← Ελλάδα

3. ΒΑΣΙΛΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ της 19/21 Αυγ. 1948 Περί αντικαταστάσεως του εδαφ. β΄ της παρ. 1 του άρθρ. 2 του από 21 Οκτ. 1947 Β. Δ/τος «περί εκτελέσεως του

Εν συντομία

Αυτό το Βασιλικό Διάταγμα τροποποιεί προηγούμενη νομοθεσία σχετικά με τις πολεοδομικές διατάξεις και τους περιορισμούς που πρέπει να τηρούνται για την παροχή διευκολύνσεων στην ανοικοδόμηση. Ουσιαστικά, καθορίζει τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούν οι οικοδομές για να λάβουν φορολογικές απαλλαγές και άλλα ευεργετήματα.

Τι ρυθμίζει

Ποιους αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
3. ΒΑΣΙΛΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ της 19/21 Αυγ. 1948 Περί αντικαταστάσεως του εδαφ. β΄ της παρ. 1 του άρθρ. 2 του από 21 Οκτ. 1947 Β. Δ/τος «περί εκτελέσεως του άρθρ. 1 του Ψηφίσματος ΚΗ΄ περί παροχής διευκολύνσεων δια την ανοικοδόμησιν». Έχοντες υπ’ όψει τας διατάξεις της παρ. 4 του άρθρ. 1 του Ψηφίσματος ΚΗ΄ «περί παροχής διευκολύνσεων δια την υπό ιδιωτών ανοικοδόμησιν» και ιδόντες την υπ’ αριθ. 242 ε.έ. σύμφωνον γνωμοδότησιν του Συμβουλίου Επικρατείας, προτάσει του Ημετέρου Υπουργικού Συμβουλίου, απεφασίσαμεν και διατάσσομεν: Άρθρ.1.-1.Αι κατά το εδάφ. β΄ της παρ. 1 του άρθρ. 2 του Β. Δ/τος της 21 Οκτ. 1947 «περί εκτελέσεως του άρθρ. 1 του Ψηφίσματος ΚΗ΄ κλπ.» πολεοδομικαί διατάξεις και περιορισμοί εν γένει αίτινες δέον να τηρούνται δια την παροχήν των κατά το άρθρ. 1 του αυτού Β. Δ/τος απαλλαγών είναι αι ακόλουθοι: α)Η οικοδομή να κείται επί χώρου νομίμως οικοδομησίμου. (Ν.Δ. 17 Ιουλ. 1923 «περί σχεδίων των πόλεων κλπ.» άρθρ. 26, Β.Δ. της 21.10.1947 «περί εκτελέσεως του άρθρ. 1 του Ψηφίσματος ΚΗ΄ κλπ.» άρθρ. 2 παρ. 4 και 5 κλπ. κανονιστικαί διατάξεις). β)Το οικόπεδον να έχη τα δι’ αυτό ισχύοντα ελάχιστα όρια εμβαδού προσώπου και βάθους. Εν περιπτώσει αποκλειομένου εντός του οικοδομικού τετραγώνου οικοπέδου, να έχη τούτο χαρακτηρισθή νομίμως ως οικοδομήσιμον ή να χαρακτηρισθή μεταγενεστέρως ως τοιούτον εφ’ όσον συντρέχουν αι προς τούτο προϋποθέσεις του νόμου. Παρέκκλισις από του παρόντος εδαφίου επιτρέπεται μόνον 1)όταν πρόκειται περί ριζικής επισκευής ή και ανακατασκεύης οικοδομής καταστραφείσης ή βλαβείσης εξ οιουδήποτε βιαίου συμβάντος ή εξ ανθρωπίνης ενεργείας, ή και θεομηνίας ή εκ τύχης, κειμένης επί οικοπέδου μη αρτίου μεν αλλ’ έχοντος τουλάχιστον 40μ. τετραγωνικά επιφάνειαν και ελάχιστον πρόσωπον και βάθος τουλάχιστον 5 μέτρα, αποκλειομένης της παρεκκλίσεως δια εξ υπαρχής ανοικοδόμησιν οικοπέδου μη αρτίου εφ’ ου δεν προϋπήρχε οικοδομή καταστραφείσα κλπ. ως ανωτέρω, 2)όταν πρόκειται περί οικοπέδου εκτάσεως μεγαλυτέρας των 100 τετραγωνικών μέτρων, αλλ’ υπολειπομένης του ελαχίστου ορίου εμβαδού ουχί όμως πλέον των 5% αυτού. Η κατά το παρόν εδάφ. β΄ επιτρεπομένη παρέκκλισις αναφέρεται και ισχύει μόνον ως προς την παροχήν των κατά το εν αρχή ψήφισμα απαλλαγών και ευεργετημάτων, εν ουδεμιά δε περιπτώσει συνεπιφέρει χαρακτηρισμόν του οικοπέδου ως αρτίου, ουδέ παρακωλύει την νόμιμον προσκύρωσιν ή τακτοποίησιν αυτού εφ’ Σελ. 323 Διευκολύνσεις για την Ανοικοδόμηση 27.Ζ.γ.3 όσον συντρέχουν αι δι’ αυτήν νόμιμοι προϋποθέσεις. (Ν.Δ. 17 Ιουλ. 1923 «περί σχεδίων των πόλεων κλπ.» άρθρ. 9 παρ. 2 εδάφ. 1, κλπ. κανονιστικαί διατάξεις). γ)Να μη καθίσταται αδύνατος, λόγω της ανεγέρσεως της οικοδομής (είτε προ είτε μετά την ισχύν του εν αρχή Β. Δ/τος) άνευ της νομίμου οικοδομικής αδείας ή κατά παράβασιν αυτής, η τακτοποίησις, (ομαδική ή συνήθης) του ιδίου ή και των λοιπών εν τη αυτή περιοχή ιδιοκτησιών. Εφ’ όσον τυχόν κατά τον χρόνον της χορηγήσεως της οικοδομικής αδείας έχει εγκριθή και κοινοποιηθή προς την οικείαν κτηματικήν ομάδα πράξις ομαδικής τακτοποιήσεως οικοπέδων, δια την παροχήν των κατά το εν αρχή ψήφισμα οιωνδήποτε ευεργετημάτων και απαλλαγών απαιτείται όπως η οικοδομή ανεγερθή επί του κατά την πράξιν ταύτην διαμορφουμένου οικοπέδου και συμφώνως προς τας προβλέψεις αυτής, έστω και αν δι’ οιονδήποτε λόγον επιτρέπεται η χορήγησις οικοδομικής αδείας ή και αν ακόμη χορηγηθή τοιαύτη, προς ανοικοδόμησιν αντιθέτως προς τας προβλέψεις και τους ορισμούς της πράξεως τακτοποιήσεως, της τοιαύτης παρά την πράξιν τακτοποιήσεως ανοικοδομήσεως, έστω και βάσει νομίμου οικοδομικής αδείας γενομένης, μη συνεπιφερούσης τας απαλλαγάς και λοιπά ευεργετήματα του εν αρχή Ψηφίσματος. Η απαίτησις αύτη και αι ίδιαι συνέπειαι εν περιπτώσει μη πληρώσεως αυτής ισχύουν και αν δεν πρόκειται περί ομαδικής τακτοποιήσεως αλλά περί διανομής οικοπέδων βάσει του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου γενομένης. (Ν.Δ. 17 Ιουλ. 1923 «περί σχεδίων των πόλεων κλπ.» άρθρ. 42 παρ. 1, 49, 50 και 51 Ν.Δ. 145/46 «περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων κλπ.» κανονιστικαί διατάξεις). δ)Να τηρούνται, δια της οικοδομής ή και του κατά πρόσωπον περιφράγματος αυτής, οι κατά το εγκεκριμένον σχέδιον ρυμοτομίας του οικισμού (πόλεως ή κώμης γενικώς) κοινόχρηστοι χώροι. Εάν τυχόν δεν υπάρχη εγκεκριμένον σχέδιον ρυμοτομίας απαιτείται η δια της οικοδομής ή του περιγράμματος τήρησις των εν τοις πράγμασιν υπαρχόντων και καθ’ οιονδήποτε νόμιμον τρόπον σχηματισθέντων κοινοχρήστων χώρων εν γένει, καθώς και των ακαλύπτων χώρων των προβλεπομένων τυχόν υπό των περί κατασκευής και συντηρήσεως των εθνικών, επαρχιακών και κοινοτικών οδών διατάξεων. (Ν.Δ. 17 Ιουλ. 1923 «περί σχεδίων των πόλεων κλπ.», άρθρ. 23 παρ. 1 εδάφ. Α΄ κλπ.» κανονιστικαί διατάξεις). ε)Να τηρούνται δια των όψεων της οικοδομής, κατά θέσιν ,έκτασιν και διαστάσεις, οι υποχρεωτικώς ακάλυπτοι χώροι του οικοπέδου κατά το πρόσωπον αυτού ή και τα πλάγια ή και τα οπίσθια όρια προς σχηματισμόν αυλών, αναλόγως του ισχύοντος οικοδομικού συστήματος και του ύψους της οικοδομής ή του ποσοστού καλύψεως του οικοπέδου οι προβλεπόμενοι εκ του τυχόν εγκεκριμένου σχεδίου ρυμοτομίας ή και των γενικών ή ειδικών τυχόν εν τη θέσει ταύτη ισχυουσών πολεοδομικών και οικοδομικών διατάξεων ως και εκ των διατάξεων περί κατασκευής και συντηρήσεως των εθνικών, επαρχιακών και κοινοτικών οδών και της τηρήσεως παρ’ αυτάς προκηπίων, πλην των απαιτήσεων του κεφαλαίου VI του ισχύοντος, κατά τον χρόνον της δημοσιεύσεως του παρόντος, Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού (Π.Δ. της 22.4.1929) και των τυχόν απαιτήσεων περί μεγίστου ποσοστού καλύψεως όταν η Σελ. 324 κάτοψις της οικοδομής δεν υπερβαίνη τα 40μ.2. (Ν.Δ. 17 Ιουλ. 1923 «περί σχεδίων των πόλεων κλπ.» άρθρ. 9 παρ. 2, εδάφ. 4, 5, 6 και 7, Β.Δ. της 7.9.1922 «περί τροποποιήσεως του από 27 Νοεμ. 1919 δια τας εντός του σχεδίου της πόλεως Αθηνών οικοδομάς κλπ.» άρθρ. 6, κλπ. κανονιστικαί διατάξεις). ς)Να τηρούνται αι περί του μεγίστου επιτρεπομένου ύψους κατά την πρόσοψιν της οικοδομής και εις το βάθος απ’ αυτής ισχύουσαι γενικαί και ειδικαί διατάξεις ως και αι απαγορεύσεις οιωνδήποτε προσθηκών, υπερυψώσεων ή προεξοχών κ.τ.τ. πέραν των οριακών, οριζοντίων και κεκλιμένων, επιπέδων του ύψους. Ωσαύτως απαιτείται η τήρησις και του ανωτάτου επιτρεπομένου αριθμού ορόφων της οικοδομής, είτε ούτος τυγχάνει ρητώς καθωρισμένος είτε προκύπτει εκ των περί μεγίστου ύψους της οικοδομής και ελαχίστου ύψους ορόφων αυτής κειμένων διατάξεων. (Ν.Δ. 17 Ιουλ. 1923 «περί σχεδίων των πόλεων κλπ.» άρθρ. 9, παρ. 2 εδάφ. 2 και 3, Γενικός Οικοδομικός Κανονισμός του Κράτους, άρθρ. 88, 89, 90, 91 και 92, ως ετροποποιήθησαν ή συνεπληρώθησαν, Β.Δ. της 23 Μαΐου 1934 «περί ύψους οικοδομών Αθηνών και Περιχώρων, ως μεταγενεστέρως συνεπληρώθη και ετροποποιήθη» κλπ. κανονιστικαί διατάξεις). ζ)Το κατώφλιον της οικοδομής να είναι υψομετρικώς τοποθετημένον συμφώνως προς την τυχόν εγκεκριμένην υψομετρικήν διάταξιν της οδού ή συμφώνως προς το τυχόν εγκεκριμένον υψομετρικόν διάγραμμα ή συμφώνως προς το υπό του οικείου Δήμου ή Κοινότητος τυχόν χορηγούμενον, αιτήσει του ενδιαφερομένου, υψόμετρον ή συμφώνως προς το τυχόν υπό της Αρχής καθορισθέν τοιούτον επί των σχεδίων της οικοδομής ή επί της οικοδομικής αδείας. (Γενικός Οικοδομικός Κανονισμός του Κράτους άρθρ. 23 παρ. 1 αλλά μόνον ως προς την στάθμην του κατωφλίου, κλπ. κανονιστικαί διατάξεις). η)Εις πάσας τας πόλεις της Χώρας να έχη κατασκευασθή καθ’ άπαν το πρόσωπον του οικοπέδου το κράσπεδον και η επικάλυψις του πεζοδρομίου εις θέσιν και με διαστάσεις και υλικά νομίμως καθωρισμένα. Όπου δεν έχει γίνη τοιούτος καθορισμός, καθορίζει ταύτα, αιτήσει του ενδιαφερομένου, η χορηγούσα την οικοδομικήν άδειαν Αρχή δυναμένη να επιτρέπη εκτός των κεντρικών τμημάτων των πόλεων και επικάλυψιν δια ψηφίων ή απλού χώματος. Η τήρησις του εδαφίου τούτου απαιτείται μόνον εφ’ όσον κατά την κρίσιν της αρχής, η τμηματική αύτη κατασκευή του πεζοδρομίου εις την προσήκουσαν θέσιν δεν συνεπάγεται κίνδυνον δια την κυκλοφορίαν του κοινού. (Γενικός Οικοδομικός Κανονισμός, άρθρ. 24, παρ. 1, κλπ. κανονιστικαί διατάξεις). θ)Να τηρούνται αι ειδικαί τυχόν διατάξεις αι ορίζουσαι δια ωρισμένας οδούς ή τμήματα πόλεων ελάχιστον αριθμόν ή ελαχίστην συνολικήν έκτασιν ορόφων, ή αι απαγορεύουσαι ωρισμένας χρήσεις (π.χ. εργοστάσια ή καταστήματα ή θεραπευτήρια κλπ.), των ακινήτων εις ωρισμένας θέσεις των πόλεων ή κομών εν γένει, ή αι απαιτούσαι προς ανέγερσιν της οικοδομής την προσκόμισιν ειδικών βεβαιώσεων ή εγκρί27.Ζ.γ.3 Διευκολύνσεις για την Ανοικοδόμηση σεων ετέρων Αρχών ή αι απαιτούσαι την τήρησιν ελαχίστων αποστάσεων από ωρισμένων θέσεων ή αρτηριών ή την τήρησιν άλλων όρων ως πολεοδομικών προϋποθέσεων δια ειδικάς τινας εγκαταστάσεις (ως εργοστάσια κλπ.) ή αι περιορίζουσαι την κατασκευήν κλειστών εξωστών όπου τυχόν επιτρέπονται τοιούτοι και να μη εκκρεμή δια την οικοδομήν ή δι’ οιονδήποτε τμήμα αυτής, οιαδήποτε πράξις άρσεως κινδύνου προερχομένου ειδικώς εξ στατιστικής ανεπαρκείας αυτής. (Ν.Δ. 17 Ιουλ. 1923 «περί σχεδίων των πόλεων κλπ.» άρθρ. 9 παρ. 2, εδάφ. 8 άρθρ. 10 παρ. 1 και 2, άρθρ. 11, 12, 14, 15 και 17 κλπ. Π.Δ/μα της 13 Απρ. 1929 «περί επικινδύνων οικοδομών κλπ.» κανονιστικαί διατάξεις). ι)Να τηρούνται, επί πλέον των ανωτέρω ειδικώς αι απαιτήσεις των ακολούθων άρθρων του Π.Δ. της 22 Απρ. 1929 «περί Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού του Κράτους» ως μεταγενεστέρως ετροποποιήθησαν και συνεπληρώθησαν και ως εν συνεχεία ορίζεται: 43 παρ. 2, 47 παρ. 1, 60 παρ. 1, 69 (των σχετικών παρεκκλίσεων θεωρουμένων ως δεκτών ασχέτως του πληθυσμού του οικισμού ή του χαρακτήρος ως πόλεως ή κώμης ή των αποστάσεων από των ορίων του οικοπέδου) 70 παρ. 1, 76 παρ. 2 και 3, 79 παρ. 4, 94 παρ. 2, εδάφια δεύτερον και τρίτον, αλλά μόνον όσον αφορά το μέγεθος της προεξοχής των ανιουσών ή κατιουσών βαθμίδων ή κλιμάκων, 95 παρ. 1 αλλά μόνον όσον αφορά το ελάχιστον ύψος από του πεζοδρομίου και το μέγιστον όριον προεξοχής των εξωστών πέραν του ενός μέτρου, 96 παρ. 3, 4, 6 και 9 αλλά μόνον όσον αφορά το ελάχιστον ύψος από του πεζοδρομίου, το μέγιστον όριον προεξοχής και την απαγόρευσιν στηρίξεως ή προσδέσεως επί κοινοχρήστων χώρων των προστεγασμάτων, 112 παρ. 1, 114 παρ. 2 και 3, 115 παρ. 3 και 4, 121 παρ. 1 είτε δια πρώτην φοράν αναγείρεται ο μεσότοιχος ή το τμήμα αυτού, είτε ανεγείρεται ούτος εκ νέου μετά την κατάρρευσιν ή κατεδάφισιν αυτού έστω και αν υπήρχον προηγουμένως απ’ αυτών ανοίγματα εκλείψαντα μετά την κατάρρευσιν κλπ. αυτού, της σχετικής συμφωνίας των γειτόνων ούσης δεκτής και αν έτι δεν τηρούνται αι κατά την παράγραφον ταύτην αποστάσεις των 2.50 και των 2.00 μ. από του ανοίγματος), 137 δια πάσαν οικοδομήν επισκευασθείσαν ή ανεγερθείσαν μετά την ισχύν του εν αρχή Β. Δ/τος, είτε δια πρώτην φοράν είτε εις αντικατάστασιν προϋπαρξούσης τοιαύτης. Η τήρησις των άρθρων τούτων απαιτείται όπου ταύτα ευρίσκονται εν ισχύϊ. ια)Να μη έχη γίνη εν τοις πράγμασι, κατ’ εκτίμησιν της αρχής υπέρβασις του προϋπολογισμού των οικοδομικών εργασιών καταβαλλομένης εν αντιθέτω περιπτώσει, συμπληρωματικής κρατήσεως 1% επί της γενομένης υπερβάσεως, ή επί της όλης αξίας των εργασιών εφ’ όσον τυχόν αύτη είχεν αρχικώς δηλωθή μικροτέρα του ελαχίστου ποσού εφ’ ου επιβάλλεται κράτησις και εν τοις πράγμασιν υπερέβη το ποσόν αυτό. (Ψήφισμα ΚΗ΄»περί παροχής διευκολύνσεων δια την ανοικοδόμησιν άρθρ. 2 παρ. 3). 2.Η χορήγησις της κατά το άρθρ. 2 του εν αρχή Β.Δ. της 21.10.47 βεβαιώσεως ουδόλως συγχωρεί οιανδήποτε τυχόν οικοδομικήν παράβασιν του ιδιοκτήτου υποχρεουμένου εις την κατά νόμον άρσιν ταύτης ανεξαιρέτως παραβάσεως. Άρθρ.2.-1.Προς χορήγησιν των κατά το εν αρχή ψήφισμα απαλλαγών και ευεργετημάτων επιβάλλεται όπως η τήρησις πασών των κατά το προηγούμενον άρθρον απαιτήσεων πραγματοποιείται υφ’ ολοκλήρου της θεωρουμένης οικοδομής, κυρίας ή και εσωτερικής, είτε δι’ ολόκληρον είτε δια τμήμα μόνον αυτής, καθ’ ύψος ή κατ’ όροφον, ζητείται η εφαρμογή των μέτρων του ψηφίσματος και ουχί απλώς και μόνον υπό του τμήματος της οικοδομής δι’ ο τυχόν και μόνον ζητείται η εφαρμογή των μέτρων τούτων. Δεν ισχύει όμως η απαίτησις αύτη δια υφιστάμενα τμήματα οικοδομών ανεγερθέντα προ της ισχύος των σχετικών ως ανωτέρω (άρθρ.1) διατάξεων. Ωσαύτως επιβάλλεται όπως δια των τυχόν βοηθητικών παραρτημάτων της οικοδομής τηρούνται αι κατά το ανωτέρω άρθρ. 1 υπό εδάφ. α) β) γ) και δ) απαιτήσεις, ως και αι σχετικαί τυχόν δι’ αυτά γενικαί ή ειδικαί διατάξεις αι ορίζουσαι την μεγίστην επιτρεπομένην όπως καλυφθή δι’ αυτών ή δι’ αυτών και της οικοδομής έκτασιν και όπως ταύτα μη κείνται επί υποχρεωτικών τυχόν προκηπίων. Πάντως δια την εφαρμογήν του Ψηφίσματος ΚΗ΄ η τήρησις των ως άνω απαιτήσεων δεν επιβάλλεται καθ’ ό μέτρον έχει ήδη τυχόν επιτραπή νομίμως παρά της Αρχής, προ της ανεγέρσεως της οικοδομής, παρέκκλισις απ’ αυτών προβλεπομένη εκ του νόμου. Τοιαύτη όμως παρέκκλισις εγκρινομένη τυχόν δι’ οιονδήποτε λόγον, μετά την ανέγερσιν της οικοδομής, εις ουδεμίαν περίπτωσιν δύναται να ληφθή υπ’ όψιν προς χορήγησιν των κατά το υπ’ όψει ψήφισμα φορολογικών απαλλαγών κλπ. ευεργετημάτων. Προκειμένου περί οικοδομών οριζοντίου κατ’ όροφον ιδιοκτησίας εάν η παράβασις οιασδήποτε των ανωτέρω απαιτήσεων εντοπίζεται εις διαμέρισμα αυτοτελούς κατ’ όροφον ιδιοκτησίας ή και εις τμήμα μόνον αυτού χωρίς αύτη να επεκτείνεται εις τα κοινής χρήσεως ή αδιαιρέτου ιδιοκτησίας μέρη ή εγκαταστάσεις της όλης οικοδομής, αποκλείεται η παροχή των εκ του Ψηφίσματος οικονομικών απαλλαγών και λοιπών ευεργετημάτων δι’ ολόκληρον το αυτοτελές διαμέρισμα εφ’ ου η παράβασις, δια τας υπολοίπους αυτοτελείς οριζοντίας ιδιοκτησίας της ιδίας οικοδμής εφ’ ων δεν σημειούται παράβασίς τις παρεχομένων των σχετικών απαλλαγών κλπ. Εάν η οιαδήποτε παράβασις σημειούται, εν όλω ή και εν μέρει εις τα κατά τας εκάστοτε περί ιδιοκτησίας κατ’ ορόφους διατάξεις, κοινής χρήσεως ή αδιαιρέτου ιδιοκτησίας μέρη ή εγκαταστάσεις της οικοδομής αποκλείεται η παροχή των κατά το Ψήφισμα οικονομικών απαλλαγών και λοιπών ευεργετημάτων δι’ απάσας τας οριζοντίους ή κατ’ όροφον ιδιοκτησίας τας εξυπηρετουμένας δια των τοιούτων κοινής χρήσεως ή αδιαιρέτου ιδιοκτησίας μερών ή εγκαταστάσεων. Εμπίπτουν εις παράβασιν εδάφους (μη αρτιότητος οικοπέδου, καλύψεως υποχρεωτικώς ακαλύπτου χώρου του οικοπέδου κττ.) όχι μόνον τα αμέσως επί του εδάφους κείμενα αυτοτελή διαμερίσματα οριζοντίου ιδιοκτησίας, αλλά και παν έτερον υπέρ αυτά διαμέρισμα οιουδήποτε κτιρίου, αντιστοιχούν καθ’ ύψος εις την παράβασιν του εδάφους. 2.Εάν οποτεδήποτε μετά την χορήγησιν της ως ανωτέρω βεβαιώσεως εκτελεσθή οιαδήποτε οικοδομική εργασία ή προξενηθή οιαδήποτε μεταβολή του οικοπέδου μη αναγκαστικώς επιβληθείσα δια πράξεως της Αρχής, τοιαύτη ώστε λόγω αυτής να μη τηρήται πλέον απαίτησίς τις εκ των του προηγουμένου άρθρου ισχύουσα ήδη και κατά τον χρόνον εκτελέσεως της εργασίας ή της μεταβολής του οικοπέδου, και εφ’ όσον εντός τριών μηνών από της οριστικής και τελεσιδίκου διαπιστώσεως της αυθαιρεσίας ταύτης, δεν αρθή αύτη, δι’ οιονδήποτε ανεξαιρέτως λόγον, ολοσχερώς κατά τα υπό της Αρχής διαταχθησόμενα, διακόπτεται οριστικώς η παροχή ή η συνέχισις της παροχής οιασδήποτε απαλλαγής ή ευεργετήματος εκ του Ψηφίσματος ΚΗ΄, καθίσταται δε απαιτητή η καταβολή εκ των υστέρων πασών των μέχρι της στιγμής ταύτης παρασχεθεισών οικονομικών απαλλαγών του άρθρ. 1 του ως άνω Β. Δ/τος. Η αρμοδία αρχή άμα τη παρόδω της ως άνω προθεσμίας άνευ συμμορφώσεως του υποχρέου προς την σχετικήν οριστικήν και τελεσίδικον πράξιν αυτής, ειδοποιεί περί αυτού τον οικονομικόν Έφορον της περιφερείας εν η το ακίνητον όστις υποχρεούται όπως ζητήση αμέσως από την κατά το άρθρ. 3 παρ. 4 του ως ανωτέρω Δ/τος Επιτροπήν την ανάκλησιν της αποφάσεως αυτής περί παροχής απαλλαγής δια το υπ’ όψει ακίνητον, ισχυούσης και εφαρμοζομένης αναλόγως και εν τη περιπτώσει της ανακλήσεως, της όλης διαδικασίας του άρθρ. 3 παρ. 4, 5, 6, 7, 8 και 9 του σχετικού ως ανωτέρω Β. Δ/τος της 21 Οκτ. 1947. Μετά την τελικήν απόφασιν περί ανακλήσεως της χορηγηθείσης απαλλαγής ο οικείος οικονομικός Έφορος οφείλει να προβή εις την βεβαίωσιν των ω-ς άνω παρασχεθεισών και Σελ. 325 Διευκολύνσεις για την Ανοικοδόμηση 27.Ζ.γ.3 οφειλομένων ήδη οικονομικών απαλλαγών και εις την επίσπευσιν της εισπράξεως αυτών. 3.Εις πάσαν περίπτωσιν οιασδήποτε αμφισβητήτως όσον αφορά την εφαρμογήν του παρόντος ή την προς εφαρμογήν του παρόντος ερμηνείαν οιασδήποτε πολεοδομικής ή οικοδομικής διατάξεως εις οιανδήποτε ανεξαιρέτως πόλιν ή κώμην βεβλαμένην ή μη ή εις την ύπαιθρον, αποφαίνεται ο Υπουργός της Ανοικοδομήσεως μετά γνώμην του Συμβουλίου Ανοικοδομήσεως. Αρμοδία Αρχή δια την εφαρμογήν του παρόντος είναι η χορηγούσα εκάστοτε την ως ανωτέρω βεβαίωσιν. 4.Η κατά την παρ. 6 του άρθρ. 6 του εν αρχή Β.Δ. της 21 Οκτ. 1947 αποζημίωσις παρέχεται και εις τους ελέγχοντας και τους εκδίδοντας την κατά την παρ. 6 του άρθρ. 2 του αυτού Β. Δ/τος θετικάς ή αποθετικάς βεβαιώσεις, κατά τα δια κοινών αποφάσεων των Υπουργών Οικονομικών και Ανοικοδομήσεως ορισθησόμενα. Εις τον αυτόν επί της Ανοικοδομήσεως Υπουργόν ανατίθεται η δημοσίευσις και η εκτέλεσις του παρόντος Β. Δ/τος.

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.