📄 Κείμενο νόμου
14. ΝΟΜΟΘΕΤ. ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ' αριθ. 99 της 5/8 Οκτ. 1974 (ΦΕΚ Α' 295) Περί συνταξιοδοτήσεως των Προέδρων ή Αντιπροέδρων της Κυβερνήσεως, των Βουλευτών, ως και των οικογενειών αυτών. Άρθρ. 1.-Δικαιούνται εις ισόβιον σύνταξιν εκ του Δημοσίου Ταμείου: α) Οι Πρόεδροι και Αντιπρόεδροι Κυβερνήσεων περιβληθεισών ψήφον εμπιστοσύνης της Βουλής, εφ' όσον εις το αξίωμα τούτο συνεπλήρωσαν 6 τουλάχιστον μήνας. Η κατά τ' ανωτέρω διάταξις έχει εφαρμογήν και δια τους διατελέσαντας εις τας ανωτέρω θέσεις. β) Οι εις την ανωτέρω περίπτωσιν αναφερόμενοι έχοντες αναγνωρισμένον δικαίωμα αποζημιώσεως, λόγω εξόδων παραστάσεως, ανεξαρτήτως χρόνου καθ' ον διετέλεσαν εις τας εν αυταίς θέσεις. γ) Οι Πρόεδροι και Αντιπρόεδροι Κυβερνήσεων περιβληθεισών ψήφον εμπιστοσύνης της Βουλής, εάν αποχωρήσουν της θέσεώς των λόγω σωματικής ή διανοητικής ανικανότητος, προελθούσης εκ τραύματος ή νοσήματος, ως και αι οικογένειαι των εν υπηρεσία αποβιούντων, ανεξαρτήτως χρόνου καθ' ον διετέλεσαν εις τας θέσεις ταύτας. Το πάθημα τούτων, εξ επισήμων στοιχείων αποδεικνυόμενον, θεωρείται εν πάση περιπτώσει ως οφειλόμενον προδήλως και αναμφισβητήτως εις την υπηρεσίαν των. Η διάταξις αύτη έχει εφαρμογήν και δια τους αποχωρήσαντας και τας οικογενείας των προ της ισχύος του παρόντος αποβιωσάντων εν υπηρεσία. Η μηνιαία σύνταξις των οικογενειών των Προέδρων Κυβερνήσεως, οίτινες απέκτησαν δικαίωμα συντάξεως μέχρι της ενάρξεως ισχύος του Ν.Δ. 99/1974 ωρίσθη ίση προς την εκάστοτε καταβαλλομένην εις τους βουλευτάς βουλευτικήν αποζημίωσιν, δια του άρθρ. 3 Νόμ. 171/1975 (τόμ. 29 σελ. 90, 657). Βλ. και άρθρ. 4 του αυτού Νόμ. 171/1975. Άρθρ.7.-Δια θέματα αναφερόμενα εις την υπό του παρόντος συνταξιοδότησιν και μη ρυθμιζόμενα υπ' αυτού, εφαρμόζονται αναλόγως αι διατάξεις του Α.Ν. 1854/1951, ως ετροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως. Άρθρ.8.-1.Επί του ποσού πάσης και δι' οιονδήποτε λόγον καταβαλλομένης παροχής εις τους εν ενεργεία τελούντας Βουλευτάς, ένεκα της ιδιότητός των ταύτης, επιβάλλεται κράτησις υπέρ του Δημοσίου, λόγω συντάξεως, εκ 10%. 2.Το προϊόν της κατά την προηγουμένην παράγραφον κρατήσεως εν ουδεμιά περιπτώσει επιστρέφεται εις τους καταβαλόντας αυτήν, έστω και αν ούτοι δεν δικαιωθούν, τελικώς, συντάξεως εκ του Δημοσίου. Άρθρ.9.-1.Συνταξιούχοι του Δημοσίου εν γένει, εκλεγόμενοι Βουλευταί, δικαιούνται, κατά την διάρκειαν της βουλευτείας των, κατ' επιλογήν, είτε της ανηκούσης αυτοίς συντάξεως εκ του Δημοσίου Ταμείου είτε της καταβαλλομένης εις τους διατελούντας Βουλευτάς αποζημιώσεως, παραφυλαττομένων των διατάξεων της παρ. 3 του άρθρ. 58 του Α.Ν. 1854/51, ως ετροποποιήθη μεταγενεστέρως. 2.Εν η περιπτώσει οι κατά το προηγούμενον εδάφιον Βουλευταί, ήθελον επιλέξει την, ης δικαιούνται, εκ του Δημοσίου σύνταξιν αντί της Βουλευτικής των αποζημιώσεως, η κατά το άρθρ. 8 κράτησις ενεργείται επί της συντάξεως ταύτης. Άρθρ.10.-1.Από της δημοσιεύσεως του παρόντος νόμου καταργούνται: α) Το Ν.Δ/μα της 15 Ιουλ. 1936 "περί απονομής συντάξεως εις τας οικογενείας Προέδρων Δημοκρατίας και Κυβερνήσεων". Συντάξεις απονεμηθείσαι βάσει του καταργουμένου τούτου Ν.Δ/τος διατηρούνται και μετά την κατάργησίν του. β) Το Ν.Δ. 581/1941 "περί παροχής αποζημιώσεως λόγω εξόδων παραστάσεως εις τους διατελέσαντας Προέδρους της Δημοκρατίας και Κυβερνήσεων", ως ετροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως. γ) Αι παρ. 3 και 4 του άρθρ. 71 του Α.Ν. 1854/1951 "περί απονομής των πολιτικών και στρατιωτικών συντάξεων". δ) Ο Α.Ν. 197/1967 "περί τρόπου συνταξιοδοτήσεως επί ειδικών τινών περιπτώσεων". ε) Το άρθρ. 4 του Α.Ν. 232/1967 "περί ρυθμίσεως αντικειμένων αρμοδιότητος του Ταμείου Ασφαλίσεως Βουλευτών κλπ." ως αντικατεστάθη δια του άρθρ. 2 του Ν.Δ. 198/1969 "περί τροποποιήσεως διατάξεών τινων του Α.Ν. 232/1967". ς) Ο Α.Ν. 270/1967 "περί παρατάσεως της προθεσμίας εφαρμογής του Α.Ν. 197/1967". ζ) Ο Α.Ν. 557/1968 "περί αντικαταστάσεως του Α.Ν. 197/1967". η) Το Ν.Δ. 264/1969 "περί αντικαταστάσεως του εδαφ. 5 του άρθρ. 71 του Α.Ν. 1854/1951". θ) Το Ν.Δ. 622/1970 "περί συνταξιοδοτήσεως των οικογενειών των αποβιούντων εν υπηρεσία Πρωθυπουργών κλπ.". ι) Το Ν.Δ. 914/1971 "περί συμπληρώσεως των διατάξεων του Α.Ν. 197/1967". ια) Το Ν.Δ. 1208/1972 "περί επεκτάσεως της εφαρμογής των διατάξεων του Ν.Δ. 581/1941 και εις τους διατελέσαντας Αντιβασιλείς". ιβ) Το Ν.Δ. 128/1973 "περί συνταξιοδοτήσεως Βουλευτών κλπ." εξαιρέσει των άρθρ. 15 παρ. 1 και 16 των αναφερομένων εις την κατάργησιν του Ταμείου Ασφαλίσεως Βουλευτών. ιγ) Το Ν.Δ. 129/1973 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του Α.Ν. 557/1968". ιδ) Το Ν.Δ. 188/1973 "περί προσθήκης διατάξεως εις την παρ. 2 του άρθρ. 14 του Α.Ν. 1854/1951". Δικαιώματα συντάξεως γεννηθέντα υπέρ δημοσίων εν γένει υπαλλήλων, βάσει της καταργουμένης διατάξεως, διατηρούνται και μετά την δημοσίευσιν του παρόντος νόμου, ανεξαρτήτως χρόνου αναγνωρίσεως τούτων. Αι διατάξεις του προηγουμένου εδαφίου έχουσιν εφαρμογήν αναλόγως και προκειμένου περί των υποβαλόντων αίτησιν παραιτήσεως, εν όψει της καταργουμένης, ως άνω, διατάξεως, μέχρι της δημοσιεύσεως του παρόντος. ιε) Πάσα ετέρα διάταξις αντικειμένη εις το παρόν Ν.Δ/μα ή ρυθμίζουσα θέματα ρυθμιζόμενα δια του παρόντος. (Αντί για τη σελ. 202, 01(γ) Σελ. 202,01(δ) Τεύχος ΣΤ62 - Σελ. 123 Συντάξεις Υπουργών και Βουλευτών 1.Ζ.η.14 2.Η δια του Νόμ. 4470/1965 (ανωτ. αριθ. 47) απονεμηθείσα σύνταξις ορίζεται από 1ης Οκτ. 1974 ίση προς την εκάστοτε σύνταξιν Βουλευτού έχοντος δεκαπενταετή βουλευτείαν, μη εχουσών εν προκειμένω εφαρμογήν των διατάξεων του άρθρ. 7 του Α.Ν. 232/1967. Άρθρ.11.-Συντάξεις ή αποζημιώσεις, λόγω εξόδων παραστάσεως, απονεμηθείσαι βάσει των δια του προηγουμένου άρθρου καταργουμένων διατάξεων εις πρόσωπα υπέρ ων δεν συντρέχουν αι προϋποθέσεις του παρόντος νόμου διακόπτονται από 1ης Οκτ. 1974 δια πράξεως της Υπηρεσίας Συντάξεων του Γ.Λ.Κ. οίκοθεν εκδιδομένης. Από της αυτής χρονολογίας άρχεται καταβαλλομένη και η τυχόν παρ' αυτών δικαιουμένη, βάσει ετέρων διατάξεων, σύνταξις εκ του Δημοσίου. Άρθρ.12.-Εις τους δικαιουμένους κατά τας διατάξεις του παρόντος συντάξεως και εις τα μέλη των οικογενειών αυτών παρέχεται νοσοκομειακή και ιατροφαρμακευτική περίθαλψις, οία η εις δημοσίους υπαλλήλους α' βαθμού ειδικών θέσεων. Άρθρ.13.-Η ισχύς του παρόντος άρχεται από της δημοσιεύσεώς του εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός εάν άλλως ορίζεται εν αυτώ. Διατάξεις περί συνταξιοδοτήσεως βουλευτών βλ. εν άρθρ. 8-10 Ψηφ. Ζ'/1975 (ανωτ. σελ. 192, 25). 15. ΑΠΟΦΑΣΗ Δ.Σ. του ΙΚΑ υπ' αριθ. 59 της 2/16 Δεκ. 1980 (ΦΕΚ Β' 1277) Περί τρόπου καταβολής των εισφορών για την αναγνώριση προϋπηρεσίας βουλευτών, Υπουργών, Υφυπουργών, Γεν. Γραμματέων Υπουργείων και Νομαρχών. Άρθρ. 2.-1.Δικαιούνται ισοβίου συντάξεως εκ του Δημοσίου Ταμείου οι διατελέσαντες και εφ' εξής διατελούντες Βουλευταί επί 4 τουλάχιστον πλήρη έτη, συνεχώς ή διακεκομμένως. "Κατεξαίρεση δικαιούνται ισόβια σύνταξη από το Δημόσιο Ταμείο και όσοι έχουν χρόνο ασφάλισης στο Ταμείο Ασφάλισης Βουλευτών, που καταργήθηκε, από 3 τουλάχιστον έτη και 6 μήνες, για τη συμπλήρωση του οποίου συνυπολογίζεται και χρόνος φυλάκισης, εκτόπισης ή κράτησης κατά την περίοδο του δικτατορικού καθεστώτος της 21ης Απριλίου 1967, θεωρούμενος σαν χρόνος ασφάλισης". Το μέσα σε « » δεύτερο εδάφιο αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 3 άρθρ. 32 Νοεμ. 1489/1984, ΦΕΚ Α' 170 (τομ. 29, σελ. 90, 791). Σύμφωνα με την παρ. 1 άνω άρθρ. 32 Νόμ. 1489/1984 οι διατάξεις των παρ. 1 και 2 άρθρ. 5 Ζ' Ψηφίσματος 1975 (ΦΕΚ Α' 23) για τον υπολογισμό του φόρου εισοδήματος της Βουλευτικής αποζημίωσης εφαρμόζονται και στις άνω συντάξεις. 2.Ως χρόνος βουλευτείας νοείται και ο χρόνος εις θέσιν Πληρεξουσίου ή Γερουσιαστού, ως και ο χρόνος εις θέσιν Βουλευτού ή Πληρεξουσίου εν τη Κρητική και Σαμιακή Πολιτεία. "Επίσης λογίζεται ως χρόνος βουλευτείας ολόκληρη η διάρκεια της βουλευτικής περιόδου για αγωνιστές της εθνικής αντίστασης των οποίων ακυρώθηκε η εκλογή από το ειδικό συνταγματικό δικαστήριο, για έλλειψη νομίμων προσόντων του εκλογίμου, επειδή ήταν πολιτικοί κρατούμενοι ή είχαν καταδικασθεί με κατηγορίες στηριζόμενες στα κοινωνικά τους φρονήματα ενώ είχαν εκλεγεί και ανακηρυχθεί βουλευτές". Το μέσα σε « » εδάφιο προστέθηκε από το άρθρ. 26 Νόμ. 1694/1987, (ΦΕΚ Α' 35) (Τόμ. 29, σελ. 90, 802) (διόρθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Α' 42/30.3.1987). (Αντί για τη σελ. 201(ν) Σελ. 201(ξ) Τεύχος 1321 Σελ. 51 Συντάξεις Υπουργών και Βουλευτών 1.Ζ.η.13-14 «3.Όπου στο νόμο αυτόν απαιτείται χρόνος βουλευτείας, νοείται ο πράγματι διανυθείς χρόνος σε θέση βουλευτή, ανεξάρτητα από τυχόν μεταγενέστερη έκπτωση από το βουλευτικό αξί-ωμα». Η παρ. 3, αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 6 άρθρ. 5 Νόμ. 2512/24-27 Ιουν. 1997 (ΦΕΚ Α΄138), τόμ. 29 σελ. 90,893. Σύμφωνα δε με την παρ. 7 του ίδιου άρθρου Νόμ. 2512/1997, ορίστηκε ότι: Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου έχουν εφαρμογή και για όσους έχουν διατελέσει βουλευτές στο παρελθόν, καθώς και για τις οικογένειες όσων από αυτούς έχουν αποβιώσει, τα δε οικονομικά αποτελέσματα από τη θεμελίωση ή την αύξηση της σύνταξης αρχίζουν από την πρώτη του επόμενου μήνα εκείνου της υποβολής της σχετικής αίτησης από τους ενδιαφερομένους 4.Διατελέσαντες Βουλευταί, και, εν περιπτώσει θανάτου, αι οικογένειαι αυτών, έχοντες ανεγνωρισμένον δικαίωμα συντάξεως εκ του καταργηθέντος Ταμείου Ασφαλίσεως Βουλευτών, έστω και αν αύτη δεν κατεβάλλετο, κατ' εφαρμογήν των διατάξεων του άρθρ. 4 του Α.Ν. 232/1967, ως αντικατεστάθη δια του άρθρ. 2 του Ν.Δ. 198/1969, κατά τον χρόνον καταργήσεως του εν λόγω Ταμείου, μη δικαιούμενοι δε συντάξεως κατά τας διατάξεις του παρόντος, διατηρούν την, ης εδικαιούντο κατά την κατάργησιν του εν λόγω Ταμείου, σύνταξιν, προσαυξημένην κατά 35% προσαυξανομένην δε από της δημοσιεύσεως του παρόντος κατά το εκάστοτε ποσοστόν αυξήσεως των συντάξεων του Δημοσίου των μη καθοριζομένων βάσει μισθού ενεργείας. Άρθρ. 3.-1.Δικαίωμα εις σύνταξιν εκ του Δημοσίου Ταμείου αποκτούν μετά τον θάνατον των, κατά τας διατάξεις του παρόντος νόμου, δικαιουμένων συντάξεως ή των διατηρησάντων την, ης εδικαιούντο εκ του καταργηθέντος Ταμείου Ασφαλίσεως Βουλευτών, τοιαύτην, και τα οριζόμενα υπό των εκάστοτε ισχυουσών περί πολιτικών συνταξιούχων διατάξεων μέλη της οικογενείας αυτών και υπό τας εν αυταίς προϋποθέσεις, εφαρμοζομένας αναλόγως.πλήρους τετραετούς, τουλάχιστον, Βουλευτείας αποβιούντων Βουλευτών, ανεξαρτήτως, εάν ούτοι είχον δικαιωθή συντάξεως κατά τον χρόνον του θανάτου αυτών. Σελ. 202(ξ) Τεύχος 1321 Σελ. 52 «Δικαίωμα σύνταξης αποκτούν και οι οικογένειες των βουλευτών που δεν έχουν θεμελιώσει δικαίωμα βουλευτικής σύνταξης και πεθαίνουν κατά την εκτέλεση διατεταγμένης υπηρεσίας» Το μέσα σε «» εδάφιο προστέθηκε από την περίπτ. α΄ της παρ. 10 άρθρ. 3 Νόμ. 2768/7-8 Δεκ. 1999 (ΦΕΚ Α΄273), κατωτ. αριθ. 19. Σύμφωνα δε με την περίπτ. στ΄ ιδίας παραγράφου, η ισχύς των διατάξεων της παραγράφου αυτής αρχίζει από την 1 Σεπτ. 1999. 3.Μέλη οικογενειών δικαιούμενα εκ του Δημοσίου πλειόνων της μιας συντάξεων, βάσει των διατάξεων του παρόντος και βάσει ειδικών νόμων, απορρεουσών εκ του αυτού προσώπου, δικαιούνται, κατ' επιλογήν των, της μιας εκ τούτων. 1.Ζ.η.14 Συντάξεις Υπουργών και Βουλευτών Άρθρ. 4.-1.Το ποσόν της μηνιαίας συντάξεως, των περί ων το άρθρ. 1 του παρόντος ορίζεται εις τα 80% του συνόλου των εκάστοτε συνταξίμων αποδοχών του Προέδρου του Αρείου Πάγου. "2.Το ποσό της μηνιαίας σύνταξης των προσώπων της παρ. 1 του άρθρ. 2 του Ν.Δ. 99/1974 ορίζεται στο ένα τέταρτο του συνόλου της βουλευτικής αποζημίωσης που καταβάλλεται εκάστοτε. Το ποσό αυτό προσαυξάνεται κατά ποσοστό 25 τοις εκατό για κάθε πλήρες έτος βουλευτείας μέχρι το δέκατο έτος και κατά ποσοστό 10 τοις εκατό για κάθε επί πλέον πλήρες έτος βουλευτείας πέραν του δεκάτου έτους. Σε καμιά περίπτωση το ποσό της μηνιαίας σύνταξης δεν μπορεί να είναι ανώτερο του 80 τοις εκατό του συνόλου της βουλευτικής αποζημίωσης". Η παρ. 2 αντικαταστάθηκε ως άνω από το εδάφιο πρώτο άρθρ. 29 Νόμ. 1694/1987 (ΦΕΚ Α' 35) (Τόμ. 29 σελ. 90, 802) (Διόρθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Α' 42/30-3-1987). 3.(Καταργήθηκε από το εδάφιο δεύτερο του άρθρ. 29 Νόμ. 1694/1987, ΦΕΚ Α' 35, Τόμ. 29, σελ. 90, 802, διόρθ. σφάλμ. στο ΦΕΚ Α' 42/30-3-1987) 3(4).Αι εκάστοτε ισχύουσαι διατάξεις περί του ποσού της συντάξεως των οικογενειών των τακτικών δημοσίων υπαλλήλων εφαρμόζονται και επί των περί ων τα άρθρ. 1 περίπτ. γ' και 3 του παρόντος οικογενειών. Η μέσα σε ( ) παρ. 4 αναριθμήθηκε σε παρ. 3 από το άρθρ. 29 Νόμ. 1694/1987 (ΦΕΚ Α' 35) (Τόμ. 29 σελ. 90, 802) (διόρθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Α' 42/30-3-1987). Με την 29245/378/092/30 Μαρτ.-1 Απρ. 1998, (ΦΕΚ Β΄318), απόφ. Υπ. Οικονομικών ορίστηκε ότι: 1.Οι διαφορές που προκύπτουν μεταξύ της σύνταξης που καταβάλλονταν την 31 Δεκ. 1996 και της αναπροσαρμοζόμενης, σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμ. 2521/1997, σύνταξης των προσώπων που διέπονται από τις διατάξεις του άρθρ. 29 του Νόμ. 1694/1987 (ΦΕΚ 35 Α ), θα καταβληθούν σταδιακά ως εξής: α)10% της διαφορά αυτής από 1.1.1997. β) Άλλο 20% της διαφοράς αυτής από 1.9.1997. γ)Άλλο 30% της διαφοράς αυτής από 1.1.1998 και δ) Το υπόλοιπο 40% της διαφοράς αυτής από 1.7.1998. 2.Από την απόφαση αυτή προκαλείται ετήσια δαπάνη σε βάρος του Κρατικού Προϋπολογισμού 2.500.000 δραχμών, η οποία για το 1998 θα περιορισθεί στο ποσό των 2.340.000.000 δραχμών». Άρθρ. 5.-1.Η κατά το προηγούμενον άρθρον σύνταξις καταβάλλεται εις μεν τους μετά την έναρξιν της ισχύος του παρόντος νόμου διατελούντας υπό τινα των εν άρθρ. 1 και 2 αυτού ιδιοτήτων από της επιούσης της αποχωρήσεως αυτών εκ της θέσεώς των, εξαιρέσει των μη συμπληρωσάντων το 55ον έτος της ηλικίας των Βουλευτών, εις ους η σύνταξις καταβάλλεται από της συμπληρώσεως του έτους τούτου, εις δε τους προ της ενάρξεως της ισχύος του νόμου τούτου διατελέσαντας υπό τινα των εν λόγω ιδιοτήτων, από της δημοσιεύσεως μεν αυτού, εφ' όσον δικαιούχοι ταύτης τυγχάνουν Πρόεδροι ή Αντιπρόεδροι Κυβερνήσεων, αφ' ης διακόπτεται και η τυχόν καταβαλλομένη αυτοίς αποζημίωσις λόγω εξόδων παραστάσεως, από 1ης δε Οκτ. 1974, εφ' όσον δικαιούχοι τυγχάνουν Βουλευταί, έχοντες ήδη αναγνωρισμένον δικαίωμα συντάξεως εκ του καταργηθέντος Ταμείου Ασφαλίσεως Βουλευτών ή εκ του Δημοσίου, επιφυλασσομένων εν πάση περιπτώσει και των διατάξεων του άρθρ. 60 του Α.Ν. 1854/1951. Η συμπλήρωσις του κατά το προηγούμενον εδάφ. 55ου έτους της ηλικίας των Βουλευτών λογίζεται γενομένη την 31ην Δεκεμβρίου του έτους καθ' ο συμπληρούται τούτο. "2.Η υπό των διατάξεων του παρόντος νομοθετικού διατάγματος προβλεπομένη σύνταξις καταβάλλεται, ανεξαρτήτως εάν οι δικαιούχοι ταύτης δικαιούνται και ετέρας συντάξεως ή βοηθήματος εκ του Δημοσίου ή Ασφαλιστικού τινος Οργανισμού κυρίας ή επικουρικής ασφαλίσεως. Η διάταξις της παρ. 4 του άρθρ. 58 του Α.Ν. 1854/1951, ως ηρμηνεύθη αυθεντικώς υπό του άρθρ. 4 του Ν.Δ. 2704/1951 "περί συμπληρώσεως συνταξιοδοτικών διατάξεων", δεν έχει εφαρμογήν εν προκειμένω". Η παρ. 2 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 1 άρθρ. 30 Νόμ. 955/1979, (ΦΕΚ Α' 189), τόμ. 29 σελ. 90,653. 3-6.(Καταργήθηκαν από την παρ. 2 άρθρ. 30 Νόμ. 955/1979, ΦΕΚ Α' 189, τόμ. 29 σελ. 90,653). 3(7).Η έναρξις πληρωμής της συντάξεως των οικογενειών των μετά την έναρξιν της ισχύος του παρόντος αποβιούντων ορίζεται πληρωτέα από της επιούσης του θανάτου του εξ ου έλκυον το εις σύνταξιν δικαίωμα. (Αντί για τη σελ. 202,001) Σελ. 202,001(α) Τεύχος 1321 Σελ. 53 Συντάξεις Υπουργών και Βουλευτών 1.Ζ.η.14 1.Ζ.η.14 Συντάξεις Υπουργών και Βουλευτών Άρθρ.6.-1.Αι κατά το παρόν Ν.Δ/μα, συντάξεις, περιλαμβανομένων και των περί ων τα άρθρ. 2 παρ. 4 και 5 παρ. 3 και 4 αυτού, κανονίζονται παρά της Υπηρεσίας Συντάξεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, εφαρμοζομένων εν τω κανονισμώ τούτω των διατάξεων του Α.Ν. 599/1968 "περί της διαδικασίας κανονισμού των συντάξεων του Δημοσίου". 2.Δια πράξεως της αυτής Υπηρεσίας, ενεργείται οίκοθεν και η προσαρμογή των συντάξεων των ήδη συνταξιούχων Βουλευτών προς τας διατάξεις του παρόντος. 3.Εν η περιπτώσει η, μέχρις εκδόσεως της κατά την προηγουμένην παράγραφον πράξεως ή αποφάσεως, καταβληθείσα εις τους δικαιούχους σύνταξις είναι ανωτέρα ή κατωτέρα της υπό των διατάξεων του παρόντος νόμου προβλεπομένης, τα μεν αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά αναζητούνται τα δε μη καταβληθέντα αποδίδονται εις τους δικαιούχους. 4.Δια τους μη δικαιωθέντας συντάξεως κατά τας προϊσχυούσας του παρόντος διατάξεις, δικαιουμένους δε κατά τας διατάξεις αυτού, η αναγνώρισις του εις σύνταξιν δικαιώματος τούτων, και, εν περιπτώσει θανάτου, των οικογενειών αυτών ενεργείται τη αιτήσει των, υποβαλλομένη εντός έτους από της δημοσιεύσεως του παρόντος, η δε έναρξις πληρωμής της συντάξεώς των ορίζεται από της πρώτης του μηνός της χρονολογίας εκδόσεως της σχετικής πράξεως ή αποφάσεως.
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.