας αναφερομένας εις την προηγουμένην παράγραφον αρμοδία δε υπηρεσία του Οργανισμού Απασχολήσεως και Ασφαλίσεως Ανεργίας και Γραφείον Ευρέσεως Εργασίας ορίζεται το του τόπου απασχολήσεως του μισθωτού. 3.Οι εργοδόται υποχρεούνται εις αναγγελίαν και όταν η σχέσις εργασίας λύεται ουχί συνεπεία καταγγελίας, αλλ’ εξ άλλου λόγου ήτοι δια της παρόδου του συμπεφωνημένου χρόνου εις την περίπτωσιν της συμβάσεως διαρκείας ωρισμένου χρόνου, η οσάκις προκύπτει τοιαύτη διάρκεια εκ του δηλωθέντος σκοπού εργασίας, η δια της αποπερατώσεως του έργου εις την περίπτωσιν συμβάσεως ωρισμένου έργου. (Αντί για τη σελ. 98,03(γ) Σελ. 98,03(δ) Τεύχος 1294-Σελ. 41 Ασφάλιση κατά της Ανεργίας Οργ/σμός Απασ/σης Εργατ/κού Δυν/κού (Ο.Α.Ε.Δ.) 15.Γ .β.21 Η αναγγελία εις τας περιπτώσεις ταύτας ενεργείται δια παραδόσεως εις την αρμοδίαν υπηρεσίαν του Οργανισμού Απασχολήσεως και Ασφαλίσεως Ανεργίας, ως και το αρμόδιον Γραφείον Ευρέσεως Εργασίας, ή άλλως εις την πλησιεστέραν Αστυνομικήν Αρχήν, εγγράφου περιλαμβάνοντος τα δι’ αποφάσεων του Υπουργού Εργασίας, δημοσιευομένων δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως, ορισθησόμενα στοιχεία. 4.Κατά παντός εργοδότου παραβαίνοντος τας διατάξεις του παρόντος άρθρου, ως και κατά του αναγράφοντος ψευδή στοιχεία εις την καταγγελίαν της σχέσεως εργασίας, επιβάλλονται κατ’ έγκλησιν του αρμοδίου Γραφείου Ευρέσεως Εργασίας η του Οργανισμού Απασχολήσεως και Ασφαλίσεως της Ανεργίας οι ποιναί οι οριζόμεναι εις την παρ. 4 του άρθρ. 5 του Ν.Δ. 2656/1953 «περί οργανώσεως και ελέγχου της αγοράς εργασίας». «5.Αντίγραφο της καταγγελίας σύμβασης εργασίας που κοινοποιείται στον Ο.Α.Ε.Δ., σύμφωνα με τις ανωτέρω παρ. 1, 2, και 3 διαβιβάζεται υποχρεωτικά εντός μηνός από τον Ο.Α.Ε.Δ., στο αρμόδιο υποκατάστημά του Ι.Κ.Α.». Η μέσα σε « » παρ. 5, προστέθηκε από την παρ. 6 άρθρ. 4 Νόμ. 2335/5-6 Σεπτ. 1995, ΦΕΚ Α΄ 185, τόμ. 15 Β΄ σελ. 18, 443. Εξαίρεσιν του Δημοσίου από της υποχρεωτικής αναγγελίας κλπ. βλ. εν άρθρ. 60 Α.Ν. 1846/1951 (ανωτ. σελ. 81 (α). Άρθρ.10.-1.Αι επιχειρήσεις και εκμεταλλεύσεις εν περιπτώσει περιορισμού της οικονομικής των δραστηριότητος δύνανται αντί της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας να θέτουν εγγράφως εις διαθεσιμότητα τους μισθωτούς των, μη δυναμένην να υπερβή εν συνόλω τους τρεις μήνας ετησίως. Εν τη περιπτώσει ταύτη ο μισθωτός λαμβάνει το ήμισυ του μέσου όρου των τακτικών αποδοχών των δύο τελευταίων μηνών, υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως. 2.Καταργούνται αι παρ. 1, 2, 4, 5 και 6 του άρθρ. 13 του Ν. Δ. 2961/1954. «Προκειμένου περί επιχειρήσεων ή εκμεταλλεύσεων κοινής ωφελείας απασχολουσών άνω των πέντε χιλιάδων μισθωτούς δια την θέσιν των μισθωτών εις κατάστασιν διαθεσιμότητος απαιτείται έγκρισις του Υπουργού Απασχολήσεως, χορηγουμένη επί τη αιτήσει του εργοδότου, μετά γνώμην της Ολομελείας του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας. Εάν εντός μηνός από της υποβολής εις το Υπουργείον Απασχολήσεως της αιτήσεως δεν αποφανθή ο Υπουργός Απασχολήσεως, ο εργοδότης δύναται και άνευ της εγκρίσεως τούτου να θέση εις διαθεσιμότητα τους παρ’ αυτώ μισθωτούς, τηρών την διαδικασίαν και τας προϋποθέσεις του προηγουμένου εδαφίου». Σελ. 98,04(δ) Τεύχος 1294-Σελ. 42 Το εντός « » δεύτερον εδάφιον προσετέθη εν τέλει της άνω παρ. 1 δια της παρ. 1 του άρθρ. 1 του Ν.Δ. 206/1974 (κατωτ. σελ. 100,41). Σχετικάς διατάξεις με το ως άνω θέμα περιέχουν και αι επόμεναι παρ. 2 και 3 του αυτού άρθρου έχουσαι ως εξής: 2.Επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις περί ων η προηγουμένη παράγραφος θέτουσαι εις διαθεσιμότητα τους παρ’ αυτοίς μισθωτούς, κατά παράβασιν των ως άνω διατάξεων, υποχρεούνται εις την καταβολήν πλήρων αποδοχών, έστω και αν οι μισθωτοί, αποδεχθέντες την διαθεσιμότητα, απέσχον της παροχής των υπηρεσιών των. 3.Αι διατάξεις των προηγουμένων παραγράφων του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται και επί των αυτών επιχειρήσεων ή εκμεταλλεύσεων κοινής ωφελείας, αίτινες κατά την έναρξιν ισχύος του παρόντος Ν.Δ/τος έχουν θέσει εις διαθεσιμότητα μισθωτούς των. Αι επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις αύται, από της ισχύος του παρόντος, υποχρεούνται εις αποδοχήν των υπηρεσιών των εν διαθεσιμότητι τελούντων μισθωτών των, μέχρι της παροχής εγκρίσεως κατά την διαδικασίαν της παρ. 1. Δια του άρθρ. 3 του αυτού ως άνω Ν.Δ/τος ορίζεται ότι η ισχύς αυτού άρχεται από 29ης Νοεμ. 1974 και καθορίζεται η τύχη των προ της άνω ημερομηνίας γενομένων απολύσεων. Άρθρ.11.-1.Προειδοποιήσεις προς μισθωτούς γενόμεναι μέχρι της ισχύος του παρόντος εφ’ όσον μέχρι της ημέρας ταύτης είχεν επέλθει λύσις της συμβάσεως εργασίας δεν υπάγονται εις τας διατάξεις του νόμου τούτου. Εάν όμως διαρκή η προειδοποίησις, ο εργοδότης δικαιούται όπως εντός μηνός από της δημοσιεύσεως του παρόντος προβή εις έγγραφον ανάκλησιν της προειδοποιήσεως. 2.Εάν ο εργοδότης δεν επιθυμή να προβή εις τοιαύτην ανάκλησιν και εφ’ όσον εν τω μεταξύ δεν έχει λυθή σύμβασις εργασίας υποχρεούται όπως εντός της αυτής προθεσμίας επαναλάβη την καταγγελίαν συμφώνως προς τα άρθρ. 1 και 2 του παρόντος, οπότε εκ της προειδοποιήσεως ή της καταβληθησομένης εις τον μισθωτόν αποζημιώσεως αφαιρείται ο μέχρι της ισχύος του παρόντος διανυθείς χρόνος προμηνύσεως. 3.Εάν η σύμβασις εργασίας ελύθη κατά το μετά την 9ην Φεβρουαρίου και μέχρι της δημοσιεύσεως του παρόντος χρονικόν διάστημα, ο εργοδότης υποχρεούται, όπως εντός μηνός από της δημοσιεύσεως τούτου, επί τη αιτήσει του μισθωτού, καταβάλη την αποζημίωσιν αυτού ή συμπληρώση ταύτην κατά τας διατάξεις του παρόντος, εν περιπτώσει δε μη συμμορφώσεώς του εντός της ως άνω τασσομένης προθεσμίας, η γενομένη καταγγελία θεωρείται άκυρος. Άρθρ.12.-Η ισχύς του παρόντος άρχεται από της 9ης Φεβρ. 1955. 15.Γ .β.21 Ασφάλιση κατά της Ανεργίας Οργ/σμός Απασ/σης Εργατ/κού Δυν/κού (Ο.Α.Ε.Δ.) άρθρ. 9 του Νόμ. 118/1945, αίτινες, τροποποιούμεναι δια του παρόντος, θέλουσιν ισχύσει εφεξής ως ακολούθως: Επιχειρήσεις και εκμεταλλεύσεις υπαγόμεναι εις τας περί ασφαλίσεως της ανεργίας διατάξεις του Ν.Δ. 2961/1954 «περί συστάσεως Οργανισμού Απασχολήσεως και Ασφαλίσεως Ανεργίας», δύνανται να καταγγέλλουν την σχέσιν εργασίας του προσωπικού των εργατών τεχνιτών και υπηρετών, υποχρεούνται όμως να καταβάλλουν εις αυτό την υπό του Β.Δ. της 16/18 Ιουλ. 1920 οριζομένην αποζημίωσιν δια την περίπτωσιν απροειδοποιήτου καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας. Κατά τας περιπτώσεις ταύτας δεν επιτρέπεται προειδοποίησις (προμήνυσις). Τα εν τη ανωτέρω δευτέρα παραγράφω οριζόμενα εφαρμόζονται και δια το εργατοτεχνικόν έκτακτον και ημερομίσθιον προσωπικόν των Δήμων. Άρθρ.2.-Η κατά τον Νόμ. 2112/1920 ως ετροποποιήθη μεταγενεστέρως αποζημίωσις των υπαλλήλων, των απολυομένων άνευ της τηρήσεως των περί προμηνύσεως διατάξεων του άρθρ. 1 του προειρημένου Νόμου, εφ’ όσον δεν υπερβαίνει τας αποδοχάς εξ μηνών δι’ έκαστον καταβάλλεται υπό του εργοδότου κατά την ημέρα της λύσεως της σχέσεως εργασίας. Εάν η αποζημίωσις είναι μεγαλυτέρα των αποδοχών εξ μηνών, ο εργοδότης υποχρεούται ωσαύτως να καταβάλη κατά την απόλυσιν το μέχρι των αποδοχών εξ μηνών μέρος ταύτης, το δε υπόλοιπον επί πλέον ποσόν εις τριμηνιαίας δόσεις, εκάστη των οποίων δεν δύναται να είναι κατωτέρα των αποδοχών τριών μηνών, εκτός εάν προς εξόφλησιν του συνόλου της αποζημιώσεως υπολείπεται μικρότερον ποσόν. Η πρώτη των δόσεων είναι καταβλητέα την επομένην της συμπληρώσεως τριμήνου από της απολύσεως. (Άρθρ.3.-Εργοδότης εκ των κατά το άρθρ. 1 του παρόντος επιχειρήσεων και εκμεταλλεύσεων προτιθέμενος να προβή εις απολύσεις ενός ή περισσοτέρων μισθωτών κατά τ’ ανωτέρω άρθρ. 1 και 2 δύναται να ζητήση την υπό του Οργανισμού Απασχολήσεως και Ασφαλίσεως Ανεργίας καταβολήν της αποζημιώσεως εις τους δικαιούχους, επί χρεώσει αυτού δια του αναλόγου ποσού. Το Δ.Σ. του Οργανισμού δι’ ητιολογημένης αποφάσεώς του δέχεται ή απορρίπτει την υποβληθείσαν αίτησιν του εργοδότου. Εν περιπτώσει αποδοχής αυτής, δια της ιδίας αποφάσεως το Δ.Σ. καθορίζει τους όρους ως και τας παρασχεθησομένας εγγυήσεις εξοφλήσεως. Η απόφασις αύτη τελεί υπό την έγκρισιν των Υπουργών Συντονισμού και Εργασίας χορηγουμένην δια κοινής αυτών αποφάσεως. Η υπό του Οργανισμού καταβολή της αποζημιώσεως εις τους μισθωτούς ενεργείται κατόπιν εντολής του εργοδότου, γνωρίζοντος άμα εις τον Οργανισμόν τα στοιχεία των απολυομένων και το ποσόν όπερ έκαστος τούτων δικαιούται). Το άρθρ. 3 κατηργήθη δια της παρ. 2 άρθρ. 9 Ν.Δ. 4577/1966 (κατωτ. αριθ. 38), ης η ισχύς άρχεται από 1 Ιαν. 1967. Άρθρ.4.-Εάν δια της καταγγελίας τάσσηται η υπό του άρθρ. 1 του Νόμ. 2112/1920 ως ούτος ετροποποιήθη μεταγενεστέρως προβλεπομένη προθεσμία προκειμένου μόνον περί υπαλλήλων, ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλη εις τον απολυόμενον, άμα τη εκπνοή της προθεσμίας ταύτης, το ήμισυ της προβλεπομένης υπό του ως άνω Νόμου αποζημιώσεως δια την περίπτωσιν της απροειδοποίητου καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας. Της αυτής ως άνω αποζημιώσεως δικαιούνται και υπάλληλοι, αποχωρούντες της εργασίας τη συγκαταθέσει του εργοδότου αυτών, διαρκούντος του χρόνου της προμηνύσεως. Άρθρ.5.-1.Ο υπολογισμός της αποζημιώσεως γίνεται βάσει των τακτικών αποδοχών του τελευταίου μηνός υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως. Κατά τον υπολογισμόν τούτον προκειμένου περί υπαλλήλου, αι μηνιαίαι αυτού αποδοχαί δεν λαμβάνονται υπ’ όψει καθ’ ο ποσόν υπερβαίνουν το οκταπλάσιον του ημερομισθίου ανειδίκευτου εργάτου, πολλαπλασιαζόμενον επί τον αριθ. 30. 2.Η αποζημίωσις των μισθωτών των αμειβομένων επί ποσοστοίς κατ’ αποκοπήν ή μονάδα παραγόμενης εργασίας υπολογίζεται, βάσει του μέσου όρου των αποδοχών αυτών των δυο τελευταίων προ της καταγγελίας της σχέσεως εργασίας μηνών. Πάντως το ποσόν ταύτης δεν δύναται να είναι κατώτερον του προκύπτοντος επί τη βάσει της μισθολογικής κλάσεως εις ην ο μισθωτός κατατάσσεται κατά το άρθρ. 25 του Α.Ν. 1846/1951. «3.Η καταγγελία της εργασιακής σχέσης θεωρείται έγκυρη, εφόσον έχει γίνει εγγράφως, έχει καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση και έχει καταχωρηθεί η απασχόληση του απολυόμενου στα τηρούμενα για το Ι.Κ.Α. μισθολόγια ή έχει ασφαλιστεί ο απολυόμενος. Η καθυστέρηση δόσης της αποζημίωσης από τις, στην παρ. 1 εδάφ. β΄ του άρθρ. 2, οφειλόμενες κι η μη καταχώρηση κατά τα ανωτέρω του εργαζομένου στα μισθολόγια του Ι.Κ.Α. ή η μη ασφάλισή του συνεπάγονται την ακυρότητα της καταγγελίας και ο διαδραμών (Αντί για τη σελ. 98,01(γ) Σελ. 98,01(δ) Τεύχος 1294-Σελ. 39 Ασφάλιση κατά της Ανεργίας Οργ/σμός Απασ/σης Εργατ/κού Δυν/κού (Ο.Α.Ε.Δ.) 15.Γ .β.21 χρόνος θεωρείται ως χρόνος συνέχισης της εργασίας του. Στην περίπτωση αυτή ο εργοδότης υποχρεούται στην καταβολή του συνόλου των εργοδοτικών εισφορών προς το Ι.Κ.Α. και τους λοιπούς ασφαλιστικούς οργανισμούς, χωρίς να δικαιούται να αναζητήσει την αποζημίωση που κατέβαλε. Η αποζημίωση που έχει καταβληθεί συμψηφίζεται με τις οφειλόμενες λόγω της ακύρωσης της καταγγελίας, τακτικές αποδοχές, ο δε υπάλληλος υποχρεούται να καταβάλλει στο Ι.Κ.Α. ή άλλους ασφαλιστικούς οργανισμούς τις αναλογούσες σε αυτόν εργατικές εισφορές». Η μέσα σε « » παρ. 3 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 4 άρθρ. 2 Νόμ. 2556/23-24 Δεκ. 1997 (ΦΕΚ Α΄ 270), Τόμ. 15Β (1), σελ. 70,890. Σύμφωνα δε με το δεύτερο εδάφιο της ιδίας παρ. 4 άρθρ. 2 Νόμ. 2556/1997 η ισχύς της αρχίζει από 1.4.1998». Άρθρ.6.-1.Πάσα αξίωσις μισθωτού πηγάζουσα εξ ακύρου καταγγελίας της σχέσεως εργασίας τυγχάνει απαράδεκτος, εφ’ όσον η σχετική αγωγή δεν εκοινοποιήθη εντός τριμήνου ανατρεπτικής προθεσμίας από της λύσεως της σχέσεως εργασίας. «Ή διάταξις της παρούσης εφαρμόζεται μόνον επί καταγγελίας σχέσεων εξηρτημένης εργασίας». Το ανωτέρω εντός « » εδάφιον προσετέθη δια του άρθρ. 19 του Νόμ. 435/1976 (κατωτ. αριθ. 74). 2.Πάσα αξίωσις μισθωτού περί καταβολής ή συμπληρώσεως της κατά τον Νόμ. 2112, ως ετροποποιήθη μεταγενεστέρως, ή το Β.Δ. της 16/18 Ιουλ. 1920 αποζημιώσεως, τυγχάνει απαράδεκτος, εφ’ όσον η σχετική αγωγή δεν εκοινοποιήθη εντός εξαμήνου αφ’ ης κατέστη απαιτητή. Προκειμένου περί απαιτήσεων υφισταμένων κατά την έναρξιν της ισχύος του παρόντος η κατ’ ανωτέρω προθεσμία άρχεται από της δημοσιεύσεως του παρόντος. 3.Η εκ μέρους του μισθωτού απόληψις της υπό του εργοδότου καταβαλλομένης εις αυτόν αποζημιώσεως, έστω και ανεπιφυλάκτως γενομένη, δεν αποτελεί παραίτησιν αυτού της τυχόν περί μείζονος αποζημιώσεως αξιώσεώς του. Άρθρ.7.-Αι διατάξεις του παρόντος δεν εφαρμόζονται επί μισθωτών απολυομένων συνεπεία υποβολής κατ’ αυτών μηνύσεως συμφώνως προς τα υπό της παρ. 1 του άρθρ. 5 του Νόμ. 2112 ή της παρ. 1 του άρθρ. 6 του Β.Δ. της 16/18 Ιουλ. 1920 οριζόμενα. Εάν όμως επακολουθήση απαλλαγή του μισθωτού δια βουλεύματος ή δικαστικής αποφάσεως, αι διατάξεις του παρόντος έχουσι εφαρμογήν και επ’ αυτού από της εις τον εργοδότην κοινοποιήσεως υπό του ενδιαφερομένου του απαλλακτικού βουλεύματος ή της αποφάσεως. Σελ. 98,02(δ) Τεύχος 1294-Σελ. 40 15.Γ .β.21 Ασφάλιση κατά της Ανεργίας Οργ/σμός Απασ/σης Εργατ/κού Δυν/κού (Ο.Α.Ε.Δ.) Άρθρ.8-Μισθωτοί συνδεόμενοι δια σχέσεως εργασίας αορίστου διαρκείας συμπληρώσαντες δεκαπενταετή υπηρεσίαν παρά τω αυτώ εργοδότη, υπό την έννοιαν της παρ. 1 του άρθρ. 6 του Νόμ. 2112, η το υπό του οικείου Ασφαλιστικού Οργανισμού προβλεπόμενον όριον ηλικίας, εν ελλείψει δε τοιούτου το 65ον έτος ηλικίας των αποχωρούντες της υπηρεσίας, τη συγκαταθέσει του εργοδότου, δικαιούνται του ημίσεος της υπό του Νόμ. 2112 ως ετροποποιήθη μεταγενεστέρως η του Β.Δ. της 16/18 Ιουλ. 1920 οριζομένης αποζημιώσεως δια την περίπτωσιν απροειδοποίητου καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, υπολογιζομένης βάσει των παρ. 1 και 2 του άρθρ. 5 του παρόντος. «Μισθωτοί εν γένει υπαγόμενοι εις την ασφάλισιν οιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού, δια την χορήγησιν συντάξεως συμπληρώσαντες η συμπληρούντες τας προς λήψιν πλήρους συντάξεως γήρατος προϋποθέσεις, δύνανται εάν μεν έχουν την ιδιότητα του εργατοτεχνίτου ν’ αποχωρώσι της εργασίας, εάν δε έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου, είτε ν’ αποχωρώσιν είτε ν’ απομακρύνωνται της εργασίας των παρά του εργοδότου των, λαμβάνοντες εις απάσας τας περιπτώσεις ταύτας οι μεν επικουρικώς ησφαλισμένοι, τα 40%, οι δε μη ησφαλισμένοι επικουρικώς τα 50% της αποζημιώσεως της οποίας δικαιούνται κατά τας εκάστοτε ισχύουσας διατάξεις, δια την περίπτωσιν απροειδοποίητου καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, εκ μέρους του εργοδότου. Δια την κατά τ’ ανωτέρω χορηγουμένην, εις τους αποχωρούντας ή απομακρυνομένους μισθωτούς, αποζημίωσιν εφαρμόζονται κατά τα λοιπά, πάντα τα οριζόμενα υπό των άρθρ. 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8 και 9 του Ν.Δ. 3198/1955 ως και των διατάξεων του Νόμ. 2112/1920 «περί υποχρεωτικής καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας ιδιωτικών υπαλλήλων» ως ούτος ετροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως, και του Β.Δ/τος της 16/18 Ιουλ. 1920 «περί επεκτάσεως του Νόμ. 2112» «περί καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας των ιδιωτικών υπαλλήλων» «και επί των εργατών, τεχνιτών και υπηρετών, πλην των διατάξεων των αφορωσών την προειδοποίησιν». Το ανωτέρω εντός « » δεύτερον εδάφιον, προστεθέν δια της παρ. 4 άρθρ. 8 Ν.Δ. 3789/1957 (τόμ. 15Α σελ. 14) αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 1 άρθρ. 5 Νόμ. 435/1976 (κατωτ. αριθ. 74), ορίσαντος εν συνεχεία: «2.Προκειμένου περί μισθωτών ησφαλισμένων εις έτερον, πλην του ΙΚΑ, Οργανισμόν κυρίας ασφαλίσεως, ως προϋποθέσεις δια την εφαρμογήν της παρ. 1 του παρόντος νοούνται, αι δια τους ησφαλισμένους εις το ΙΚΑ προβλεπόμεναι τοιαύται. 3.Τυχόν ευνοϊκώτεροι δια τους μισθωτούς όροι περιεχόμενοι εις άλλας διατάξεις, συλλογικάς συμβάσεις εργασίας, κανονισμούς ή ατομικάς συμβάσεις εργασίας, κατισχύουν των διατάξεων της παρ. 1 του παρόντος. Ειδικώς προκειμένου περί μισθωτών υπαγομένων εις κανονισμούς, οίτινες, ως προς το ύψος της αποζημιώσεως, παραπέμπουν εις την προ του παρόντος νόμου κειμένην νομοθεσίαν, περί καταγγελίας συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου ιδιωτικών υπαλλήλων, εξακολουθεί να καταβάλλεται η υπό της τοιαύτης μέχρι τούδε κειμένης νομοθεσίας προβλεπομένη αποζημίωσις. 4.Υπάλληλοι ανωνύμων εταιριών, διατελέσαντες ιδρυτικά μέλη και μέτοχοι αυτών εργαζόμενοι δε παρ’ αυταίς ως υπάλληλοι από της ιδρύσεως των εταιρειών τούτων, απολυθέντες από 23.7.74 μέχρι σήμερον η απολυόμενοι εφεξής, δικαιούνται «της αποζημιώσεως του Νόμ. 2112/20, ως ούτος τροποποιηθείς και συμπληρωθείς ισχύει». (Η εντός « » περίοδος τίθεται ως ετροποποιήθη δια του άρθρ. 7 Νόμ. 549/1977, τόμ.15 σελ. 246,03.) Η παραγραφή της αξιώσεως των εχόντων ήδη απολυθή άρχεται από της ισχύος του παρόντος. Η ισχύς των ανωτέρω διατάξεων, προκειμένου περί των μισθωτών του Δημοσίου και των Ν.Π.Δ.Δ., άρχεται από της 1 Ιαν. 1977 δυνάμει του άρθρ. 20 του αυτού Νόμου (435/76).
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.