← Ελλάδα

113. ΝΟΜΟΣ υπ’ αριθ. 1703 της 25/27 Μαΐου 1987 (ΦΕΚ Α΄ 78) Ρύθμιση μισθώσεων κατοικιών. Έκταση ισχύος του νόμου Άρθρ.1.-1.Στις διατάξεις του νόμου αυτ

Εν συντομία

Αυτός ο νόμος ρυθμίζει τις μισθώσεις ακινήτων που χρησιμοποιούνται ως κύρια κατοικία, καθορίζοντας κανόνες για τη διάρκεια, το ανώτατο επιτρεπόμενο μίσθωμα και τις προϋποθέσεις λύσης της μίσθωσης.

Τι ρυθμίζει

Ποιον αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
113. ΝΟΜΟΣ υπ’ αριθ. 1703 της 25/27 Μαΐου 1987 (ΦΕΚ Α΄ 78) Ρύθμιση μισθώσεων κατοικιών. Έκταση ισχύος του νόμου Άρθρ.1.-1.Στις διατάξεις του νόμου αυτού υπάγονται οι μισθώσεις ακινήτων που χρησιμοποιούνται κατά τη μισθωτική σύμβαση για κύρια κατοικία. 2.Σε περίπτωση που έχει συμφωνηθεί μικτή χρήση, ο νόμος αυτός εφαρμόζεται μόνο αν η χρήση του μισθίου για κύρια κατοικία είναι η προέχουσα. 3.Οι μισθώσεις αυτές, εφ’ όσον δεν ορίζονται διαφορετικά στο νόμο αυτόν, διέπονται από τους συμβατικούς τους όρους και από τις διατάξεις του αστικού κώδικα. Διάρκεια της μίσθωσης Άρθρ.6.-1.Στις περιπτώσεις του άρθρ. 3 παρ. 4 και 5 εδάφ. β΄, άρθρ. 4 εδάφ. β΄ και άρθρ. 5 παρ. 2, ο μισθωτής μπορεί να ζητήσει από τον εκμισθωτή την επανεγκατάστασή του στο μίσθιο, με τους όρους της μίσθωσης που έχει καταγγελθεί και με δαπάνη του εκμισθωτή και των προσώπων υπέρ των οποίων διατάχθηκε η απόδοση του μισθίου, οι οποίοι για τη δαπάνη αυτή ευθύνονται εις ολόκληρο. 2.Αν ασκηθεί το δικαίωμα επανεγκατάστασης, ο μισθωτής δεν μπορεί να ζητήσει ως αποζημίωση την καταβολή των είκοσι τεσσάρων μηνιαίων μισθωμάτων. Η απόφαση κατά του εκμισθωτή για παράδοση της χρήσης του μισθίου λόγω επανεγκατάστασης εκτελείται και εναντίον εκείνου στον οποίο έχει παραχωρηθεί η χρήση του μισθίου. Εάν αυτός είναι νέος μισθωτής, η μίσθωση αυτή λύεται και ο εκμισθωτής και εκείνος υπέρ του οποίου αποδόθηκε το μίσθιο για τους σκοπούς των άρθρ. 3, 4 και 5 οφείλουν εις ολόκληρο να καταβάλουν στο νέο μισθωτή την αποζημίωση που προβλέπει το άρθρ. 3 παρ. 4. 3.Το δικαίωμα επανεγκατάστασης δεν μπορεί να ασκηθεί μετά την πάροδο ενός έτους, αφότου έληξαν οι προθεσμίες για την πραγματοποίηση της ιδιοκατοίκησης, ανοικοδόμησης ή των σκοπών που αναφέρονται στα άρθρ. 4 και 5. 4.Απόδοση μισθίου για ιδιοκατοίκηση ή ανοικοδόμηση ή για εργασίες διατήρησης ή ανάπλασης του μισθίου ή για τη χρησιμοποίηση του από Ο.Τ.Α. για κοινωνικούς σκοπούς που έγινε πριν από την ισχύ του νόμου αυτού ρυθμίζεται ως προς τα αποτελέσματα από τις διατάξεις του άρθρ. 3 παρ. 2 έως 5 του Νόμ. 1598/1986 (ΦΕΚ 73). Ανώτατο επιτρεπόμενο μίσθωμα Άρθρ.7.-1.α)Το ανώτατο επιτρεπόμενο μίσθωμα (Α.Ε.Μ.) ορίζεται ετησίως σε ποσό που προκύπτει από το γινόμενο του εμβαδού του μισθίου σε τετραγωνικά μέτρα επί την τιμή εκκίνησης για τον προσδιορισμό της φορολογητέας αξίας των ακινήτων, όπως αυτή καθορίζεται στο άρθρ. 41 του Νόμ. 1249/1982(ΦΕΚ 43) όπως τροποποιήθηκε με Σελ. 332,070(ε) Τεύχος 1190-Σελ. 56 το άρθρ. 14 του Νόμ. 1473/1984 (ΦΕΚ 127), επί το συντελεστή παλαιότητας, επί το συντελεστή ορόφου, επί το συντελεστή θέσης, επί το συντελεστή απόδοσης ακινήτων. «β)Ο συντελεστής παλαιότητας ορίζεται για μίσθια μέχρι 5 ετών (1), από 5-15 ετών (0,9), από 1520 ετών (0,8) και από 20 ετών και άνω (0,7). Η παλαιότητα αρχίζει να υπολογίζεται μετά δύο έτη από την έκδοση της οικοδομικής άδειας ή από την τελευταία αναθεώρησή της ή από την έκδοση πράξης νομιμοποίησης για αυθαίρετα κτίσματα». Η περίπτ. β΄ αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 6 Νόμ. 1953/21-24 Ιουν. 1991 (ΦΕΚ Α΄ 96), κατωτ. αριθ. 117. γ)Ο συντελεστής ορόφου ορίζεται για υπόγειο (0,8) ισόγειο (0,9), πρώτο όροφο (1), δεύτερο όροφο (1,04), τρίτο όροφο (1,08), τέταρτο όροφο (1,12), πέμπτο όροφο (1,16), έκτο όροφο (1,20), έβδομο όροφο (1,26), όγδοο όροφο και άνω (1,32). δ)Ο συντελεστή θέσης ορίζεται για κατοικίες που είναι πανταχόθεν ελεύθερες ή έχουν πρόσοψη σε πλατεία (1,08). «ε)Ο συντελεστής απόδοσης ακινήτων καθορίζεται σε ποσοστό 5% από 16.8.1988». Η περιπτ. ε΄ αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 22 Νόμ. 1810/5-5 Οκτ. 1988 (ΦΕΚ Α΄ 223), τομ. 2Α σελ. 384,9071). στ)Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων και Εμπορίου, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορεί να αυξάνονται ή να μειώνονται οι συντελεστές των εδαφ. β΄, γ΄ και δ΄ καθώς και ο συντελεστής απόδοσης ακινήτων του εδαφ. ε΄ της παραγράφου αυτής. 2.Σε περιοχές που δεν έχει επεκταθεί η εφαρμογή του άρθρ. 41 του Νόμ. 1249/1982, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρ. 14 του Νόμ. 1473/1984, το μίσθωμα δεν επιτρέπεται να συμφωνηθεί προφανώς μεγαλύτερο από τη μισθωτική αξία του μισθίου, όπως αυτή προκύπτει με βάση τον όροφο, τη θέση, την παλαιότητα, τους χώρους, το εμβαδόν, τα μισθώματα προηγούμενων τυχόν μισθώσεων, καθώς και τα μισθώματα των πλησιέστερων παρόμοιων μισθίων. Αν κατά την σύναψη της μίσθωσης το μίσθωμα που συμφωνήθηκε είναι προφανώς μεγαλύτερο από τη μισθωτική αξία, όπως καθορίζεται παραπάνω, το αρμόδιο κατά το άρθρ. 9 παρ. 1 δικαστήριο, ύστερα από αίτηση του μισθωτή, το μειώνει για τον εφεξής χρόνο στο προσήκον μέτρο. 7.Ζ.α.113 Ενοικιοστάσιο Παράταση μισθώσεων «Άρθρ.8.-1.Οι μισθώσεις ακινήτων, που χρησιμοποιούνται κατά τη μισθωτική σύμβαση για κύρια κατοικία, οι οποίες κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού έχουν λήξει ή είναι αόριστου χρόνου, παρατείνονται μέχρι 31.1.1990, εφ’ όσον ο μισθωτής κάνει χρήση του μισθίου. 2.Τα μισθώματα όλων των μισθώσεων του άρθρου αυτού παραμένουν μέχρι 1.4.1989 στο ύψος που διαμορφώθηκαν, κατά τις διατάξεις αυτού του νόμου, στις 15.8.1988. Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Οικονομικών, Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων και Εμπορίου, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορεί να καθορίζεται από 1.4.1989 ετήσιο ποσοστό αύξησης των μισθωμάτων των μισθώσεων του προηγούμενου εδαφίου. 3.Αγωγές για απόδοση του μισθίου λόγω λήξης του χρόνου μίσθωσης στις μισθώσεις της παρ. 1 δεν μπορούν να ασκηθούν πριν από τη λήξη της μίσθωσης. Η διάταξη του άρθρ. 69 του Κ. Πολ. Δικ. δεν εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση. 4.Η εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων, με τις οποίες έχει διαταχθεί η απόδοση του μισθίου λόγω λήξης συμφωνημένου χρόνου ή λόγω καταγγελίας μίσθωσης αόριστου χρόνου, αναστέλλεται έως τη λήξη ισχύος του νόμου αυτού. Κατά το χρονικό διάστημα της αναστολής λογίζεται ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών ότι η μισθωτική σύμβαση διατηρείται, διέπεται όμως από τις διατάξεις του νόμου αυτού. 5.α)Στις μισθώσεις που έχουν συμφωνηθεί πριν από την ισχύ του νόμου αυτού, καθώς και σε εκείνες που έχουν παραταθεί σύμφωνα με τα εδαφ. β΄ και δ΄ της παρ. 1 του άρθρ. 2 του νομ. 1598/1986, εφ’ όσον ο συμφωνημένος χρόνος λήξης τους ή η λήξη του χρόνου παράτασης επέρχεται μετά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, καταβάλλεται το μίσθωμα που έχει συμφωνηθεί. β)Οι μισθώσεις αυτές παρατείνονται μέχρι τη λήξη της ισχύος του νόμου αυτού. Από το συμφωνημένο χρόνο λήξης ή τη λήξη της παράτασης εφαρμόζονται για τον καθορισμό του μισθώματος αναλόγως οι διατάξεις της παρ. 2. 6.Στις μισθώσεις των παρ. 1 και 5 εφαρμόζονται κατά τα λοιπά οι διατάξεις του νόμου αυτού». Το άρθρ. 8 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 22 Νόμ. 1810/5-5 Οκτ. 1988 (ΦΕΚ Α΄ 223), τόμ. 2Α σελ. 384,9071. Με το άρθρ. 5 του Νόμ. 1872/13-13 Φεβρ. 1990 (ΦΕΚ Α΄ 18), (τόμ. 13 σελ. 244,9921), παρατάθηκε η ισχύς του Νόμ. 1703/1987 όπως τροποποιήθηκε με το άρθρ. 22 του Νόμ. 1810/1988 μέχρι 28-2-1990. Με το άρθρ. 1 Νόμ. 1875/19-21 Φεβρ. 1990 (ΦΕΚ Α΄ 21), κατωτ. αριθ. 115, παρατάθηκε η ισχύς των μισθώσεων των κατοικιών μέχρι 318-1990. Με το άρθρ. 1 του Νόμ. 1898/90 (ΦΕΚ Α΄ 125), κατωτ. αριθ. 116, παρατάθηκε η ισχύς του Νόμ. 1703/87 με την επιφύλαξη των ρυθμίσεων του άρθρ. 3 αυτού. Με το άρθρ. 1 Νόμ. 1953/21-24 Ιουν. 1991 (ΦΕΚ Α΄ 96), κατωτ. αριθ. 117, παρατάθηκε η ισχύς του Νόμ. 1703/87 μέχρι 30.6.1993, με την επιφύλαξη των διατάξεων του εν λόγω Νόμ. 1953/1991. Με το άρθρ. 1 του Νόμ. 2235/31.8-1.9.1994, (ΦΕΚ Α΄ 145), κατωτ. αριθ. 123, παρατάθηκε, η ισχύς του Νόμ. 1703/1987, μέχρι 30.6.1997, με την επιφύλαξη των παρ. 4, 5 και 6 του εν λόγω Νόμ. 2235/1994. Δικονομικές διατάξεις Άρθρ.9.-1.Κάθε διαφορά από μισθώσεις κύριας κατοικίας υπάγεται στην αρμοδιότητα του μονομελούς πρωτοδικείου ή του ειρηνοδικείου ανάλογα με το ποσό του μισθώματος κατά τις διατάξεις των άρθρ. 14 παρ. 1 εδάφ. β΄ και 16 αριθ. 1 του Κ. Πολ. Δικ. Στην αρμοδιότητα των δικαστηρίων αυτών υπάγονται και όλες οι παρεπόμενες διαφορές από τη σύμβαση μίσθωσης ή εξ αφορμής της, καθώς και οι διαφορές του άρθρ. 601 του Αστικού Κώδικα. Οι διαφορές αυτές εκδικάζονται κατά τη διαδικασία των άρθρ. 647 και επ. του Κ. Πολ. Δικ. «2.Δικαστική απόφαση, που διατάσσει απόδοση μισθίου το οποίο χρησιμοποιείται ως κύρια κατοικία, μπορεί να παρέχει προθεσμία μέχρι έξι μήνες από την έκδοσή της για την εκτέλεσή της, εφ’ όσον κατά την κρίση του δικαστηρίου συντρέχουν ειδικοί λόγοι. Σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να εκτελεσθεί η απόφαση που διατάσσει απόδοση μισθίου πριν παρέλθουν σαράντα μέρες από την επίδοση της επιταγής. Το άρθρ. 69 του Κ. Πολ. Δικ. δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις άσκησης αγωγής για απόδοση του μισθίου κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου». Η παρ. 2, όπως είχε αντικατασταθεί από το άρθρ. 4 Νόμ. 1898/90, κατωτ. αριθ. 116, αντικαταστάθηκε και πάλι ως άνω από το άρθρ. 7 Νόμ. 1953/21-24 Ιουν. 1991 (ΦΕΚ Α΄ 96), κατωτ. αριθ. 117. Έναρξη και λήξη ισχύος Άρθρ.10.-1.Με την επιφύλαξη του άρθρ. 6 παρ. 4, τα άρθρ. 1 έως 3 παρ. 1 έως 7 του Νόμ. 1598/1986 καταργούνται. 2.Ο νόμος αυτός αρχίζει να ισχύει από την 1η Φεβρ. 1987 και παύει να ισχύει την 1η Φεβρ. 1990. (Αντί για τη σελ. 332,071(δ) Σελ. 332,071(ε) Τεύχος 1190 – Σελ. 57 Ενοικιοστάσιο 7.Ζ.α.113 Άρθρ.2-«1. η μίσθωση ακινήτου για κατοικία ισχύει τουλάχιστον για 3 έτη, κι αν ακόμη έχει συμφωνηθεί για βραχύτερο χρονικό διάστημα ή για αόριστο χρόνο. Η διάταξη αυτή ισχύει και μετά την 1.7.1997. Σύντμηση της τριετίας επιτρέπεται με νεότερη συμφωνία απέχουσα από την έναρξη της μισθωτικής σύμβασης τουλάχιστον έξι (6) μήνες μετά την κατάρτισή της και αποδεικνυόμενη με συμβολαιογραφικό έγγραφο. Σελ. 332,068(ε) Τεύχος 1190-Σελ. 54 Αν ο συμβατικός χρόνος έχει καθορισθεί μικρότερος της τριετίας και δεν υπάρχει συμφωνία αναπροσαρμογής του μισθώματος για τον υπόλοιπο χρόνο, το καταβαλλόμενο μίσθωμα αυξάνεται με ανάλογη εφαρμογή του άρθρ. 1 παρ. 3 του παρόντος νόμου, ως και την 1.1.1997. Μετά την ημερομηνία αυτή, το καταβαλλόμενο μίσθωμα αυξάνεται ετησίως κατά ποσοστό 75% του τιμάριθμου του κόστους ζωής, όπως αυτό έχει καθορισθεί από την Τράπεζα της Ελλάδος για τους αμέσως προηγούμενους 12 μήνες». Η παρ. 1, αντικαταστάθηκε ως άνω, από την παρ. 5 άρθρ. 1 Νόμ. 2235/31.8.-1.9.1994 (ΦΕΚ Α΄ 145), κατωτ. αριθ. 123. 2.Προκαταβολή μισθώματος επιτρέπεται μόνο για τον τρέχοντα μισθωτικό μήνα. Απαγορεύεται η καταβολή από το μισθωτή εγγυοδοσίας για την εκτέλεση της σύμβασης ποσού μεγαλύτερου από τα μισθώματα δύο μηνών. 3.Η καθυστέρηση καταβολής από το μισθωτή των δαπανών των κοινοχρήστων του μισθίου και κάθε άλλης χρηματικής οφειλής, που αφορά το μίσθιο και κατά τη συμφωνία τον βαρύνει, έχει τα έννομα αποτελέσματα καθυστέρησης του μισθώματος. Το ίδιο ισχύει και όταν ο μισθωτής δεν καταβάλλει την αποζημίωση που έχει επιδικαστεί τελεσίδικα για φθορές ή μεταβολές στο μίσθιο. 4.Ο μισθωτής υποχρεούται να επιτρέψει στον εκμισθωτή ή σε αντιπρόσωπό του, οι οποίοι μπορούν να συνοδεύονται και από εμπειροτέχνη ή πραγματογνώμονα να επισκέπτονται το μίσθιο μία φορά κάθε τρίμηνο, για να διαπιστώνουν την καλή και σύμφωνη με τους όρους της μίσθωσης χρήση του. Αδικαιολόγητη άρνηση του μισθωτή παρέχει στον εκμισθωτή το δικαίωμα άμεσης καταγγελίας της σύμβασης. 7.Ζ.α.113 Ενοικιοστάσιο Λύση της μίσθωσης για ιδιοκατοίκηση και ανοικοδόμηση Άρθρ.3.-1.Αν ο εκμισθωτής ή ο κύριος του μισθίου, σύζυγός τους, ενήλικο τέκνο ή γονέας τους δεν έχει ιδιόκτητη κατοικία στην ίδια πόλη ή σε προάστιό της που να καλύπτει τις οικογενειακές ή ατομικές ανάγκες στέγασής του, ο εκμισθωτής ή εάν κατά τη διάρκεια του μισθωτικού χρόνου έγινε μεταβίβαση της κυριότητας του μισθίου, ο νέος κύριος μπορεί να ζητήσει την απόδοση του μισθίου μετά τη λήξη του συμφωνημένου μισθωτικού χρόνου, όχι όμως πριν από την πάροδο της κατά το άρθρ. 2 παρ. 1 εδάφ. α΄ διετίας. Το δικαίωμα ιδιοκατοίκησης υφίσταται και όταν τα παραπάνω πρόσωπα έχουν άλλη ιδιόκτητη κατοικία στην ίδια πόλη ή προάστιό της στην οποία ενοικούν, εφ’ όσον, λόγω μεταβολής της οικογενειακής τους κατάστασης, έχουν αυξηθεί οι στεγαστικές τους ανάγκες ή έχει καταστεί ασύμφορη η συνέχιση της χρήσης της. Ως πόλη της Αθήνας για την εφαρμογή της παραγράφου αυτής θεωρείται η περιοχή της τέως Διοίκησης της Πρωτεύουσας. «2.Αν το δικαίωμα της ιδιοκατοίκησης ασκείται υπέρ συζύγου, τέκνου ή γονέα, είναι απαράδεκτη η συζήτηση της αγωγής, εφόσον δεν προσκομίζεται έγγραφη δήλωση των προσώπων αυτών που να βεβαιώνει την πρόθεσή τους αυτή. Η δήλωση μπορεί να γίνει και προφορικά στο δικαστήριο κατά τη συζήτηση της αγωγής. Το δικαστήριο ελέγχει την αληθή πρόθεση και τη δυνατότητα του προσώπου υπέρ του οποίου ασκείται το δικαίωμα της ιδιοκατοίκησης, δυνάμενο να διατάξει την αυτοπρόσωπο ενώπιόν του εμφάνισή του». Η παρ. 2 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 5 Νόμ. 1953/21-24 Ιουν. 1991 (ΦΕΚ Α΄ 96), κατωτ. αριθ. 117. 3.Η κατά την παρ. 1 ιδιοκατοίκηση πρέπει να πραγματοποιηθεί μέσα σε προθεσμία τεσσάρων μηνών από την απόδοση του μισθίου και να διαρκέσει δύο τουλάχιστον έτη. 4.Αν, εκτός περιπτώσεων ανωτέρας βίας, η ιδιοκατοίκηση δεν πραγματοποιηθεί εμπρόθεσμα ή δε διαρκέσει δύο τουλάχιστον έτη σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, ο εκμισθωτής και εκείνοι υπέρ των οποίων είχε ασκηθεί το δικαίωμα ιδιοκατοίκησης υποχρεούνται εις ολόκληρο να καταβάλουν ως αποζημίωση του μισθωτή που αποβλήθηκε από το μίσθιο τα έξοδα μετακόμισης και είκοσι τέσσερα μηνιαία μισθώματα. Αξίωση για αποκατάσταση άλλης περαιτέρω ζημίας δεν αποκλείεται. 5.Ο εκμισθωτής μπορεί να ζητήσει την απόδοση του μισθίου μετά τη λήξη του συμφωνημένου χρόνου, όχι όμως πριν από την πάροδο της κατά το άρθρ. 2 παρ. 1 εδάφ. α΄ διετίας, αν ο κύριος του μισθίου προτίθεται να προβεί σε ανοικοδόμηση του ακινήτου και έχει λάβει τη σχετική οικοδομική άδεια. Αν ο κύριος του μισθίου δεν αρχίσει τις εργασίες ανοικοδόμησης μέσα σε δώδεκα μήνες από την απόδοση του μισθίου, οφείλει να καταβάλει στο μισθωτή αποζημίωση ίση με είκοσι τέσσερα μηνιαία μισθώματα. «6.Σε περίπτωση χρησιμοποίησης του μισθίου για κύρια κατοικία ή για μικτή χρήση (κατοικία και επαγγελματική χρήση), αν ο εκμισθωτής ή ο κύριος του μισθίου, σύζυγός τους ή τέκνο τους, δεν έχουν ιδιόκτητο χώρο στην ίδια πόλη ή σε προάστιό της, που να καλύπτει τις ανάγκες στέγασης της επαγγελματικής του δραστηριότητας, ο εκμισθωτής ή ο κύριος μπορεί να καταγγείλει τη μίσθωση και να ζητήσει την απόδοση του μισθίου για ιδιόχρηση μετά τη λήξη του συμβατικού χρόνου της μίσθωσης, όχι όμως πριν περάσει τριετία από την έναρξή της. Προϋποθέσεις της καταγγελίας είναι η πρόθεση και δυνατότητα ιδιόχρησης του μισθίου. Στην περίπτωση αυτή τα αποτελέσματα της καταγγελίας επέρχονται μετά έξι (6) μήνες από την επίδοσή της στο μισθωτή. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του παρόντος νόμου για την ιδιοκατοίκηση». Η παρ. 6 προστέθηκε από την παρ. 4 του άρθρ. 1 Νόμ. 2235/31.8-1.9.1994, (ΦΕΚ Α΄ 145), κατωτ. αριθ. 123. Λύση της μίσθωσης για διατήρηση και ανάπλαση Άρθρ.4.-Αν ο κύριος, επικαρπωτής ή νομέας του κτιρίου, στο οποίο βρίσκεται το μίσθιο, προτίθεται ή οφείλει να πραγματοποιήσει σύμφωνα με το άρθρ. 1 του Νόμ. 1512/1985 (ΦΕΚ 4) εργασίες για τη διατήρηση ή ανάπλασή του που αποκλείουν τη χρήση του μισθίου μπορεί να ζητήσει την απόδοση του μισθίου, εφ’ όσον η δαπάνη των εργασιών αυτών, βάσει της σχετικής οικοδομικής άδειας, υπερβαίνει τα δύο εκατομμύρια πεντακόσιες χιλιάδες δραχμές. Το δικαίωμα αυτό έχει και ο εκμισθωτής. Αν, εκτός περιπτώσεων ανωτέρας, βίας, ο υπόχρεος δεν αρχίσει τις εργασίες διατήρησης ή ανάπλασης του κτιρίου μέσα σε ένα έτος από την απόδοση του μισθίου, οφείλει να καταβάλει στο μισθωτή αποζημίωση ίση με είκοσι τέσσερα μηνιαία μισθώματα. Λύση της μίσθωσης ακινήτων που ανήκουν στους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.). Άρθρ.5.-1.Δήμοι ή κοινότητες που έχουν εκμισθώσει για κατοικία ακίνητα της κυριότητάς τους μπορούν να ζητήσουν την απόδοσή τους αμέσως μετά τη λήξη του συμφωνημένου μισθωτικού χρόνου, όχι όμως πριν από την πάροδο της κατά το άρθρ. 2 παρ. 1 εδάφ. α΄ διετίας, εφ’ όσον ύστερα από απόφαση του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου πρόκειται να χρησιμοποιήσουν τα ακίνητα για κοινωνικούς σκοπούς και ιδιαίτερα για βρεφονηπιακούς σταθμούς, λέσχες για ηλικιωμένα άτομα,. κέντρα νεότητας, σχολές γονέων ή σχολές επαγγελματικού προσανατολισμού. (Αντί για τη σελ. 332,069(δ) Σελ. 332,069(ε) Τεύχος 1190-Σελ. 55 Ενοικιοστάσιο 7.Ζ.α.113 Η σχετική ειδοποίηση προς το μισθωτή γίνεται με έγγραφο βέβαιης χρονολογίας δύο τουλάχιστο μήνες πριν από την ημερομηνία κατά την οποία πρόκειται να χρησιμοποιηθεί το μίσθιο, για το σκοπό για τον οποίο ζητείται η απόδοσή του. 2.Αν ο δήμος ή η κοινότητα δεν αρχίσει μέσα σε ένα τουλάχιστον έτος να χρησιμοποιεί το ακίνητο για το σκοπό για τον οποίο αυτό έχει αποδοθεί και δεν το χρησιμοποιήσει για δύο τουλάχιστον έτη για το σκοπό αυτόν, οφείλει να καταβάλει στο μισθωτή αποζημίωση ίση με είκοσι τέσσαρα μηνιαία μισθώματα. Αξίωση για αποκατάσταση άλλης περαιτέρω ζημίας δεν αποκλείεται. Δικαίωμα επανεγκατάστασης

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.