← Ελλάδα

1. ΑΝΑΓΚ. ΝΟΜΟΣ υπ' αριθ. 192 της 9/18 Νοεμ. 1967 (ΦΕΚ Α' 202) Περί ιδρύσεως και λειτουργίας Ανωτάτης Σχολής Ορθοδόξων Σπουδών υπό την ονομασίαν "ΕΚΚΛ

Εν συντομία

Αυτός ο νόμος αφορά την ίδρυση και λειτουργία μιας Ανώτατης Σχολής Ορθοδόξων Σπουδών στην Αθήνα, με την ονομασία "Εκκλησιαστική Ακαδημία", η οποία θα λειτουργεί ως Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου. Σκοπός της είναι η δημιουργία ορθόδοξου κλήρου με υψηλή χριστιανική και πνευματική παιδεία.

Τι ρυθμίζει

Ποιους αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
1. ΑΝΑΓΚ. ΝΟΜΟΣ υπ' αριθ. 192 της 9/18 Νοεμ. 1967 (ΦΕΚ Α' 202) Περί ιδρύσεως και λειτουργίας Ανωτάτης Σχολής Ορθοδόξων Σπουδών υπό την ονομασίαν "ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΑΚΑΔΗΜΙΑ". Άρθρ.1.-1.Ιδρύεται εν Αθήναις Ανωτάτη Σχολή Ορθοδόξων Σπουδών υπό την ονομασίαν "Εκκλησιαστική Ακαδημία", ήτις, αποτελούσα Νομικόν Πρόσωπον Δημοσίου Δικαίου, θέλει λειτουργήσει από του Ακαδημαϊκού έτους 1967-68. 2.Η φοίτησις εν τη Σχολή ορίζεται τετραετής, το χορηγούμενον δε υπ' αυτής πτυχίον παρέχει δικαίωμα προσελεύσεως εις πτυχιακάς εξετάσεις των Θεολογικών Σχολών των Πανεπιστημίων Αθηνών και Θεσσαλονίκης των ευδοκίμως αποφοιτώντων, εφ' όσον ούτοι συνεμορφώθησαν προς τας εν άρθρ.7 του παρόντος υποχρεώσεις. Άρθρ.10.-1.Το διδακτικόν προσωπικόν της Σχολής αποτελείται είτε εκ τακτικών καθηγητών, διοριζομένων και υπηρετούντων παρ' αυτή οργανικώς, είτε εκ καθηγητών του Πανεπιστημίου ή των Ανωτάτων Σχολών ή Εκπαιδευτικών Συμβούλων οίτινες ως έκτακτοι καθηγηταί θα διδάσκωσιν εν τη Σχολή κατ' ανάθεσιν, χωρίς να κωλύωνται εις την άσκησιν των καθηκόντων της κυρίας αυτών θέσεως. Ως τακτικοί καθηγηταί δύνανται να εκλέγωσι και διορισθώσιν ωσαύτως και διακεκριμένοι ομόδοξοι ημεδαποί εν ενεργεία ή τέως καθηγηταί Πανεπιστημίου, εκ των εν Ελλάδι ή αλλαχού λειτουργούντων. Ούτοι δύνανται να διατηρήσωσι και την ετέραν των θέσιν, εφόσον ήθελεν επιτρέψει τούτο το Διοικητικόν Συμβούλιον της Σχολής. Δύναται επίσης να ανατεθή η διδασκαλία ωρισμένων μαθημάτων επί τριετεί θητεία, δυναμένη να ανανεούται, και εις διατελέσαντας καθηγητάς Πανεπιστημίου ή Ανωτάτης Σχολής, ως και εις ειδικούς επιστήμονας, έχοντας σπουδαίαν συγγραφικήν ή επιστημονικήν δράσιν και ειδίκευσιν, οίτινες ούτε την υπαλληλικήν ιδιότητα θέλουσι αποκτήσει ούτε κωλύονται εις την άσκησιν του επαγγέλματός των. Είναι επίσης δυνατή, μετ' απόφασιν του Διοικητικού Συμβουλίου, η επί συμβάσει ανάθεσις της διδασκαλίας ωρισμένων μαθημάτων και εις διακεκριμένους επιστήμονας αλλοδαπούς ομοδόξους, ων αι αποδοχαί ορίζονται δια κοινής αποφάσεως των Υπουργών Παιδείας και Οικονομικών, μετά γνώμην του Διοικητικού Συμβουλίου της Σχολής. Ομοίως δι' αποφάσεως του αυτού Συμβουλίου είναι δυνατόν να προσκαλώνται διακεκριμένοι ειδικοί επιστήμονες ή συγγραφείς δια διαλέξεις ή σειράν ειδικών μαθημάτων, επί αποζημιώσει οριζόμενη, εκάστοτε υπό του Διοικητικού Συμβουλίου. 2. Δια Β.Δ/των, εκδιδομένων μετά σύμφωνον γνώμην του Διοικητικού Συμβουλίου, θέλουσιν ορισθή: α)Ο αριθμός των εν τη Σχολή εδρών, ο τρόπος εκλογής των τακτικών καθηγητών της Σχολής και εν γένει ή υπηρεσιακή αυτών κατάστασις (άδειαι, όριον ηλικίας, πειθαρχικαί δικαιοδοσίαι, πειθαρχική διαδικασία κλπ.). Ούτοι εξομοιούνται βαθμολογικώς προς τους καθηγητάς του Πανεπιστημίου ων λαμβάνουσι τας εκάστοτε αποδοχάς. Οι κατ' ανάθεσιν διδάσκοντες εν τη Σχολή ως έκτακτοι καθηγηταί του Πανεπιστημίου ή των Ανωτάτων Σχολών ή Εκπαιδευτικοί Σύμβουλοι λαμβάνουσιν μηνιαίον επίδομα, ίσον προς το 1/3 των μηνιαίων αποδοχών των μονίμων καθηγητών, οι δε εξ ιδιωτών έκτακτοι ή επί συμβάσει καθηγηταί της Σχολής λαμβάνουσι μηνιαίως αποζημίωσιν ίσον προς τα 2/3 των αποδοχών των μονίμων καθηγητών, εφ όσον αι ώραι διδασκαλίας υπερβαίνουν τας είκοσι πέντε μηνιαίως. Εφ' όσον όμως αι ώραι διδασκαλίας αυτών είναι κάτω των είκοσι πέντε τότε οι ούτω διδάσκοντες εν τη Σχολή λαμβάνουν τόσα τριακοστά του μισθού του τακτικού όσαι είναι μηνιαίως και αι ώραι της διδασκαλίας των, β)ο τρόπος εκλογής των επί θητεία ή κατ' ανάθεσιν διδασκόντων εκτάκτων καθηγητών και γ)αι οργανικαί θέσεις του διοικητικού προσωπικού της Σχολής, τα προσόντα αυτού, αι κατηγορίαι εις ας τούτο θα ανήκη, ο τρόπος προσλήψεως τούτου και η καθόλου υπηρεσιακή κατάστασις και εξέλιξις αυτού. Επί του διοικητικού προσωπικού εφαρμόζονται αι διατάξεις του Νόμ. 1811 /1951 "περί Κώδικος καταστάσεως δημοσίων διοικητικών υπαλλήλων" εφ' όσον δεν ήθελαν θεσπισθή δια του εκδοθησομένου Δ/τος ωρισμέναι παρεκκλίσεις από τούτου. 3.Μέχρι του διορισμού του Διοικητικού Προσωπικού της Σχολής, δύνανται να αποσπώνται παρ' αυτή κατά πλήρη απασχόλησιν, εκ του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων ή των Εκκλησιαστικών Οργανισμών έως επτά υπάλληλοι επί 2ω7ω βαθμώ, προς διεξαγωγήν της τρεχούσης υπηρεσίας της Σχολής. Η απόφασις ενεργείται δια πράξεως του έπί της Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων Υπουργού. (Μετά τη σελ. 212,22) Σελ. 212,23) 330-173 Εκκλησιαστική Ακαδημία 33.Δ.δ.1 4.Τα έργα Νομικού Συμβούλου εκτελεί ο παρά τω Υπουργείω Παιδείας Νομικός Σύμβουλος του Κράτους. Άρθρ.11.-1.Δια την ανέγερσιν του καταλλήλου κτιριακού συγκροτήματος θέλει παραχωρηθή υπό του Δημοσίου κατά πλήρη κυριότητα η αναγκαία έκτασις, κατά προτίμησιν εν τη περιοχή της τ. Διοικήσεως Πρωτευούσης, εφ' όσον την έκτασιν ταύτην δεν δύναται, να παραχώρηση και πας, υπό οιανδήποτε μορφήν και τύπον λειτουργών, εκκλησιαστικός οργανισμός, ίδρυμα, ιερά μονή και αδελφότης. Η ανέγερσις του κτιριακού συγκροτήματος χρηματοδοτείται υπό του Οργανισμού Σχολικών κτιρίων και ενεργείται κατά τας επ' αυτού ισχυούσας διατάξεις. 2.Το κτιριακόν συγκρότημα θα περιλαμβάνη εκτός του ναού, των αναγκαίων αιθουσών διδασκαλίας, διαλέξεων, αιθουσών μελέτης και βιβλιοθήκης και τας αναγκαίας κτιριακάς εγκαταστάσεις δια την διαμονήν των σπουδαστών, οίτινες κατά την διάρκειαν του σχολικού έτους θα διαμένωσιν εν τη Σχολή ως εσωτερικοί, ως επίσης και δια την διαμονήν του απαραιτήτου δια την λειτουργίαν του Οικοτροφείου προσωπικού, 3.Η δαπάνη διατροφής και διαμονής εν γένει των σπουδαστών βαρύνει την Σχολήν. Δια Β.Δ/των δύνανται να ορισθώσι τροφεία των εν τη Σχολή φοιτώντων. 4.Δια την καθόλου οικονομικήν διαχείρισιν των πόρων και των δαπανών της Σχολής. δύναται να αποσπώνται εις τας ορισθησομένας οργανικάς θέσεις δημόσιοι υπάλληλοι υπηρετούντες εις οικονομικάς κρατικάς υπηρεσίας ή το Ελεγκτικόν Συνέδριον δι' αποφάσεως του αρμοδίου Υπουργού. Άρθρ.12.-Μέχρι της ανεγέρσεως του καταλλήλου κτιριακού συγκροτήματος η Σχολή θέλει λειτουργήσει εις κατάλληλον οίκημα είτε εκμισθούμενον, είτε παραχωρούμενον υπό του Δημοσίου ή παντός οργανισμού, ιδρύματος ιεράς μονής ή αδελφότητος, δια την τοιαύτην παραχώρησιν δεν απαιτείται η τήρησις τυχόν επιβαλλομένων υπό των κειμένων διατάξεων όρων η διατυπώσεων, Άρθρ.13.-Κατά την πρώτην εφαρμογήν του παρόντος εις τας εισαγωγικάς εξετάσεις γίνονται δεκτοί και υποψήφιοι μη έχοντες υπερβή το 30ον έτος της ηλικίας των, ταύτης προσδιοριζομένης κατά τα εν άρθρ. 2 οριζόμενα. Άρθρ.14.Η ισχύς του παρόντος άρχεται από της δημοσιεύσεως του εν τη Εφημερίδι της Κυβερνήσεως. Σελ. 212,24 330-174 33.Δ.δ.1 Εκκλησιαστική Ακαδημία Άρθρ.2.-1.Σκοπός της ιδρυομένης Σχολής είναι η συμβολή εις την δημιουργίαν ορθοδόξου κλήρου υψηλής χριστιανικής και πνευματικής παιδείας. 2.Εις την ως άνω Σχολήν εγγράφονται, μετ' ευδόκιμον εισιτήριον εξέτασιν, οι κεκτημένοι απολυτήριον Σχολής Μέσης Εκπαιδεύσεως και έχοντες ηλικίαν ουχί ανωτέραν των 27 ετών συμπεπληρωμένων. Δια την εφαρμογήν της διατάξεως ταύτης, ως ημέρα γεννήσεως των μετεχόντων της εισιτηρίου εξετάσεως υποψηφίων, θεωρείται η 31η Δεκεμβρίου του έτους καθ' ο ούτοι εγεννήθησαν. Άρθρ.3.-1.Η Σχολή υπάγεται εις το Υπουργείον Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, διοικείται δε υπό 8μελούς Συμβουλίου, όπερ αποφασίζει κυριαρχικώς επί παντός θέματος αναγομένου εις την Διοίκησιν και λειτουργίαν αυτής, εφ' όσον δεν ορίζεται άλλως υπό του παρόντος. 2.Το Διοικητικόν Συμβούλιον αποτελείται: α)Εκ της κατά την παρ. 3 του παρόντος άρθρου ισοβίου Προέδρου αυτού, β)εκ του εκάστοτε Αρχιεπισκόπου Αθηνών και Πάσης Ελλάδος, γ)εκ του αρμοδίου επί της εκκλησιαστικής εκπαιδεύσεως ιεράρχου, οριζομένου υπό της Ιεράς Συνόδου, δ)εξ ενός διατελούντος ή διατελέσαντος καθηγητού της Θεολογικής Σχολής των Πανεπιστημίων Αθηνών ή Θεσσαλονίκης, ε)εξ ενός διατελούντος ή διατελέσαντος Συμβούλου Επικρατείας, ς)εξ ενός διατελούντος ή διατελέσαντος καθηγητού φιλοσοφικών μαθημάτων παρά Πανεπιστημίω ή Ανωτάτη Σχολή ή Εκπαιδευτικού Συμβούλου και ζ)εκ δύο επιστημόνων εχόντων αξιόλογον συγγραφικήν εργασίαν ή επιστημονικήν καθ' όλου δράσιν. 3.Του Διοικητικού Συμβουλίου διατελεί επίτιμος Πρόεδρος ο Βασιλεύς, ισόβιος δε μετά ψήφου Πρόεδρος η Πριγκήπισσα Ειρήνη. Εφ' όσον Αύτη δεν ήθελεν αποδεχθή ή ήθελε παραιτηθή το Διοικητικόν Συμβούλιον αποτελείται εκ των εν τη προηγουμένη παραγράφω υπολοίπων μελών. 4.Εν κωλύματι ή εξ οιουδήποτε λόγου απουσία του Επιτίμου Προέδρου ή της μονίμου Προέδρου, του Διοικητικού Συμβουλίου προεδρεύει ο κατά την ισχύουσαν ιεραρχικήν τάξιν προηγούμενος. 5.Η θητεία των υπό στοιχ. γ-ζ' μελών του Διοικητικού Συμβουλίου ορίζεται τετραετής, δυναμένη να ανανεούται, είναι δε αύτη τιμητική και άμισθος. Οι ως άνω διορίζονται δια πράξεως του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, μετά σύμφωνον γνώμην της ισοβίου Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου. 6. Δια την ύπαρξιν απαρτίας απαιτείται η παρουσία 5 τουλάχιστον τακτικών μελών, 4 δε εν τη περιπτώσει της άνω παρ. 3. Εν ισοψηφία υπερισχύει η ψήφος του Προέδρου. 7.Καθήκοντα γραμματέως εκτελεί εις των υπαλλήλων της Σχολής, οριζόμενος μετά του αναπληρωτού του υπό του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου. 8.Κατά τας συνεδριάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου παρίσταται άνευ ψήφου και εισηγείται ο κοσμήτωρ της Σχολής επί των εν τη ημερησία διατάξει αναγραφομένων θεμάτων. 9.Δεν κωλύεται, προτάσει μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου, η συζήτησις και η λήψις αποφάσεως και επί μη αναγραφομένων εν τη ημερησία διατάξει θεμάτων. (Μετά την σελ. 212) Σελ. 212,21 330-171 10.Εκάστης συνεδριάσεως τηρούνται υπό του γραμματέως αυτής πρακτικά. Ταύτα υπογράφονται υπό πάντων των παρόντων, πλην του Επιτίμου Προέδρου. Άρθρ.4.-Πόροι της Σχολής είναι : 1)Ετησία επιχορήγησις του Δημοσίου, εγγραφομένης εις τον προϋπολογισμόν του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, 2)Εισφοραί Εκκλησιαστικών Οργανισμών και Ιερών Ναών και Μονών, ανερχόμεναι εις 1% επί των ακαθαρίστων εισπράξεων, εφ' όσον αύται υπερβαίνουν τας 20.000 δραχμών ετησίως 3)Τα τυχόν δια Β.Δ/τος ορισθησόμενα τροφεία, και 4)Δωρεαί και κληροδοσίαι τρίτων. Άρθρ.5.-Η Σχολή εκπροσωπείται κατά την διοίκησιν και τας περιουσιακάς σχέσεις αυτής, υπό του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου. Ούτος δια πράξεώς του, δημοσιευομένης εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (τεύχος Β'), δύναται να μεταβιβάζη ωρισμένας αρμοδιότητας αυτού εις εν εκ των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου. Άρθρ.6.-1.Το Διοικητικόν Συμβούλιον δύναται να αναθέτη την εκτέλεσιν ωρισμένων επιστημονικών ή τεχνικών εργασιών και μελετών εις ειδικούς επιστήμονας επί αποζημιώσει, οριζομένη υπό αυτού και εγκρινομένη υπό των Υπουργών Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και Οικονομικών. 2.Η έκδοσις επιστημονικών εν γίνει συγγραμμάτων και περιοδικών περιλαμβάνεται εις την καθ' όλου επιστημονικήν αποστολήν της Σχολής. Η αναγκαία δαπάνη εγκρίνεται υπό των Υπουργών Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και Οικονομικών, κατόπιν σχετικής προτάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου. Η εκτύπωσις ενεργείται υπό του Οργανισμού Εκδόσεως Διδακτικών Βιβλίων. 3. Δια την προαγωγήν της ερεύνης ειδικών επιστημονικών θεμάτων της Ορθοδόξου Εκκλησίας δύνανται να ιδρύωνται παρά τη Σχολή Παραρτήματα κατόπιν κοινής αποφάσεως των Υπουργών Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και Οικονομικών, εκδιδομένης τη προτάσει του Διοικητικού Συμβουλίου. Άρθρ.7.-1.Οι ευδοκίμως αποφοιτώντες της Σχολής υποχρεούνται να υπηρετήσωσιν ως εφημέριοι εις τας πόλεις, εις ας δικαιούνται διορισμού οι πτυχιούχοι της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου, ων πάντως προτιμώνται κατά τον τοιούτον διορισμόν. Οι κατά τας διατάξεις του παρόντος άρθρου διοριζόμενοι ως εφημέριοι εξομοιούνται μισθολογικώς προς τους εκ πτυχιούχων της θεολογικής Σχολής των Πανεπιστημίων διοριζομένους. Εφ' όσον ο πτυχιούχος της Σχολής υποψήφιος εφημεριακής Σελ. 212,22 330 – 172 θέσεως δεν έχει την κατά τας κειμένας διατάξεις απαιτουμένην εκάστοτε ηλικίαν όπως χειροτονηθή εφημέριος, χειροτονείται ως διάκονος, ή διορίζεται ως λαϊκός βοηθός εφημερίου, βοηθών αυτόν εις το κηρυκτικόν, κατηχητικόν, φιλανθρωπικόν και λοιπόν ενοριακόν του έργον. Εις την θέσιν ταύτην παραμένει μέχρι του διορισμού του ως οργανικού εφημερίου ενοριακού ναού. Ο βοηθός εφημερίου ή ο διάκονος λαμβάνει τας αποδοχάς εφημερίου α' κατηγορίας. 2. Δια Β.Δ/τος θέλουσιν ορισθή οι ενοριακοί ναοί, εις ους δύνανται να διορισθώσι διάκονοι ή βοηθοί εφημερίου. Άρθρ.8.-1.Εφ' όσον ο εκάστοτε αριθμός σπουδαστών δεν συμπληρούται εκ των κατά το άρθρ. 2 υποψηφίων, ή ανεξαρτήτως τούτου υφίσταται σχετική δυνατότης, δύνανται, μετ' απόφασιν του Διοικητικού Συμβουλίου, να εγγράφωνται προς μετεκπαίδευσιν εις την Σχολήν, κληρικοί άγοντες ηλικίαν ουχί ανωτέραν των 55 ετών, κεκτημένοι δε τα νόμιμα τυπικά προσόντα. Ούτοι θα διαμένωσιν εν τη Σχολή εις ιδιαιτέρους κοιτώνας και θα έχωσιν ιδίαν τράπεζαν, κατά την διάρκειαν δε της εν τη Σχολή φοιτήσεώς των, λογίζονται ως τελούντες εν κανονική αδεία μετά πλήρων αποδοχών. Άρθρ.9.-1. Δια Β.Δ/τος, εκδιδομένου τη προτάσει των Υπουργών Εθνικής Παιδείας και Οικονομικών και μετά σύμφωνον γνώμην του Διοικητικού Συμβουλίου, θέλουσιν ορισθή τα εις την Σχολήν διδασκόμενα μαθήματα εις τε τους σπουδαστάς και τους μετεκπαιδευομένους, ως επίσης το ωρολόγιον και αναλυτικόν πρόγραμμα. Η διδασκαλία της Αγγλικής ή Γερμανικής, ή Γαλλικής γλώσσης είναι υποχρεωτική, οι αποφοιτώντες δε ευδοκίμως εκ της Σχολής δέον να χειρίζωνται πλήρως και ελευθέρως μίαν των γλωσσών τούτων. Ούτοι θέλουσιν υποστή γραπτήν και προφορικήν περί τούτου δοκιμασίαν ενώπιον ειδικής επιτροπής, ης η σύνθεσις θέλει ορισθή δια του αυτού ως άνω Δ/τος. 33.Δ.δ.1 Εκκλησιαστική Ακαδημία 2.Δια τους κατά διατάξεις του άρθρ.8 εγγραφομένους η φοίτησις ορίζεται διετής, δυναμένη δια του κατά, την προηγουμένην παράγραφον εκδιδομένου Δ/τος να αυξομειώται. Δια του αυτού Δ/τος, δύναται να ορίζηται, όπως η φοίτησις τούτων λαμβάνη χώραν εις δύο ή πλείονας χρονικάς περιόδους, μία των οποίων δύναται να αναπληρώται δια προσωπικής κατ' οίκον μελέτης. Ούτοι, ευδοκίμως αποφοιτώντες, κατατάσσονται μισθολογικώς εις την αμέσως ανωτέραν κατηγορίαν, εάν δε ήδη ανήκωσιν εις την α' μισθολογικήν κατηγορίαν, λαμβάνουσι το επίδομα μιας επί πλέον τριετίας. 3.Εις τους μετεκπαιδευομένους το μάθημα της ξένης γλώσσης δεν είναι υποχρεωτικόν. 4.Εν τη Σχολή είναι υποχρεωτική η διδασκαλία, εκτός των θεολογικών και των εκκλησιαστικών μαθημάτων: α)της Ελληνικής γλώσσης και φιλολογίας (αρχαίας, μέσης και νεωτέρας), β)της Ιστορίας της Τέχνης, και κυρίως της Ελληνικής και Βυζαντινής, γ)των γενικών άρχων Δημοσίου Δικαίου και Εκκλησιαστικού Δικαίου και δ)της Κοινωνιολογίας, 5.Δι ομοίων Β.Δ/των, εκδιδομένων τη προτάσει του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και μετά σύμφωνον γνώμην του Διοικητικού Συμβουλίου θέλουσι καθορισθή ο τρόπος των εισιτηρίων, προαγωγικών και απολυτήριων εξετάσεων των σπουδαστών. 6.Ο εσωτερικός κανονισμός λειτουργίας της Σχολής και των Παραρτημάτων θέλει συνταχθεί υπό του Διοικητικού Συμβουλίου και κυρωθή υπό του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων.

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.