← Ελλάδα

1. ΕΓΚΥ ΛΙΟΣ Ι.Κ.Α. Αριθ. 120 της 7 Σεπτ. 1951 Περί παροχών κλάδου Ανεργίας μετά Α.Ν. 1846/51 περί κοιν. Ασφαλίσεων. Δια του Α.Ν. 1846/1951 (άρθρ. 5 π

Εν συντομία

Αυτή η εγκύκλιος του ΙΚΑ του 1951 καθορίζει τις παροχές ανεργίας μετά τη συγχώνευση του Ταμείου Ανεργίας στο ΙΚΑ, σύμφωνα με τον Α.Ν. 1846/51. Περιγράφει τις προϋποθέσεις για τη λήψη επιδόματος ανεργίας, το ποσό, τη διάρκεια και τις περιπτώσεις αναστολής ή διακοπής του.

Τι ρυθμίζει

Ποιους αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
1. ΕΓΚΥ ΛΙΟΣ Ι.Κ.Α. Αριθ. 120 της 7 Σεπτ. 1951 Περί παροχών κλάδου Ανεργίας μετά Α.Ν. 1846/51 περί κοιν. Ασφαλίσεων. Δια του Α.Ν. 1846/1951 (άρθρ. 5 παρ. 3) συγχωνευθέντος εις το ΙΚΑ του συσταθέντος βάσει του Α.Ν. 118/1945 Ταμείου Ανεργίας, η ασφάλισις των παρ’ αυτώ ησφαλισμένων δια τον κίνδυνον της ανεργίας συνεχίζεται υπό του ΙΚΑ, παρ’ ου και πραγματοποιούνται αι παροχαί ανεργίας κατά τας κατωτέρω παρεχομένας γενικάς οδηγίας. Ι.Προϋποθέσεις απονομής παροχών ανεργίας. 1.Έγκυρος λύσις της συμβάσεως εργασίας εκ μέρους του εργοδότου: Δοθέντος ότι και μετά τον Α.Ν. 1846/51 διατηρούνται εν ισχύϊ αι περί καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας διατάξεις του Ν. 118/45 ως ούτος ετροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως (άρθρ. 60 παρ. 1 Α.Ν. 1846), ίνα η λύσις της αορίστου χρόνου συμβάσεως εργασίας θεωρήται έγκυρος δέον: α)να κατηγγέλθη αύτη εγγράφως, β)να κατεβλήθη τω απολυομένω εξ ολοκλήρου η κατά τον Ν. 2112/1920 ή το Β.Δ. της 16/18 Ιουλ. 1920 αποζημίωσις. γ)ν’ ανηγγέλθη η λύσης της συμβάσεως εις το ΙΚΑ (υπηρεσίαν Ανεργίας και Γραφείον Ευρέσεως Εργασίας) εντός οκτώ ημερών από της καταγγελίας της συμβάσεως. Η αναγγελία δέον να περιλαμβάνη τα υπό της υπ’ αριθ. 51560/23-12-48 υπουργικής αποφάσεως οριζόμενα στοιχεία. Σημειούται, ότι η μη ύπαρξις και ενός εκ των στοιχείων τούτων, ως και η ατελής ή η εκπρόθεσμος αναγγελία, καθιστώσιν άκυρον την καταγγελίαν της συμβάσεως και κατά συνέπειαν δεν υφίσταται νόμιμος αιτία δια την καταβολήν επιδόματος ανεργίας εις τον απολυθέντα. Η μη συμπλήρωσις διμήνου εργασίας δεν απαλλάσσει τον εργοδότην από της υποχρεώσεως προς τήρησιν της διαδικασίας του άρθρου 9 Ν. 118/45 δια την καταγγελίαν της συμβάσεως, πλην της αποζημιώσεως του Ν. 2112/20 κλπ. ήτις δεν οφείλεται. Εξαίρεσις από της επί ποινή ακυρότητος της καταγγελίας υποχρεώσεως δι’ αναγγελίαν ταύτης εις το ΙΚΑ εισήχθη δια του Α.Ν. 1846/51 (άρθρ. 60 παρ. 2), προκειμένου περί των παρά του Δημοσίου απολυομένων μισθωτών των συνδεομένων μετ’ αυτού δια συμβάσεως εργασίας ιδιωτικού δικαίου. Ούτοι θα τυγχάνωσιν των παροχών ανεργίας, έστω και αν δεν ανηγγέλθη παντάπασιν εις το ΙΚΑ η απόλυσίς των. Η λύσις της ωρισμένου χρόνου συμβάσεως εργασίας είτε συνεπεία παρελεύσεως του χρόνου δι’ ον συνήφθη ή περατώσεως του έργου, είτε δια καταγγελίας ταύτης προ της λήξεώς της, θεωρείται έγκυρος έστω και αν δεν ανηγγέλθη αύτη εις το ΙΚΑ, εφ’ όσον κατά το άρθρ. 6 παρ. 1 εδ. 2 του Ν.Δ. 1255/49 ποινικάς μόνον κυρώσεις συνεπάγεται δια τον εργοδότην η μη αναγγελία. Ειδικαί περιπτώσεις. Προκειμένου ειδικώς περί: α)των αναγκαστικώς τοποθετηθέντων εφέδρων παλαιών πολεμιστών, β)των οικειοθελώς προσληφθέντων μέχρι της 17-101936 εφέδρων παλαιών πολεμιστών, εφ’ όσον μέχρι της 13.2.1945 έχουν προσκομίσει εις τον εργοδότην τα εμφαίνοντα την ιδιότητά των δικαιολογητικά και γ)των αναπήρων των πολέμων, η κατά την ως ανωτέρω διαδικασίαν καταγγελία της συμβάσεως εργασίας δεν είναι έγκυρος αν μη προηγηθή έγγραφος δήλωσις του παλαιού πολεμιστού ή αναπήρου, ότι Σελ. 291 Επίδομα Ανεργίας 15Β.Η.α.1 δέχεται να υπαχθή εις τας διατάξεις του Ν. 118/45 (άρθρ. 9 παρ. 8 ν. 118/45 και άρθρον μόνον παρ. 3 Α.Ν. 564/45). Δεν υφίσταται υποχρέωσις τηρήσεως της υπό του άρθρ. 9 Ν. 118/45 προβλεπομένης διαδικασίας απολύσεως (έγγραφος καταγγελία, αναγγελία κλπ.), εφ’ όσον η απόλυσις λαμβάνει χώραν δυνάμει της παρ. 1 άρθρ. 5 Ν. 2112 ή παρ. 2 άρθρ. 6 Β.Δ. 16/18 Ιουλ. 1920, ήτοι συνεπεία υποβολής μηνύσεως κατά του μισθωτού δι’ αξιόποινον πράξιν διαπραχθείσαν εν τη εξασκήσει της υπηρεσίας του ή συνεπεία απαγγελίας κατ’ αυτού κατηγορίας δι’ αδίκημα φέρον χαρακτήρα τουλάχιστον πλημμελήματος (άρθρ. 2 παρ. 4 Ν.Δ. 8/11-5-46). Η ύπαρξις τελεσιδίκου δικαστικής αποφάσεως δεχομένης λύσιν της συμβάσεως συνεπεία μονομερούς εκ μέρους του εργοδότου και επιζημίας δια τον μισθωτόν μεταβολής των όρων της συμβάσεως εργασίας, παρέχει δικαίωμα επί τας παροχάς ανεργίας ανεξαρτήτως τηρήσεως ή μη της διαδικασίας του άρθρ. 9 του Ν. 118/45. Δεν απαιτείται η τήρησις των διατυπώσεων του άρθρ. 9 του Ν. 118/45 επί απολύσεως μισθωτού προσληφθέντος εις αντικατάστασιν στρατευθέντος, της καταρτισθείσης συμβάσεως εργασίας εξομοιουμένης προς την τοιαύτην ωρισμένου χρόνου. Εφιστώμεν την προσοχήν υμών επί του ότι δεν δικαιούται επιδόματος ανεργίας ο αυτοβούλως εγκαταλείπων την εργασίαν του ησφαλισμένος. Κατ’ εξαίρεσιν επιτρέπει ο Νόμος (άρθρ. 36 παρ. 6) την χορήγησιν επιδόματος εις την περίπτωσιν αυτήν, όταν η εγκατάλειψις της εργασίας οφείλεται εις αποχρώσαν αιτίαν. 2.Πραγματοποίησις ωρισμένου αριθμού ημερών εργασίας: Ο ησφαλισμένος δικαιούται επιδόματος ανεργίας, εφ’ όσον επραγματοποιήσεν 150 ημέρας εργασίας κατά το ημερολογιακόν έτος το αμέσως προηγούμενον της αναγγελίας της ανεργίας εις το Ι.Κ.Α., ή κατά το προηγούμενον της τοιαύτης αναγγελίας 15μηνον, μη συνυπολογιζομένων όμως εν τη τελευταία ταύτη περιπτώσει των πραγματοποιηθεισών κατά το τελευταίον ημερολογιακόν τρίμηνον του 15μήνου. Δια τον υπολογισμόν της 15μήνου προθεσμίας, εντός της οποίας δέον να έχουν πραγματοποιηθή αι ανωτέρω 150 ημέραι εργασίας, παραπέμπομεν εις την υπ’ αριθ. 91/1951 εγκύκλιον διαταγήν μας. Δια της παρ. 2 του άρθρ. 8 του Α.Ν. 1846 δια του όρου «ημέραι εργασίας», νοούνται αι πραγματικαί τοιαύται, ως και αι ημέραι, καθ’ ας κατά την κειμένην νομοθεσίαν υφίσταται υποχρέωσις καταβολής μισθού και αντίστοιχος υποχρέωσις καταβολής ασφαλιστικών εισφορών κατά τας παρασχεθείσας ήδη εις υμάς οδηγίας. Σελ. 292 3.Μη λήψις συντάξεως παρά του Ι.Κ.Α. ή άλλου οργανισμού κυρίας ασφαλίσεως. 4.Ο ησφαλισμένος να είναι ικανος προς εργασίαν και ελεύθερος να παράσχη ταύτην: Δεν θεωρείται ικανός προς εργασίαν: α)ο ασθενής σωματικώς ή πνευματικώς και μη δυνάμενος ως εκ τούτου ν’ αναλάβη την άσκησιν οιασδήποτε εργασίας ή υπηρεσίας, β)ο μη συμπληρώσας το 14ον έτος ηλικίας του. Δεν θεωρείται ελεύθερος να παράσχη την εργασίαν του: α)ο εν κρατήσει, φυλακίσει ή εκτοπίσει διατελών, β)ο μη έχων άδειαν ασκήσεως επαγγέλματος εν Ελλάδι και εφ’ όσον διαρκεί η στέρησις αύτη. 5.Εγγραφή ως ανέργου εις το αρμόδιον Γραφείον Ευρέσεως Εργασίας του ΙΚΑ: Δι’ ιδιαιτέρας εγκυκλίου θέλουσι δοθή υμίν οδηγίαι εν σχέσει με την λειτουργίαν των Γραφείων Ευρέσεως Εργασίας, του τρόπου παρακολουθήσεως των ανέργων κλπ. ΙΙ.Ποσόν επιδόματος ανεργίας. Δια τον υπολογισμόν του επιδόματος ανεργίας ισχύουν τα εν τη υπ’ αριθ. 100/1951 (σελ. 3) ημετέρα εγκυκλίω διαλαμβανόμενα ως μεταγενεστέρως συνεπληρώθησαν. ΙΙΙ.Διάρκεια επιδοτήσεως. Η επιδότησις λόγω ανεργίας άρχεται από της αναγγελίας του ανέργου εις το ΙΚΑ και μετ’ αφαίρεσιν χρόνου αναμονής 15 ημερών. Ούτω άνεργος ησφαλισμένος, όστις υπέβαλε δήλωσιν ανεργίας την 20ήν Αυγούστου, θ’ αρχίση επιδοτούμενος από της 4ης Σ/βρίου. Οσάκις εκ των υπ’ όψει της υπηρεσίας στοιχείων προκύπτει, ότι η λύσις της συμβάσεως εργασίας επήλθε κατά Νόμον εις χρόνον μεταγενέστερον της υποβολής δηλώσεως ανεργίας (π.χ. η καταβολή της αποζημιώσεως του Ν. 2112/1920 εγένετο εις χρόνον μεταγενέστερον της κοινοποιήσεως της καταγγελίας) το επίδομα άρχεται από της επομένης της χρονολογίας, καθ’ ην πράγματι έλαβε χώραν η λύσις της συμβάσεως και μετ’ αφαίρεσιν της 15μέρου αναμονής. Εις περίπτωσιν καθ’ ην ο ησφαλισμένος μετά την λύσιν της συμβάσεως εργασιας περιέχεται εις κατάστασιν ανικανότητος λόγω ασθενείας, η επιδότησις άρχεται από της υποβολής δηλώσεως ανεργίας, εφ’ όσον μέχρι της χρονολογίας ταύτης ο ησφαλισμένος κατέστη ικανός προς εργασίαν κατά βεβαίωσιν της Υγειονομικής Υπηρεσίας του οικείου Ασφαλιστικού Οργανισμού και μετ’ αφαίρεσιν της διαφοράς μεταξύ αναμονής λόγω ανεργίας και τοιαύτης λόγω ασθενείας. Δεν επηρεάζεται η έναρξις της επιδοτήσεως λόγω ανεργίας επί ανικανότητος οφειλομένης εις κυοφορίαν ή λοχείαν (άρθρ. 36 παρ. 8). Η επιδότησις λόγω ανεργίας λήγει άμα τη συμπληρώσει 180 ημερών είτε συνεχώς είτε διακεκομμένως. 15Β.Η.α.1 Επίδομα Ανεργίας Σχετικώς με τον υπολογισμόν των ημερών τούτων, ως και περί του χρόνου αναμονής προκειμένου περί πλειόνων της μιας περιπτώσεων επιδοτήσεως αναγγελλομένων εντός του αυτού ημερολογιακού έτους, παρεπέμπομεν εις την υπ’ αριθ. 100/51 εγκύκλιον διαταγήν. Προκειμένου περί αλλοδαπών με περιωρισμένον χρόνον αδείας ασκήσεως επαγγέλματος εν Ελλάδι, η λήξις της επιδοτήσεως δεν δύναται να είναι μεταγενεστέρα της χρονολογίας ήτις ετέθη ως λήξις της αδείας. IV.Αναστολή - Διακοπή επιδοτήσεως. Αναστέλλεται η επιδότησις λόγω ανεργίας οσάκις ο ησφαλισμένος: 1.Ανέλαβεν οιονδήποτε αυτοτελή ή εξηρτημένην εργασίαν. Δια την συνέχισιν της επιδοτήσεως του ανέργου, ούτινος ελύθη και η νέα σύμβασις εργασίας εξετάζεται το έγκυρον της λύσεως της συμβάσεως κατά τα εν τω οικείω μέρει της παρούσης οριζόμενα. Η αναστολή μετατρέπεται εις διακοπήν της επιδοτήσεως, οσάκις ο ησφαλισμένος εγκατέλειψεν αυτοβούλως την νέαν εργασίαν του πλην της περιπτώσεως της αποχωρήσεως δι’ αποχρώσαν αιτίαν, περί ης ανωτέρω. 2.Κατέστη ανίκανος προς εργασίαν συνεπεία ασθενείας. 3.Τελεί εν φυλακίσει ή εκτοπίσει. 4.Λαμβάνει σύνταξιν ή επίδομα παρ’ ασφαλιστικού οργανισμού, πλην της περιπτώσεως, καθ’ ην το επίδομα ανεργίας είναι μεγαλύτερον της συντάξεως ή επιδόματος, ότε συνεχίζεται η επιδότησις με καταβολήν του ποσού της μεταξύ των δύο τούτων ποσών διαφοράς. 5.Δεν συμμορφούται, άνευ αποχρώντος λόγου, προς τας υποδείξεις του Ι.Κ.Α. Η αναστολή εις την περίπτωσιν ταύτην, αν και περιωρισμένης χρονικής ισχύος, (από πέντε μέχρι τριάκοντα ημερών) δύναται να μετατραπή εις διακοπήν της επιδοτήσεως. 6.Δεν συμμορφούται προς την υποχρέωσιν είτε της υποβολής αιτήσεως προς εύρεσιν εργασίας και τακτικής εμφανίσεως εις το Γραφείον Ευρ. Εργασίας, είτε περί αποδοχής καταλλήλου εργασίας προσφερομένης αυτώ κατά τας διατάξεις της παρ. 2 άρθρ. 36 του Νόμου. Και εις την περίπτωσιν ταύτην η αναστολή είναι περιωρισμένης χρονικής ισχύος, μη δυναμένη να υπερβή τας τέσσαρας εβδομάδας. Εις τας ως άνω δύο περιπτώσεις μη συμμορφώσεως του ανέργου προς τας επιβαλλομένας αυτώ υποχρεώσεις, το χρονικόν διάστημα καθ’ ο διήρκεσεν η αναστολή υπολογίζεται εις τον χρόνον της επιδοτήσεως, εν αντιθέσει προς τας λοιπάς περιπτώσεις, καθ’ ας ο χρόνος της αναστολής δεν υπολογίζεται, αλλά εξαφανισθείσης της αιτίας, ήτις προεκάλεσε την αναστολήν της επιδοτήσεως συνεχίζεται αύτη μέχρι συμπληρώσεως του ανωτάτου ορίου επιδοτήσεως. Οσάκις συνεχίζεται η επιδότησις, ήτις είχεν ανασταλεί συνεπεία αναλήψεως εξηρτημένης εργασίας και εφ’ όσον ο ησφαλισμένος επραγματοποίησε τας προϋποθέσεις επιδοτήσεως κατά την διάρκειαν της αναστολής, ούτος έχει εκλεκτικόν δικαίωμα ή να ζητήση την συνέχισιν της παλαιάς επιδοτήσεως μέχρις εξαντλήσεως του ανωτάτου ορίου ή να ζητήση την επί τη βάσει των νέων προϋποθέσεων επιδότησιν. 7.Έχει και άλλην απασχόλησιν πλην εκείνων εφ’ ης στηρίζεται η αίτησις επιδοτήσεως. Διακόπτεται η επιδότησις οσάκις ο ησφαλισμένος: 1.αρνείται ν’ αποδεχθή εργασίαν προσφερομένην αυτώ, υπό τους περιορισμούς των παρ. 2 και 3 άρθρ. 36 του νόμου, 2.έτυχε συντάξεως παρά του Ι.Κ.Α., 3.Δεν συμμορφούται προς τας υποδείξεις του ΙΚΑ, προϋποτιθεμένου ότι προηγήθη αναστολή της επιδοτήσεως επί το ανώτατον όριον των 30 ημερών. V.Πληρωμή παροχών ανεργίας. Μέχρις εκδόσεως των κατά τας παρ. 1 και 7 άρθρ. 40 του Νόμου Κανονισμού ορίζομεν, όπως η πληρωμή των παροχών ανεργίας ενεργείται βάσει των κάτωθι: Ίνα ο ησφαλισμένος τύχη επιδόματος ανεργίας, δέον να υποβάλη εις την υπηρεσίαν του ΙΚΑ: α)δήλωσιν ανεργίας, κατά τα μέχρι τούδε εφαρμοζόμενα παρά του τέως Ταμείου Ανεργίας, β)την κοινοποιηθείσαν αυτώ έγγραφον καταγγελίαν της συμβάσεως εργασίας, αν αύτη ήτο αορίστου χρόνου, άλλως βεβαίωσιν του οικείου εργοδότου περί της διαρκείας της ωρισμένου χρόνου συμβάσεως και της ειδικότητος εν τη εργασία, γ)το ασφαλιστικόν βιβλιάριον του παρ’ ω ανήκει δια την κυρίαν ασφάλισιν οργανισμού, πλην των περιπτώσεων καθ’ ας ο οικείος οργανισμός δεν χορηγεί ασφαλιστικόν βιβλιάριον ή ο δηλών απασχολείται εις περιφέρειαν, εις ην δεν έχει εισέτι επεκταθή η ασφάλισις του ΙΚΑ (νοείται δια τους λοιπούς κλάδους), ότε προσάγεται σχετική βεβαίωσις, δ)βεβαίωσιν περί της εγγραφής του εις τους καταλόγους Γρ. Ευρέσεως Εργασίας, ε)δύο φωτογραφιας, εξ ων η μία επικολλάται επί της δηλώσεως ανεργίας και η ετέρα επί του χορηγουμένου εις τον άνεργον βιβλιαρίου ανεργίας. Η δήλωσις ανεργίας υποβάλλεται αυτοπροσώπως παρά του ανέργου και ουδέποτε δι’ αντιπροσώπου. Οσάκις ο δηλών ανήκει εις κατηγορίαν μισθωτών επαγγελματικώς κατωχυρωμένων (αρτεργάται, μυλεργάται κλπ.), δέον όπως μετά της δηλώσεως κατατίθεται εις την υπηρεσίαν του Ι.Κ.Α. και το επαγγελματικόν βιβλιάριον. Σελ. 293 Επίδομα Ανεργίας 15Β.Η.α.1 Επί δηλώσεως αποσκοπούσης εις την καταβολήν διαφοράς μεταξύ επιδόματος ανεργίας και συντάξεως ή επιδόματος, κατά τας διατάξεις της παρ. 8 εδ. 2 άρθρ. 36 του Νόμου, δέον να συνυποβάλληται βεβαίωσις του οικείου οργανισμού περί του ποσού της χορηγουμένης συντάξεως ή βοηθήματος. Το επίδομα ανεργίας καταβάλλεται δεδουλευμένον ανά 15νθήμερον ήτοι την 1ην και την 16ην εκάστου μηνός. Επίδομα ανεργίας καταβάλλεται δι’ όλας τας ημέρας του μηνός (και τας μη εργασίμους). Δεν παρέχεται επίδομα ανεργίας δια τας ημέρας απεργίας. Την είσπραξιν επιδόματος ανεργίας δικαιούται να ενεργήση μόνον ο ησφαλισμένος, αυτοπροσώπως, απαγορευομένης της δια πληρεξουσίου εισπράξεως τούτου. Κατ’ εξαίρεσιν ο ασθενής δικαιούχος δύναται να εισπράξη δια πληρεξουσίου το δια τα μέχρι της ενάρξεως της ασθενείας δεδουλευμένον επίδομα, δεόντως πιστοποιουμένης της ασθενείας του. Το επίδομα ανεργίας καταβάλλεται μόνον εις τον τόπον ένθα έλαβε χώραν η τελευταία απασχόλησις του ανέργου πλην της περιπτώσεως καθ’ ην διαπιστούται ότι ο τόπος μονίμου διαμονής του ανέργου είναι διάφορος του της τελευταίας απασχολήσεως, ότε επιτρέπεται η καταβολή εις τον τόπον της μονίμου διαμονής. VI.Μεταβατικαί ρυθμίσεις. Κρίσιμον χρονικόν σημείον δια την έναρξιν της εφαρμογής των διατάξεων του Α.Ν. 1846/51, ήτις κατά το άρθρ. 65 τούτου ορίζεται η 1-8-51, αποτελεί η χρονολογία λύσεως της συμβάσεως εργασίας. Ούτω, ησφαλισμένοι ων η σύμβασις εργασίας ελύθη, είτε δια καταγγελίας είτε λόγω λήξεως του χρόνου ή περατώσεως του έργου, μέχρι και της 31 Ιουλ. 1951 θα τύχωσιν επιδόματος, εφ’ όσον συγκεντρούσι τας προϋποθέσεις του Ν. 118/45 και με ποσόν επιδόματος και διάρκειαν ην ορίζει ο τελευταίος ούτος Νόμος (άρθρ. 59, παρ. 1 Α.Ν. 1846), αδιαφόρως αν η δήλωσις υπεβλήθη προ ή μετά την 1-851. Οι εκ των ανωτέρω μη συγκεντρούντες τας προϋποθέσεις του Ν. 118/45 δεν δύνανται να επιδοτηθώσι έστω και αν έχωσι τας υπό του Νόμου προβλεπομένας προϋποθέσεις. Αντιθέτως, ησφαλισμένοι ων η σύμβασις εργασίας ελύθη από 1ης Αυγ. 1951 και εφεξής, θα τύχωσιν επιδόματος μόνον εφ’ όσον συγκεντρούσι τας προϋποθέσεις του νέου Νόμου. Ησφαλισμένοι οίτινες επεδοτούντο κατά τας διατάξεις του Ν. 118/45, ανέλαβον δ’ εν συνεχεία εργασίαν, ήτις έληξε μετά την 1/8/51 χωρίς εκ της νέας εργασιας να συγκεντρώσι τας υπό του νέου Σελ. 294 Νόμου απαιτουμένας προϋποθέσεις προς επιδότησιν, θα συνεχίσωσιν επιδοτούμενοι βάσει των διατάξεων του Ν. 118/45 και μέχρι εξαντλήσεως του υπό του νόμου τούτου οριζομένου ανωτάτου ορίου επιδοτήσεως. Δι’ ιδιαιτέρας εγκυκλίου θέλουσι δοθή υμίν οδηγίαι επί του τρόπου εφαρμογής των περί παροχών διατάξεων του νέου Νόμου ως προς τους εποχιακώς απασχολουμένους μισθωτούς, περί ων προβλέπει το δεύτερον εδάφιον της παρ. 2 άρθρ. 35.

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.