← Ελλάδα

8. ΒΑΣΙΛΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ της 4/6 Ιαν. 1949 Περί καθορισμού της αξίας των εισαγομένων αγαθών δια την επιβολήν του φόρου επί του κύκλου εργασιών. Έχοντες υ

Εν συντομία

Αυτό το Βασιλικό Διάταγμα καθορίζει τον τρόπο υπολογισμού της αξίας των εισαγόμενων αγαθών για την επιβολή του φόρου κύκλου εργασιών. Στόχος του είναι να διασφαλίσει την ορθή φορολόγηση των εισαγωγών.

Τι ρυθμίζει

Ποιον αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
8. ΒΑΣΙΛΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ της 4/6 Ιαν. 1949 Περί καθορισμού της αξίας των εισαγομένων αγαθών δια την επιβολήν του φόρου επί του κύκλου εργασιών. Έχοντες υπ' όψει την παρ. 2 του άρθρ. 11 του Α.Ν. 660/1937 "περί φόρου επί του κύκλου εργασιών", προτάσει του επί των Οικονομικών Υπουργού και μετά σύμφωνον γνώμην του Συμβουλίου της Επικρατείας, απεφασίσαμεν και διατάσσομεν: Άρθρ.1.-1.Δια την επιβολήν του φόρου κύκλου εργασιών επί των εκ της αλλοδαπής προερχομένων πάσης φύσεως αγαθών ως φορολογητέα αξία αυτών λογίζεται η τρέχουσα τιμή χονδρικής πωλήσεώς των εν τη Χώρα προς τους λιανοπωλητάς μειωμένη κατά φόρον κύκλου εργασιών την έκτακτον πολεμικήν εισφοράν και τον φόρον του άρθρ. 4 του Α.Ν. 843/1948. 2.Προκειμένου περί αγαθών διαπραγματευομένων εν τη εσωτερική αγορά μόνον λιανικώς, ως φορολογητέα αξία των αγαθών τούτων λαμβάνεται η τρέχουσα τιμή λιανικής πωλήσεως των εν τη ημεδαπή αγορά, μειωμένη κατά τον φόρον κύκλου εργασιών την έκτακτον πολεμικήν εισφοράν και τον φόρον του άρθρ. 4 του Α.Ν. 843/1948 και κατά ποσοστόν καλύπτον τα έξοδα παραλαβής και το μικτόν κέρδος του λιανοπωλητού. 3.Επί πρώτων υλών και άλλων αγαθών μη διαπραγματευομένων εν τη εσωτερική αγορά ή οσάκις η απ' ευθείας εξεύρεσις της τιμής πωλήσεώς των καθίστανται δυσχερής, η φορολογητέα αξία του αγαθού εξευρίσκεται εμμέσως δι' αθροίσεως πάντων των στοιχείων των συντελούντων εις την διαμόρφωσιν της τιμής πωλήσεως του αγαθού, λαμβάνεται δε ειδικώτερον υπ' όψει: α)η τιμολογιακή αξία του αγαθού εφ' όσον αύτη κρίνεται πραγματική Ως τοιαύτη λογίζεται η εκ της μετατροπής της εις ξένον νόμισμα αξίας του τιμολογίου επί τη βάσει της επισήμου τιμής, κατά τον χρόνον του εκτελωνισμού του αγαθού εις ανάλωσιν, προκύπτουσα αξία αυτού εις δραχμάς προσηυξημένη κατά την αξίαν των αποδεικτικών συναλλάγματος ή την συναλλαγματικήν εισφοράν δια τας μέσω κλήριγκ εισαγωγάς και εν γένει προσηυξημένη με οιονδήποτε ποσόν αφορών συναλλαγματικήν επιβάρυνσιν. Δια τας εισαγωγάς τας γενομένας δι ιδίου συναλλάγματος και εν γένει άνευ τηρήσεως συναλλαγματικών διατυπώσεων, ως και δια τας εισαγωγάς τας γενομένας μέσω ιδιωτικών ανταλλαγών, ως τιμολογιακή αξία λογίζεται η εκ της μετατροπής του ξένου νομίσματος προκύπτουσα αξία του αγαθού προσηυξημένη κατά τας επιβαλλομένας ειδικάς εισφοράς ή κατά περίπτωσιν κατά τα καταβαλλόμενα πρίμ. (PRIMES). Οσάκις η εισφορά ή το πρίμ είναι ποσόν μικρότερον της αξίας του αποδεικτικού συναλλάγματος, λαμβάνεται υποχρεωτικώς υπ' όψει η αξία του αποδεικτικού συναλλάγματος. β)Το σύνολον των κατά τας κειμένας διατάξεις καταβληθέντων δασμών εισαγωγής, πάσης φύσεως φόρων, τελών, δικαιωμάτων, εισφορών και παρομαρτούντων προσθέτων φόρων, πλην του φόρου κύκλου εργασιών της εκτάκτου πολεμικής εισφοράς και του φόρου του άρθρ. 4 του Α.Ν. 843 του 1948 "γ)το σύνολον των εξόδων φορτοεκφορτώσεως, ασφαλίσεως και μεταφοράς του αγαθού από του τόπου εκφορτώσεως εν τη ημεδαπή μέχρι του Τελωνείου εισαγωγής". Το εδάφ. γ' ετροποποιήθη ως άνω δια του Β.Δ. 6/8 Δεκ. 1949 περί τροπικαί συμπληρ. του από 4-1-49 Δ/τος. δ)Το σύνολον των εξόδων τελωνισμού και μεταφοράς του αγαθού εις τας αποθήκας του χονδρεμπόρου. έ)Τα έξοδα χρηματικής επιβαρύνσεως του αγαθού (τόκοι, προμήθειαι τραπεζών και συναφείς δαπάναι) τα βαρύνοντα ειδικώς το εισαγόμενον αγαθόν, ς΄)Το μικτόν κέρδος του χονδρεμπόρου. ζ΄)Η τυχόν εξ οιουδήποτε λόγου επελθούσα κατά το μεταξύ αγοράς και εισαγωγής χρονικόν διάστημα υπερτίμησις ή υποτίμησις της αξίας του αγαθού είτε γενικώς, είτε ειδικώς δια την μεμονωμένην περίπτωσιν του εισαγομένου είδους. η')Η υπάρχουσα επί πλέον ή επί έλαττον κατά τον χρόνον της εισαγωγής διαφορά τιμής πωλήσεως του αγαθού μεταξύ της διεθνούς και εσωτερικής αγοράς. Δι' όλας ή δια τινας των γ' έως και η' περιπτώσεων δύναται να καθορίζηται ενιαίον προσοστόν προσαυξήσεως, καλύπτον τας εξ αυτών επιβαρύν(Αντί της σελ. 35) Σελ. 35(α) Τεύχος 581-Σελ. 1 Φορολογία Κύκλου Εργασιών 27.Α.η.7-8 σεις του εισαχθέντος αγαθού, όπερ υπολογίζεται επί της τιμολογιακής αξίας προσηυξημένης κατά τους δασμούς, κλπ. της περιπτ. β' της παρούσης παραγράφου. Δι' όλα ή δια τινά εκ των στοιχείων βάσει των οποίων προσδιορίζεται η φορολογητέα αξία του αγαθού δύναται να καθορίζηται ωρισμένον ποσόν ή ποσοστόν, όπερ δύναται να είναι δια το αυτό αγαθόν, διάφορον αναλόγως της χώρας της προελεύσεως του ή του λιμένος εισαγωγής του. Άρθρ.2.-1.Ο καθορισμός της αξίας κλπ. όλων ή ενίων των εκ της αλλοδαπής εισαγομένων αγαθών ενεργείται παρά Φορολογικής Επιτροπής αποτελουμένης: α)εκ του Διευθυντού Φορολογίας Προσόδων εν τω Υπουργείω των Οικονομικών, ως προέδρου, β)εκ του αρμοδίου δια τον φόρον κύκλου εργασιών Τμηματάρχου του Υπουργείου Οικονομικών, γ)εκ του Τμηματάρχου του Δασμολογικού Τμήματος του Υπουργείου Οικονομικών. "δ)εκ του Τμηματάρχου του Εμπορικού Τμήματος του Υπουργείου Οικονομικών, ή του νομίμου αναπληρωτού του". Η περιπτ. δ' αντικατεστάθη ως άνω δια του Β.Δ. 6/8 Δεκ. 1949 περί τροπ. και συμπληρ. του από 4-1-49 Δ/τος. ε), ς) και ζ)εξ ενός αντιπροσώπου του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Αθηνών και Πειραιώς και του Συνδέσμου Ελλήνων Βιομηχάνων. Τα υπό στοιχ. α' ως γ΄ μέλη απόντα, ελλείποντα ή κωλυόμενα αναπληρούνται υπό των νομίμων αυτών αναπληρωτών. Τα υπό στοιχ. ε' , ς' και ζ' μέλη ορίζονται, μεθ' ενός ή πλειόνων δι' έκαστον αναπληρωτών υπό του Υπουργού των Οικονομικών εκ καταλόγου πέντε τουλάχιστον προσώπων υποβαλλομένου υπό της οικείας οργανώσεως. Της Επιτροπής μετέχουσιν, ως εισηγηταί άνευ ψήφου, ο Διευθυντής των Τελωνείων Πειραιώς ή ο υπ' αυτού οριζόμενος Τελώνης, και ο Οικον. Έφορος Συγκεντρώσεως Φορολογικών Στοιχείων, χρέη δε γραμματέως εκτελεί εις οικονομικός υπάλληλος, οριζόμενος υπό του Προέδρου αυτής. 2.Η Επιτροπή συνερχομένη, καθ' εκάστην εργάσιμον ημέραν, εφ' όσον συντρέχει περίπτωσις, αυτεπαγγέλτως ή επί ερωτήματι του Υπουργού των Οικονομικών, προβαίνει εκάστοτε εις τον καθαρισμόν της αξίας των αγαθών συμφώνως προς τας παρ. 1 και 2 του άρθρ. 1 ή εις τον καθορισμόν όλων ή ενίων εκ των στοιχείων της παρ. 3 του άρθρ. 1 του παρόντος. 3.Η Επιτροπή ευρίσκεται εν απαρτία παρόντων τουλάχιστον πέντε εκ των μελών της, τακτικών ή αναπληρωματικών, αι δε αποφάσεις αυτής λαμβάνονται κατά πλειοψηφίαν, εν ισοψηφία κατισχυούσης της ψήφου του Προέδρου, και είναι υποχρεωτικαί δια τον Υπουργόν των Οικονομικών. 4.Αι αποφάσεις της Φορολογικής Επιτροπής κοινοποιούνται υπό του Υπουργείου των Οικονομικών προς τας αρμοδίας Τελωνειακάς Αρχάς, αίτινες υποχρεούνται όπως υπολογίζωσι τον φόρον κύκλου εργασιών επί τη βάσει της, δια της αποφάσεως, οριζομένης αξίας του αγαθού ή των οριζομένων μερικωτέρων στοιχείων της αξίας τούτων. Σελ. 46,36(ε) Τεύχος 581-Σελ. 2 5.Αι δια των αποφάσεων της Επιτροπής καθοριζόμεναι εκάστοτε τιμαί κλπ. εφαρμόζονται επί των αγαθών, των εκτελωνιζομένων από της χρονολογίας της οριζομένης εν τη αποφάσει και μέχρι εκδόσεως νεωτέρας τοιαύτης. 6.Περί των εργασιών και των αποφάσεων της Επιτροπής τηρούνται πρακτικά άτινα υπογράφονται υπ' αυτής και του γραμματέως. Η τυχόν άρνησις μέλους προς υπογραφήν των πρακτικών, ουδεμίαν συνεπάγεται ακυρότητα των ληφθεισών αποφάσεων, βεβαιούται όμως τούτο εις τα πρακτικά δια πράξεως του Προέδρου της Επιτροπής. 7.Προκειμένου περί αγαθού, δια το οποίον δεν εξεδόθη απόφασις υπό της Φορολογικής Επιτροπής καθορίζουσα τη αξίαν του ή τα μερικώτερα στοιχεία ταύτης, ο καθορισμός της αξίας αυτού ως και ο καθορισμός των υπολοίπων μερικωτέρων στοιχείων ταύτης ενεργείται εκάστοτε υπό της αρμοδίας Τελωνειακής Αρχής. Άρθρ.3.-1.Η υπό της Φορολογικής Επιτροπής καθορισθείσα φορολογητέα αξία συμφώνως προς τας παρ. 1 και 2 του άρθρ. 1 του παρόντος και τα υπ' αυτής καθορισθέντα μερικώτερα στοιχεία της αξίας συμφώνως προς την παρ. 3 του αυτού άρθρ. 1 είναι υποχρεωτικά δια τον ενεργήσαντα την εισαγωγήν. 2.Ο ενεργήσας την εισαγωγήν δικαιούται να αμφισβητήση την υπό της Τελων. Αρχής καθορισθείσαν φορολογητέαν αξίαν συμφώνως προς τας παρ. 1 και 2 του άρθρ. 1 και τα υπ' αυτής καθορισθέντα στοιχεία συμφώνως προς την παρ. 3 του άρθρ. 1, δι' ενστάσεώς του υποβαλλομένης εις την ενεργούσαν τον Τελωνισμόν Τελωνειακήν Αρχήν, το βραδύτερον μέχρι της εκδόσεως της αδείας εξόδου του αγαθού εκ των τελωνειακών χώρων. Εις τας περιπτώσεις συμπληρωματικής χρεώσεως ένστασις ασκείται εντός δέκα ημερών από της ημέρας της κοινοποιήσεως εις τον υπόχρεων της πράξεως του Τελώνου. 3.Εν περιπτώσει ασκήσεως ενστάσεως εφαρμόζονται αι διατάξεις του άρθρ. 16 του κώδικος νόμων περί τελωνειακού δασμολογίου, η δε Τελωνειακή Αρχή υποχρεούται να παραδώση το αγαθόν επί παρακαταθήκη κατά τα κεκανονισμένα, λαμβάνουσα δείγματα εξ αυτού. Η ένστασις είναι απαράδεκτος εφ' όσον δεν προσάγεται απόδειξις λήψεως δείγματος, δι όσα αγαθά δεν είναι τούτο ανέφικτον. Άρθρ.4.-1.Επί της ενστάσεως αποφαίνεται Εκδικαστική Επιτροπή Ενστάσεων, συγκροτουμένη παρ' εκάστω Τελωνείω. Προκειμένου περί των Τελωνείων Αθηνών, Πειραιώς και Αερολιμένος Ελληνικού η Εκδικαστική Επιτροπή Ενστάσεως συγκροτείται: α)εξ ενός Επιθεωρητού Τελωνείων ως προέδρου, οριζομένου υπό του Υπουργού των Οικονομικών μεθ' ενός ή πλειόνων αναπληρωτών, β') και γ') εκ δύο υπαλΑι επιτροπαί των άρθρ. 2,4 και 6 διετηρήθησαν δια του άρθρ. 171 παρ. 1 εδαφ. 51-53 του Οργανισμού Υπ. Οικονομικών (τόμ. 24 σελ. 54). 27.Α.η.8 Φορολογία Κύκλου Εργασιών λήλων της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Οικονομικών, οριζομένων μεθ' ενός ή πλειόνων δι' έκαστον αναπληρωτών υπό του Υπουργού των Οικονομικών, δ)εξ ενός αντιπροσώπου του εμπορικού και βιομηχανικού Επιμελητηρίου, οριζομένου υπό τούτου μεθ' ενός ή πλειόνων αναπληρωτών και ε)εκ του Διευθυντού του χρηματιστηρίου εμπορευμάτων Πειραιώς αναπληρουμένου υπό του νομίμου αναπληρωτού του. Προκειμένου περί των λοιπών Τελωνείων της Χώρας η Επιτροπή συγκροτείται: α)εκ του εν τη έδρα του τελωνείου Επιθεωρητού Τελωνείων, ως προέδρου, ή τοιούτου μη υπάρχοντος ή κωλυομένου, εκ του αρμοδίου Τελώνου, β)εκ του εν τη έδρα του τελωνείου Οικονομικού Εφόρου, ή τοιούτου μη υπάρχοντος, εξ ενός ετέρου δημοσίου υπαλλήλου οριζομένου υπό του Υπουργείου των Οικονομικών, γ)εξ ενός ιδιωτικού μέλους οριζομένου μεθ' ενός ή πλειόνων αναπληρωτών, κατά σειράν τάξεως, υπό του Χρηματιστηρίου εμπορευμάτων ή του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου ή του Εμπορικού Συλλόγου ή ετέρας Εμπορικής Οργανώσεως, των εν τη έδρα του Τελωνείου λειτουργουσών. Εις όσας περιπτώσεις υφίστανται πλείονες Επιθεωρηταί Τελωνείων ή πλείονες Οικονομικοί Έφοροι, τούτον ορίζει το Υπουργείον Οικονομικών. Χρέη γραμματέως εκτελεί εις οικονομικός υπάλληλος ή εις εκ των μελών της Επιτροπής, οριζόμενος υπό του Προέδρου αυτής. 2.Εις τας συνεδριάσεις της Επιτροπής παρίσταται, ως αντιπρόσωπος του Δημοσίου, ο ενεργήσας τον τελωνισμόν Τελώνης, ή ο υπ' αυτού οριζόμενος τελωνειακός υπάλληλος. 3.Ο Τελώνης και ο Οικονομικός Έφορος απόντες, ελλείποντες ή κωλυόμενοι αναπληρούνται υπό των νομίμων αυτών αναπληρωτών. Ιδιωτικόν μέλος, προσκληθέν αποδεδειγμένως και μη προσελθόν κατά την ορισθείσαν συνεδρίασιν, αναπληρούται υπό δημοσίου υπαλλήλου οριζομένου υπό του Προέδρου της Επιτροπής. 4.Δι' αποφάσεων του Υπουργού των Οικονομικών, δημοσιευομένων δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως, δύναται να συνιστάται μία Εκδικαστική Επιτροπή δια πλείονα Τελωνεία, οριζομένου δι' αυτών και του Προέδρου αυτής. Άρθρ.5.-1.Αι συνεδριάσεις της Εκδικαστικής Επιτροπής Ενστάσεων είναι δημόσιαι και καλούνται δι' εγκαίρου τοιχοκολλήσεως οι ενδιαφερόμενοι, ίνα παραστώσιν. Η Επιτροπή δικάζει εξ επαγγέλματος εξετάζουσα και κρίνουσα τας ενώπιον αυτής εισαγομένας υποθέσεις και απολειπομένου έτι του ενδιαφερομένου, εκ της απουσίας του οποίου δεν τεκμαίρεται ομολογία. 2.Η Επιτροπή δύναται να ενεργή αυτοψίαν, να εξετάζη μάρτυρας, και να διατάσση πραγματογνωμοσύνην, ούσαν απλώς συμβουλευτικήν, κρίνει δε και αποφασίζει κατ' απόλυτον και ελευθέραν εκτίμησιν πάντων των στοιχείων και πληροφοριών των τεθεισών υπ' όψιν της υπό του αντιπροσώπου του Δημοσίου του ενισταμένου και των μελών της. 3.Αι αποφάσεις της Επιτροπής λαμβάνονται κατά πλειοψηφίαν, εάν δεν ήθελεν επιτευχθή τοιαύτη, λαμβάνεται υπ' όψιν ο μέσος όρος της υπό των μελών καθοριζομένης αξίας του αγαθού. Αι αποφάσεις της Επιτροπής, εκδιδόμεναι κατά κανένα παραχρήμα, απαγγέλονται εν δημοσία συνεδριάσει. 4.Αι αποφάσεις αναγραφόμεναι περιληπτικώς επί της ενστάσεως διατυπούνται, πλήρως ητιολογημέναι, τελικώς επί ειδικού εντύπου, υπογράφονται δε υπό του Προέδρου, των μελών και του γραμματέως της Επιτροπής, εφαρμοζομένης αναλόγως της παρ. 6 του άρθρ. 2 του παρόντος. 5.Η Επιτροπή δεν δύναται να καταστήση χείρονα την θέσιν του ενισταμένου. 6.Αι αποφάσεις της Επιτροπής, εφ' όσον αφορώσιν εις ποσόν φόρου μέχρι 3.000.000 δραχμών, ανακοινούνται προφορικώς εις τον ενιστάμενον και είναι ανέκκλητοι, μη υποκείμεναι εις ουδέν περαιτέρω ένδικον μέσον. 7.Αι μη ανέκκλητοι αποφάσεις κοινοποιούνται υπό του Τελώνου εις τον ενιστάμενον δια δημοσίου οργάνου. Άρθρ.6.-1.Κατά τας αποφάσεως της Εκδικαστικής Επιτροπής Ενστάσεων, εφ' όσον αύτη αφορά εις φόρον ανώτερον των 3.000.000 δραχμών, επιτρέπεται έφεσις, εντός δέκα πέντε ημερών από της κοινοποιήσεως της αποφάσεως, εγχειριζομένη ή κοινοποιουμένη προς τον Τελώνην τον ενεργήσαντα τον εκτελωνισμόν. Δικαίωμα εφέσεως έχει και ο Τελώνης, κοινοποιών ταύτην εις τον ενδιαφερόμενον δια δημοσίου οργάνου, εντός της αυτής προθεσμίας. 2.Η Έφεσις αναστέλλει την εκτέλεσιν της αποφάσεως Επιτροπής Ενστάσεων, η δε διασάφησις παραμένει εκκρεμής μέχρι κοινοποιήσεως εις τον Τελώνην της αποφάσεως της Επιτροπής Εφέσεων. Η έφεσις είναι απαράδεκτος αν δε καταβληθή εις το Δημόσιον Ταμείον, μέχρι της ημέρας της εκδικάσεως της εφέσεως ή και μετά ταύτην εντός προθεσμίας ταχθησομένης υπό της Εκδικαστικής Επιτροπής Εφέσεων, παράβολον ανερχόμενον εις πέντε επί τοις εκατόν του επί της αμφισβητουμένης αξίας αναλογούντος φόρου, μη δυνάμενον εν πάση περιπτώσει να η ανώτερον των 8.000.000 δραχμών, καταπίπτον δε υπέρ του Δημοσίου εν περιπτώσει ολοσχερούς απορρίψεως της εφέσεως. Εν περιπτώσει μερικής αποδοχής της εφέσεως γίνεται κατάπτωσις αναλόγου ποσού εκ του κατατεθέντος παραβόλου. Η κατάπτωσις του παραβόλου απαγγέλεται δια της αποφάσεως της Επιτροπής. Επί εφέσεως του Τελώνου δεν απαιτείται καταβολή παραβόλου. Εν τη εφέσει δέον να περιέχηται και ο διορισμός αντικλήτου του φορολογουμένου μετά του επακριβούς προσδιορισμού της διευθύνσεως της κατοικίας αυτού εν Αθήναις ή Πειραιεί. 3.Ο Τελώνης οφείλει εντός δεκαημέρου από της ασκήσεως της εφέσεως να την παραπέμψη προς την Εκδικαστικήν Επιτροπήν Εφέσεων μεθ' ολοκλήρου του σχετικού φακέλλου της υποθέσεως και εκθέσεώς του περιεχούσης την γνώμην αυτού επί των ισχυρισμών του εκκαλούντος. 4.Η έφεσις εκδικάζεται υπό Εκδικαστικής Επιτροπής Εφέσεων, εδρευούσης εν Αθήναις και αποτελουμένης εκ: α)του Γενικού Επιθεωρητού Τελωνείων εν τω Υπουργείω των Οικονομικών, β)του Γενικού Επιθεωρητού Οικονομικών Εφοριών εν τω Υπουργείω των Οικονομικών, γ')του Τμηματάρχου του Εμπορικού Τμήματος της Διευθύνσεως Φορολογίας Προσόδων εν τω αυτώ Υπουργείω, δ)ενός αντιπροσώπου του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Αθηνών, ε)ενός αντιπροσώπου του Συνδέσμου Ελλήνων Βιομηχάνων. Τα υπό στοιχ. δ' και ε' μέλη ορίζονται υπό των οικείων Οργανώσεων μεθ' ενός ή πλειοτέρων αναπληρωτών. Οι μετασχόντες της Επιτροπής Ενστάσεων δεν δύνανται να είναι μέλη της Επιτροπής Εφέσεων. Πρόεδρος της Επιτροπής είναι ο κατά βαθμόν ανώτερος και επί ισοβάθμων ο αρχαιότερος, χρέη δε γραμματέως εκτελεί εις οικονομικός υπάλληλος οριζόμενος υπό του Προέδρου αυτής. Εις τας συνεδριάσεις της Επιτροπής παρίσταται, ως αντιπρόσωπος του Δημοσίου, ο αρμόδιος δια τον φόρον κύκλου εργασιών τμηματάρχης του Υπουργείου των Οικονομικών. 5.Πέντε τουλάχιστον ημέρας προ της δικασίμου, υπό του γραμματέως της Επιτροπής, συντάσσεται το έκθεμα των συζητηθησομένων υποθέσεων, όπερ αναρτάται εις εμ(Αντί των σελ. 37 και 39(β) Σελ. 37(α) Τεύχος 625-Σελ. 7 Φορολογία Κύκλου Εργασιών 27.Α.η.8 φανές μέρος του καταστήματος των συνεδριάσεων της Επιτροπής, ειδοποιείται δε ο ενδιαφερόμενος ή ο αντίκλητος αυτού δια προσκλήσεως, κοινοποιουμένης δια δημοσίου οργάνου τρεις τουλάχιστον ημέρας προ της δικασίμου. 6.Αι διατάξεις της παρ. 3 του άρθρ. 4 και των παρ. 1, 2, 3, 4 του άρθρ. 5 του παρόντος έχουσιν ανάλογον εφαρμογήν και εν προκειμένω. 7.Αι εκδιδόμεναι αποφάσεις της Επιτροπής αποστέλλονται, επιμελεία του Προέδρου της Επιτροπής, ομού μετά του σχετικού φακέλλου επί αποδείξει εν κεκυρωμένω αντιγράφω προς τον αρμόδιον Τελώνην, υποχρεούμενον προς εκτέλεσιν αυτών. 8.Η προς τον εισαγωγέα κοινοποίησις των αποφάσεων γίνεται δια δημοσίου οργάνου, επιμελεία του ενεργήσαντος τον εκτελωνισμόν Τελώνου, είτε προσωπικώς προς αυτόν, αν κατοική εν τη έδρα του Τελωνείου, είτε προς τον ωρισμένον πληρεξούσιον ή αντίκλητον αυτού, ή εν περιπτώσει μη διορισμού τοιούτου προς τον γραμματέα του Πρωτοδικείου της κατοικίας αυτού. Άρθρ.7.-1.Ο Τελώνης, η Φορολογική Επιτροπή, η Εκδικαστική Επιτροπή Ενστάσεων και η Εκδικαστική Επιτροπή Εφέσεων δύναται να καλή οιανδήποτε αρχήν ή φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον προς παροχήν πληροφοριών ή στοιχείων χρησίμων δια την απόφασίν των. 2.Η ισχύς του παρόντος Δ/τος άρχεται από 17ης Ιαν. 1949, καταργουμένου από της αυτής του από 7 Μαΐου 1947 Δ/τος "περί καθορισμού της αξίας των εισαγομένων ειδών προς επιβολήν του φόρου επί του κύκλου εργασιών". Εις τον επί των Οικονομικών Υπουργόν ανατίθεμεν την δημοσίευσιν και εκτέλεσιν του παρόντος Δ/τος.

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.