📄 Κείμενο νόμου
5. ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ Ι.Κ.Α. Αριθ. 55 της 29 Φεβρ. 1952 Συμπληρωματικαί οδηγίαι αφορώσαι την εφαρμογήν των περί των παροχών του κλάδου συντάξεων διατάξεων του Α.Ν. 1846/51. Δια την ομοιόμορφον ρύθμισιν σχετικών με τας παροχάς του κλάδου συντάξεων θεμάτων, προκυψάνατων κατά την εφαρμογήν του Α.Ν. 1846/51, παρέχομεν τας κάτωθι οδηγίας, τροποποιούντες εν μέρει, όπου τούτο ενδείκνυται τας δια προηγουμένων διαταγών δοθείσας: Α.Κριτήριον περί του εφαρμοστέου νόμου Εις ας περιπτώσεις η αιτουμένης σύνταξις βασίζεται εις ασφαλιστικήν περίπτωσιν, ήτις έλαβε χώραν προ του χρόνου εφαρμογής του Α.Ν. 1846/51, ήτοι προ της 1-8-51 κρίνεται, ήδη σκόπιμος ή απόκλισις εκ της δια της υπ’ αριθ. 97/51 εγκυκλίου τεθείσης αρχής. Ούτω: Ι.Επί αναγνωρίσεως συντάξεως λόγω θανάτου ησφαλισμένου ασχέτως του χρόνου ενασκήσεως του δικαιώματος, ο χρόνος επελεύσεως του θανάτου δέον να καθορίζη τον εφαρμοστέον νόμον. Αιτήσεις, επομένως, εμπροθέσμως υποβαλλόμεναι και μετά την 1-8-1951, προς αναγνώρισιν συνταξιοδοτικού δικαιώματος λόγω θανάτου επισυμβάντος προ της 1-8-51, χρόνου ισχύος των περί παροχών διατάξεων του Α.Ν. 1846, δέον να κρίνωνται κατά τας διατάξεις του ν. 6298, τόσον δια την πλήρωσιν των χρονικών προϋποθέσεων, όσον και ως προς το αναγνωριστέον ποσόν συντάξεως κλπ. Προκειμένου περί αφανείας, οίκοθεν νοείται ότι κριτήριον περί του εφαρμοστέου νόμου δέον να αποτελή η ημέρα-προ ή μετά την 1-8-51 αφ’ ης ο ησφαλισμένος εκηρύχθη άφαντος. ΙΙ.Όσον αφορά την συνταξιδότησιν λόγω γήρατος, λαμβανομένου υπ’ όψιν, ότι η θεμελίωσις της ασφαλιστικής ταύτης περιπτώσεως δεν πραγματοποιείται δια της επελεύσεως αντικειμενικού τίνος γεγονότος, ως επί θανάτου, αλλ’ ήρτηται κυρίως εξ αυτής ταύτης της βουλήσεως του ησφαλισμένου, εφ’ όσον ούτος και μετά την συμπλήρωσιν του νομίμου Σελ. 273 Συντάξεις 15Β.Ζ.α.4-5 ορίου ηλικίας έχει την εκλεκτικήν ευχέρειαν να συνεχίση ή μη την εργασίαν του, ως κριτήριον περί του εφαρμοστέου νόμου θα λαμβάνεται ο χρόνος της υποβολής της σχετικής αιτήσεως. Άπασαι επομένως αι μετά την 1-8-51 υποβληθείσαι αιτήσεις συνταξιοδοτήσεως της ανωτέρω κατηγορίας θέλουν κριθή κατά τας διατάξεις του Α.Ν. 1846/51. ΙΙΙ.Επί αναγνωρίσεως συντάξεως λόγω αναπηρίας δέον να γίνη διάκρισις των περιπτώσεων, καθ’ ας δεν έχει προηγηθή της συνταξιοδοτήσεως επιδότησις και εκείνων, καθ’ άς έχει προηγηθή τοιαύτη. Προκειμένου περί των περιπτώσεων της πρώτης κατηγορίας και επειδή δια τον αυτόν λόγον υπαγορεύεται η τήρησις των ανωτέρω επί γήρατος εκτεθέντων, δέον να γίνη δεκτόν, ότι ο εφαρμοστέος νόμος καθορίζεται εκ του χρόνου, καθ’ ον υποβάλλεται η αίτησις, προϋποτιθεμένου ότι κατά τον χρόνον τούτον συνυπάρχει και η κατά νόμον αναπηρία. Επί περιπτώσεων αφ’ ετέρου, καθ’ ας ο ησφαλισμένος αιτείται συνταξιοδότησιν λόγω αναπηρίας συνεπεία ατυχήματος ή νόσου, δια την αυτήν δε αιτίαν έχει διαπιστωθεί προηγουμένως ανικανότης του προς εργασίαν, εύλογον είναι, όπως το αιτούμενον συνταξιοδοτικόν δικαίωμα και εις ην έτι περίπτωσιν δεν έχει πραγματοποιηθεί επιδότησις-κρίνεται κατά τον νόμον τον ισχύοντα καθ’ ον χρόνον διεπιστώθη η τοιαύτη προς εργασίαν ανικανότης, υπό την προϋπόθεσιν βεβαίως, ότι έκτοτε εξηκολούθησε συνυπάρχον και το προς συνταξιοδότησιν απαιτούμενον ποσοστόν αναπηρίςα, στοιχείον, περί του οποίου θα γνωματεύουν τα αρμόδια υγειονομικά όργανα. Τούτο δε διότι, εφ’ όσον η παρεχομένη δια της διατάξεως του άρθρ. 29 παρ. 5 εδ. β΄ του Α.Ν. 1846/51 δυνατότης αναδρομής της συνταξιοδοτήσεως εις χρονικήν περίοδον προ του χρόνου ισχύος του Α.Ν. 1846/51 αποτελεί εκλεκτικήν ευχέρειαν του ησφαλισμένου, δεν κρίνεται εύλογον να αποβή ει βάρος του ησφαλισμένου εκείνου, όστις επέλεξε μεν αρχικώς την επιδότησιν, πλην όμως δεν πληροί τας μεταγενεστέρως θεσπιθείσας αυστηροτέρας προϋποθέσεις συνταξιοδοτήσεως του. Προς ρύθμισιν όθεν, επί τη βάσει των ανωτέρω σκέψεων, αιτήματος περί αναδρομικής καταβολής συντάξεως δια προ του Α.Ν. 1846/51 χρονικήν περίοδον, είναι ορθόν, όπως το όλον συνταξιοδοτικόν δικαίωμα κρίνεται κατά τας διατάξεις του ν. 6298, συμψηφιζομένων των καταβληθέντων επιδομάτων με τας ας ήθελε δικαιωθή ο αιτών, αναδρομικώς συντάξεις, άλλως, το δικαίωμα δέον να κρίνεται κατά τας διατάξεις του Α.Ν. 1846/51. Σελ. 274 Β.Περί του τρόπου υπολογισμού των λόγων θανάτου συντάξεων. Κατά τας συνδυασμένας διατάξεις του άρθρου 29 και τις ειδικής διατάξεως της παρ. 12 του άρθρ. 20 του Α.Ν. 1846, δια τον υπολογισμόν των ποσοστών συντάξεως των δικαιοδόχων λαμβάνεται το ποσόν της συντάξεως, ου θα εδικαιούτο ο θανών ησφαλισμένος, εάν κατά την ημέραν του θανάτου του καθίστατο ανάπηρος. Δεδομένου δε, ότι εις ας περιπτώσεις ο θάνατος του ησφαλισμένου οφείλεται εις εργατικόν ατύχημα, ο υπολογισμός του ου θα ανεγνωρίζετο αυτώ ποσού συντάξεως θα ενηργείτο κατά την διάταξιν του άρθρ. 29 παρ. 2 του ν. 1846, δέον να γίνη ερμηνευτικώς δεκτόν, ότι υπολογιζομένης της συντάξεως του θανόντος επί τη βάσει της προνομιακής ταύτης διατάξεως, θα καθορισθώσιν εν συνεχεία βάσει αυτής και τα ποσοστά των δικαιουμένων συντάξεως μελών οικογενείας του. Γ .Αναπροσαρμογή από 1 Αυγούστου και των ποσοστών των δικαιοδόχων. Συνεπεία της διατάξεως του άρθρ. 29 παρ. 8 του Α.Ν. 1846/51 εις την λόγω θανάτου κατηγορίαν συνταξιούχων, εξακολουθεί κατά κανόνα καταβαλλόμενον το προ της 1ης Αυγούστου ποσόν συντάξεως. Κατά την διάταξιν όμως του άρθρ. 20 παρ. 8 του Α.Ν. 1846/51 άλλως καθορίζονται τα ποσοστά των δικαιοδόχων (το 40% της χήρας ανήλθεν εις 80%). Αναπροσαρμοζομένων όθεν από 1ης Αυγ. 1951 και των ποσοστών των δικαιοδόχων, ρυθμίζονται, κατά τον λυσιτελέστερον τρόπον αι περιπτώσεις, καθ’ ας επί χωριστής καταβολής της συντάξεως χηρεύει η μερίς ενός των δικαιοδόχων, διότι δι’ αφαιρέσεως του εις το ποσοστόν τούτου αναλογούντος ποσού συντάξεως ευκόλως εξευρίσκεται το εις τους λοιπούς καταβλητέον. Σημειούμεν εν τούτοις, ότι η αναπροσαρμογή του ποσοστού της χήρας εν συνδυασμώ με τα ποσοστά των λοιπών μετ’ αυτής δικαιοδόχων δέον ως προς το καταβλητέον ποσόν συντάξεως να τελώσιν υπό τον περιορισμόν της διατάξεως του άρθρ. 28 παρ. 9 εδ. 3 του Α.Ν. 1846/51. Εάν επομένως η εις την χήραν και το τέκνον θανόντος ησφαλισμένου καταβαλλομένη σύνταξις προ της 1-8-51 ανήρχετο εις 220.000 δραχμάς, το ποσόν της χήρας (40%) ήτο 146.600 του δε τέκνου (20%) ήτο 73.400 δραχμάς, από της 1-8-51 και επειδή το ποσόν της συντάξεως του τέκνου, συμφώνως προς 15Β.Ζ.α.5 Σύνταξη 15Β.Ζ.α.5 Συντάξεις την διάταξιν του άρθρ. 29 παρ. 8 εδ. 2 Α.Ν. 1846/51 δέον να παραμείνη εις 73.400 δραχ. της χήρας θα αυξηθή μόνον εις 147.000 δρχ. μολονότι τυπικώς το ποσοστόν όπερ αύτη δικαιούται θέλει ανεπροσαρμοσθή εις 80%. Εφιστώμεν πάντως υμετέραν προσοχήν μετά τον δια της υπ' αριθ. 6280/52 Κοινής Υπουργικής αποφάσεως καθορισμόν κατωτάτων ορίων συντάξεων, ότι το ποσόν της συντάξεως των δικαιοδόχων δεν δύναται εν ουδεμία περιπτώσει να είναι κατώτερον των 300.000 δραχμών μη επηρεαζομένων ούτε εκ τυχόν εκλείψεως τινός εκ τούτων. Δ.Ποσόν εφ’ άπαξ αποζημιώσεως ή βοηθήματος Ως γνωστόν, δια τον καθορισμόν του ποσού της αναγνωριζομένης κατά τας διατάξεις του ν. 6298 εφ’ άπαξ αποζημιώσεως λόγω αναπηρίας η θανάτου, ως και του χορηγουμένου εις τας συνταξιούχους χήρας εφ’ άπαξ βοηθήματος εις περίπτωσιν τελέσεως νέου γάμου, ελαμβάνετο υπ' όψιν βάσει της υπ' αριθ. 14414/41 Υπουργικής αποφάσεως το ποσόν της συντάξεως τη καταβαλλομένης κατά τον χρόνον της εκδόσεως της σχετικής αποφάσεως. Ήδη, ληξάσης την 31-7-51 της ισχύος της ανωτέρω Υπουργικής αποφάσεως, μη προβλεπομένων δε υπό του Α.Ν. 1846/51 των ανωτέρω παροχών, εύλογον είναι όπως ανεξαρτήτως πλέον του χρόνου εκδόσεως της σχετικής αποφάσεως το ποσόν των αιτουμένων εφ’ άπαξ αποζημιώσεων ή βοηθημάτων καθορισθή επί τη βάσει του κατά την 31-7-51, τελευταίαν ημέραν ισχύος της ανωτέρω Υπουργικής αποφάσεως καταβλητέου ποσού συντάξεως. Ε.Περί των κατά τον χρόνον ισχύος του ν. 6298 ημερών επιδοτήσεως λόγω ανεργίας ή φυματιώσεως. Δεδομένου ότι κατά την διάταξιν του άρθρ. 28 εδ. α΄ του Α.Ν. 1846/51 δια τη πλήρωσιν των προϋποθέσεων προς αναγνώρισιν δικαιώματος επί τας παροχάς του κλάδου συντάξεων απαιτείται η πραγματοποίησις του εν τω άρθρω τούτω οριζομένου αριθμού «ημερών εργασίας», έπεται ότι δεν καθίσταται πλέον δυνατή η προσμέτρησις εις ταύτας και των ημερών επιδοτήσεως λόγω φυματιώσεως ή λόγω ανεργίας, έστω και αν ακόμη η τοιαύτη επιδότησις επραγματοποιήθη κατά την προ της 1-8-51 χρονική περίοδον. Η τοιαύτη λύσις αφορά, ως εικός, τας περιπτώσεις, καθ’ ας τα θεμελιούντα το δικαίωμα επί τας παροχάς γεγονότα έλαβον χώραν από 1-8-51 και εφεξής. Εις τα περιπτώσεις όμως (περί ων ανωτέρω Α΄) καθ’ ας τα εν λόγω γεγονότα (θάνατος, αναπηρία συντρέχουσα με επιδοτουμένην ανικανότητα, υποβολή αιτήσεως απονομής συντάξεως λόγω γήρατος), επήλθον μέχρι 31-7-51, αι ημέραι επιδοτήσεως λόγω ανεργίας ή φυματιώσεως θα προσμετρηθούν, διότι κατά την έναρξιν ισχύος του Α.Ν. 1846/51 δεν ήσαν απλά στοιχεία ασφαλιστικής προσδοκίας, αλλά προϋποθέσεις θεμελιωθέντος ήδη δικαιώματος. ΣΤ.Ημέραι εργασίας πραγματοποιούμενοι υπό συνταξιούχου κατά τον χρόνον αναστολής της συντάξεώς του. Εις ας περιπτώσεις συνταξιούχος λόγω αναπηρίας ή γήρατος επραγματοποίησεν υπό τους υπό του άρθρ. 29 παρ. 7 εδ. γ΄ το Α.Ν. 1846/51 καθοριζομένους περιορισμούς ημέρας εργασίας δια της συνεχίσεως της ασφαλίσεώς του, ούτος δύναται να αιτήσηται την προσμέτρησίν των, υπό τη προϋπόθεσιν βεβαίως, ότι ο ενεργούμενος εν προκειμένω νέος καθορισμός του ποσού της συντάξεως του (ανακατάταξις εις κλάσιν βάσει του νέου τεκμαρτού ημερομισθίου) αποβαίνει προς το συμφέρον του αιτούντος. Άλλως δέον να επαναληφθή η προ της αναστολής συνταξιοδότησις ως κατωτέρω αναπτύσσεται. Ζ.Δια την επανασυνταξιοδότησιν δεν κρίνεται εκ νέου το δικαίωμα. Δεδομένου ότι κατά την διάταξιν του άρθρου 29 παρ. 7 εδ. γ΄ του Α.Ν. 1846/51 εις τας εν αυτώ καθοριζομένας περιπτώσεις αναλήψεως εργασίας υπό συνταξιούχου επέρχεται, «αναστολή» της συνταξιοδοτήσεως, έπεται, ότι διακοπείσα υπό το κράτος των διατάξεων του ν. 6298 εκ του εν τη ανωτέρω διατάξεις λόγου συνταξιοδότησις είναι δυνατόν ν’ αναβιώση, εφ’ όσον αρθούν οι υπαγορεύσαντες την διακοπήν της λόγοι, αδιαφόρως αν πληρούνται ή μη αι υπό του Α.Ν. 1846 καθοριζόμεναι νέαι χρονικαί προϋποθέσεις, διότι αύται έχουσι κριθή πλέον κατά την αρχικήν ανεγνώρισιν του δικαιώματος. Η.Αι χρονικαί προϋποθέσεις δεν κρίνονται εκ νέου εις περίπτωσιν μεταβιβάσεως συντάξεως Αι υπό της διατάξεως της παρ. 6 του άρθρ. 28 του Α.Ν. 1846/51 απαιτούμεναι χρονικαί προϋποθέσεις δια την αναγνώρισιν του συνταξιοδοτικού δικαιώματος εις τας εν τω αυτώ άρθρω αναφερομένας κατηγορίας δικαιοδόχων αφορούν τας περιπτώσεις θανάτου ησφαλισμένου. Διότι εάν ο θανών ετύγχανε συνταξιούχος λόγω αναπηρίας ή γήρατος ή ελάμβανεν επίδομα αναπροσαρμογής, εύλογον είναι, όπως το δικαίωμα των εν τω αυτώ άρθρω αναφερομένων προσώπων μη τελή υπό την αίρεσιν της πληρώσεως των χρονικών προϋποθέσεων των παρ. 1 και 2 του άρθρ. 28 του Α.Ν. 1846/51, εφ’ όσον ελήφθησαν ήδη, δια την απονομήν συντάξεως εις τον θανόντα, υπ’ όψιν αι προϋποθέσεις του τότε ισχύοντος ν. 6298/34. Σελ. 275 Συντάξεις 15Β.Ζ.α.5 Θ.Μετατροπή αιτίας συνταξιοδοτήσεως Αι αυταί σκέψεις υπαγορεύον όπως συμφώνως προς τας παρασχεθείσας και δια της υπ’ αριθ. 44/51 ημετέρας, εγκυκλίου οδηγίας, εις ας περιπτώσεις αιτείται, μετατροπή της αιτίας συνταξιοδοτήσεως μη κρίνωνται εκ νέου αι χρονικαί προϋποθέσεις δεδομένου ότι ήδη έχουν αύται κριθή κατά τον χρόνον αναγνωρίσεως του ου αιτείται η μετατροπή συνταξιοδοτικού δικαιώματος. Επομένως συμπληρωθέντος του νομίμου ορίου ηλικίας είναι δυνατή, τη αιτήσει του ενδιαφερομένου, η μετατροπή της ης λαμβάνει λόγω αναπηρίας συντάξεως εις τοιαύτην λόγω γήρατος. Ι.Ο υπολογισμός των συντάξεων ενεργείται κατά την διάταξιν του άρθρ. 37. Διευκρινίζομεν και αύθις, ότι η διάταξις της παρ. 6 του άρθρ. 25 του Α.Ν. 1846 αναφέρεται εις την αμέσως προηγουμένην παρ. 5 του αυτού άρθρου την σχετικήν με την κατάταξιν εις κλάσεις ωρισμένων κατηγοριών ησφαλισμένων. Ο υπολογισμός όθεν των ποσών των συντάξεων και του επιδόματος αναπροσαρμογής θέλει ενεργήται κατά την ειδικήν διάταξιν του άρθρ. 37 του Α.Ν. 1846/51. Επειδή όμως είναι ενδεχόμενον ο ησφαλισμένος να μη έχη πραγματοποιήσει ημέρας εργασίας κατά τα τελευταία δύο ημερολογιακά έτη τα αμέσως προηγούμενα του έτους, καθ’ ο υποβάλλεται η περί συνταξιοδοτήσεως αίτησις, δέον να λαμβάνωνται υπ’ όψιν τόσαι ημέραι, όσας ούτος επραγματοποίησε κατά τα δύο τελευταία έτη προ της αποχωρήσεώς του εκ της εργασίας. Τέλος και ίνα μη ο κατά τον ανωτέρω τρόπον πραγματοποιούμενος υπολογισμός του ποσού συντάξεως αποβαίνη ανεπιεικής εις ας περιπτώσεις ησφαλισμένοι, ως ιδία οι φυματικοί τοιούτοι, έχουν διακόψει από μακρού την απασχόλησίν των ενίοτε και από αυτής της κατοχικής περιόδου, εις τοιαύτας περιπτώσεις ενδείκνυται ανάλογος ερμηνευτική εφαρμογή της διατάξεως του άρθρ. 29 παρ 8 εδ. β΄ του Α.Ν. 1846/51, των υπό των ανδρών ησφαλισμένων πραγματοποιηθεισών ημερών εργασίας αναγομένων εις την 5ην ασφαλιστικήν κλάσιν των δε υπό γυναικών εις την 3ην τοιαύτην. ΙΑ.Επί εφαρμογής της διατάξεως του άρθρ. 28 παρ. 5 του Α.Ν. 1846/51 δέον να λαμβάνεται υπ’ όψιν ο χρόνος υποβολής της αιτήσεως. Επί περιπτώσεων απονομής συντάξεως επί τη βάσει της διατάξεως του άρθρ. 28 παρ. 5 του Α.Ν. 1846/51 ο υπολογισμός των ελλειπόντων μηνών προς συμπλήρωσιν του 60ου ή 65ου έτους, δέον να ενεργήται βάσει του μηνός καθ’ ον υποβάλλεται η περί συνταξιοδοτήσεως αίτησις. Διευκρινίζομεν δε, ότι το ούτω αναγνωριζόμενον μειωμένον ποσόν Σελ. 276 συντάξεως καθίσταται το οριστικώς καταβλητέον αποκλειομένου πλέον νέου υπολογισμού του ποσού συντάξεως του δικαιούχου άμα τη συμπληρώσει του υπό του άρθρ. 28 παρ. 1 εδ. β΄ οριζομένου ορίου ηλικίας του. ΙΒ.Επίδομα αναπροσαρμογής. Σχετικώς, με τη εφαρμογήν του άρθρ. 28 παρ. 2 εδ. β΄ του Α.Ν. 1846 και λαμβανομένου υπ’ όψιν, ότι το δια της διατάξεως ταύτης προβλεπομένων επίδομα αναπροσαρμογής αποτελεί κατ’ ουσίαν νέον είδος παροχής, το πρώτον θεσπιζόμενον υπό του Α.Ν. 1846/51, δέον να λεχθή, ότι η αναγνώρισις του δικαιώματος τούτου τελεί υπό την αίρεσιν της πληρώσεως των προς τούτο καθοριζομένων χρονικών προϋποθέσεων. Προς τούτοις δέον να σημειωθεί ότι το ως άνω επίδομα αποτελεί παροχήν δυναμένην να χορηγηθή είτε ως αυτοτελής παροχή, είτε και να επακολουθήση την λόγω αναπηρίας απονεμηθείσαν σύνταξιν ή και να προηγηθή ταύτης εις περιπτώσεις βελτιώσεως ή επιδεινώσεως της καταστάσεως του αναπήρου. Κατ’ απόκλισιν όμως της αρχής ταύτης επί συντάξεως λόγω αναπηρίας απονεμηθείσης κατά τας διατάξεις του ν. 6298, εφ’ όσον επέρχεται διακοπή ταύτης μετά την 1-8-51, αφ’ ης κατά τα προεκτεθέντα θεσπίζεται το ανωτέρω επίδομα αναπροσαρμογής, δέον να θεωρηθή ορθόν και δίκαιον, όπως, εφ’ όσον ο τέως συνταξιούχος κριθή αμέσως εν συνεχεία ανάπηρος εις ποσοστόν ανώτερον του 33%, τύχη και ούτος της πληρεστέρας ταύτης προστασίας του νέου νόμου, επιβοηθούμενος εις την ανεύρεσιν εργασίας δια της παροχής του εν λόγω επιδόματος αναπροσαρμογής. ΙΓ .Παραγραφή Τέλος η περί παραγραφής διάταξις του άρθρου 40 παρ. 6 εδ. β΄ του Α.Ν. 1846 δέον πλέον να εφαρμόζεται μόνον προκειμένου περί δικαιώματος εις σύνταξιν λόγω θανάτου της εν ασκήσεως πάντως του λόγω αναπηρίας ή γήρατος τούτου περιοριζομένης χρονικώς δια των τασσσομένων δια του άρθρ. 28 προϋποθέσεων. Ειδικώτερον κατ’ ανάλογον ερμηνευτικήν εφαρμογήν των σχετικών διατάξεων του εισαγωγικού νόμου του Αστικού Κώδικος, αι περί παραγραφής διατάξεις του ανωτέρω άρθρου δέον να τύχη εφαρμογής και επί των κατά την έναρξιν της ισχύος των διατάξεων τούτων γεγεννημένων, αλλά μήπω εισέτι παραγραφεισών αξιώσεων (άρθρ. 18 παρ. 1 υπ’ αριθ. 2783/41 Εισαγ. Νόμου του Α.Κ.) Εφ’ όσον δηλονότι ή υπό του κράτος του ν. 6298 γεγεννημένη αξίωσις εφ’ άπαξ αποζημίωσεως ή βοηθήματος δεν είχε παραγραφεί κατά την έναρξιν της ισχύος του Α.Ν. 1846, παραγράφεται μετά πάροδον πενταετίας αφ’ ης κατέστη απαιτητή. 15Β.Ζ.α.5 Σύνταξη 15Β.Ζ.α.5 Συντάξεις Αφ’ ετέρου εάν ο χρόνος παραγραφής του συνταξιοδοτικού δικαιώματος συμπληρούται ενωρίτερον από τον μέχρι τούδε ισχύοντα ν. 6298, υπολογίζεται ο βραχύτερος, άρχεται όμως επανυπολογιζόμενος ούτος από του χρόνου ισχύος του νέου νόμου. Δικαίωμα επομένως προς σύνταξιν λόγω θανάτου επελθόντος προ της 1-8-51, γεννηθέν προ του χρόνου ισχύος του Α.Ν. 1846-51 θέλει παραγραφή μετά την παρέλευσιν διετίας από του χρόνου τούτου.
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.