📄 Κείμενο νόμου
6. ΝΟΜΟΘΕΤ. ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ’ αριθ. 4021 της 11/12 Νοεμ. 1959 Περί συμμετοχής των δημοσίων Υπαλλήλων κλπ. εις Συμβούλια και Επιτροπάς και περί του ανωτάτου ορίου των προσθέτων αυτών αμοιβών ή απολαυών. Άρθρ.1.-1.Ουδείς έμμισθος Δημόσιος υπάλληλος δύναται να μετέχη εις πλείονα των δύο Συμβουλίων ή επιτροπών της δημοσίας υπηρεσίας, νομικών προσώπων δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου εχόντων προνόμιον εκ παραχωρήσεως του Κράτους, ή σύμβασιν μετ’ αυτού, κοινωφελών ιδρυμάτων, ή Τραπεζών. Εν τη εννοία των συμβουλίων και Επιτροπών περιλαμβάνονται και αι ασκούσαι δικαιοδοτικήν αρμοδιότητα Επιτροπαί και τα διοικητικά δικαστήρια. 2.Εις τον περιορισμόν της προηγουμένης παραγράφου δεν υπάγονται: α) Τα υπηρεσιακά συμβούλια της κεντρικής υπηρεσίας του Υπουργείου, εις ο ανήκει ο υπάλληλος και β) αι νομοπαρασκευαστικαί επιτροπαί. 3.Δεν περιλαμβάνονται επίσης τα συμβούλια ή Επιτροπαί, εις τας οποίας ούτος συμμετέχει άνευ οιασδήποτε και υφ’ οιονδήποτε τύπον παρεχομένης προσθέτου αμοιβής ή αποζημιώσεως. 4.Του περιορισμού της πρώτης παραγράφου εξαιρείται, συμφώνως προς τας διατάξεις του εδαφίου πέμπτου του άρθρ. 102 του Συντάγματος, η συμμετοχή των ανωτάτων δικαστικών λειτουργών της τακτικής και Διοικητικής Δικαιοσύνης, των συμβούλων και παρέδρων του Ελεγκτικού Συνεδρίου, Α.Σ.Δ.Υ. και Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ως και των τακτικών καθηγητών των ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων εις τα υπηρεσιακά συμβούλια της δημοσίας υπηρεσίας ή των νομικών προσώπων Δημοσίου Δικαίου, περιλαμβανομένων και των Ανωτάτων Δικαστικών Συμβουλίων της Τακτικής και Διοικητικής Δικαιοσύνης. Ομοίως, εξαιρείται η συμμετοχή δικαστικών λειτουργών εις Συμβούλια ή Επιτροπάς εκτός της περιφερείας της τέως Διοικήσεως Πρωτευούσης, εφ’ όσον εις ταύτα μετέχουν κατά Νόμον λόγω της ιδιότητος αυτών, ο δε συνολικός αριθμός των υπηρετούντων, εφαρμοζομένων των περιορισμών της α’ παραγράφου δεν εξασφαλίζει την νόμιμον σύνθεσιν των εν εκάστη περιφερεία συνεστημένων συλλογικών οργάνων ή πάσης φύσεως εκδικαστικών επιτροπών. Δια κοινής αποφάσεως των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών, δημοσιευομένης δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως, θέλουσι καθορισθή αι λεπτομέρειαι της εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος εδαφίου και η αρμοδία αρχή προς βεβαίωσιν της συνδρομής των τασσομένων προϋποθέσεων. Άρθρ.9.- Τα άρθρ, 1,2,7,8,9 και αι παρ. 2 και 3 του άρθρ. 5 του Νόμ. 2276/1952 «περί εφαρμογής του άρθρ. 102 του Συντάγματος κλπ.» ως και πάσα άλλη διάταξις, αντικείμενη εις το παρόν Ν.Δ/μα καταργούνται. Άρθρ.10.- Η ισχύς του παρόντος άρχεται από 1 Ιαν. 1960, εφ’ όσον δεν ορίζεται άλλως εν αυτώ. Άρθρ.2.-«1.Αι πρόσθεται αμοιβαί ή οιαιδήποτε απολαβαί παντός εμμίσθου Δημοσίου υπαλλήλου εκ του Δημοσίου Ταμείου ή Νομικών προσώπων Δημοσίου ή Ιδιωτικού Δικαίου, έχοντος προνόμιον εκ παραχωρήσεως του Κράτους ή σύμβασιν μετ’ αυτού ή κοινωφελών Ιδρυμάτων ή Τραπεζών, ένεκα της παροχής υπηρεσιών εν τω εσωτερικώ, δεν δύνανται να είναι κατά μήνα ανώτεραι του συνόλου των αποδοχών της οργανικής αυτών θέσεως». Η παρ. 1 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 1 άρθρ. 3 Νόμ. 1160/1981, ΦΕΚ Α΄ 147 (τόμ. 2Α σελ. 384,886). 2.Ως πρόσθετος αμοιβή ή απολαυή νοείται η εξ οιασδήποτε αιτίας και υφ’ οιονδήποτε τύπον παρεχομένη εις τον δημόσιον υπάλληλον πάσης φύσεως αμοιβή ή αποζημίωσις. Επί συντάξεως μελετών, ως αμοιβή κατά την έννοιαν του παρόντος θεωρείται το προς επιβολήν του φόρου εισοδήματος προσδιοριζόμενον ποσόν του καθαρού εκ της πηγής ταύτης εισοδήματος. Δεν αποτελεί πρόσθετον αμοιβήν ή απολαυήν, κατά την έννοιαν του παρόντος, ή καταβολή κατ’ αποκοπήν εξόδων κινήσεως δια την συμμετοχήν εις οιονδήποτε Συμβούλιον ή Επιτροπήν, εφ’ όσον όμως αύτη δεν υπερβαίνει κατά μήνα ποσόν οριζόμενον εκάστοτε δια κοινής αποφάσεως των Υπουργών Συντονισμού, Οικονομικών, Προεδρίας Κυβερνήσεως και του αρμοδίου κατά περίπτωσιν Υπουργού και το οποίον δεν δύναται να είναι ανώτερον του 1/10 των τακτικών αποδοχών του υπαλλήλου κατά περίπτωσιν ουδέ του ημίσεος αυτών εν (Αντί για τη σελ. 389(β) Σελ. 389(γ) Τεύχος 761-Σελ.21 Συμμετοχή σε Συμβούλια 2.Ζ.γ.6 συνόλω. Εις περίπτωσιν καθ’ ην αι πρόσθετοι αμοιβαί μετά των κατ’ αποκοπήν εξόδων κινήσεως υπερβαίνουν τας τακτικάς αποδοχάς του υπαλλήλου, καταβάλλεται επί πλέον μόνον το τρίτον της υπερβάσεως. Δεν επιτρέπεται η σύγχρονος καταβολή αμοιβής και κατ’ αποκοπήν αποζημιώσεως δι’ έξοδα κινήσεως δια την συμμετοχήν του υπαλλήλου εις Συμβούλιον ή Επιτροπήν. 3.Ως τακτικαί αποδοχαί νοούνται ο βασικός μισθός του υπαλλήλου μετά των συνταξίμων προσαυξήσεων και των τακτικών επιδομάτων αυτού ως και των ειδικών παροχών επί ταις εορταίς των Χριστουγέννων και Πάσχα. 4.Δια τον κατέχοντα βάσει την κειμένης νομοθεσίας δύο εμμίσθους θέσεις, ως οργανική θέσις νοείται: α) η μάλλον μισθοδοτουμένη εάν αμφότεραι ή εκατέρα τούτων είναι θέσις παρά τη δημοσία υπηρεσία ή παρά νομικώ προσώπω δημοσίου δικαίου «η παρ’ οργανισμώ κοινής ωφελείας» και β) η παρά τη δημοσία υπηρεσία εις πάσαν ετέραν περίπτωσιν. Η εντός « » φράσις προσετέθη δια του άρθρ. 5 του Ν.Δ. 4578/1966 (ΦΕΚ Α΄ 234). 5.Προκειμένου περί καθηγητών Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων δια τας παρ’ αυτών παρεχομένας υπηρεσίας, εφ’ όσον αύται δεν παρέχονται λόγω της ιδιότητός των ως δημοσίων υπαλλήλων ή ένεκα ταύτης, το σύνολον των απολαυών αυτών δια τας προσθέτους υπηρεσίας δεν δύναται να υπερβή το διπλάσιον των τακτικών αποδοχών της οργανικής θέσεως. 6.Του περιορισμού της πρώτης παραγράφου του παρόντος άρθρου εξαιρείται η δια την συμμετοχήν εις νομοπαρασκευαστικάς Επιτροπάς καταβαλλομένη αποζημίωσις, υπό τον περιορισμόν πάντως του εν εδαφ. ε’ του άρθρ. 102 του Συντάγματος συνολικού ποσού των προσθέτων αμοιβών. Άρθρ.3.-1.Δια την είσπραξιν πάσης προσθέτου, υπό την έννοιαν του παρόντος Ν.Δ/τος, αμοιβής των δημοσίων υπαλλήλων και κατ’ αποκοπήν εξόδων κινήσεως καθίσταται νόμω εντολοδόχος αυτών η Τράπεζα της Ελλάδος. Πάσα πληρωμή τοιούτων αμοιβών, ενεργουμένη απ’ ευθείας προς τους δημοσίους υπαλλήλους υπό των υποχρέων εις ταύτην, είναι άκυρος και συνιστά το αδίκημα της απιστίας εις βάρος της περιουσίας αυτών. 2.Πας τίτλος πληρωμής εις δημόσιον υπάλληλον προσθέτου αμοιβής εκδίδεται υπό των υποχρέων, επί ποινή ακυρότητος, επ’ ονόματι της Τραπέζης της Ελλάδος (Κεντρικού ή Υποκ/τος ή Πρακτορείου) εις την περιφέρειαν του οποίου η υπηρεσία, εις ην υπηρετεί ο υπάλληλος, δια την υπό της Τραπέζης καταβολήν αυτής εις τον δικαιούχον υπάλληλον υπό τους περιορισμούς του Νόμου. Σελ. 390(γ) Τεύχος 761-Σελ.22 Επί των ούτω καταβαλλομένων προσθέτων αμοιβών των δημοσίων υπαλλήλων πραγματοποιούνται αι πάσης φύσεως κρατήσεις, πλην του φόρου εισοδήματος, εις την παρακράτησιν του οποίου υποχρεούται όπως προβαίνει η Τράπεζα κατά την καταβολήν. 3.Μετά του τίτλου πληρωμής κατατίθεται συγχρόνως εις την Τράπεζα της Ελλάδος και το ποσόν αυτού, επί τη εκδόσει υπό της Τραπέζης γραμματίου εισπράξεως υπό ίδιον παρ’ αυτή λογαριασμόν υπό τον τίτλον «λογαριασμός καταθέσεως προσθέτων αμοιβών Δημοσίων Υπαλλήλων» και υπέρ του δικαιούχου δημοσίου υπαλλήλου. Το γραμμάτιον εισπράξεως της Τραπέζης της Ελλάδος αποτελεί τον νόμιμον τίτλον εξοφλήσεως του τίτλου πληρωμής του Δημοσίου ή Νομικού προσώπου κλπ μη απαιτουμένης ουδεμιάς υπογραφής ή εξουσιοδότησης πράξεως του δικαιούχου. 4.Εις την Τράπεζαν της Ελλάδος παραδίδεται επίσης υπό του καταθέτου και αντίγραφον της εκκαθαριστικής της προσθέτου αμοιβής καταστάσεως εμφαίνουσα το ονοματεπώνυμο και πατρώνυμον του δικαιούχου υπαλλήλου, τον τίτλον και βαθμόν αυτού, την υπηρεσίαν εις ην ανήκει και το υπέρ αυτού κατιθέμενον ποσόν. Η Τράπεζα της Ελλάδος, άμα τη παρ’ αυτή καταθέσει της πρώτης αμοιβής εκάστου υπαλλήλου, καταρτίζει ατομικόν τούτου δελτίον (καρτέλλαν), περιέχον πλήρη τα ως άνω αναφερόμενα στοιχεία, φέρει δε εις πίστωσιν αυτού το εισπραχθέν ποσόν, ως και παν κατατιθέμενον εφεξής υπέρ αυτού ποσόν. 2.Ζ.γ.6 Συμμετοχή σε Συμβούλια 5.Ο δημόσιος υπάλληλος, δια την ανάληψιν των προσθέτων αμοιβών από τον παρά τη Τραπέζη της Ελλάδος λογαριασμόν του, υποχρεούται όπως, κατά την πρώτην ανάληψιν, προσκομίση εις την Τράπεζαν βεβαίωσιν του εκκαθαριστικού των τακτικών μηνιαίων αποδοχών του, εμφαίνουσα το συνολικό ποσόν, όπερ δικαιούνται κατ’ ανώτατον όριον συμφώνως προς τας διατάξεις του παρόντος να λάβη κατά το ημερολογιακόν έτος. Τοιαύτην βεβαίωσιν υποχρεούται να προσκομίζει ο δημόσιος υπάλληλος εις την Τράπεζαν και κατά την πρώτην εντός εκάστου νέου ημερολογιακού έτους ανάληψιν. Η Τράπεζα, επί τη βάσει της βεβαιώσεως ταύτης, ην τηρεί παρ’ αυτή ως δικαιολογητικόν, καταχωρίζει εις την καρτέλλαν του υπαλλήλου και εις ειδικήν στήλην τα στοιχεία της βεβαιώσεως και ιδιαιτέρως το ως άνω συνολικόν ετήσιον ποσόν, όπερ δικαιούται να λάβη κατ’ ανώτατον όριον ο υπάλληλος. 6.Η Τράπεζα αποδίδει εις τον δικαιούχον υπάλληλον τα εις πίστωσιν αυτού αγόμενα ποσά προσθέτων αμοιβών μέχρι συμπληρώσεως του ανωτάτου ορίου του ποσού, το οποίον δικαιούται να εισπράξη ούτος ετησίως εκ προσθέτων αμοιβών. Από της συμπληρώσεως του ανωτάτου τούτου ορίου, ο δημόσιος υπάλληλος εις ουδενός επί πλέον ποσού δικαιούται την ανάληψιν κατά την διάρκειαν του αυτού έτους. Η Τράπεζα, καθ’ εκάστην ενεργουμένην υπ’ αυτής απόδοσιν, παρακρατεί τον επί του αποδιδομένου ποσού αναλογούντα κατά τας κειμένας διατάξεις, φόρον εισοδήματος ως και ποσοστόν 0,5% υπέρ αυτής, προς κάλυψιν των γενικών αυτής εξόδων. 7.Διά παν εις το τέλος εκάστου έτους απομένον επί πλέον εκ των υπέρ του υπαλλήλου εισπραχθεισών υπό της Τραπέζης της Ελλάδος εντός του έτους προσθέτων αμοιβών ποσόν καθίσταται δικαιούχος αυτού, προκειμένου μεν περί δημοσίου πολιτικού υπαλλήλου το Ταμείον Προνοίας Δημοσίων Πολιτικών Υπαλλήλων, προκειμένου δε περί στρατιωτικού το οικείον Ταμείον Αλληλοβοηθείας του Όπλου εις ο ανήκει ο δικαιούχος στρατιωτικός. Την εις τα δικαιούχα Ταμεία απόδοσιν των σχετικών ποσών ενεργεί η Τράπεζα της Ελλάδος εντός μηνός το βραδύτερον από της λήξεως εκάστου έτους, παρακρατούσα εκ του αποδιδομένου ποσού ποσοστόν 0,5%, προς κάλυψιν των γενικών αυτής εξόδων. 8.Εφ’ όσον ο δικαιούχος υπάλληλος, λόγω προαγωγής ή οιασδήποτε αυξήσεως των τακτικών αποδοχών αυτού κατά την διάρκειαν του έτους, δικαιούται εις απόληψιν προσθέτων αμοιβών ανωτέρου ορίου, υποχρεούται ούτος να προσκομίση εις την Τράπεζαν της Ελλάδος νέαν βεβαίωσιν του εκκαθαριστικού των αποδοχών, συντεταγμένην κατά τ’ ανωτέρω, προς ενέργειαν της δεούσης μεταβολής εις το ατομικόν αυτού δελτίον (καρτέλλαν). Εν περιπτώσει μεταθέσεως του υπαλλήλου εις υπηρεσίαν εδρεύουσαν εν τη περιφερεία ετέρου Υποκαταστήματος ή Πρακτορείου της Τραπέζης, ούτος υποχρεούται να προσκομίση εις το υποκατάστημα της περιφερείας της νέας υπηρεσίας του βεβαίωσιν του Υποκαταστήματος παρ’ ου ανελάμβανε τας προσθέτους αμοιβάς του, εμφαίνουσαν το από της ενάρξεως του έτους μέχρι της επελθούσης μεταβολής αναληφθέν υπ’ αυτού συνολικόν ποσόν και το συνολικόν όριον των ετησίων αποδοχών, ως τούτο προκύπτει εκ της παρ’ αυτώ καρτέλλας αυτού. 9.Άνευ της τοιαύτης βεβαιώσεως, ουδέν ποσόν αποδίδεται εις τον υπάλληλον υπό της Τραπέζης, εκ των παρ’ αυτής εισπραττομένων προσθέτων αμοιβών, δια του Υποκαταστήματος της νέας αυτού υπηρεσίας. 10.Περιορισμός ή διακοπή της μισθοδοσίας του υπαλλήλου, μη οφειλομένη εις υπαιτιότητα αυτού, δεν επηρεάζει το όριον των καταβλητέων εις αυτόν ετησίως προσθέτων αμοιβών. 11.Από της εφαρμογής του ανωτέρω συστήματος απολήψεως υπό των δημοσίων υπαλλήλων των προσθέτων αμοιβών, εις τας φορολογικάς δηλώσεις τούτων θα επισυνάπτηται βεβαίωσις της Τραπέζης περί των αποδοθεισών αυτοίς προσθέτων αμοιβών και περί του παρακρατηθέντος υπ’ αυτοίς φόρου εισοδήματος. 12.Δι’ αποφάσεως του Υπουργικού Συμβουλίου δύναται να ανατεθή η εντολή της εισπράξεως και διαχειρίσεως των περί ων το παρόν Ν.Δ/μα αποζημιώσεων και κατ’ αποκοπήν εξόδων κινήσεως εις το Ταμείον Παρακαταθηκών και Δανείων ή την Αγροτικήν Τράπεζαν της Ελλάδος εφαρμοζομένων αναλόγως των διατάξεων των προηγουμένων παραγράφων. 13.Η κατά το παρόν άρθρον διαχείρισις των προσθέτων αμοιβών και κατ’ αποκοπήν εξόδων κινήσεως των Δημοσίων υπαλλήλων δεν υπόκειται εις το Τραπεζιτικόν απόρρητον, μη εφαρμοζομένων εν προκειμένω των περί τούτου κειμένων διατάξεων. Οι διατάξεις του άνω άρθρ. 3 δεν θα ισχύουν από της εκδόσεως του Π.Δ/τος που προβλέπει η παρ. 3 άρθρ. 3 Νόμ. 1160/1981, ΦΕΚ Α΄ 147 (τόμ. 2Α, σελ. 384,886). Άρθρ.4.-1.Δημόσιοι εν γένει λειτουργοί μετέχοντες επ’ αμοιβή εις Συμβούλια ή Επιτροπάς, πέραν των δια του παρόντος καθοριζομένων, υποχρεούνται όπως μέχρι της πρώτης του μεθεπομένου από της δημοσιεύσεως του παρόντος μηνός προέλθουν εις την επιλογήν των Συμβουλίων και Επιτροπών, εις ας θα εξακολουθήσουν συμμετέχοντες, υποβάλλοντες εντός της αυτής προθεσμίας έγγραφον δήλωσιν προς τον Υπουργόν, εις ον οργανικώς υ(Αντί για τη σελ. 390,01(α) Σελ. 390,01(β) Τεύχος 761-Σελ. 23 Συμμετοχή σε Συμβούλια 2.Ζ.γ.6 πάγονται. Εντός της ιδίας προθεσμίας υποχρεούνται να ανακοινώσουν της αποχώρησίν των εκ των λοιπών συμβουλίων και Επιτροπών προς τους αρμοδίους Υπουργούς. 2.Δημόσιος εν γένει λειτουργός μετέχων κατά νόμον εις Συμβούλιον ή Επιτροπήν, λόγω της υπ’ αυτού κατεχομένης οργανικής θέσεως, αντικαθίσταται δι’ άλλου υπαλλήλου του αυτού Υπουργείου, δι’ αποφάσεως του αρμοδίου Υπουργού, εφ’ όσον αποκλείεται η περαιτέρω συμμετοχή αυτού υφ’ οιονδήποτε τύπον, κατά τας διατάξεις του παρόντος. Μέχρι της αναπληρώσεώς του μετέχει υποχρεωτικώς άνευ αμοιβής. Δια την αντικατάστασιν, προτιμώνται οι έχοντες τον αυτόν ή ανώτερον βαθμόν περαιτέρω δε οι κατά την ιεραρχικήν τάξιν επόμενοι. Άρθρ.5.-1.Αι κείμεναι διατάξεις περί κατοχής δευτέρας θέσεως, συμμετοχής εις Συμβούλια ή Επιτροπάς και περί ανωτάτου ορίου προσθέτων αποδοχών, έχουσιν εφαρμογήν και επί του προσωπικού Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, εδρευόντων εν τη περιφερεία της τέως Διοικήσεως Πρωτευούσης ή εν τη Πρωτευούση Νομού, ο προϋπολογισμός εξόδων των οποίων υπερβαίνει τα δέκα εκατομμύρια δραχμών ετησίως. 2.Δια Β.Δ/τος εκδιδομένου προτάσει των Υπουργών Συντονισμού και Προεδρίας της Κυβερνήσεως αι διατάξεις του παρόντος άρθρου δύνανται να επεκταθούν και επί των υπαλλήλων των δημοσίων επιχειρήσεων. 3.Εις τους δημοσίους υπαλλήλους επιτρέπεται να κατέχωσιν ως δευτέραν θέσιν την του ιεροψάλτου εις ιερούς ναούς της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, μη εφαρμοζομένων των διατάξεων του άρθρ. 4 του Νόμ. 2276/1952. 4.Επί των περί ων το παρόν άρθρον υπαλλήλων έχουσιν εφαρμογήν αι διατάξεις των άρθρ. 7 και 8 του παρόντος. Άρθρ.6.- Η λύσις πάσης αμφισβητήσεως περί την έννοιαν και την εφαρμογήν των διατάξεων του παρόντος, υπάγεται εις την αρμοδιότητα του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, αποφαινομένου εν ολομελεία. Άρθρ.7.-1.Παράβασις των διατάξεων του παρόντος νόμου συνιστά πειθαρχικόν παράπτωμα, του υπαλλήλου παραπεμπομένου υποχρεωτικώς εις το οικείον Υπηρεσιακόν Συμβούλιον. Προκειμένου περί παραβάσεως του εδαφίου τετάρτου του άρθρ. 102 του Συντάγματος και του άρθρ. 2 του παρόντος, ο υπάλληλος παραπέμπεται με το ερώτημα της απολύσεως. Η απόλυσις εν τη περιπτώσει ταύτη είναι υποχρεωτική δια την διοίκησιν, εφ’ όσον διαπιστούται τοιαύτη παράβασις. Σελ. 390,02(β) Τεύχος 761-Σελ. 24 2.Η κατά την προηγουμένην παράγραφον παραπομπή του υπαλλήλου εις το Υπηρεσιακόν Συμβούλιον και η υπό τούτου έκδοσις αποφάσεως επί της ενώπιον αυτού εγερθείσης πειθαρχικής αγωγής γίνεται κατ’ απόλυτον προτεραιότητα έναντι πάντων των λοιπών θεμάτων. Άρθρ.8.- Η υπό του υπαλλήλου είσπραξις αμοιβών καθ’ υπέρβασιν των εν άρθρ. 1 και 2 του παρόντος Ν.Δ/τος ανωτάτων ορίων, τιμωρείται ως παράβασις καθήκοντος. Εις περίπτωσιν καταδίκης το Δικαστήριον δύναται να απαγγέλη και την εκ της υπηρεσίας έκπτωσιν του καταδικασθέντος υπαλλήλου.
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.