← Ελλάδα

24. ΝΟΜΟΘΕΤ. ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ’ αριθ. 690 της 7/8 Μαΐου1948 Περί συμπληρώσεως των περί σχεδίων πόλεων διατάξεων. Έχοντες υπ’ όψει το Ψήφισμα ΜΓ΄ της Μαρτ. 1

Εν συντομία

Αυτός ο νόμος συμπληρώνει τις διατάξεις περί σχεδίων πόλεων, ρυθμίζοντας θέματα κοινόχρηστων χώρων και οικοπέδων εντός των οικισμών. Καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο κοινόχρηστοι χώροι περιέρχονται σε κοινή χρήση και θέτει κανόνες για τη μεταβίβαση και την αρτιότητα των οικοπέδων.

Τι ρυθμίζει

Ποιους αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
24. ΝΟΜΟΘΕΤ. ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ’ αριθ. 690 της 7/8 Μαΐου1948 Περί συμπληρώσεως των περί σχεδίων πόλεων διατάξεων. Έχοντες υπ’ όψει το Ψήφισμα ΜΓ΄ της Μαρτ. 1948 της Δ΄ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων «περί εξουσιοδοτήσεως προς έκδοσιν Ψηφισμάτων και Νομοθετικών Δ/των κατά την διάρκειαν των διακοπών της Δ΄ Αναθεωρητικής Βουλής», την Σελ. 286(α) 346-168 κατά την συνεδρίασιν ΛΑ΄της 27 Απρ. 1948 ληφθείσαν απόφασιν της Επιτροπής Εξουσιοδοτήσεως της Βουλής, προτάσει του Ημετέρου Υπουργικού Συμβουλίου, απεφασίσαμεν και διατάσσομεν: Άρθρ.1.-1.Οι κοινόχρηστοι χώροι (πλατείαι, οδοί, άλση, κήποι κλπ.) οι καθοριζόμενοι υπό των μέχρι της ισχύος του παρόντος εγκριθέντων, επισπεύσει των ιδιοκτητών ή των αναλαβόντων την εκμετάλλευσιν των οικείων εκτάσεων, σχεδίων ρυμοτομίας συνοικισμών, θεωρούνται περιελθόντες εις την κοινήν χρήσιν από της εγκρίσεως του καθορίσαντος τούτους σχεδίου του συνοικισμού, είτε επεβλήθη εις τους άνω επισπεύσαντας την έγκρισιν η υποχρέωσις της παραιτήσεως αυτών από της κυριότητος, νομής και κατοχής των χώρων τούτων, ασχέτως, αν εξεπληρώθη αύτη ή όχι, είτε δεν επεβλήθη μεν τοιαύτη υποχρέωσις, η επιδιωχθείσα όμως παρά τούτων έγκρισις του σχεδίου είχεν ως αναγκαίον, κατ’ αμάχητον τεκμήριον, επακολούθημα την κατ’ ελευθέραν βούλησιν αυτών, παραίτησίν των από της κυριότητος, νομής και κατοχής των υπό των ως άνω χώρων καταλαμβανομένων γηπέδων, άνευ της οποίας δεν ήτο δυνατή η έγκρισις του σχεδίου και η διάθεσις των υπό τούτου ορισθέντων οικοδομησίμων δι’ οιονδήποτε σκοπόν χώρων. 23.Δ.α.22-24 Σχέδια Πόλεων Οι ως άνω κοινόχρηστοι χώροι περιέχονται εις την κοινήν χρήσιν ελεύθεροι παντός βάρους, υποθήκης ή προσημειώσεως, των τυχόν επί τούτων εγγεγραμμένων βαρών κλπ. περιοριζομένων επί των λοιπών ακινήτων των επισπευσάντων την έγκρισιν του σχεδίου. 2.Η προηγουμένη παράγραφος ισχύει και δια τους συνεπεία μεταγενεστέρας τροποποιήσεως σχεδίου καθορισθέντας κοινοχρήστους χώρους τους καταλαμβάνοντας γήπεδα ανήκοντα κατά τον χρόνον της τροποποιήσεως εις τους επισπεύσαντας την έγκρισιν του σχεδίου, εφ’ όσον η τροποποίησις εγένετο τη αιτήσει αυτών ή άλλως εγένετο αποδεκτή καθ’ οιονδήποτε χρόνον έστω και σιωπηρώς, μη εκδηλωθείσης εγγράφως μέχρι της ιχύος του παρόντος οιασδήποτε αντιθέσεως ή επιφυλάξεως τούτων. Εν τη περιπτώσει της παρούσης παραγράφου οι τυχόν εκ της τροποποιήσεως καταργούμενοι κοινόχρηστοι χώροι καθιστάμενοι οικοδομήσιμοι περιέρχονται εις την κυριότητα, νομήν και κατοχήν των επισπευσάντων την έγκρισιν του σχεδίου, καθ’ ο ποσόν δεν υπερβαίνουν το εμβαδόν των κατά το προηγούμενον εδάφιον καθισταμένων δια της τροποποιήσεως κοινοχρήστων. 3.Αι διατάξεις της παρ. 1 εφαρμόζονται και εις την περίπτωσιν χώρων, οίτινες δεν καθωρίσθησαν μεν κοινόχρηστοι εκ του εγκριθέντος σχεδίου, τους οποίους όμως οι επισπεύσαντες την έγκρισιν αυτού εξεδήλωσαν είτε δι’ επαγγελίας, είτε δια διαφημιστικών χαρτών και διαγραμμάτων ή αγγελιών προς τον σκοπόν της προσελεύσεως αγοραστών και εν γένει καθ’ οιονδήποτε τρόπον την πρόθεσιν αυτών όπως θέσουν τούτους εις την χρήσιν του κοινού. Εν περιπτώσει οιασδήποτε αμφισβητήσεως της τοιαύτης ως άνω προθέσεως των επισπευσάντων την έγκρισιν αποφαίνεται, οριστικώς και τελεσιδίκως, το αρμόδιον Πρωτοδικείον επί τη αγωγή είτε των επισπευσάντων, είτε του Ελληνικού Δημοσίου, είτε του οικείου Δήμου ή Κοινότητος ή και παντός ιδιοκτήτου ακινήτου εν τη περιφερεία του οικείου Δήμου ή Κοινότητος. 4.Αι διατάξεις των παρ. 1 και 2 δεν ισχύουν εάν οι κοινόχρηστοι χώροι καταλαμβάνωσιν ακίνητα μη ανήκοντα εις τους επισπεύσαντας την έγκρισιν του σχεδίου, δια την αποζημίωσιν των οποίων ως προς το αναλογούν εις τους Δήμους και τας Κοινότητας μέρος, υπόχρεοι ορίζονται οι επισπεύσαντες την έγκρισιν του σχεδίου. 5.Τα εν τοις παρ. 1 και 2 οριζόμενα ισχύουσιν αναλόγως και δια τα οικόπεδα τα προοριζόμενα κατά τα αυτά ως άνω σχέδια δια την ανέγερσιν κοινής ωφελείας κτιρίων, εν οις και οι χώροι αθλητικών εν γένει εγκαταστάσεων, λουτρών και κέντρων αναψυχής, ων η κυριότης, νομή και κατοχή, εάν δεν μετεβιβάσθη μέχρι τούδε εις εκπλήρωσιν αναληφθείσης ή και απλώς επιβληθείσης υποχρεώσεως, θεωρείται μεταβιβαζομένη εκ του παρόντος νόμου εις τα αρμόδια προς ανέγερσιν των κοινής ωφελείας κτιρίων νομικά πρόσωπα, της μεταγραφής αυτών ενεργουμένης φροντίδι των προσώπων τούτων. 6.Απαγορεύεται πάσα μεταβίβασις της κυριότητος γηπέδων προοριζομένων δια τους εν ταις παρ. 1,2 3 και 5 σκοπούς εις τους κατά το παρόν άρθρον συνοικισμούς. Η απαγόρευσις αύτη δεν ισχύει εις την περίπτωσιν της παρ. 4, αι διατάξεις της οποίας εφαρμόζονται ως προς την αποζημίωσιν των τυχόν μέχρι της ισχύος του παρόντος μεταβιβασθέντων γηπέδων των προοριζομένων δια τους ως άνω σκοπούς. Πάσα δικαιοπραξία εν ζωή ή αιτία θανάτου έχουσα ως αντικείμενον απαγορευομένην ως άνω μεταβίβασιν κυριότητος είναι αυτοδικαίως και εξ υπαρχής απολύτως άκυρος. 7.Επί των γηπέδων, περί ων η παρ. 3, μέχρι της εκδόσεως της κατ’ αυτήν αποφάσεως του Πρωτοδικείου, απαγορεύεται απολύτως η εκτέλεσις οιασδήποτε φύσεως οικοδομικών εργασιών, εν οις και η περίφραξις αυτών, ως και η έγκρισις ή επέκτασις υφισταμένου παρ’ αυτά σχεδίου ρυμοτομίας και η δι’ οιονδήποτε σκοπόν αναγκαστική απαλλοτρίωσις αυτών εν όλω η εν μέρει, εφαρμοζομένων μετά την απόφασιν του Πρωτοδικείου των ισχυουσών γενικών περί σχεδίων πόλεων διατάξεων. 8.Αι διατάξεις του άρθρου τούτου εφαρμόζονται και επί των μετά την ισχύν του παρόντος εγκριθησομένων συνοικισμών ή και επεκτάσεων συνοικισμών ή γενικώς σχεδίων πόλεων και κωμών τη επισπεύσει οιουδήποτε φυσικού ή νομικού προσώπου ή και των ιδιοκτητών των εκτάσεων. Πάντως κατά την έγκρισιν, δι’ ην απαιτείται γνωμοδότησις ειδικής επταμελούς πολεοδομικής επιτροπής, συντιθεμένης κατά τα δια Β.Δ/τος κανονισθησόμενα, επιτρέπεται η επιβολή οιωνδήποτε εν γένει όρων ή περιορισμών ή υποχρεώσεων, επί πλέον ή ανεξαρτήτως των υπό του άρθρ. 7 του από 17 Ιουλ. 1923 Ν.Δ/τος «περί σχεδίων πόλεων κλπ.» και της παρ. 5 του άρθρ. 6 του ν. 5269/1931 προβλεπομένων, μετά την εκπλήρωσιν των οποίων και παρά πάντων των βαρυνομένων, ευθυνομένων αλληλεγγύως και εξ ολοκλήρου, εφαρμόζεται η έγκρισις και η μη εκπλήρωσις των οποίων εντός των τασσομένων τυχόν δια της εγκρίσεως προθεσμιών καθιστά άνευ άλλης τινός πράξεως ή διατυπώσεως άκυρον την γενομένην έγκρισιν. Επίσης επιτρέπεται όπως προς (Αντί της σελ. 287(α) Σελ. 287(β) Τεύχος 646-Σελ. 97 Σχέδια Πόλεων 23.Δ.α.24 εξασφάλισιν της εκπληρώσεως των όρων, περιορισμών και υποχρεώσεων απαιτείται η εγγραφή υποθήκης, θεωρουμένης, ως επιβαλλομένης εκ του Νόμου, επί των οικοπέδων των επισπευδόντων την έγκρισιν κατά τα οριζόμενα εν εκάστη περιπτώσει δια του εγκριτικού Διατάγματος. Περί τα ανωτέρω επιτροπής βλ. Β.Δ. 12/21 Αυγ. 1948 (κατωτ. αριθ. 26). 9.Προκειμένου περί των εγκεκριμένων προ της ισχύος του παρόντος συνοικισμών, περί ων η παρ. 1, επιτρέπεται η αναθεώρησις των καθ’ οιονδήποτε τρόπον επιβληθεισών υποχρεώσεων εις τους επισπεύσαντας την έγκρισιν αυτών ή τους καθολικούς ή ειδικούς διαδόχους αυτών ή και εις τους εκ ταύτης ωφεληθέντας και η αναπροσαρμογή τούτων βάσει των διατάξεων της προηγουμένης παραγράφου, δυναμένη να περιορισθή εις πρόσθετον εισφοράν εφ’ άπαξ ή ετησίαν, είτε εις είδος είτε εις χρήμα και κατά κατηγορίας αναλόγως της ιδιότητος του ιδιοκτήτου ως επισπεύσαντος την έγκρισιν ή ως αγοραστού και της υπάρξεως οικοδομής ή όχι. Τα της βεβαιώσεως, της εισπράξεως και της διαθέσεως της εισφοράς ταύτης ορισθήσονται δια Β. Διαταγμάτων. 10.Προκειμένου όμως περί υποχρεώσεων, επιβληθεισών δι’ ειδικού Δ/τος ή συμβάσεως, αναγομένων εις εκτέλεσιν κοινωφελών συνοικισμού έργων, μήπω εκτελεσθέντων εν όλω ή εν μέρει, αύται εξακολουθούσιν ισχύουσαι ως προς τους αρχικούς υποχρέους και τους γενικούς ή ειδικούς διαδόχους αυτών καλυπτόμεναι δι’ αναγκαστικής απαλλοτριώσεως οικοπέδων εκ των ανηκόντων εις τους ως άνω αρχικούς υποχρέους καθολικούς ή ειδικούς διαδόχους αυτών και εις βάρος αυτών δια Β.Δ/τος προτάσει του Υπουργού των Δημοσίων Έργων. Άρθρ.2.-1.Απαγορεύεται η μεταβίβασις της κυριότητος οικοπέδων, επαγομένη την δημιουργίαν οικοπέδων μη αρτίων, είτε κατά το ελάχιστον εμβαδόν είτε κατά το ελάχιστον πρόσωπον ή το βάθος. Η παρ. 1 κατηργήθη δια της παρ. 1 άρθρ. 3 Α.Ν. 625/1968 (κατωτ. αριθ 49). Επανήχθη εν ισχύϊ δια του άρθρ. 6 Νόμ. 651/1977 (κατωτ. σελ. 320,05), ούτινος βλ. και λοιπάς διατάξεις. 2.Οσάκις εκ των κειμένων περί σχεδίων πόλεων διατάξεων επιβάλλεται, πλην των ελαχίστων ορίων εμβαδού και διαστάσεων των οικοπέδων, η τήρησις ωρισμένων ακαλύπτων αποστάσεων μεταξύ των ορίων του οικοπέδου και της οικοδομής ή ποσοστού του οικοπέδου ακαλύπτου υπό οικοδομής, απαγορεύεται η μετά την ανέγερσιν της οικοδομής καθ’ οιονδήποτε τρόπον μεταβίβασις της κυριότητος μέρους του οικοπέδου κατά τρόπον καθιστώντα το εφ’ ου η οικοδομή οικόπεδον μη άρτιον ή μειούντα τας ακαλύπτους αποστάσεις ή το ακάλυπτον ποσοστόν κάτω του επιβεβλημένου ελαχίστου ορίου. Σελ. 288(β) Τεύχος 646 – Σελ. 98 Κυρώσεις δια παράβασιν της ανωτ. παρ. 2 βλ. εν άρθρω 4 Νόμ. 651/1977 (κατωτ. σελ. 320,05). 3.Πάσα δικαιοπραξία εν ζωή ή αιτία θανάτου έχουσα αντικείμενον απαγορευομένην κατά τας προηγουμένας παραγράφους μεταβίβασιν κυριότητος είναι αυτοδικαίως και εξ υπαρχής απολύτως άκυρος. 4.Αποκλειστικώς αρμοδία ν’ αποφαίνηται εις τας περιπτώσεις της παρ. 2 εάν πρόκειται περί απαγορευομένης μεταβιβάσεως εν εκάστη περιπτώσει, είναι η πολεοδομική υπηρεσία, εν περιπτώσει δ’ ενστάσεων κατά της αποφάσεως αυτής, ο Υπουργός των Δημοσίων Έργων. 23.Δ.α.24 Σχέδια Πόλεων Άρθρ.3.-1.Η εκ των κειμένων διατάξεων επιβαλλομένη προσκύρωσις οικοπέδων στερουμένων του ελαχίστου εμβαδού αποκλείεται εάν το εμβαδόν του οικοπέδου, συνυπολογιζομένου εις τούτο και του εμβαδού του υπό των υπαρχόντων ή δυναμένων ν’ ανεγερθούν κατά τας σχετικάς διατάξεις επί των ορίων του οικοπέδου μεσοτοίχων καταλαμβανομένου ή δυναμένου να καταληφθή εδάφους των ομόρων οικοπέδων, ανταποκρίνεται εις το απαιτούμενον εν εκάστη περιπτώσει ελάχιστον εμβαδόν, εφ’ όσον το τελευταίον τούτο μετά τον συνυπολογισμόν δεν είναι έλασσον των 30 τετραγ. μέτρων. Kατά την εφαρμογή της παρούσης ο κατά τα άνω συνυπολογισμός του εμβαδού εδάφους των ομόρων οικοπέδων εν ουδεμιά περιπτώσει συνεπάγεται την αφαίρεσιν ή προσκύρωσιν του εδάφους τούτου. Τ’ ανωτέρω εφαρμόζονται κατ’ αναλογίαν και ως προς το ελάχιστον πρόσωπον ή το ελάχιστον βάθος, εφ’ όσον αποκλείεται συνεπεία υπάρξεως οικοδομών ή δια τακτοποιήσεως απόκτησις τούτων. Πάντως δια την εφαρμογήν των ανωτέρω το πάχος του μεσοτοίχου υπολογίζεται εν πάση περιπτώσει εις 0,60 μέτρα. 2.Εις περίπτωσιν καθ’ ην παράκεινται πλειότερα του ενός μη άρτια οικόπεδα, επιτρέπεται όπως, αντί της προσκυρώσεως τινών εξ αυτών εις έτερα, προς τον σκοπόν της δημιουργίας ενός ή πλειοτέρων αρτίων οικοπέδων, η προσκύρωσις γίνεται δια της συνενώσεως αυτών προς δημιουργίαν ενός ή περισσοτέρων αρτίων οικοπέδων παραχωρουμένων εξ αδιαιρέτου, και κατά ποσοστόν εξ αδιαιρέτου ίσον προς το εμβαδόν της ανηκούσης εις έκαστον εκτάσεως, εις τους ιδιοκτήτας των μη αρτίων οικοπέδων, μη αποκλειομένης της συνενώσεως και εις περίπτωσιν μη συγκαταθέσεως, δια την δημιουργίαν επικοίνων εξ αδιαιρέτου οικοπέδων, ενός ή πλειόνων εκ των ιδιοκτητών των παρακειμένων μη αρτίων οικοπέδων, εκδηλουμένης εγγράφως μέχρι της εκδόσεως της επί της πράξεως προσκυρώσεως οριστικής και ανεκκλήτου αποφάσεως. Επί των ούτως, ως ανωτέρω, δημιουργουμένων επικοίνων οικοπέδων εφαρμόζονται αι περί ιδιοκτησίας κατ’ ορόφους διατάξεις, απαγορευομένης πάσης οιασδήποτε εξωδίκου ή δικαστικής διανομής των οικοπέδων τούτων. 3.Εάν το εμβαδόν του εν εκάστη περιπτώσει ως προσκυρωτέου κρινομένου οικοπέδου υπολείπεται του ελαχίστου απαιτουμένου εν εκάστη περιπτώσει μέχρι ποσοστού 25% του τελευταίου τούτου, το εμβαδόν δε τινος των μετά τούτου συνορευόντων οικοπέδων υπερβαίνη το απαιτούμενον εν εκάστη περιπτώσει εμβαδόν τουλάχιστον κατά ποσοστόν 50% η προσκύρωσις του μη αρτίου οικοπέδου ματαιούται επιτρεπομένης αντιθέτως της εις τούτο προσκυρώσεως εκ του μεγαλειτέρου ως άνω εμβαδού αμόρου οικοπέδου της αναγκαίας εκτάσεως, ίνα το μη άρτιον οικόπεδον αποκτήση το απαιτούμενον απολύτως ελάχιστον εμβαδόν, εφ’ όσον η προσκύρωσις αύτη δεν εμποδίζεται εξ υπαρχουσών οικοδομών ή δεν συνεπάγεται την μείωσιν των τυχόν απαιτουμένων υπό των κειμένων διατάξεων υποχρετικώς ακαλύπτων αποστάσεων ή ποσοστού του μεγαλειτέρου οικοπέδου κάτω του ελαχίστου ορίου. Εάν η άνω προϋπόθεσις του εμβαδού του μεγαλειτέρου οικοπέδου συντρέχη εις πλείονα του ενός όμορα προς το μη άρτιον οικόπεδα, η προσκύρωσις γίνεται κατά την κρίσιν της αρμοδίας υπηρεσίας είτε εις βάρος πάντων εξ ίσου ή όχι, είτε εις βάρος τινών, είτε εις βάρος ενός. Τα εν τοις ανωτέρω εφαρμόζονται αναλόγως και επί των οικοπέδων των κρινομένων προσκυρωτέων ως εκ της ελλείψεως του ελαχίστου προσώπου ή του ελαχίστου βάθους, εφ’ όσον αποκλείεται συνεπεία υπάρξεως οικοδομών η δια τακτοποιήσεως απόκτησις τούτων. «Αι διατάξεις της παρούσης παραγράφου εφαρμόζονται και επί παρακειμένων μη αρτίων οικοπέδων, εάν το άθροισμα των εμβαδών τούτων υπολείπεται του ελαχίστου απαιτουμένου εμβαδού ουχί πλέον του αυτού ως άνω ποσοστού των 25%. Εις την περίπτωσιν δε ταύτην ισχύουσι αι διατάξεις της παρ. 2 του αυτού ως άνω άρθρ. 3, περί δημιουργίας επικοίνων εξ αδιαιρέτου οικοπέδων». Η εντός « » παράγραφος προσετέθη δια του Νόμ. 2784 της 16/23 Μαρτ. 1954 «περί συμπληρώσεως των διατάξεων του Ν.Δ. 690/1948». 4.Αι καταργούμεναι υπό του σχεδίου ρυμοτομίας παλαιαί οδοί και εν γένει κοινόχρηστοι χώροι, διατίθενται εν όλω ή εν μέρει δια προσκυρώσεως έστω και αν το εμβαδόν αυτών έχη το εμβαδόν αρτίου οικοπέδου, πρωτίστως ίνα καταστούν άρτια οικόπεδα μη άρτια και τακτοποιηθούν άρτια τοιαύτα έχοντα όμως ανάγκην τακτοποιήσεως. Τούτ’ αυτό ισχύει και επί των ιδιωτικών οδών, μη εγκεκριμένων υπό του σχεδίου ρυμοτομίας, εφ’ όσον κατά την κρίσιν της αρμοδίας υπηρεσίας δεν αποκλείεται δια της προσκυρώσεως η επικοινωνία μετά των εγκεκριμένων οδών οικοδομών ανεγερθεισών βάσει αδείας της αρμοδίας Αρχής και συμφώνως προς τους όρους ταύτης ή εξασφαλίζεται η επικοινωνία αύτη κατά προβλεπόμενον υπό των κειμένων διατάξεων τρόπον. 5.Αι διατάξεις των προηγουμένων παραγράφων δεν εφαρμόζονται επί μη αρτίων οικοπέδων καταστάντων τοιούτων υπαιτιότητι των ιδιοκτητών αυτών ή των δικαιοπαρόχων των δια τεμαχισμού μείζονος εκτάσεως εχούσης το ελάχιστον εμβαδόν. Ειδικώς αι διατάξεις της παρ. 3 δεν εφαρμόζονται επί των μη αρτίων οικοπέδων των περιελθόντων εις τους ιδιοκτήτας αυτών ή τους δικαιοπαρόχους των (Αντί της σελ. 289(β) Σελ. 289(γ) Τεύχος 646-Σελ. 99 Σχέδια Πόλεων 23.Δ.α.24 συνεπεία τεμαχισμού μείζονος εκτάσεως εχούσης το ελάχιστον εμβαδόν δια δικαιοπραξίας εν γένει εν ζωή ή αιτία θανάτου ή και δικαστικής διανομής. 6.Αι διατάξεις των παρ. 1, 2 και 3, τηρουμένης της παρ. 5 εφαρμόζονται και δια τα πρό της ισχύος του παρόντος προσκυρωθέντα οικόπεδα, επιτρεπομένης της ανακλήσεως κυρωθεισών πράξεων προσκυρώσεως, εάν κατ’ εφαρμογήν των ως άνω διατάξεων καθίσταται δυνατή η ματαίωσις της προσκυρώσεως και μόνον εφ’ όσον δεν ανηγέρθη οικοδομή κωλύουσα την εφαρμογήν των άνω διατάξεων. Άρθρ.4.-(Κατηργήθη αφ’ ης ίσχυσε δια της παρ. 2 άρθρ. 3 Α.Ν. 625/1968, κατωτ. αριθ. 49). Άρθρ.5.Η ισχύς του παρόντος άρχεται από της δημοσιεύσεως αυτού εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.