← Ελλάδα

16. ΑΠΟΦΑΣΙΣ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ Αριθ. 11282 της 23/24 Φεβρ. 1979 (ΦΕΚ Β΄ 194) Περί κηρύξεως εκτελεστής της υπ’ αριθ. 6 / 79 αποφάσεως του Δ.Δ.Δ.Δ. Αθην

Εν συντομία

Αυτός ο νόμος καθορίζει τα κατώτατα όρια μισθών και ημερομισθίων, ρυθμίζει τις άδειες των εργαζομένων και μειώνει τις ώρες εβδομαδιαίας εργασίας σε όλη τη χώρα. Επίσης, καθορίζει την αμοιβή για υπερεργασία.

Τι ρυθμίζει

Ποιον αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
16. ΑΠΟΦΑΣΙΣ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ Αριθ. 11282 της 23/24 Φεβρ. 1979 (ΦΕΚ Β΄ 194) Περί κηρύξεως εκτελεστής της υπ’ αριθ. 6 / 79 αποφάσεως του Δ.Δ.Δ.Δ. Αθηνών περί αυξήσεως των γενικών κατωτάτων ορίων μισθών και ημερομισθίων και ρυθμίσεως ετέρων τινών θεμάτων εργασίας των μισθωτών απάσης της χώρας. Έχοντες υπ’ όψει: Τας διατάξεις του άρθρ. 20 του Ν.Δ. 3239/55, ως ετροποποιήθησαν δια των Ν.Δ. 3755/57, 186/69 και 73/74, αποφασίζομεν: Κηρύσσομεν εκτελεστήν την υπ’ αριθ. 6 / 79 απόφασιν του Δ.Δ.Δ.Δ. Αθηνών, εκδοθείσαν εις επίλυσιν της εις εθνικόν γενικόν πλαίσιον εγερθείσης διενέξεως μεταξύ αφ’ ενός μεν του Συνδέσμου Ελλήνων Βιομηχάνων της Γενικής Συνομοσπονδίας Επαγγελματιών και Βιοτεχνών Ελλάδος και των Εμπορικών Συλλόγων Αθηνών, Πειραιώς και Θεσσαλονίκης και αφ’ ετέρου της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών Ελλάδος, δια της οποίας επεκυρώθη καθ’ όλας αυτής τας διατάξεις η υπ’ αριθ. 2 / 79 απόφασις του Π.Δ.Δ.Δ. Αθηνών της οποίας το περιεχόμενον έχει ως ακολούθως: ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟΝ Γενικά Κατώτατα Όρια Αποδοχών Μισθοί Υπαλλήλων Άρθρ.1.–1.Τα γενικά κατώτατα όρια μηνιαίων μισθών (μισθοί ασφαλείας) των παρ’ οιωδήποτε εργοδότη δυνάμει σχέσεως εργασίας ιδιωτικού δικαίου απασχολουμένων υπαλλήλων, αμφοτέρων των φύλων, καθ’ άπασαν την Χώραν, καθορίζονται από 15 Φεβρ. 1979 ως κατωτέρω: α)Δια τους άγοντας το 15 ον , 16 ον , 17 ον , 18 ον και 19 ον έτος της ηλικίας των, ασχέτως προϋπηρεσίας, εις δρχ. 7.475. β)Μετά την συμπλήρωσιν του 19 ου έτους της ηλικίας των, εις δρχ. 8.625. 2.Αι διατάξεις της παρ. 1 εδάφ. β΄ περιπτ. (δδ) και (εε) της υπ’ αριθ. 10/1976 αποφάσεως του Δ.Δ.Δ.Δ. Αθηνών «περί αυξήσεως των γενικών κατωτάτων ορίων μισθών και ημερομισθίων κλπ.»,. (Υ.Α. 21378/76 Φ.Ε.Κ. 671τ.Β΄της 20.5.76), εξακολουθούν ισχύουσαι. Ημερομίσθια εργατοτεχνιτών Άρθρ.9.–1.Διατηρούνται εν ισχύϊ, κατά τα ειδικώτερον εν αυταίς οριζόμενα, και καθ’ ο μέρος δεν τροποποιούνται δια της παρούσης: α)Αι διατάξεις της από 26.2.75 Εθνικής Γενικής Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας «περί της εφαρμογής των αρχών της ίσης αμοιβής εργασίας αρρένων και θηλέων κ.λ.π.» (Υ.Α. 11400/75 Φ.Ε.Κ. 276 τ. Β΄της 4.3.75). β)Αι διατάξεις της παρ. 2 της υπ’ αριθ. 10 / 1976 αποφάσεως του Δ.Δ.Δ.Δ Αθηνών (Υ.Α. 21378 / 76 Φ.Ε.Κ. 671 τ. Β΄της 20.5.76), ως αύται ετροποποιήθησαν δια της παρ. 4 της υπ’ αριθ. 9 / 1978 ομοίας (Υ.Α. 9200/1978 Φ.Ε.Κ. 183 / τ. Β΄της 3.3.78). Σελ. 130,10 Τεύχος 1295 – Σελ. 40 γ)Αι διατάξεις της από 14.2.1961 Συμπληρωματικής Εθνικής Γενικής Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας (Υ.Α. 17411/1961 Φ.Ε.Κ. 74 τ. Β΄της 6.3.61). 2.Τυχόν ανώτεροι των δια της παρούσης καθοριζομένων, βασικοί μηνιαίοι μισθοί ή ημερομίσθια, προβλεπόμενοι υπό Νόμων, Δ/των, Υπουργικών Αποφάσεων, Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας, Αποφάσεων Διαιτησίας, Εσωτερικών Κανονισμών, Εθίμων, ή υπό των ατομικών συμβάσεων εργασίας, δεν θίγονται υπό των διατάξεων της παρούσης. 3.Διατηρούνται ωσαύτως, εν ισχύϊ αι ευνοϊκώτεραι της παρούσης διατάξεις. Έναρξις Ισχύος Άρθρ.10.–Η ισχύς της παρούσης άρχεται από 15 Φεβρ. 1979, εκτός αν άλλως ορίζεται εν αυτή. Σύμφωνα με το άρθρ. 15 Νόμ. 1082 / 80 (τόμ. 15 σελ. 146, 35) «Αι διατάξεις των άρθρ. 3, 4, 6 και 7 της άνω αποφάσεως θεωρούνται ότι είναι έγκυροι από του εν αυταίς οριζομένου χρόνου ισχύος και ότι πληρούν άπαντας τους υπό του Νόμ. 3239 / 55 τιθεμένους όρους, προϋποθέσεις και περιορισμούς». 15.Δ.γ.16 Κατώτατα όρια μισθών και ημερομισθίων 35 Άρθρ.2.–1.Το γενικόν κατώτατον όριον ημερομισθίου (ημερομίσθιον ασφαλείας) των παρ’ οιωδήποτε εργοδότη δυνάμει σχέσεως εργασίας ιδιωτικού δικαίου απασχολουμένων εργατοτεχνιτών – τριών, καθ’ άπασαν την Χώραν, καθορίζεται, μετά την συμπλήρωσιν του 18 ου έτους της ηλικίας των, ή προκειμένου περί μαθητευομένων μηχανοτεχνιτών του κλάδου της σιδηροβιομηχανίας, μετά την συμπλήρωσιν του 18 ου έτους της ηλικίας των, και ενός έτους τουλάχιστον απασχολήσεως εν τω κλάδω, από 15 Φεβρ. 1979 εις δρχ. 414. 2.Αι διατάξεις του άρθρ. 2 παρ. 1 της από 26.1.77 Εθνικής Γενικής Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας «περί αυξήσεως των γενικών κατωτάτων ορίων μισθών και ημερομισθίων κλπ.» (Υ.Α. 4943 / 77 Φ.Ε.Κ. 60 τ. Β΄της 1.2.77), της παρ. 1 εδάφ. α΄ περίπτ. (ββ) της υπ’ αριθ. 10 / 1976 αποφάσεως του Δ.Δ.Δ.Δ. Αθηνών, της παρ. 3 του άρθρ. 1 της από 26.2.75 Εθνικής Γενικής Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας «περί της εφαρμογής των αρχών της ίσης αμοιβής αρρένων και θηλέων κλπ.» (Υ.Α. 11400 / 75 ΦΕΚ 276 τ. Β΄της 4.3.75) και της παρ. 3 της υπ’ αριθ. 9/78 αποφάσεως του Δ.Δ.Δ.Δ. Αθηνών «περί αυξήσεως των γενικών κατωτάτων ορίων μισθών και ημερομισθίων» (Υ.Α. 9200/78 Φ.Ε.Κ.183τ. Β΄της 3.3.78), εξακολουθούν ισχύουσαι. ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΝ Άδειαι Μισθωτών Εξομοίωσις Κανονικών Αδειών Άρθρ.3.–1.Από 1 ης Ιαν. 1981 η ελαχίστη διάρκεια της κατ’ έτος αδείας μετ’ αποδοχών της οποίας δικαιούνται πάντες οι μισθωτοί των υποκειμένων εις την παρούσαν επιχειρήσεων ή εργασιών ορίζεται εις 12 αλλεπαλλήλους εργασίμους ημέρας: Η κατά τ’ ανωτέρω διάρκεια της αδείας μετ’ αποδοχών επαυξάνεται κατά μίαν εργάσιμον ημέραν, δι’ εκάστην, πλέον του βασικού χρόνου, εξαμηνιαίαν απασχολήσεως, χωρίς να δύναται εν συνόλω να υπερβή τας 26 αλλεπαλλήλους εργασίμους ημέρας. 2.Προκειμένου περί μισθωτών επιχειρήσεων ή εργασιών, περί των οποίων τα εδάφ. γ και δ της παρ. 1 του άρθρ. 2 του Α.Ν. 539 / 45 «περί χορηγήσεως κατ’ έτος εις τους μισθωτούς αδειών μετ’ αποδοχών», ως ετροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως, η ελαχίστη διάρκεια της αδείας της οποίας δικαιούνται ούτοι, δια την περίοδον από 1 ης Ιαν. 1979 έως 31 ης Δεκ. 1980, ορίζεται: δια το έτος 1979 εις 10 αλλεπαλλήλους εργασίμους ημέρας, δια δε το έτος 1980 εις 11 αλλεπαλλήλους εργασίμους ημέρας. Η κατά τ’ ανωτέρω διάρκεια της αδείας μετ’ αποδοχών επαυξάνεται κατά μίαν εργάσιμον ημέραν δι’ εκάστην, πλέον του βασικού χρόνου, εξαμηνίαν απασχολήσεως, χωρίς να δύναται εν συνόλω να υπερβή δια το έτος 1979 τας 21 αλλεπαλλήλους εργασίμους ημέρας, δια δε το έτος 1980 τας 24 αλλεπαλλήλους εργασίμους ημέρας. 3.Μισθωτοί εκ των υποκειμένων εις τας διατάξεις της παρούσης, τυχόντες δια το τρέχον έτος και μέχρι της εκδόσεως της παρούσης, αδείας μετ’ αποδοχών διαρκείας μικροτέρας της δια της παρ. 2 του παρόντος άρθρου οριζομένης, δικαιούνται της προκυπτούσης διαφοράς αδείας, συμπληρωματικώς, εις χρόνον ορισθησόμενον κατά την κρίσιν του εργοδότου εντός του τρέχοντος έτους. (Μετά τη σελ. 130,06) Σελ. 130,07 Τεύχος 1295 – Σελ. 37 Κατώτατα όρια μισθών και ημερομισθίων 15.Δ.γ.16 32 Άδειαι Σπουδαστών Άρθρ.4.–(Καταργήθηκε από την παρ. 1 άρθρ. 30 Νόμ. 1346/1983, τόμ. 15 σελ. 282, 45). Συμπληρωματικαί Διατάξεις Άρθρ.5.–Αι προϋποθέσεις, όροι, περιορισμοί, διαδικασία παροχής των αδειών μετ’ αποδοχών, ως και ο τρόπος υπολογισμού των αποδοχών της αδείας και του επιδόματος αδείας, ως ορίζονται υπό του Α.Ν. 539/1945 και των τροποποιησάντων και συμπληρωσάντων τούτον νόμων, ισχύουν και εις τας περιπτώσεις των άρθρ. 3 και 4 της παρούσης. Ωσαύτως ισχύουν και ερφαρμόζονται πλήρως πάσαι αι ευνοϊκώτεραι διατάξεις των αυτών ως άνω νόμων και των εις εκτέλεσιν τούτων εκδοθέντων δ/των και των εν ισχύϊ συλλογικών συμβάσεων, αποφάσεων διαιτησίας, εσωτερικών κανονισμών ή άλλων διατάξεων. ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟΝ Χρονικά Όρια Εργασίας Μισθωτών Μείωσις ωρών εβδομαδιαίας εργασίας Άρθρ.6.–1.Επιφυλλασομένων των διατάξεων των παρ. 4 και 5 του παρόντος άρθρου, ως και του άρθρ. 8 της παρούσης, η διάρκεια της καθ’ εβδομάδα εργασίας των παρ’ οιωδήποτε εργοδότη επί σχέσει εργασίας ιδιωτικού δικαίου απασχολουμένων μισθωτών, ορίζεται ως ακολούθως: α)Από 1 ης Οκτ. 1979 εις 44 ώρας. β)Από 1 ης Οκτ. 1980 εις 43 ώρας και γ)Από 1 ης Οκτ. 1981 και επέκεινα εις 42 ώρας. Με την παρ. 2 άρθρ. 1 Νόμ. 1057/27 – 30 Ιουν. 1980 (ΦΕΚ Α΄ 152), Βλ.τόμ. 2Α σελ. 358, 632, ορίζεται ότι ωράρια εργασίας τα οποία ίσχυον ή εφαρμοζόντουσαν μέχρι ενάρξεως ισχύος του Νόμ. 993/17 – 21 Δεκ. 1979, ο οποίος σύμφωνα με το άρθρ. 61 αυτού η ισχύς του αρχίζει μετά από δύο μήνες από της δημοσιεύσεώς του, εκτός από τις διατάξεις του Κεφαλ. Β΄και των άρθρ. 43 – 49, που ισχύουν από της δημοσιεύσεώς τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, βραχύτερα από αυτά που ορίζονται στην ανωτέρω παράγραφο, δεν θίγονται από τον ανωτέρω Νόμ. 1057/1980. Σελ. 130,08 Τεύχος 1295 – Σελ. 38 2.Η παρ. 2 του άρθρ. 3 της από 26-2-1975 Εθνικής Γενικής Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας «περί της εφαρμογής των αρχών ίσης αμοιβής αρρένων και θηλέων, αυξήσεως των ημερών αδείας αναπαύσεως των εργατών και καθιερώσεως 45ώρου εβδομαδιαίας εργασίας των μισθωτών» εφαρμόζεται αναλόγως και κατά την περίπτωσιν των πέραν της κατά τ’ ανωτέρω ορίων υπερεργασίας. 3.Ωράρια εβδομαδιαίας εργασίας ισχύοντα ή συμβατικώς εφαρμοζόμενα βραχύτερα των υπό της παρ. 1 του παρόντος άρθρου καθοριζομένων δεν θίγονται υπό της παρούσης. 4.Επί των επιχειρήσεων, εκμεταλλεύσεων ή εργασιών, των οποίων η συνεχής λειτουργία, επιβαλλομένη εκ της φύσεως αυτών, πρέπει να εξασφαλίζηται δια διαδοχικών εναλλαγών προσωπικού, εφαρμόζονται αποκλειστικώς αι διατάξεις του Π.Δ/τος της 27 ης Ιουν. – 4 ης Ιουλ. 1932 «περί κωδικοποιήσεως και συμπληρώσεως των περί 8ώρου εργασίας διατάξεων», ως αύται ισχύουν νυν, συμπληρωματικώς δε αι διατάξεις του άρθρ. 7 της παρούσης. 5.Επί του προσωπικού κινήσεως των αστικών και υπεραστικών λεωφορείων, των ηλεκτροκινήτων λεωφορείων, των ατμηλάτων, δηζελοκινήτων και ηλεκτροκινήτων σιδηροδρόμων, ως και επί των οδηγών, συνοδηγών και βοηθών των φορτηγών αυτοκινήτων δημοσίας χρήσεως, των τουριστικών λεωφορείων, των αγοραίων επιβατικών αυτοκινήτων και των ταξί, εφαρμόζονται αποκλειστικώς αι περί αυτών ισχύουσαι διατάξεις, περί χρονικών ορίων εργασίας, συμπληρωματικώς δε αι διατάξεις του άρθρ. 7 της παρούσης. 15.Δ.γ.16 Κατώτατα όρια μισθών και ημερομισθίων 33 Αμοιβή υπερεργασίας Άρθρ.7.–1.Η συμπεφωνημένη ή νόμιμος αμοιβή, δια 45ωρον εβδομαδιαίαν εργασίαν, οφείλεται από 1.10.1979 δια την καθοριζομένην υπό της παρ. 1 του προηγουμένου άρθρου διάρκειαν εβδομαδιαίας εργασίας. 2.Εργοδόται απασχολούντες τους παρ’ αυτοίς μισθωτούς, πέραν των υπό του προηγουμένου άρθρου ορίων εργασίας, υποχρεούνται εις την καταβολήν συμπληρωματικής αμοιβής, οριζομένης ως ακολούθως: α)Από 1.10.1979 έως 30.9.1980, δια την 45 ην ώραν το εις αυτήν αντιστοιχούν ωρομίσθιον, δι’ εκάστην δε ώραν υπερεργασίας πέραν των 45 ωρών το αντιστοιχούν ωρομίσθιον προσηυξημένον κατά 25%. β)Από 1.10.1980 έως 30.9.1981, δια την 44 ην ώραν το εις αυτήν αντιστοιχούν ωρομίσθιον, δι’ εκάστην δε ώραν υπερεργασίας πέραν των 44 ωρών το αντιστοιχούν ωρομίσθιον προσηυξημένον κατά 25%. γ)Από 1.10.1981 μέχρι 30.9.1982, δια την 43 ην ώραν το εις αυτήν αντιστοιχούν ωρομίσθιον, δι’ εκάστην δε ώραν υπερεργασίας πέραν των 43 ωρών το αντιστοιχούν ωρομίσθιον προσηυξημένον κατά 25%. δ)Από 1.10.1982 και επέκεινα, δι’ εκάστην ώραν υπερεργασίας πέραν των 42 ωρών εβδομαδιαίας εργασίας το αντιστοιχούν ωρομίσθιον προσηυξημένον κατά 25%. 3.Εάν αι, πέραν των υπό του άρθρ. 6 της παρούσης οριζομένων, ώραι απασχολήσεως του μισθωτού εμπίπτουν εις τα όρια της νυκτερινής εργασίας, ή της εργασίας κατά Κυριακάς και εξαιρεσίμους ημέρας, εκτός του κατά την προηγουμένην παράγραφον ωρομισθίου, μετά των επ’ αυτού τυχόν προσαυξήσεων, οφείλονται και αι προσαυξήσεις, αι οποίαι προβλέπονται υπό των κειμένων διατάξεων δια νυκτερινήν εργασίαν και εργασίαν κατά Κυριακάς και εξαιρεσίμους ημέρας. 4.Επιφυλασσομένων των διατάξεων της επομένης παραγράφου, μισθωτοί επιχειρήσεων, εκμεταλλεύσεων ή εργασιών, των οποίων η συνεχής λειτουργία, ως εκ της φύσεως αυτών, πρέπει να εξασφαλίζηται δια διαδοχικών εναλλαγών προσωπικού, απασχολούμενοι πέραν των υπό της παρ. 1 του προηγουμένου άρθρου οριζομένων ορίων και μέχρι του κατά τας κειμένας διατάξεις ανωτάτου τοιούτου, δικαιούνται προσθέτως της κανονικής των αμοιβής, των υπό της παρ. 2 του παρόντος άρθρου προβλεπομένων ωρομισθίων καθ’ εβδομάδα, κατά τας εν αυτή διακρίσεις. 5.Επί των κατά την προηγουμένην παράγραφον επιχειρήσεων, εκμεταλλεύσεων ή εργασιών, επιτρέπεται η απασχόλησις των μισθωτών πέραν του ανωτάτου ορίου της ημερησίας εργασίας, ως και του υπό του προηγουμένου άρθρου οριζομένου ορίου εβδομαδιαίας τοιαύτης, άνευ καταβολής προσθέτου τινος αμοιβής εκ της τοιαύτης υπερβάσεως, υπό την προϋπόθεσιν ότι ο μέσος όρος των ωρών εβδομαδιαίας εργασίας, υπολογιζόμενος επί περιόδου 8 το πολύ εβδομάδων, δεν υπερβαίνει τον αριθμόν των υπό του προηγουμένου άρθρου οριζομένων ωρών εβδομαδιαίας εργασίας. Σε περίπτωση καθιερώσεως 5 ημερών εργασίας την εβδομάδα βλ. άρθρ. 2 Π.Ν.Π./1980, ΦΕΚ Α΄ 299 (κατωτ. αριθ. 19). 6.Επί μισθωτών, περί των οποίων η παρ. 5 του προηγουμένου άρθρου, απασχολουμένων πέραν των υπό της παρ. 1 του αυτού άρθρου οριζομένων ωρών εφαρμόζονται αναλόγως αι διατάξεις της παρ. 4 του παρόντος άρθρου. 7.Αι περί καταβολής συμπληρωματικής αμοιβής διατάξεις της παρ. 2 του παρόντος άρθρου, δεν έχουν εφαρμογήν επί των μισθωτών των αμοιβομένων κατ’ άλλον σύστημα, πλην του επί μισθώ ή ημερομισθίω. Προκειμένου, όμως, περί μισθωτών αμειβομένων δια μικτού συστήματος, αι ανωτέρω διατάξεις εφαρμόζονται αναλόγως, προσδιοριζομένου του οφειλομένου ωρομισθίου και της επ’ αυτού προσαυξήσεως επί τη βάσει του συμπεφωνημένου ή νομίμου τακτικώς και περιοδικώς καταβαλλομένου μισθού ή ημερομισθίου. 8.Εν περιπτώσει μειώσεως των ωρών εργασίας μέχρι του κατά την παρ. 1 του προηγουμένου άρθρου ορίου εβδομαδιαίως, οι κατά μονάδα εργασίας ή κατ’ άλλον σύστημα, πλην του επί μισθώ ή ημερομισθίω, αμειβόμενοι μισθωτοί δικαιούνται καθ’ εβδομάδα της τυχόν προκυπτούσης διαφοράς μεταξύ του, κατά το εφαρμοζόμενον σύστημα αμοιβής των, προϊόντος και του εξαπλασίου του γενικού κατωτάτου ορίου ημερομισθίου ή του κατά την οικείαν συλλογικήν σύμβασιν κατωτάτου ορίου ημερομισθίου της ειδικότητός των. ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΝ Τελικαί Διατάξεις Πεδίον εφαρμογής Άρθρ.8.–1.Αι διατάξεις της παρούσης δεν εφαρμόζονται καθ’ ολοκληρίαν επί: α)Των πληρωμάτων των πλοίων της εμπορικής ναυτιλίας. β)Των φορτοεκφορτωτών ξηράς και λιμένων, των διεπομένων υπό της νομοθεσίας ρυθμίσεως των εις τους λιμένας φορτοεκφορτωτικών εργασιών και της φορτοεκφορτωτικής εργασίας ξηράς, και γ)Των επί τιμολογίω ή κατά μονάδα εργασίας αμειβομένων και εις μη σταθερόν εργοδότην απασχολουμένων. 2.Οι οικιακοί βοηθοί και το εν γένει οικόσιτον προσωπικόν δεν υπάγεται εις τας λοιπάς, πλην των άρθρ. 3 και 4, διατάξεις της παρούσης. 3.Υπό την επιφύλαξιν της ισχύος της επομένης παραγράφου δεν υπάγονται εις την παρούσαν οι αμέσως εις την καλλιέργειαν γεωργικών προϊόντων ή εις την κτηνοτροφίαν, την αλιείαν και τας δασικάς εργασίας απασχολούμενοι. (Μετά τη σελ. 130,08) Σελ. 130,09 Τεύχος 1295 – Σελ. 39 Κατώτατα όρια μισθών και ημερομισθίων 15.Δ.γ.16 34 Κατ’ εξαίρεσιν, εις τας διατάξεις των άρθρ. 1 και 2 και συντρεχούσης περιπτώσεως, των άρθρ. 3 και 4 της παρούσης, υπάγονται εκ των αμέσως εις την καλλιέργειαν γεωργικών προϊόντων και την κτηνοτροφίαν απασχολουμένων: α)Οι υπηρετούντες εις γεωργικάς και κτηνοτροφικάς εργασίας, ασκουμένας παρ’ εμπορικών εταιρειών ή Ν.Π.Δ.Δ. β)Οι διεπόμενοι ήδη υπό συλλογικών συμβάσεων εργασίας, διαιτητικών αποφάσεων, υπουργικών αποφάσεων ή άλλων σχετικών πράξεων, και γ)Οι υπαγόμενοι εις την ασφάλισιν του Ι.Κ.Α. ανεξαρτήτως της νομικής μορφής υφ’ ην ασκείται η εκμετάλλευσις, παρ’ η απασχολούνται. 5.Αι διατάξεις των άρθρ. 3 και 4 της παρούσης αφορούν εις εργοδότας περί ων το άρθρ. 1 παρ. 1 του Α.Ν. 539/1945 ή, εφ’ ων, δια δ/των, επεξετάθη ή θέλει επεκταθή η εφαρμογή του νόμου τούτου. Πρόσωπα εξαιρούμενα της εφαρμογής του Α.Ν. 539 / 1945 κατά τας διατάξεις του άρθρ. 1 παρ. 3 τούτου, δεν υπάγονται εις τας διατάξεις των άρθρ. 3 και 4 της παρούσης αποφάσεως. Αι διατάξεις, όμως, των άρθρ. 3 και 4 αυτής εφαρμόζονται και επί των μισθωτών, ων το εις άδειαν μετ’ αποδοχών δικαίωμα διέπεται υπ’ άλλων ειδικωτέρων του Α.Ν. 539 / 1945 διατάξεων, εφ’ όσον υπό τούτων ορίζεται αριθμός ημερών αδείας ελάσσων του δια της παρούσης οριζομένου. 5.Αι διατάξεις των άρθρ. 6 και 7 της παρούσης δεν εφαρμόζονται επί του ιπταμένου προσωπικού εναερίων μεταφορών. 6.Αι διατάξεις των άρθρ. 3 και 4, πλην της παρ. 2, δεν εφαρμόζονται επί των εργατοτεχνιτών οικοδόμων, περί των οποίων ο Νόμ. 4469 / 1965 «περί χορηγήσεως αποδοχών και επιδόματος αδείας εις τους εργατοτεχνίτας οικοδόμους». Διατηρούμεναι Διατάξεις

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.