← Ελλάδα

24. ΠΡΟΕΔΡΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ’ αριθ. 298 της 6/26 Αυγ. 1986 (ΦΕΚ Α΄ 133) Δικαιώματα και υποχρεώσεις ασφαλιστικών πρακτόρων και παραγωγών ασφαλίσεων και κώ

Εν συντομία

Αυτό το Προεδρικό Διάταγμα καθορίζει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των ασφαλιστικών πρακτόρων και παραγωγών ασφαλίσεων, καθώς και τον κώδικα δεοντολογίας για την άσκηση του επαγγέλματός τους. Σκοπός του είναι να ρυθμίσει τη λειτουργία τους και να διασφαλίσει την ορθή εκτέλεση των καθηκόντων τους.

Τι ρυθμίζει

Ποιον αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
24. ΠΡΟΕΔΡΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ’ αριθ. 298 της 6/26 Αυγ. 1986 (ΦΕΚ Α΄ 133) Δικαιώματα και υποχρεώσεις ασφαλιστικών πρακτόρων και παραγωγών ασφαλίσεων και κώδικας δεοντολογίας για την άσκηση του επαγγέλματος αυτών. Έχοντας υπόψη: 1.Το άρθρ. 21 του Νόμ. 1569 /1985 «Διαμεσολάβηση στις συμβάσεις ιδιωτικής ασφάλισης, σύσταση σώματος Ειδικών Πραγματογνωμόνων Τροχαίων Ατυχημάτων, λειτουργία Γραφείου Διεθνούς Ασφάλισης, άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ 183/Α/25.10.1985). 2.Την υπ’ αριθ. Β3/417/30.4.1986 (ΦΕΚ 316 Β) κοινή απόφαση του Πρωθυπουργού και του Υπουργού Εμπορίου για ανάθεση αρμοδιοτήτων στον Υφυπουργό Εμπορίου. 3.Τα υπ’ αριθ. 226/1986 και 440/1986 πρακτικά επεξεργασίας του Συμβουλίου της Επικρατείας, με πρόταση του Υφυπουργού Εμπορίου, αποφασίζουμε: ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄. Ασφαλιστικοί Πράκτορες Έννοια Ασφαλιστικού Πράκτορα (Άρθρ. 2 Νόμ.1569/1985) Άρθρ.1.-1.Ασφαλιστικός πράκτορας είναι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που έχει ως αποκλειστικό έργο να αναλαμβάνει με σύμβαση έναντι προμηθείας ασφαλιστικές εργασίες σε ορισμένη περιφέρεια της ελληνικής επικράτειας, στο όνομα και για λογαριασμό μιας ή περισσότερων ασφαλιστικών επιχειρήσεων. Ο ασφαλιστικός πράκτορας παρουσιάζει, προτείνει, προπαρασκευάζει, προσυπογράφει ή συνάπτει ως αντιπρόσωπος ασφαλιστικές συμβάσεις. Σε περίπτωση επέλευσης του κινδύνου παρέχει στον ασφαλισμένο την απαραίτητη συνδρομή για την εκτέλεση της ασφαλιστικής σύμβασης. 2.Επιτρέπεται συμβατικός όρος με τον οποίο περιορίζεται το δικαίωμα του ασφαλιστικού πράκτορα να συνάπτει σύμβαση πρακτόρευσης και με άλλες ασφαλιστικές επιχειρήσεις. Περιεχόμενο της σύμβασης πρακτόρευσης Άρθρ.10.-Πράξεις ασφαλιστικών πρακτόρων ή παραγωγών ασφαλίσεων, οι οποίες συνιστούν παραβιάσεις της ασφαλιστικής νομοθεσίας, των χρηστών συναλλακτικών ηθών και της δημόσιας τάξης, είναι υπαίτιες και μπορούν να καταλογιστούν, συνιστούν παραβίαση του Κώδικα Δεοντολογίας. Οι παραβιάσεις του Κώδικα Δεοντολογίας συνεπάγονται τις συνέπειες που προβλέπει ο Νόμ. 1569/1985, καθώς και το άρθρ. 12 του παρόντος. Ενδεικτικές περιπτώσεις παραβιάσεων του Κώδικα Δεοντολογίας Άρθρ.11.-1.Παραβίαση του Κώδικα Δεοντολογίας συνιστά, ιδίως, η παραβίαση της υποχρέωσης των ασφαλιστικών πρακτόρων ή των παραγωγών ασφαλίσεων: α)να ερευνούν και αναλύουν τις ασφαλιστικές ανάγκες των πελατών τους και να προτείνουν σ’ αυτούς τα κατάλληλα ασφαλιστήρια συμβόλαια, β)να προσφέρουν καλύψεις σύμφωνα με το περιεχόμενο των ασφαλιστηρίων συμβολάιων, γ)να ενημερώνουν τους πελάτες τους και να παίρνουν όλα τα απαραίτητα μέτρα σε περίπτωση παύσης της ενεργού δραστηριότητάς τους, δ)να επεξηγούν τους όρους του συμβολαίου το οποίο προτείνουν, με σκοπό τη σαφή πληροφόρηση του ασφαλισμένου για τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματά του, ε)να παρέχουν κάθε βοήθεια στους ασφαλισμένους και δικαιούχους αποζημιώσεων σε περίπτωση επέλευσης του κινδύνου, συνεργαζόμενοι με την υπόχρεη ασφαλιστική επιχείρηση και τους πραγματογνώμονες, στ)να τηρούν το επαγγελματικό απόρρητο, (Μετά τη σελ. 246,30) Σελ. 246,31 Τεύχος Η122-Σελ. 41 Ιδιωτική Επιχείρηση Ασφαλίσεως 12.Μ.α.24 ζ)να ασκούν την επαγγελματική τους δραστηριότητα χωρίς να θίγουν την τιμή και την υπόληψη των συναδέλφων τους ή να προκαλούν αμφιβολίες για την επαγγελματική τους ικανότητα ή αξιοπιστία, καθώς και της υποχρέωσης σε περίπτωση διαφωνίας μεταξύ τους να εξαντλούν όλα τα περιθώρια συμβιβασμού δια μέσου των επαγγελματικών τους ενώσεων, η)να επισημαίνουν στον ασφαλισμένο τις συνέπειες της πρόωρης διακοπής ή ακύρωσης του ασφαλιστηρίου συμβολαίου του καθώς και κάθε εξαίρεση από την ασφαλιστική κάλυψη, θ)να μη μετέρχονται μεθόδους αθέμιτου ανταγωνισμού, αθέμιτων ή παραπλανητικών πράξεων και πρακτικών, όπως ιδίως: (αα)Η παραπλανητική παρουσίαση ασφαλιστηρίου συμβολαίου ως προς τις προϋποθέσεις, ωφελήματα και όρους. (ββ)Δηλώσεις ψευδείς ή ανακριβείς που γίνονται ενσυνείδητα και αφορούν την οικονμική κατάσταση συναδέλφων τους ή ασφαλιστικών επιχειρήσεων. (γγ)Οι διακρίσεις μεταξύ ασφαλισμένων που έχουν τις ίδιες προϋποθέσεις ασφαλίσεως. (δδ)Η προσφορά έκπτωσης ασφαλίστρων ή ειδικού ευεργετήματος με στόχο τη σύναψη ασφαλιστηρίου συμβολαίου, ι)να μη διαφημίζουν εκπτώσεις ή ωφελήματα που δεν ανταποκρίνονται στα ισχύοντα τιμολόγια και στους όρους της ασφαλιστήριας σύμβασης. Άρθρ.12.-1.Ο Υπουργός Εμπορίου δύναται να επιβάλλει σε ασφαλιστικό πράκτορα ή παραγωγό ασφαλίσεων, ο οποίος παραβαίνει τις διατάξεις του παρόντος, πρόστιμο, μέχρι 500.000 δρχ. Σε περίπτωση παραβάσεων των αυτών διατάξεων κατ’ επανάληψη, δύναται να ανακαλείται οριστικά η άδεια άσκησης του επαγγέλματός του. 2.Πριν από την επιβολή διοικητικής κύρωσης κατά τα οριζόμενα στην προηγούμενη παράγραφο ο ασφαλιστικός πράκτορας ή ο παραγωγός καλείται να δώσει εξηγήσεις. Άρθρ.13.-1.Οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις έχουν υποχρέωση να προσαρμόσουν τις συμβάσεις με τους ασφαλιστικούς πράκτορες και τους παραγωγούς ασφαλίσεων, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος, εντός τριμήνου από την έκδοσή του. Την αυτή υποχρέωση έχουν και οι γενικοί πράκτορες και ασφαλιστικοί πράκτορες για τις συμβάσεις τους αντίστοιχα με πράκτορες και παραγωγούς ασφαλίσεων. Σελ. 246,32 Τεύχος Η122-Σελ. 42 2.Η μη τήρηση των υποχρεώσεων του άρθρου αυτού συνεπάγεται, ετκός από τις κυρώσεις του άρθρ. 12 του παρόντος, ακύρωση των συμβάσεων που δεν προσαρμόσθηκαν και υποχρέωση των επιχειρήσεων, γενικών πρακτόρων και ασφαλιστικών πρακτόρων να αποζημιώσουν αντίστοιχα τους ασφαλιστικούς πράκτορες και παραγωγούς ασφαλίσεων που υπέστησαν ζημία από αυτή την ακύρωση των συμβάσεων. Άρθρ.14.-Με τη δημοσίευση του παρόντος καταργείται το Β.Δ. 503/1972 (ΦΕΚ 148/Α/1972) «περί δικαιωμάτων και υποχρεώσεων Γενικών Πρακτόρων και Ασφαλειομεσιτών». Άρθρ.15.-Το παρόν αρχίζει να ισχύει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 12.Μ.α.24 Ιδιωτική Επιχείρηση Ασφαλίσεως Άρθρ.2.-1.Η σύμβαση πρακτόρευσης περιλαμβάνει με σαφήνεια τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των συμβαλλομένων μερών, δηλαδή των ασφαλιστικών πρακτόρων και των ασφαλιστικών επιχειρήσεων. Με τη σύμβαση πρακτόρευσης καθορίζονται τουλάχιστον: α)η περιφέρεια στην οποία δικαιούται ο πράκτορας να αντιπροσωπεύει την ασφαλιστική επιχείρηση και ο αριθμός του φορολογικού του μητρώου, καθώς και ο αριθμός του από το μητρώο ασφαλιστικών πρακτόρων, β)η αποδοχή κινδύνων βάσει των όρων και περιορισμών της σύμβασης, εφόσον ανατίθεται από την ασφαλιστική επιχείρηση στον πράκτορα, γ)η έκδοση και υπογραφή γενικά ασφαλιστηρίων εγγράφων ή η προσυπογραφή και επίδοση προς τους ασφαλισμένους των ασφαλιστηρίων που έχουν εκδοθεί από την ασφαλιστική επιχείρηση, δ)ο τρόπος διακανονισμού ζημιών βάσει των όρων και περιορισμών που αναγράφονται στη σύμβαση, ε)η υπογραφή συμβάσεων με παραγωγούς ασφαλίσεων με βάση τους συμβατικούς όρους της σύμβασης πρακτόρευσης, στ)εάν εισπράττονται ασφάλιστρα ή όχι, ζ)τα ποσοστά των προμηθειών που πρέπει να καταβάλλονται στον πράκτορα μαζί με τα νομίμως αναγνωριζόμενα έξοδα, η)ο τρόπος με τον οποίο αποδίδεται λογαριασμός προς την ασφαλιστική επιχείρηση, καθώς και η διαχείριση του ασφαλιστικού πράκτορα σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρ. 3 παρ. 1, 2, 3, 4 και 5 παρ. 4 του παρόντος, θ)οι προϋποθέσεις λύσης της σύμβασης, ι)η διαδικασία εκκαθάρισης των λογαριασμών του πρακτορείου σε περίπτωση λύσης της σύμβασης πρακτόρευσης και παράδοσης των σχετικών δικαιολογητικών στην επιχείρηση σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρ. 5 παρ. 4 του παρόντος. 2.Στη σύμβαση πρέπει ακόμη να αναγράφονται ρητά οι υποχρεώσεις του πράκτορα έναντι της ασφαλιστικής επιχειρησης, οι οποίες απορρέουν από τα άρθρ. 2 παρ.2, 4 παρ. 3, 4, 5 και 12 του Νόμ. 1569/1985. 3.Σύμβαση πρακτόρευσης που δεν εκπληρώνει τις παραπάνω προϋποθέσεις είναι άκυρη. 4.Η σύμβαση πρακτόρευσης υποβάλλεται μέσα σε ένα μήνα από την κατάρτισητής της στο Υπουργείο Εμπορίου (Διεύθυνση Ασφαλιστικών Επιχειρήσεων και Αναλογιστικής) και στην κατά τόπο αρμόδια Επιτροπή Πρακτόρων. Κάθε τροποποίηση ή καταγγελία της σύμβασης πρακτόρευσης γνωστοποιείται αμέσως στις παραπάνω αρχές. Διαχείριση ασφαλιστικού πράκτορα Άρθρ.3.-1.Ο ασφαλιστικός πράκτορας φροντίζει για την είσπραξη των ασφαλίστρων σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου.Τα ασφάλιστρα που εισπράττει ο πράκτορας θεωρούνται παρακαταθήκη και ευθύνεται ως θεματοφύλακας. (Μετά τη σελ. 246,28) Σελ. 246,29 Τεύχος Η 122- Σελ.39 Ιδιωτική Επιχείρηση Ασφαλίσεως 12.Μ.α.24 2.Στο πρώτο δεκαήμερο κάθε διμήνου ο πράκτορας αποδίδει προς την ασφαλιστική επιχείρηση αναλυτικό λογαριασμό των εισπραχθέντων ασφαλίστρων και της εν γένει διαχείρισης του προηγούμενου διμήνου και της καταβάλλει κάθε πλεόνασμα. Εάν το παραπάνω πλεόνασμα δεν έχει καταβληθεί μέχρι το τέλος του μήνα κατά τον οποίο πρέπει να αποδοθεί ο αναλυτικός λογαριασμός, οι απαιτήσεις της ασφαλιστικής επιχείρησης θεωρούνται ληξιπρόθεσμες και υπολογίζεται ο νόμιμος τόκος υπερημερίας. 3.Ο πράκτορας έχει υποχρέωση να αποστέλλει προς την ασφαλιστική επιχείρηση για ακύρωση, μέσα σε δύο μήνες από την ημερομηνία παραλαβής τους, τα ασφαλιστήρια έγγραφα που δεν έχουν παραληφθεί από τους ασφαλιζομένους ή αυτά των οποίων δεν έχουν εισπραχθεί τα ασφάλιστρα, συνοδευόμενα από τις σχετικές αποδείξεις ασφαλίστρων και από επιστολή του πράκτορα με την οποία βεβαιώνει τους λόγους της μη είσπραξης των ασφαλίστρων και τη μη αναγγελία ζημίας. Σε περίπτωση που ο πράκτορας δεν αποστείλει τα πιο πάνω ασφαλιστήρια έγγραφα μέσα στην προθεσμία αυτή, και εφόσον του κοινοποιηθεί με δικαστικό επιμελητή σχετική όχληση από την ασφαλιστική επιχείρηση, για την απόδοση των ασφαλίστρων εφαρμόζεται η παρ. 2 του άρθρου αυτού. 4.Μέχρι τέλους Ιανουαρίου κάθε χρόνου, ο πράκτορας υποχρεούται να υποβάλει αναλυτική κατάσταση των μη εισπραχθέντων ασφαλίστρων για το προηγούμενο έτος και να κοινοποιήσει υποχρεωτικά αντίγραφο αυτής στην αρμόδια Επιτροπή Πρακτόρων. 5.Ο πράκτορας τηρεί εκτός από τα λοιπά κατά νόμο βιβλία (Κώδικα Φορολογικών Στοιχείων, κ.λπ.), βιβλίο καταχώρησης ασφαλιστηρίων συμβολαίων για τις ασφαλιστήριες συμβάσεις που συνάπτονται μέσω αυτού, στο οποίο αναφέρεται σε ιδιαίτερη στήλη η ημερομηνία είσπραξης των αντίστοιχων ασφαλίστρων και βιβλίο ζημιών για τις συμβάσεις αυτές. Τα βιβλία αυτά έχει υποχρέωση να θέτει στη διάθεση της ασφαλιστικής επιχείρησης ή της εποπτικής αρχής του Υπουργείου Εμπορίου προς έλεγχο, παρέχοντας κάθε σχετική διευκόλυνση. Σε περίπτωση μη τήρησης ή ανεπαρκούς τήρησης των παραπάνω βιβλίων, υφίσταται τις κυρώσεις που προβλέπει το άρθρ. 12 του παρόντος. Σελ. 246,30 Τεύχος Η122- Σελ. 40 Δικαιώματα ασφαλιστικού πράκτορα Άρθρ.4.-Μέσα στα όρια που προσδιορίζονται από το νόμο και τις υπουργικές αποφάσεις, η ασφαλιστική επιχείρηση υποχρεούται να καταβάλει τις προμήθειες που έχουν συμφωνηθεί, καθώς και τα νόμιμα αναγνωριζόμενα έξοδα. Λύση της σύμβασης πρακτόρευσης Άρθρ.5.-1.Η λύση της σύμβασης πρακτόρευσης επέρχεται: α)Υποχρεωτικά έπειτα από καταγγελία στις περιπτώσεις των άρθ. 13 παρ. 4 και 14 παρ. 5 του Νόμ. 1569/85. β)Σε περίπτωση καταγγελίας από κάθε συμβαλλόμενο μέρος μετά από προειδοποίηση τουλάχιστον δύο μηνών. 2.Σε περίπτωση που η ασφαλιστική επιχείρηση καταγγείλει τη σύμβαση χωρίς σπουδαίο λόγο υποχρεούται να καταβάλει την προμήθεια του άρθρ. 4 παρ. 4 του Νόμ. 1569/85. 3.Σε περίπτωση κατάρτισης ή λήξης σύμβασης πρακτόρευσης η ασφαλιστική επιχείρηση έχει τις υποχρεώσεις που προβλέπονται από το άρθρ. 4 παρ. 1 και 2 του Νόμ. 1569/1985. 4.Σε περίπτωση λύσης της σύμβασης πρακτόρευσης ο πράκτορας υποχρεούται να επιστρέψει στην εταιρεία όλο το έντυπο υλικό της, τα τιμολόγια, τις επιγραφές, τα εισπραχθέντα ασφάλιστρα, τις αποδείξεις και τα συμβόλαια. Το αργότερο μέσα σε 15 ημέρες, από τη λύση της σύμβασης ο πράκτορας έχει υποχρέωση να παραδώσει στην ασφαλιστική επιχείρηση λογαριασμούς και δικαιολογητικά έγγραφα και να καταθέσει το υφιστάμενο υπέρ αυτής υπόλοιπο. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄. Παραγωγοί Ασφαλίσεων Έϋνοια παραγωγού ασφαλίσεων (άρθρ. 16 Νόμ. 1569/1985) Άρθρ.6.-1.Παραγωγός ασφαλίσεων είναι το φυσικό πρόσωπο το οποίο, χωρίς να έχει δικαίωμα να υπογράφει ασφαλιστήρια συμβόλαια παρουσιάζει, προτείνει και προπαρασκευάζει ασφαλιστικές συμβάσεις για λογαριασμό μιας ή περισσότερων ασφαλιστικών επιχειρήσεων ή επιχειρήσεων ασφαλιστικής πρακτόρευσης με έγγραφη σύμβαση με την οποία καθορίζεται και ο τρόπος αμοιβής του. 2.Η ασφαλιστική επιχείρηση μπορεί να αναθέτει στον παραγωγό ασφαλίσεων την είσπραξη ασφαλίστρων.Στην περίπτωση αυτή ο παραγωγός ασφαλίσεων αμείβεται με επιπλέον προμήθεια, το ύψος της οποίας καθορίζεται ή αναπροσαρμόζεται με απόφαση του Υπουργού Εμπορίου. 12.Μ.α.24 Ιδιωτική Επιχείρηση Ασφαλίσεως Περιεχόμενο της σύμβασης Άρθρ.7.-1.Η κατά το προηγούμενο άρθρο σύμβαση πρέπει να περιλαμβάνει τουλάχιστον: α)τα καθήκοντα, ευθύνες και αρμοδιότητες του παραγωγού και ειδικότερα τους όρους της συνεργασίας με τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις ή τις επιχειρήσεις ασφαλιστικής πρακτόρευσης, β)τον τρόπο αμοιβής του παραγωγού και τα καταβαλλόμενα ποσοστά προμηθειών, γ)την υποχρέωση του παραγωγού να μεριμνά για την έγκαιρη είσπραξη των ασφαλίστρων στην περίπτωση ανάθεσης σ’ αυτόν και του δικαιώματος τούτου, που χορηγείται μόνο από την ασφαλιστική επιχείρηση, δ)τις προϋποθέσεις λύσης της πιο πάνω σύμβασης, ε)τον αριθμό φορολογικού μητρώου του παραγωγού ασφαλίσεων, και τον αριθμό της άδειάς του από το επαγγελματικό του μητρώο. 2.Σύμβαση που δεν εκπληρώνει τους παραπάνω όρους είναι άκυρη. Υποχρεώσεις και δικαιώματα παραγωγού ασφαλίσεων Άρθρ.8.-1.Σε περίπτωση είσπραξης ασφαλίστρων, ο παραγωγός ασφαλίσεων υποχρεούται να τα καταθέσει στην ασφαλιστική επιχείρηση ή σε Τράπεζα στο όνομα της επιχείρησης το βραδύτερο στο τέλος κάθε εβδομάδας, μετά την παρακράτηση της συμφωνηθείσας προμήθειας και των νομίμως αναγνωριζομένων εξόδων. 2.Τα ασφάλιστρα που εισπράττει ο παραγωγός ασφαλίσεως θεωρούνται παρακαταθήκη και ο παραγωγός θεματοφύλακας. 3.Δεν επιτρέπεται η σύναψη σύμβασης με παραγωγό μη εφοδιασμένο με την από το άρθρ. 17 παρ. 3 του Νόμ. 1569/1985 προβλεπόμενη επαγγελματική ταυτότητα. Λύση της σύμβασης Άρθρ.9.-1.Η ανάκληση ή μη ανανέωση της άδειας άσκησης του επαγγέλματος παραγωγού ασφαλίσεων, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρ. 17 παρ. 4 και 5 του Νόμ. 1569/1985 δημιουργεί στην ασφαλιστική επιχείρηση ή στον ασφαλιστικό πράκτορα, με τον οποίο είχε συμβληθεί ο παραγωγός την υποχρέωση να καταγγείλει την αντίστοιχη σύμβαση μέσα σε 15 μέρες από τη γνωστοποίηση της ανάκλησης ή της μη ανανέωσης της άδειας. Σε περίπτωση καταγγελίας από κάθε συμβαλλόμενο μέρος, μετά από προειδοποίηση τουλάχιστον δύο μηνών, επέρχεται λύση της σύμβασης. 2.Σε περίπτωση που η ασφαλιστική επιχείρηση καταγγείλει τη σύμβαση χωρίς σπουδαίο λόγο, υποχρεούται να καταβάλει την προμήθεια του άρθρ. 4 παρ. 4 του Νόμ. 1569/1985. 3.Σε περίπτωση λύσης της σύμβασης με οποιοδήποτε τρόπο, ο παραγωγός ασφαλίσεων υποχρεούται, σε δεκαπέντε ημέρες να επιστρέψει στην ασφαλιστική επιχείρηση ή στον πράκτορα κάθε είδους υλικό (εγκυκλίους, οδηγίες, προγράμματα, κ.λπ.) σχετικό με την εργασία του. 4.Το αργότερο μέσα σε 15 ημέρες από τη λύση της σύμβασης ο παραγωγός, στον οποίο έχει ανατεθεί η είσπραξη ασφαλίσεων, παραδίδει στην ασφαλιστική επιχείρηση λογαριασμούς και δικαιολογητικά έγγραφα και καταβάλλει το τυχόν υφιστάμενο υπέρ αυτής υπόλοιπο. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄. Κώδικας Δεοντολογίας

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.