← Ελλάδα

4. ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΙΚΑ Αριθ. 156 της 28 Ιουν. 1951 Συμπλήρωσις υπ’ αριθ. 120/52 εγκυκλίου περί επιδοτήσεως εφέδρων. Συμπληρούντες την υπ’ αριθ. 120/1952 ημε

Εν συντομία

Αυτή η εγκύκλιος συμπληρώνει προηγούμενη εγκύκλιο (120/52) σχετικά με την επιδότηση εφέδρων, διευκρινίζοντας ζητήματα που προέκυψαν κατά την εφαρμογή της. Αφορά τις προϋποθέσεις, τον υπολογισμό και τη διαδικασία καταβολής των εφεδρικών επιδομάτων.

Τι ρυθμίζει

Ποιους αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
4. ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΙΚΑ Αριθ. 156 της 28 Ιουν. 1951 Συμπλήρωσις υπ’ αριθ. 120/52 εγκυκλίου περί επιδοτήσεως εφέδρων. Συμπληρούντες την υπ’ αριθ. 120/1952 ημετέραν εγκύκλιον διαταγήν γνωρίζομεν εις υμάς τα κάτωθι επί ζητημάτων τινών, άτινα ανέκυψαν κατά την εφαρμογήν αυτής. 1.Ως σαφώς εν τη ως άνω εγκυκλίω αναφέρεται, ως προϋπηρεσία παρά διαφόροις εργοδόταις παρέχουσα το δικαίωμα λήψεως εφεδρικού επιδόματος παρά του ειδικού λογαριασμού, λαμβάνεται υπ’ όψιν μόνον η απασχόλησις η συνεπαγομένη υποχρέωσιν καταβολής ασφαλιστικής εισφοράς εις το Ίδρυμα ή έτερον οργανισμόν κοινωνικής ασφαλίσεως συμφώνως προς τας παρεσχημένας ήδη προς υμάς σχετικάς οδηγίας. Κατά συνέπειαν, εάν δι’ οιονδήποτε λόγον παρατείνεται η σύμβασις εγασίας μισθωτού τινος, πλην όμως δεν υφίσταται υποχρέωσις καταβολής εισφορών (π.χ. ασθένεια ή άδεια άνευ αποδοχών), η τοιαύτη απασχόλησις δεν συνυπολογίζεται δια την συμπλήρωσιν των κεκανονισμένων προϋπηρεσιών των προβλεπομένων υπό της εγκυκλίου 120/52. Ούτω συνάγεται, ότι κατά βάσιν η απαιτουμένη εκάστοτε προϋπηρεσία θέλει αποδεικνύεται κατ’ αρχήν εκ των οικείων εγγραφών εις τα βιβλιάρια ασφαλίσεως, εν η δε περιπτώσει οι ενδιαφερόμενοι ισχυρίζονται είτε διάρκειαν απασχολήσεως, είτε αποδοχάς, διαφόρους των εν τοις βιβλιαρίοις εγγραφών, θ’ ακολουθήται η καθωρισμένη εν προκειμένω διαδικασία ειδικής κατά περίπτωσιν ερεύνης, επιβολής πράξεως εισφορών κλπ. 2.Η περί ης η προηγουμένη παράγραφος προϋπηρεσία, ως εν άρθρ. 2 παρ. 1 του ν.2054 ορίζεται δέον να έχη συμπληρωθή προ της στρατεύσεως και μέχρις αυτής. Επομένως η μετά την στράτευσιν καταβολή μισθού εις τον στρατευθέντα και η καταβολή τυχόν ασφαλιστικών εισφορών ουδόλως λαμβάνεται υπ’ όψιν δια την θεμελίωσιν του δικαιώματος, ουδέ δια τον καθορισμόν του ύψους του καταβλητέου επιδόματος. 3.Λαμβανομένου υπ’ όψιν, ότι μέχρι τούδε δια την χορήγησιν των λοιπών παροχών της ασφαλίσεως η κείμενη νομοθεσία προέβλεπεν ουχί την συμπλήρωσιν ωρισμένης προϋπηρεσίας, αλλά την πραγματοποίησιν ωρισμένου αριθμού ημερών εργασίας, ζήτημα γεννάται, πως θα υπολογίζωνται αι περί ων αι προηγούμεναι παραγράφοι προϋπηρεσίαι δια την καταβολήν των εφεδρικών επιδομάτων. Η λύσις του ζητήματος τούτου εμφανίζεται εξαιρετικώς δυσχερής, ιδία εις τας περιπτώσεις των ησφαλισμένων εκείνων, οίτινες απασχολούνται κατά λίαν αραιά χρονικά διαστήματα είτε παρά τω αυτώ, είτε παρά διαφόροις εργοδόταις. Προκειμένου ιδία περί των ησφαλισμένων τούτων, δεν δύναται να ισχύση η άλλως λίαν αβιάστως συναγομένη αρχή του κριτηρίου της διαρκείας της εργασιακής σχέσεως. Ένεκεν τούτου και μέχρι της δια της νομοθετικής οδού ή άλλως πως ρυθμίσεως του θέματος αι περί ων πρόκειται προϋπηρεσίαι θέλουν λογίζεσθαι ως συμπεπληρωμέναι, εφ’ όσον από της υπαγωγής του ησφαλισμένου εις την ασφάλισιν και μέχρι της στρατεύσεως αφ’ ενός μεν έχουν παρέλθει τα αντίστοιχα χρονικά διαστήματα των 6, 34 και 70 μηνών και αφ’ ετέρου έχουν πραγματοποιηθή εν συνόλω ημέραι εργασίας αντιστοίχως 120, 680 και 1400, ήτοι έχουν συνολικώς πραγματοποιηθή ημέραι εργασίας αντιστοιχούσαι εις 20 κατά μήνα ημερομίσθια, όση στατιστικώς υπολογίζεται η μέση μηνιαία απασχόλησις των παρ’ ημίν ησφαλισμένων. 4.Εν τη υπ’ αριθ. 120 ε.ε. εγκυκλίω διαταγή αναφέρεται, ότι δια την καταβολήν του εφεδρικού επιδόματος δέον η συνεπαγομένη την καταβολήν ασφαλιστικών εισφορών σύμβασις εργασίας να διήρκεσε πράγματι μέχρι της στρατεύσεως. Εις πολλάς όμως περιπτώσεις οι μισθωτοί ημέρας τινας προ της στρατεύσεώς των διακόπτουν την απασχόλησίν των πράγματι, συνήθως δια να ανταποκριθούν προς τας ανάγκας προετοιμασίας των προ της κατατάξεώς των κλπ. Ούτω πολλάκις η πραγματική ημέρα κατατάξεως δεν συμπίπτει προς την ημέρα τελευταίας απασχολήσεως. Εκ του λόγου όμως τούτου δεν είναι δίκαιον να στερούνται του επιδόματος οι κατά τα άλλα δικαιούμενοι τούτου ησφαλισμένοι, εφ’ όσον αποδεικνύεται, ότι η προ της στρατεύσεως ολιγοήμερος διακοπή της εργασίας δεν εγένετο με πρόθεσιν καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας εκ μέρους του μισθωτού. Πότε η τοιαύτη πρόθεσις ελλείπει, είναι ζήτημα εκάστοτε πραγματικής ερεύνης˙ πάντως δια την μόρφωσιν ορθής κρίσεως δέον ιδία να λαμβάνεται υπ’ όψιν η διάρκεια της τελευταίας προ της στρατεύσεως συμβάσεως εργασίας, η χρονική έκτασις της διακοπής της εργασίας, ως και το γεγονός, αν ο εργοδότης μέχρι της εφαρμογής του ν.2054/52 κατέβαλλεν εις τον περί ου πρόκειται μισθωτόν εφεδρικόν επίδομα. 5.Εκ των μέχρι τούδε παρασχεθεισών εις υμάς οδηγιών προκύπτει, ότι μόνον η ασφαλιστέα εργασία λαμβάνεται υπ’ όψιν δια την συμπλήρωσιν των υπό του νόμου απαιτουμένων χρονικών περιόδων εργασίας δια την χορήγησιν των επιδομάτων στρατεύσεως. Εις πολλάς όμως περιοχάς, λόγω της όλως προσφάτου επεκτάσεως της ασφαλίσεως ενεφανίσθησαν μισθωτοί, οι οποίοι, παρά την μακράν παροχήν εξηρτημένης εργασίας προ της στρατεύσεως και παρά το γεγονός ότι ακριβώς λόγω της Σελ. 325 Επίδομα Στράτευσης 15Β.Θ.α.4 τοιαύτης προϋπηρεσίας ελάμβανον μέχρι τούδε παρά του εργοδότου των τα υπό του ν.7514 προβλεπόμενα εφεδρικά επιδόματα, νυν μετά την εφαρμογήν του ν.2054/52 και εις εκτέλεσιν των εν τη υπ’ αριθ. 120/52 εγκυκλίω οδηγιών, δεν δικαιούνται επιδόματος επί τω λόγω, ότι η ως άνω προϋπηρεσία έλαβε χώραν προ της εν τη περί ης πρόκειται περιοχή επεκτάσεως της ασφαλίσεως. Προς τον σκοπόν άρσεως της τοιαύτης ανωμαλίας παραγγέλλομεν, όπως εις τας τοιαύτας περιπτώσεις λαμβάνεται υπ’ όψιν ουχί μόνον η από της επεκτάσεως της ασφαλίσεως, αλλά και η προς ταύτης παρασχεθείσα εργασία, εφ’ όσον αύτη αποδεικνύεται εξ αναμφισβητήτων ασφαλιστικών στοιχείων, ήτοι εκ των εις το ασφαλιστικόν βιβλιάριον του ενδιαφερομένου και εις τα μισθολόγια του εργοδότου εγγραφών λόγω της υπό του τελευταίου τούτου βάσει της προβαλλομένης προ της επεκτάσεως της ασφαλίσεως προϋπηρεσίας πληρωμής εφεδρικού επιδόματος μέχρι 31/5/1952 και επομένως πληρωμής επί του επιδόματος τούτου ασφαλιστικών εισφορών. 6.Εγεννήθη ζήτημα περί του ποσού του επιδόματος, το οποίον δικαιούνται οι έφεδροι Αξιωματικοί, οι οποίοι, ως γνωστόν, λαμβάνουν και μισθόν εκ του Δημοσίου Ταμείου ως αξιωματικοί. Εν προκειμένω δέον να τύχουν αναλόγου εφαρμογής αι διατάξεις του άρθρ. 2 ν.2672/40,καθ’ ας «Ιδιωτικοί υπάλληλοι κατά τας διατάξεις του κωδικοποιημένου ν.3514 επιστρατευόμενοι ως έφεδροι αξιωματικοί δικαιούνται να λάβωσι παρά των οικείων εργοδοτών των την τυχόν υπάρχουσαν διαφοράν μεταξύ του μισθού των ως αξιωματικών και του ποσού του εφεδρικού επιδόματος, το οποίον θα ελάμβανον κατά τας διατάξεις του ρηθέντος νόμου, εάν εστρατεύοντο ως οπλίται». Κατά συνέπειαν εις τους εφέδρους αξιωματικούς δέον να καταβάλληται η τυχόν διαφορά μεταξύ του εκ του Δημοσίου καταβαλλομένου μισθού και του υπό της εγκ. 120/52 προβλεπομένου εφεδρικού επιδόματος. Προς τούτο υπό των εν λόγω δικαιούχων, πλην των λοιπών δικαιολογητικών, δέον όπως υποβάλληται υμίν και βεβαίωσις περί του υπό του Δημοσίου καταβαλλομένου μισθού. Τα ανωτέρω δέον κατ’ αναλογίαν να εφαρμοσθούν και επί των λοιπών υπό τα όπλα υπηρετούντων ως εφέδρων, οίτινες, λαμβάνουν αποδοχάς μονίμων και ουχί στρατευσίμων ήτοι των εφέδρων Ανθυπασπιστών, των εφέδρων οπλιτών και υπαξιωματικών Χωροφυλακής, των εφέδρων Υπαξιωματικών Β.Ν. κλπ. 7.Εν σχέσει με την μισθοδοσίαν, εφ’ ης δέον να υπολογίζηται το εφεδρικόν επίδομα, εν συνεχεία των εν τη υπ’ αριθ. 120/52 εγκυκλίω ημών αναφερομένων, διευκρινίζομεν, ότι κατ’ αρχήν δέον να αναζητούνται αι προ της στρατεύσεως αποδοχαί του εφέδρου και βάσει τούτων να γίνεται η κατάταξις Σελ. 326 εις την οικείαν κλάσιν και ο υπολογισμός του επιδόματος επί του αντιστοίχου τεκμαρτού ημερομισθίου. Οσάκις όμως διαπιστούται, ότι αι τελευταίαι προ της στρατεύσεως αποδοχαί είναι ουσιωδώς ανώτεραι των πρότερον συνήθως καταβαλλομένων, δέον, όπως κατόπιν σχετικής ερεύνης ανευρίσκεται το πραγματικόν ύψος μισθού και επί τη βάσει τούτου να υπολογίζηται το καταβλητέον επίδομα. Εξ άλλου, οσάκις βεβαιούται, ότι μετά την στράτευσιν ο έφεδρος θα ελάμβανεν ηυξημένας αποδοχάς εν σχέσει προς τας προ της στρατεύσεως τοιαύτας, επί τη βάσει των ηυξημένων τούτων αποδοχών θα γίνεται και ο υπολογισμός του επιδόματος. Προς τούτο όμως η μετά την στράτευσιν αύξησις δέον να βεβαιούται πλήρως, οφειλομένη επί παραδείγματι εις γενικήν αύξησιν μισθών και ημερομισθίων ή εις υπογραφήν νέας συλλογικής συμβάσεως ή εις γενικήν αύξησιν των αποδοχών του προσωπικού της αυτής επιχειρήσεως ή κατηγορίας ή εις βαθμολογικήν ή μισθολογικήν προαγωγήν του ενδιαφερομένου προβλεπομένην υπό καταστατικών κλπ. διατάξεων κ.ο.κ. Ειδικώς κατά την πρώτην εφαρμογήν της παρούσης η τήρησις της εν λόγω αρχής δεν εμφανίζει δυσχερείας περί την απόδειξιν, καθ’ όσον λόγω της μέχρι της 31/5/52 πληρωμής των εφεδρικών επιδομάτων υπό των εργοδοτών δέον όπως το υπό τούτου βεβαιούμενον ηυξημένον μετά την στράτευσιν ημερομίσθιον συμπίπτει με εκείνο, βάσει του οποίου ούτος μέχρι τούδε κατέβαλλεν εφεδρικόν επίδομα εις τον περί ου πρόκειται ησφαλισμένον. Οίκοθεν εν τούτοις νοείται ότι τα εν τη παρ. 1 της παρούσης εκτιθέμενα περί επιβολής πράξεως εισφορών ισχύουν και εν προκειμένω. 8.Ως γνωστόν, οι προ της ισχύος του Ν.1846/51 καταταγέντες εις τας τάξεις του στρατού, εφ’ όσον προ της τοιαύτης κατατάξεως ελάμβανον επίδομα ανεργίας, εξηκολούθησαν λαμβάνοντες το επίδομα τούτο και διαρκούσης της στρατεύσεως. Ήδη όμως συμφώνως προς το άρθρ. 7 του ν.2054/52 οι κατά την στράτευσίν των λαμβάνοντες επίδομα ανεργίας ησφαλισμένοι γενικώς δικαιούνται εφεδρικού επιδόματος, μετά δε την αποστράτευσίν των δικαιούνται να συνεχίσουν την επιδότησίν των λόγω ανεργίας κατά τα εν τη υπ’ αριθ. 120/52 εγκυκλίω λεπτομερώς εκτιθέμενα. Μολονότι δια της τελευταίας ταύτης διατάξεως εσκοπήθη, όπως προστατευθούν κυρίως οι μετά τον Α.Ν. 1846/51 στρατευόμενοι επιδοτούμενοι άνεργοι, είναι συνεπές να δεχθώμεν, ότι αύτη δια την ταυτότητα του λόγου καλύπτει και τους προ της ισχύος του εν λόγω νόμου στρατευθέντας. Ούτοι κατά συνέπειαν από 1ης Ιουν. 1952 κέκτηνται δι15Β.Θ.α.4 Επίδομα Στράτευσης καίωμα επιλογής μεταξύ του εφεδρικού επιδόματος του ν.2054/52 και του επιδόματος ανεργίας. 9.Εν σχέσει με τα δικαιολογητικά, άτινα δέον να υποβάλλωνται υμίν δια την επιδότησιν των εφέδρων, διευκρινίζομεν, ότι δια τους υπαγομένους εις την ασφάλισιν του Ιδρύματος μόνον δια τον κλάδον ανεργίας, ως και δια τους δι’ ουδένα των κλάδων της παρ’ ημίν ασφαλίσεως υπαγομένους ησφαλισμένους των άλλων Ταμείων, η δια τη καταβολήν του επιδόματος απαιτουμένη προϋπηρεσία θέλει αποδεικνύεται δια βιβλιαρίου ή σχετικής βεβαιώσεως του οικείου Ταμείου Συντάξεως, εις ο υπάγεται ο ενδιαφερόμενος. 10.Εν σχέσει με το ποσοστόν εισφοράς, βάσει του οποίου θέλει υπολογίζεται η επί του εφεδρικού επιδόματος κράτησις δια τον κλάδον συντάξεως, δέον να διευκρινισθή, ότι θέλουν πλήρως εφαρμοσθή αι διατάξεις του άρθρ. 24 Α.Ν. 1846/51. Κατά συνέπειαν το υπό του άρθρου τούτου προβλεπόμενον ασφάλιστρον, ήτοι 1.75% εις βάρος του ησφαλισμένου και 5.75% εις βάρος του Ειδικού Λογαριασμού, προκειμένου περί των επαρχιακών Υπ/μάτων, θα μειωθή κατά 10%, ήτοι θα υπολογισθή εις 1.575% και 5.185% αντιστοίχως. Σημειωτέον, ότι άπαντα τα επαρχιακά Υπ/ματα θα υπολογίσουν τας περί ων πρόκειται εισφοράς επί βάσει του εν λόγω μειωμένου ασφαλίστρου δι’ άπαντας τους παρ’ αυτών επιδοτουμένους ησφαλισμένους, ανεξαρτήτως του τόπου απασχολήσεως τούτων προ της στρατεύσεως. 11.Ως αρμόδιον Υπ/μα δια την χορήγησιν των εφεδρικών επιδομάτων ορίζεται το Υπ/μα, εις την περιφέρειαν του οποίου απησχολείτο ο ησφαλισμένος προ της στρατεύσεώς του. Εφ’ όσον όμως οι ενδιαφερόμενοι απευθύνονται δια την λήψιν του επιδόματος εις έτερον Υποκατάστημα, το Υπ/μα τούτο υποχρεούται αφ’ ενός μεν εις την πραγματοποίησιν των οφειλομένων παροχών επί τη προσαγωγή των κεκανονισμένων δικαιολογητικών και αφ’ ετέρου εις την απλήν περί τούτου έγγραφον ενημέρωσιν του κατά τα ανωτέρω υποχρέου Υποκαταστήματος. 12.Δια την καταβολήν του εφεδρικού επιδόματος εις τον αντιπρόσωπον του δικαιούχου ισχύουν τα επί των λοιπών παροχών καθωρισμένα. Ήτοι, εφ’ όσον προσάγεται συμβολαιογραφικόν πληρεξούσιον ανεξαρτήτως ποσού, ενώ δι’ ιδιωτικού πληρεξουσίου ισχύει ο δια της υπ’ αριθ. 132/52 (σελ. 5) τεθείς περιορισμός του ποσού των 3.000.000 δραχμών. 13.Εν σχέσει με τον χρόνον παραγραφής των κατά τον ν.2054 αξιώσεων δια την λήψιν εφεδρικού επιδόματος ισχύουν αι αντίστοιχοι διατάξεις του άρθρ. 40 παρ. 6 του Α.Ν. 1846/51. Συνεπώς αι αξιώσεις αύται υπόκεινται εις εξάμηνον παραγραφήν, του εξαμήνου τούτου αρχομένου-κατά την ορθήν ερμηνείαν των περί αναστολής της παραγραφής διατάξεων του άρθρ. 255.Α.Κ.-από της απολύσεως του ησφαλισμένου εκ των τάξεων του στρατού. 14.Τέλος εν σχέσει με την απογραφήν των μη ήδη απογεγραμμένων εφέδρων, οίτινες απευθύνονται εις υμάς δια την λήψιν εφεδρικού επιδόματος, παραγγέλλομεν τα ακόλουθα: α)Άπαντες οι προς επιδότησιν έφεδροι δέον να είναι απογεγραμμένοι υπό νέον αριθμόν μητρώου. β)Η απογραφή θα γίνεται κατά τα γνωστά και διατεταγμένα δια των υπ’ αριθ. 63/50 και 42/52 εγκυκλίων διαταγών. γ)Όπου οι νεοαπογραφόμενοι έφεδροι, λόγω απουσίας των εκ της έδρας των Υπ/μάτων μας, δεν είναι ευχερές να προσκομίζουν αστυνομικόν δελτίον ταυτότητος και φωτογραφίαν των, και πάλιν θα γίνεται η απογραφή, θα εκδίδεται ασφαλιστικόν βιβλιάριον χωρίς φωτογραφίαν (εις την θέσιν της φωτογραφίας θα γίνεται μνεία ότι πρόκειται περί εφέδρου, μη προσκομίσαντος φωτογραφίαν), θα συντάσσεται το απογραφικόν του δελτίον (εις την θέσιν των στοιχείων ταυτότητος θα σημειούται ότι πρόκειται περί εφέδρου, μη προσκομίσαντος δελτίον ταυτότητος) κανονικώς ως εάν επρόκειτο περί κανονικού απογραφικού δελτίου, εις την ένδειξιν δε επάγγελμα, αφού σημειωθεί το ασκούμενον επάγγελμα, εντός παρενθέσεως εις την αυτήν σειράν θ’ αναγραφή η λέξις «έφεδρος». Η πινακίς εσωτερικής ανακεφαλαιώσεως θ’ ανοιχθή και επ’ αυτής θα σημειωθή η λέξις «έφεδρος». Κατά την περίπτωσιν ταύτην (των νεαπογραφομένων εφέδρων) δεν θα ζητηθή η συμπλήρωσις του εντύπου «ΔΗΛΩΣΙΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΕΩΣ». δ)Όπου οι έφεδροι έχουν εις χείρας των παλαιού τύπου ασφαλιστικά βιβλιάρια, τότε, και εις όσα των Υποκαταστημάτων μας είναι ευχερής (χωρίς να παρακωλυθή ο ρυθμός της τρεχούσης υπηρεσίας) η άμεσος διενέργεια της ανακεφαλαιώσεως και ο εφοδιασμός δι’ ασφαλιστικού βιβλιαρίου νέου τύπου, θα γίνεται και η ανακεφαλαίωσις και η έκδοσις του νέου ασφαλιστικού βιβλιαρίου. Εις όσα όμως των Υποκαταστημάτων μας δεν είναι, δια διαφόρους λόγους, ευχερής η διενέργεια της ανακεφαλαιώσεως δεν θα ενεργήται αύτη, αλλ’ επί του παλαιού τύπου ασφαλιστικού βιβλιαρίου και υπό την ένδειξιν ΝΑΜ (Νέος αριθμός μητρώου), τιθεμένων δια σφραγίδος, θα αναγραφή ο νέος αριθμός μητρώου, αφού διαγραφή δια δύο οριζοντίων γραμμών ο παλαιός αριθμός μητρώου. Το δελτίον απογραφής και η Εσωτερική Πινακίς πραγματοποιηθεισών ημερών εργασίας θα συνταχθούν ακριβώς όμοια ως και ανωτέρω. Ο φάκελλος ησφαλισμένου υπό τον παλαιόν αριθμόν μητρώου δεν θα μετακινηθή από την θέσιν του και θα αναμένη την επιστροφήν του ασφαλιστικού βιβλιαρίου Σελ. 327 Επίδομα Στράτευσης 15Β.Θ.α.4 παλαιού τύπου υπό τον νέον αριθμόν μητρώου δια να γίνη η ανακεφαλαίωσις και εν συνεχεία να αναγγελθή και ημίν. ε)Τα ως άνω ασφαλιστικά βιβλιάρια (γ ή δ) δεν θα παραδίδωνται εις χείρας των ενδιαφερομένων, αλλά θα παραδίδωνται κατά την έναρξιν της επιδοτήσεως υπό των Γραφείων Μητρώου Ησφαλισμένων εις τα Γραφεία Επιδοτήσεως Εφέδρων, κατά την λήξιν δε της επιδοτήσεως θα επιστρέφωνται από τα Γραφεία Επιδοτήσεως Εφέδρων προς τα Γραφεία Μητρώου Ησφαλισμένων, άτινα εν συνεχεία θα συμπληρώνουν κανονικώς άπαντα τα ελλιπή στοιχεία και θα παραδίδουν ταύτα εις τους ενδιαφερομένους. ς)Τα δύο Γραφεία Μητρώου Ησφαλισμένων και Επιδοτήσεως εφέδρων δέον να έλθουν εις συνεννοήσεις δια τον τρόπον αναζητήσεως και παροχής των αναγκαίων πληροφοριών ή προσδιορισμού των λεπτομερειών της παρούσης, ώστε η εργασία της επιδοτήσεως των εφέδρων να ενεργήται εγκαίρως και απροσκόπτως.

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.