← Ελλάδα

49. ΝΟΜΟΣ υπ’ αριθ. 207 της 23/30 Οκτ. 1975 (ΦΕΚ Α’ 240) Περί αναθεωρήσεως ή ανακλήσεως εγκριτικών πράξεων και αναθεωρήσεως ή λύσεως συμβάσεων της δικ

Εν συντομία

Αυτός ο νόμος αφορά την αναθεώρηση ή ανάκληση εγκριτικών πράξεων και την αναθεώρηση ή λύση συμβάσεων που έγιναν κατά την περίοδο της δικτατορίας, δηλαδή από 21 Απριλίου 1967 έως 23 Ιουλίου 1974. Σκοπός του είναι να διορθώσει καταστάσεις που ήταν επιβλαβείς για το δημόσιο συμφέρον.

Τι ρυθμίζει

Ποιον αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
49. ΝΟΜΟΣ υπ’ αριθ. 207 της 23/30 Οκτ. 1975 (ΦΕΚ Α’ 240) Περί αναθεωρήσεως ή ανακλήσεως εγκριτικών πράξεων και αναθεωρήσεως ή λύσεως συμβάσεων της δικτατορικής περιόδου, πέραν των υπό του Νομ. 141/1975 προβλεπομένων. Άρθρ.1.-1.Εγκριτικαί πράξεις, υφ’ οιονδήποτε νομοθετικόν ή διοικητικόν τύπον, εκδοθείσαι κατά το χρονικόν διάστημα από 21 Απρ. 1967 μέχρι και 23 Ιουλ. 1974, αφορώσαι εις επενδύσεις βάσει του Νομ. 4171/1961 «περί λήψεως γενικών μέτρων διά την υποβοήθησιν της αναπτύξεως της οικονομίας της χώρας» (ανωτ. αριθ. 16), ως συνεπληρώθη και ετροποποιήθη ή βάσει ετέρων διατάξεων, δύναται να αναθεωρηθούν ή να ανακληθούν εν όλων ή εν μέρει, υπό τους όρους του παρόντος νόμου και κατά την κατωτέρω οριζομένην διαδικασίαν. 2.Εις αναθεώρησιν ή ανάκλησιν δύνανται να υπαχθούν αι διατάξεις των ως άνω εγκριτικών πράξεων, εφ’ όσον αύται αντίκειται εις το Σύνταγμα ή τους νόμους ή περιέχουν χαριστικάς διατάξεις ή είναι αντίθετοι προς τα χρηστά ήθη ή, γενικώτερον, είναι οπωσδήποτε επιβλαβείς εις τα συμφέροντα του Δημοσίου ή του καταναλωτικού κοινού ή της Εθνικής Οικονομίας. 3.Η αναθεώρησις εκάστης των ως άνω εγκριτικών πράξεων προτείνεται δι’ εγγράφου του Υπουργού Συντονισμού και Προγραμματισμού εκδιδομένου εντός τριμήνου αποκλειστικής προθεσμίας από της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος, μετ’ απόφασιν της Οικονομικής Επιτροπής, απευθυνομένου προς το εις ο αφορά αύτη φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον και κοινοποιουμένου εις τούτο επί αποδείξει ή αν τούτο δεν έχη κατοικίαν ή διαμονήν ή γραφείον εν Ελλάδι, προς τον εν Ελλάδι αντίκλητον αυτού ή εκπροσωπούντα τούτο. Αν ουδείς εκπροσωπή εν Ελλάδι το ως άνω φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον, το έγγραφον κοινοποιείται προς αυτό εις την δηλωθείσαν υπ’ αυτού εν τη αλλοδαπή διεύθυνσίν του επί αποδείξει δια του οικείου Ελληνικού Προξενείου. Εάν τούτο δεν ανευρίσκεται εις την εν λόγω διεύθυνσιν, και δεν είναι γνωστή η διεύθυνσίς του, το έγγραφον επιδίδεται κατά τας περί επιδόσεως εις αγνώστου διαμονής πρόσωπα κειμένας διατάξεις του Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας. Η μετά την πάροδον της ως άνω τριμήνου προθεσμίας κοινοποίησις του εγγράφου εις τον ενδιαφερόμενον ή τον εκπρόσωπόν του δεν βλάπτει το κύρος του εγγράφου, αρκεί τούτο να έχη εκδοθή εμπροθέσμως. 4.Δια του ως άνω εγγράφου καλείται ο ενδιαφερόμενος προς συζήτησιν επί τον αναθεωρητέων όρων της εγκριτικής πράξεως. Εν τω εγγράφω περιλαμβάνονται αριθμητικώς ή περιληπτικώς οι αναθεωρητέοι όροι της εγκριτικής πράξεως, μη απαιτουμένης αιτιολογήσεως της προτεινομένης αναθεωρήσεως. 5.Ο προς ον απευθύνεται το έγγραφον ενδιαφερόμενος δικαιούται όπως δηλώση εάν κατ’ αρχήν αποδέχηται την αναθεώρησιν της εγκριτικής πράξεως, προσφερόμενος εις διαπραγματεύσεις προς τούτο. Η δήλωσις γίνεται δι’ εγγράφου, πρωτοκολλουμένου ή επιδιδομένου διά δικαστικού επιμελητού εις το Υπουργείον Συντονισμού και Προγραμματισμού εντός αποκλειστικής προθεσμίας ενός μηνός από της κατά την παρ. 3 κοινοποιήσεως της προτάσεως προς αναθεώρησιν, παρατεινμένης επί ένα εισέτι μήνα, εάν η μόνιμος κατοικία του ενδιαφερομένου ή η έδρα, προκειμένου περί νομικού προσώπου, ευρίσκεται εις το εξωτερικόν. 6.Εάν ο ενδιαφερόμενος αποδεχθή κατά τα ανωτέρω, την πρότασιν προς αναθεώρησιν της εγκριτικής πράξεως, επακολουθούν διαπραγματεύσεις μεταξύ εκπροσώπων του Δημοσίου οριζομένων υπό του Υπουργού Συντονισμού και Προγραμματισμού και αυτού, ή του υπ’ αυτού οριζομένου πληρεξουσίου, εφ’ όσον δε αύται καταλήξουν εις συμφωνίαν, συντάσσεται πρακτικόν, υπογραφόμενον υπό των μερών και, εν συνεχεία εκδίδεται η κατ’ αναθεώρησιν των όρων της αρχικής, νέα εγκριτική πράξις, εντός τριμήνου προθεσμίας από της υπογραφής του οικείου πρακτικού. 7.Εάν η εν παρ. 5 προθεσμία παρέλθη άπρακτος ή ο ενδιαφερόμενος δηλώση ότι δεν αποδέχεται την αναθεώρησιν ή κατά την ελευθέραν κρίσιν του Υπουργού Συντονισμού και Προγραμματισμού, δυναμένου να παραπέμψη το θέμα προς λήψιν αποφάσεως εις την Οικονομικήν Επιτροπήν, διαπιστωθή δι’ αποφάσεώς του, ή, εν περιπτώσει παραπομπής εις αυτήν, δι’ αποφάσεως της Οικονομικής Επιτροπής, ότι αι εν παρ. 6 διαπραγματεύσεις δεν ευοδώθησαν λόγω μη προσελεύσεως του ενδιαφερομένου καίτοι κληθέντος ή λόγω προκυψάσης εξ’ αυτών διαφοράς απόψεων, εφαρμόζονται τα εις τας επομένας παρ. 8 και 9 του παρόντος άρθρου οριζόμενα. 8.Συντρεχούσης μιας των εν παρ. 7 του παρόντος άρθρου περιπτώσεων, η Οικονομική Επιτροπή, σταθμίζουσα και τας τυχόν διαπιστωθείσας απόψεις του ενδιαφερομένου, δύναται να προβή, δι’ αποφάσεώς της, εις αναθεώρησιν και αναδιατύπωσιν της εγκριτικής πράξεως, ήτις του λοιπού ισχύει ως ανεθεωρήθη. Διά της αναθεωρήσεως δύναται να απαλείφωνται, αντικαθίστανται, τροποποιώνται ή συμπληρώνται οι περιληφθέντες εις την προς αναθεώρησιν πρότασιν κατά την παρ. 4 του παρόντος άρθρου όροι της αρχικής εγκριτικής πράξεως κατά την ελευθέραν κρίσιν της Οικονομικής Επιτροπής, δικαιουμένης ωσαύτως όπως, αντί αναθεωρήσεως, ή εν συνδυασμώ προς ταύτην, προβή εις ανάκλησιν της εγκριτικής πράξεως εν όλω ή καθ’ ωρισμένας αυτής διατάξεις. (Μετά την σελ. 80,406) Σελ. 80,407 - 503 Προστασία και Κίνητρα Ιδιωτικών Επενδύσεων 13.Γ.α.49 9.Η κατά την παρ. 8 του παρόντος άρθρου απόφασις της Οικονομικής Επιτροπής, δέον όπως εκδοθή εντός αποκλειστικής προθεσμίας τριών μηνών από της παρόδου απράκτου της κατά την παρ. 5 του παρόντος άρθρου προθεσμίας ή αρνήσεως του ενδιαφερομένου να δεχθή την αναθεώρησιν ή διαπιστώσεως αρμοδίως κατά την παρ.7 του παρόντος άρθρου της μη προσελεύσεως του ενδιαφερομένου εις τας διαπραγματεύσεις ή της αποτυχίας αυτών. Η απόφασις της Οικονομικής Επιτροπής, δημοσιεύεται διά της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως εντός μηνός από της παρόδου της κατά την παρούσαν παράγραφον τριμήνου προθεσμίας. 10.Η αναθεωρηθείσα εγκριτική πράξις ισχύει του λοιπού ως ανεθεωρήθη. Άρθρ.8.-Η ισχύς του παρόντος νόμου άρχεται από της δημοσιεύσεώς του διά της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως. Για την εκτελεστότητα των αποφάσεων με τις οποίες λύθηκαν συμβάσεις της δικτατορικής περιόδου σύμφωνα με τις διατάξεις του άνω νόμου βλ. άρθρ. 39 Νομ. 1366/1983, τομ. 6Α, σελ. 390,313. - 506 13.Γ.α.49 Προστασία και Κίνητρα Ιδιωτικών Επενδύσεων Άρθρ.2.-1.Συμβάσεις μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και οιουδήποτε τρίτου φυσικού ή νομικού προσώπου είτε αφορώσαι εις επενδύσεις υπαχθείσας εις τον Νομ. 4171/1961 ή εις ετέρας διατάξεις, είτε οιουδήποτε άλλου περιεχομένου, συναφθείσαι κατά το χρονικόν διάστημα από 21 Απρ. 1967 μέχρι και 23 Ιουλ. 1974, δύναται να αναθεωρηθούν ή να λυθούν υπό τους όρους του παρόντος νόμου και αν έτι εκυρώθησαν νομοθετικώς ή διοικητικώς. 2.Δια την κατά την προηγουμένην παράγραφον αναθεώρησιν, εφαρμόζεται αναλόγως η εν άρθρ. 1 προβλεπομένη διαδικασία και όταν η οικεία σύμβασις έχη υπογραφή και υπό ετέρων, πλην του Υπουργού Συντονισμού και Προγραμματισμού, Υπουργών. Εάν, αύτη δεν έχη υπογραφή υπό του Υπουργού Συντονισμού και Προγραμματισμού, αρμόδιος διά την κίνησιν της διαδικασίας της αναθεωρήσεως είναι ο υπογράψας ταύτην Υπουργός, ή επί πλειόνων υπογραψάντων, ο δι’ αποφάσεως της Οικονομικής Επιτροπής οριζόμενος Υπουργός. 3.Εφ’ όσον ο ενδιαφερόμενος δεν συμφωνεί εις την διά της κατά την παρ. 8 του άρθρ. 1 αποφάσεως της Οικονομικής Επιτροπής, αναθεώρησιν, δύναται εντός αποκλειστικής προθεσμίας ενός μηνός από της δημοσιεύσεως αυτής εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως να ζητήση εγγράφως την λύσιν της συμβάσεως. Εις την περίπτωσιν ταύτην, η σύμβασις θεωρείται λελυμένη από της δημοσιεύσεως εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως διαπιστωτικής της λύσεως αποφάσεως του Υπουργού Συντονισμού και Προγραμματισμού ή του κατά περίπτωσιν, ετέρου αρμοδίου Υπουργού. Η δημοσίευσις της αποφάσεως ταύτης ενεργείται υποχρεωτικώς εντός Σελ. 80,408 Τεύχος 578-Σελ. 38 μηνός από της εις το αρμόδιον Υπουργείον πρωτοκολλήσεως ή επιδόσεως του εγγράφου, δι’ ου ζητείται η λύσις της συμβάσεως. 4.Το Δημόσιον δια της κατά την παρ. 8 του άρθρ. 1 αποφάσεως της Οικονομικής Επιτροπής, δύναται, αντί αναθεωρήσεως, να κηρύξη λελυμένην την σύμβασιν. 5.Επερχομένης της λύσεως της Συμβάσεως κατά τας παρ. 3 ή 4 του παρόντος άρθρου, επέρχονται αι εξής συνέπειαι: Α)Εάν η σύμβασις αφορά εις επένδυσιν ή εις ίδρυσιν, λειτουργίαν ή ανάπτυξιν, εν γένει, επιχειρήσεως βάσει του Νομ. 4171/1961 ή ετέρων διατάξεων, παύουν εφεξής τα προνόμια και αι ειδικαί ρυθμίσεις, αι προκύπτουσαι εκ της εφαρμογής του Νομ. 4171/1961 ή ετέρων διατάξεων και η περί ης πρόκειται επιχείρησις ή επένδυσις, εν γένει, υπόκειται διά το μέλλον εις τους κανόνας δικαίου, τους διέποντας τας κοινάς επιχειρήσεις, Β)Εάν η σύμβασις αφορά εις έτερα αντικείμενα, παύει η ισχύς της δια το μέλλον. 6.Εάν δια την πραγματοποίησιν της επενδύσεως, περί ης η λυθείσα σύμβασις, έχη κηρυχθή αναγκαστική απαλλοτρίωσις ακινήτων, αύτη παραμένει ισχυρά, εάν κατά την κρίσιν των Υπουργών Συντονισμού και Προγραμματισμού, Οικονομικών και του κατά περίπτωσιν αρμοδίου Υπουργού, το έργον εις ο αφορά η απαλλοτρίωσις, επραγματοποιήθη ήδη εν όλω ή κατά σημαντικόν μέρος επί της αναγκαστικώς απαλλοτριωθείσης εκτάσεως ή αύτη είναι αναγκαία δια την πραγματοποίησιν αυτού ή την κατά τας κοινάς διατάξεις, λειτουργίαν της επιχειρήσεως, άλλως η απαλλοτρίωσις, συντετελεσμένη ή μη, ανακαλείται επί τη αιτήσει του καθ’ ου η απαλλοτρίωσις, υποβαλλομένη εντός αποκλειστικής προθεσμίας ενός έτους από της δημοσιεύσεως εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της κατά το προηγούμενον εδάφιον κοινής υπουργικής αποφάσεως και υπό τον όρον της συγχρόνου επιστροφής της τυχόν εισπραχθείσης αποζημιώσεως. - 504 13.Γ.α.49 Προστασία και Κίνητρα Ιδιωτικών Επενδύσεων Άρθρ.3.-1.Εκ της κατά τας διατάξεις του παρόντος νόμου αναθεωρήσεως εγκριτικής πράξεως ή αναθεωρήσεως ή λύσεως συμβάσεως ή εξ αιτίας συναφούς προς την αναθεώρησιν ή λύσιν, ουδεμία δύναται να γεννηθή αξίωσις του ενδιαφερομένου ή οιουδήποτε, τρίτου κατά του Δημοσίου. 2.Τυχόν προκαταβολαί παρά του Δημοσίου αφορώσαι εις το μη εκτελεσθέν μέρος λυομένης, κατά τας διατάξεις του παρόντος, συμβάσεως, αναζητούνται κατά τας διατάξεις περί εισπράξεως δημοσίων εσόδων. 3.Ανάληψις υποχρεώσεων παρά του Δημοσίου ιδία δι’ εκδόσεως, αποδοχής, οπισθογραφήσεως, τριτεγγυήσεως, κατά περίπτωσιν, χρεωστικών ομολόγων, συναλλαγματικών, γραμματίων εις διαταγήν ή άλλων αξιογράφων, αφορώσα εις το μη εκτελεσθέν μέρος λυομένης, κατά τας διατάξεις του παρόντος νόμου, συμβάσεως είναι άκυρος, ουδεμιάς υφισταμένης ή δημιουργουμένης εντεύθεν αξιώσεως του αντισυμβληθέντος ή οιουδήποτε τρίτου κατά του Δημοσίου, εκτός εάν ο τρίτος ευρίσκετο εν καλή πίστει κατά την έναντι αυτού ανάληψιν της υποχρεώσεως παρά του Δημοσίου ή την περιέλευσιν εις αυτόν του οικείου αξιογράφου επιφυλασσομένων, εν τη τελευταία ταύτη περιπτώσει των κατά του αντισυμβληθέντος ή των κακής πίστεως τρίτων δικαιωμάτων του Δημοσίου. 4.1)Επί λύσεως πάσης συμβάσεως κατά τα άρθρ. 2 έως 5 του παρόντος νόμου, δύναται, διά πράξεως του Υπουργού Οικονομικών, αποτελούσης το κατά το άρθρ. 2 του Κώδικος Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων (ΚΕΔΕ) τίτλον και εκδιδομένης εις εκτέλεσιν σχετικής αποφάσεως της Οικονομικής Επιτροπής, να καταλογισθή εν όλω ή εν μέρει εις βάρος του αντισυμβληθέντος και να εισπραχθή υπό του Δημοσίου ως δημόσιον έσοδον κατά τας διατάξεις του Κ.Ε.Δ.Ε., παν ποσόν, όπερ ο αντισυμβληθείς ωφελήθη, εκ της συνομολογήσεως ή της εφαρμογής της συμβάσεως, εις βάρος του δημοσίου ή τινός των κατ’ άρθρ. 5 νομικών προσώπων ή του καταναλωτικού κοινού ή της εθνικής οικονομίας εν γένει, λόγω του ότι είτε η συμφωνηθείσα παροχή του δημοσίου ή του κατ’ άρθρ. 5 νομικού προσώπου ήτο υπερβολική εν σχέσει προς την αντιπαροχήν, είτε τα εκ της συμβάσεως ή της εφαρμογής της ωφελήματα του αντισυμβληθέντος ήσαν υπερβολικά εις βάρος του Δημοσίου ή του κατ’ άρθρ. 5 νομικού προσώπου ή του καταναλωτικού κοινού ή της εθνικής οικονομίας εν γένει, κατά τας αρχάς της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών και εν όψει των αντιστοίχων συνθηκών του χρόνου της συνάψεως της συμβάσεως ή των διαφόρων χρονικών σημείων ή περιόδων της εφαρμογής της. Η Οικονομική Επιτροπή δύναται δι’ αποφάσεως της να άρη τον καταλογισμόν εν όλω ή εν μέρει. 2)Το Δημόσιον δύναται, αντί του κατά την προηγουμένην παράγραφον καταλογισμού, να ασκήση τα κατά την παρ. 4 του άρθρ. 3 του Νομ. 141/1975 (τομ. 26 σελ. 74,05) εφαρμοζομένην και επί των εγκριτικών πράξεων και συμβάσεων, των ρυθμιζομένων υπό του παρόντος νόμου, δικαιώματά του. Άρθρ.4.-1.Εκ της αναθεωρήσεως ή ανακλήσεως εν όλω ή εν μέρει εγκριτικής πράξεως ή της αναθεωρήσεως ή λύσεως συμβάσεως, κατά τας διατάξεις του παρόντος νόμου, κατόπιν συμφωνίας ή μη μετά του ενδιαφερομένου, ουδόλως αίρονται αι ποινικαί, πειθαρχικαί ή αστικαί συνέπειαι εκ της τελέσεως, κατά την έκδοσιν της αναθεωρηθείσης εγκριτικής πράξεως ή την διαπραγμάτευσιν ή σύναψιν της αναθεωρηθείσης ή λυθείσης συμβάσεως ή κατά την εφαρμογήν αυτών, οιουδήποτε ποινικού αδικήματος ή πειθαρχικού παραπτώματος ή πράξεως ή παραλείψεως ζημιογόνου διά το Δημόσιον ή το καταναλωτικόν κοινόν ή την Εθνικήν Οικονομίαν, εν γένει. 2.Η κατά τας διατάξεις του παρόντος νόμου αναθεώρησις ή ανάκλησις εν όλω ή εν μέρει, εγκριτικής πράξεως ή αναθεώρησις ή λύσις συμβάσεως δεν κωλύεται ουδέ οπωσδήποτε επηρεάζεται εκ της τυχόν μη εφαρμογής όρων της εγκριτικής πράξεως ή της συμβάσεως παρά του ενδιαφερομένου και των επελθουσών ή δυναμένων να επέλθουν εντεύθεν εις βάρος αυτού πάση φύσεως συνεπειών, ουδέ η επέλευσις των συνεπειών τούτων κωλύεται ή οπωσδήποτε επηρεάζεται εκ της κατά τας διατάξεις του παρόντος νόμου αναθεωρήσεως ή ανακλήσεως εν όλω ή εν μέρει εγκριτικής πράξεως ή αναθεωρήσεως ή λύσεως συμβάσεως. 3.Εν περιπτώσει αναθεωρήσεως ή ανακλήσεως εν όλω ή εν μέρει εγκριτικής πράξεως ή αναθεωρήσεως, ή λύσεως συμβάσεως κατά τας διατάξεις του παρόντος νόμου, δύναται δι’ αποφάσεως της Οικονομικής Επιτροπής, να αίρωνται ή περιορίζωνται αι αστικής φύσεως συνέπειαι εκ της τελέσεώς τινος των εν παρ. 1 του παρόντος άρθρου πράξεων ή παραλείψεων, ως και αι αστικής φύσεως συνέπειαι εκ της κατά την παρ. 2 του παρόντος άρθρου μη εφαρμογής όρων της οικείας εγκριτικής πράξεως ή συμβάσεως παρά του ενδιαφερομένου. Άρθρ.5.-1.Αι διατάξεις των άρθρ. 1 έως 4, εφαρμόζονται αναλόγως και επί συμβάσεων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και δημοσίων επιχειρήσεων, συναφθεισών κατά το εν παρ. 1 του άρθρ. 1 χρονικόν διάστημα. 2.Επί των περιπτώσεων του παρόντος άρθρου, τας κατά τας παρ. 3 έως 7 του άρθρ. 1, και τας παρ. 2 και 3 του άρθρ. 2 αρμοδιότητας του Υπουργού Συντονισμού και Προγραμματισμού ασκεί ο εποπτεύων το νομικόν πρόσωπον ή την δημοσίαν επιχείρησιν Υπουργός. Για την αληθινή έννοια των διατάξεων των άρθρ. Ι,2 και 5 βλέπε παρ. 2 και 3 άρθρ. 51 Νομ. 1416/18-21 Φεβρ. 1984 (ΦΕΚ Α’ 18), Τομ. 3, σελ. 52,263. (Αντί για τη σελ. 80,409) Σελ. 80,409(α) Τεύχος ΣΤ83-Σελ. 3 - 505 Προστασία και Κίνητρα Ιδιωτικών Επενδύσεων 13.Γ.α.49 Άρθρ.6.-1.Εάν διά συμβάσεως, συναφθείσης κατά το εν τη παρ. 1 του άρθρ. 1 χρονικόν διάστημα μεταξύ ελληνικής τραπέζης και οιουδήποτε τρίτου πλην του Δημοσίου, νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, δημοσίων επιχειρήσεων, επιχειρήσεων κοινής ωφελείας και ετέρων Τραπεζών, συνωμολογήθησαν παροχαί υπό της Τραπέζης, αι οποίαι, λαμβανομένης υπ’ όψιν της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, είναι προφανώς δυσανάλογοι προς τας του αντισυμβαλλομένου ή υπερμέτρως επωφελείς δια τον αντισυμβαλλόμενον, το δικαστήριον δι’ αποφάσεώς του κατόπιν αιτήσεως της Τραπέζης δύναται είτε να αναγάγη την σύμβασιν εις το προσήκον μέτρον, μεταρρυθμίζον όρον ή όρους αυτής, είτε να λύση ταύτην εξ ολοκλήρου ή κατά το μήπω εκτελεσθέν μέρος. 2.Αι κατά την παρ. 1 αιτήσεις υπάγονται εις την αρμοδιότητα των Πολυμελών Πρωτοδικείων και δικάζονται κατά την ειδικήν διαδικασίαν των άρθρ. 741-781 Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας καλουμένου του αντισυμβαλλομένου. Το Δικαστήριον επί των υπ’ αυτού εκδικαζομένων υποθέσεων κατά την πρώτην, επ’ ακροατηρίω συζήτησιν υποχρεούται προ πάσης συζητήσεως να συμβιβάση τους διαδίκους. Η συζήτησις επί της υποθέσεως χωρεί μόνον αν αποτύχη η απόπειρα προς συμβιβασμόν. Η παράλειψις ταύτης επιφέρει απαράδεκτον ή ακυρότητα. Προς επίτευξιν του συμβιβασμού δύναται ν’ αναβληθή εφ’ άπαξ η συζήτησις της υποθέσεως και ουχί δια διάστημα πέραν του ενός μηνός. 3.Αποφασισθείσης της λύσεως της συμβάσεως, αποσβέννυνται αι εξ αυτής υποχρεώσεις προς παροχήν και οι συμβαλλόμενοι υποχρεούνται αμοιβαίως να αποδώσουν τας ληφθείσας παροχάς κατά τας περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις. 4.Η λύσις της συμβάσεως δεν θίγει την υποχρέωσιν του καθ’ ου η αίτησις προς καταβολήν των συμφωνηθέντων τόκων, προμηθειών και λοιπών επιβαρύνσεων δια τον χρόνον ισχύος αυτής. 5.Επί λύσεως της συμβάσεως, τα προς εξασφάλισιν των εξ αυτής απαιτήσεων εμπράγματα δικαιώματα ως και εγγυήσεις τρίτων διατηρούνται και ασφαλίζουν τας κατά τας διατάξεις του παρόντος απαιτήσεις της αιτησαμένης την λύσιν Τραπέζης. 6.Το δικαίωμα όπως ζητηθή η αναγωγή της συμβάσεως εις το προσήκον μέτρον ή η λύσις Σελ. 80,410(α) Τεύχος ΣΤ83-Σελ. 4 αυτής, αποσβέννυνται μετά παρέλευσιν τριών μηνών από της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος νόμου. Άρθρ.7.-Αι διατάξεις του παρόντος νόμου δεν εφαρμόζονται επί εγκριτικών πράξεων ή συμβάσεων αφορωσών εις νηολόγησιν πλοίων υπό Ελληνικήν σημαίαν.

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.