📄 Κείμενο νόμου
2. ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ υπ’ αριθ. 33 της 14/18 Ιαν. 1972 (ΦΕΚ Α΄ 8) Περί αρμοδιοτήτων του Υπηρεσιακού Συμβουλίου της Εκκλησιαστικής Παιδείας (Υ.Σ.Ε.Π.) και συμπληρώσεως του υπ’ αριθ. 9/70 Κανονισμού (Κ.Ε.Υ.). Έχουσα υπ' όψει: 1.Το άρθρ. 6 εδάφ. ΙΔ΄ του Ν.Δ. 126/1960 «περί Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος». 2.Το Ν.Δ. 876/71 «περί υπαγωγής της Δημοσίας Εκκλησιαστικής Εκπαιδεύσεως εις την Εκκλησίαν της Ελλάδος και άλλων τινών συναφών διατάξεων». 3.Τας διατάξεις του υπ’ αριθ. 9/1970 Κανονισμού «περί Καταστάσεως Προσωπικού της Εκκλησίας της Ελλάδος». 4.Το άρθρ. 4 παρ. 1-2 του υπ’ αριθ. 21 Κανονισμού «περί Εκκλησιαστικής Παιδείας» και 5.Την από 12.1.72 απόφασιν Αυτής, ψηφίζει τον Κανονισμόν «περί αρμοδιοτήτων του Υπηρεσιακού Συμβουλίου της Εκκλησιαστικής Παιδείας», έχοντα ούτω: ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ υπ’ αριθ. 33 Περί αρμοδιοτήτων του Υπηρεσιακού Συμβουλίου της Εκκλησιαστικής Παιδείας (Υ.Σ.Ε.Π.) και συμπληρώσεως του υπ’ αριθ. 9/1970 Κανονισμού (Κ.Ε.Υ.). Συνεδρίαι-Απαρτίαι-Αλληλογραφία Άρθρ.1.-1.Το παρά τη Μ.Σ.Ε. επί της Εκκλησ. Παιδείας συσταθέν πενταμελές Υπηρεσιακόν Συμβούλιον της Εκκλησιαστικής Παιδείας (άρθρ. 4 παρ. 1 του υπ’ αριθ. 21 Κανονισμού «περί Εκκλησιαστικής Παιδείας») (κατωτ. σελ. 212,043) συνεδριάζει εν τοις Γραφείοις της Δ.Ι.Σ. της Εκκλησίας της Ελλάδος παρόντων τριών τουλάχιστον εκ των μελών του και συνέρχεται εις τακτάς ημέρας άπαξ τουλάχιστον του μηνός, εκτάκτως δε οσάκις τούτο θεωρηθή αναγκαίον παρά του Προέδρου του. 2.Τα συζητητέα εν εκάστη συνεδρία θέματα αναγράφονται εν τη ημερησία διατάξει λεπτομερώς, καταρτιζομένης υπό του Προέδρου και κοινοποιουμένης εις τα Μέλη δύο τουλάχιστον ημέρας προ της Συνεδριάσεως. 3.Η αλληλογραφία του Συμβουλίου ενεργείται υπό του προέδρου μερίμνη του Γραμματέως. Τα πρακτικά υπογράφονται υπό του Προέδρου, του Γραμματέως και των Μελών αυτού, αντίγραφα δε τούτων μετά την επικύρωσιν υποβάλλονται εις την Γεν. Διεύθυνσιν Εκκλησιαστικής Παιδείας (Μ.Σ.Ε.) δια την κατά Νόμον εκτέλεσιν των γνωμοδοτήσεων, προτάσεων και αποφάσεών του. Αρμοδιότης Υπηρεσιακού Συμβουλίου Εκκλησ. Παιδείας Άρθρ.2.-Το Υπηρεσιακόν Συμβούλιον της Εκκλησιαστικής Παιδείας (Υ.Σ.Ε.Π.) ασκεί απάσας τας αρμοδιότητας Υπηρεσιακού Συμβουλίου (άρθρ. 4 παρ. 2 του υπ’ αριθ. 21 Κανονισμού «περί Εκκλησιαστικής Παιδείας»), επί του προσωπικού (διδακτικού, βοηθητικού, υπηρετικού) των πάσης φύσεως Σχολών, των Οικοτροφείων και της Κεντρικής Υπηρεσίας της Εκκλησιαστικής Παιδείας, πλην του εν αποσπάσει εκ της Μέσης Εκπαιδεύσεως υπηρετούντος διδακτικού εν ταις Σχολαίς της Ιερατικής Εκπαιδεύσεως. Διορισμοί Άρθρ.3.-1.Το διδακτικόν κλπ. προσωπικόν των Σχολών της Ιερατικής Εκπαιδεύσεως συμφώνως τω Ν.Δ. 876/71 «περί υπαγωγής της Δημοσίας Εκκλησιαστικής Εκπαιδεύσεως εις την Εκκλησίαν της Ελλάδος κλπ.», διακρίνεται: α)Εις Δημοσίους Υπαλλήλους, αρμοδιότητος Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, και (Αντί της σελ. 159(β) Σελ. 159(γ) Τεύχος 516-Σελ. 121 Υπηρεσιακό Συμβούλιο Εκκλησιαστικής Εκπαίδευσης 33.Δ.β.1-2 β)Εις Εκκλησιαστικούς Υπαλλήλους αρμοδιότητος Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος. 2.Το Υ.Σ.Ε.Π. προτείνει εις την Ιεράν Σύνοδον της Εκκλησίας της Ελλάδος, (δια της Μ.Σ.Ε. επί της Εκκλησ. Παιδείας) τους εκ της Μέσης Δημοσίας Εκπαιδεύσεως εις τας Σχολάς της Ιερατικής Εκπαιδεύσεως αποσπωμένους Εκπαιδευτικούς Λειτουργούς, των οποίων η απόσπασις ενεργείται, μετά πρότασιν της Δ.Ι.Σ., δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων (άρθρ. 6 παρ. 1 του Ν.Δ. 876/71). 3.Προτείνει επίσης τον διορισμόν του πάσης φύσεως προσωπικού των Σχολών Εκκλησ. Παιδείας, αρμοδιότητος Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος (άρθρ. 7 του υπ’ αριθ. 21 Κανονισμού «περί Εκκλησ. Παιδείας»), του διοριζομένου κατά τας διατάξεις του υπ’ αριθ. 9 Κανονισμού «περί Καταστάσεως του Προσωπικού της Εκκλησίας της Ελλάδος». «Μεταθέσεις-Αποσπάσεις-Μετατάξεις» Άρθρ.4.-1.Το προσωπικόν των Σχολών της Βασικής Εκκλησ. Παιδείας (διδακτικόν, βοηθητικόν, υπηρετικόν) και μάλιστα των Σχολών Ιερατικής Εκπαιδεύσεως, πλην του εν αποσπάσει εκ της Μέσης Εκπαιδεύσεως διδακτικού προσωπικού δύναται να μετατίθεται εις κενάς οργανικάς θέσεις του οικείου κλάδου: α)Τη αιτήσει του και ιδίαις αυτού δαπάναις μετά την συμπλήρωσιν τριετούς υπηρεσίας εν τη αυτή θέσει από του διορισμού ή της μεταθέσεώς του. β)Προς το συμφέρον της Υπηρεσίας. γ)Προς τακτοποίησιν υφισταμένης κατά θέσιν υπεραριθμίας. δ)Τη αμοιβαία αιτήσει των ενδιαφερομένων και δαπάναις των αμοιβαίως μετατιθεμένων. 2.Αι μεταθέσεις του προσωπικού των Σχολών Εκκλησ. Παιδείας ενεργούνται κατά την διάρκειαν των θερινών διακοπών, εξαιρέσει των περιπτώσεων, καθ’ ας, κατά την κρίσιν του Υπηρεσιακού Συμβουλίου, η παραμονή τινος εκ του προσωπικού εις την Σχολήν, εις ην ανήκει οργανικώς, έχει καταστή επιβλαβής εις βαθμόν μη επιτρέποντα, άνευ σοβαράς ζημίας της ευρύθμου λειτουργίας αυτής και αναβολήν της μεταθέσεως, ή όταν πρόκειται να καλυφθή επείγουσα υπηρεσιακή ανάγκη, οπότε η μετάθεσις ενεργείται και κατά την διάρκειαν του Σχολικού Έτους. 3.Οι επιθυμούντες μετάθεσιν οφείλουσι να υποβάλωσιν εις την Γεν. Δ/νσιν Εκκλησ. Παιδείας (δια το Υ.Σ.Ε.Π.), μέχρι τέλους Μαΐου, την περί μεταθέσεώς αίτησίν των, εις ην απαραιτήτως δέον να μνημονεύωσι την Σχολήν ή τας Σχολάς, εις τας οποίας επιθυμούν την μετάθεσιν. Η Γεν. Δ/νσις Εκκλησ. Παιδείας αποστέλλει τας μέχρι της ως άνω Σελ. 160(γ) Τεύχος 516-Σελ. 122 προθεσμίας περιελθούσας αιτήσεις μεταθέσεων εις το Υ.Σ.Ε.Π. μέχρι της 15ης Ιουνίου, το δε Υ.Σ.Ε.Π. συνερχόμενον εντός του τρίτου δεκαημέρου του αυτού μηνός αποφαίνεται επ’ αυτών και υποβάλλει τας σχετικάς προτάσεις του μέχρι της 15ης Ιουλίου εκάστου έτους, εις την Ιεράν Σύνοδον. 4.Η κρίσις του Συμβουλίου επί των αιτήσεων των μεταθέσεων βασίζεται επί των εν τω ατομικώ φακέλλω εκάστου υπαρχόντων στοιχείων, ειδικώτερον δε επί των εκθέσεων της υπηρεσιακής ικανότητος του αιτούντος μετάθεσιν Καθηγητού κλπ. 5.Κατά την τακτοποίησιν υπεραρίθμων, υπεράριθμος είναι ο τελευταίος τοποθετηθείς, εξαιρέσει της περιπτώσεως καταργήσεως θέσεως, οπότε ως υπεράριθμος, χαρακτηρίζεται, κατά την κρίσιν του Συμβουλίου ανεξαρτήτως χρόνου τοποθετήσεως εν τη Σχολή, επί τη βάσει των στοιχείων υπηρεσιακής ικανότητος εν συνδυασμώ προς την αρχαιότητα και τας οικογενειακάς ανάγκας. 6.Το Υ.Σ.Ε.Π. επιλαμβάνεται ωσαύτως της κρίσεως του εν αποσπάσει εκ της Μέσης Εκπαιδεύσεως εις Σχολάς της Ιερατικής Εκπαιδεύσεως υπηρετούντος διδακτικού προσωπικού περί της παραμονής ή απομακρύνσεώς του εξ αυτών, των αποφάσεων διαβιβαζομένων υπό της Γεν. Δ/νσεως Εκκλησ. Παιδείας εις την αρμοδίαν υπηρεσίαν του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων. «7.Επιτρέπεται η απόσπασις Εκκλησιαστικών Εκπαιδευτικών υπαλλήλων δια πράξεως του Προέδρου της Μ.Σ.Ε. επί της Εκκλησιαστικής Παιδείας μετά ητιολογημένην γνώμην του Υπηρεσιακού Συμβουλίου Εκκλησιαστικής Παιδείας κατά τα περί αποσπάσεων των Εκπαιδευτικών λειτουργών της Μέσης Εκπαιδεύσεως ισχύοντα. Οι αποσπώμενοι υπάγονται εξ επόψεως κρίσεως προσόντων και πειθαρχικής δικαιοδοσίας εις την αρμοδιότητα του Προϊσταμένου του παρ’ ω η απόσπασις Νομικού Προσώπου. 8.Μετάταξις υπαλλήλου της Εκκλησιαστικής Παιδείας διενεργείται βάσει των οικείων διατάξεων του Κώδικος Εκκλησιαστικών υπαλλήλων μετά πρότασιν του Υπηρεσιακού Συμβουλίου της Εκκλησιαστικής Παιδείας». Ο τίτλος του άρθρ. 4 αντικατεστάθη ως άνω και αι παρ. 7 και 8 προσετέθησαν, δια των παρ. 1 και 2 αντιστοίχως του άρθρ. 4 του υπ’ αριθ. 51 της 12/18 Δεκ. 1973 (ΦΕΚ Α΄ 329) Κανονισμού. 33.Δ.β.2 Υπηρεσιακό Συμβούλιο Εκκλησιαστικής Εκπαίιδευσης Προαγωγαί Άρθρ.5.-1.α)Αι προαγωγαί εις τον 2ον βαθμόν των εκ του κλάδου Α1 δικαιουμένων προαγωγής εις τον βαθμόν τούτον, ενεργούνται μόνον κατ’ εκλογήν μετά την συμπλήρωσιν της υπό του Ν.Δ. 651/1970 απαιτουμένης τριετίας εις τον 3ον βαθμόν, εν συνδυασμώ προς τας διατάξεις του άρθρ. 99 του Νόμ. 1811/51 και επί τη βάσει πίνακος προακτέων καταρτιζομένου υπό του Υ.Σ.Ε.Π. Το Συμβούλιον συντάσσει ιδίους πίνακας κατ’ ειδικότητα. β)Εις την ως άνω περίπτωσιν υπάγονται και οι εκπαιδευτικοί λειτουργοί των λοιπών ειδικοτήτων του κλάδου Α1. 2.Αι προαγωγαί εις τον 5ον, 4ον και 3ον βαθμόν του κλάδου Α1, Α2, Α3 και Α4 ενεργούνται κατ’ εκλογήν και κατ’ αρχαιότητα μετά την συμπλήρωσιν της υπό του Ν.Δ. 651/1970 απαιτουμένης τριετούς υπηρεσίας εν συνδυασμώ προς τας διατάξεις του άρθρ. 99 του Νόμ. 1811/1951, επί τη βάσει πινάκων καταρτιζομένων υπό του Υ.Σ.Ε.Π. Το Συμβούλιον συντάσσει ιδίους πίνακας κατ’ ειδικότητα. 3.Αι προαγωγαί των κλάδων Α1, Α2, Α3 και Α4 εις τον 6ον ενιαίον βαθμόν, μετά τον εισαγωγικόν, ενεργούνται μετ’ απόφασιν του Υ.Σ.Ε.Π. άνευ καταρτισμού πινάκων προακτέων, μετά την συμπλήρωσιν της υπό του Ν.Δ. 651/70 απαιτουμένης υπηρεσίας εν τω αυτώ βαθμώ, κατ’ εκλογήν ή κατ’ αρχαιότητα αναλόγως του βαθμού ευδοκίμου υπηρεσίας του κρινομένου. 4.Αι προαγωγαί του κλάδου Β1 και Β2 ενεργούνται εις όλους τους βαθμούς της ειδικής αυτών ιεραρχίας ενιαίως μετά τον εισαγωγικόν βαθμόν, άνευ καταρτίσεως πινάκων προακτέων αποφάσει του Υ.Σ.Ε.Π., μετά συμπλήρωσιν της υπό του άρθρ. 105 του Νόμ. 1811/1951 απαιτουμένης υπηρεσίας εν τω αυτώ βαθμώ, κατ’ εκλογήν ή κατ’ αρχαιότητα αναλόγως του βαθμού ευδοκίμου υπηρεσίας του κρινομένου. 5.Αι προαγωγαί των κλάδων Γ1, Γ2, Γ3, Γ4 και Γ5 ενεργούνται αποφάσει του Υ.Σ.Ε.Π. άνευ καταρτίσεως πινάκων προακτέων, μετά την συμπλήρωσιν του κατά τας διατάξεις του άρθρ. 107 του Νόμ. 1811/1951 απαιτουμένου χρόνου υπηρεσίας, εν εκάστω βαθμώ, μέχρι και του 10ου βαθμού κατ’ αρχαιότητα, άνω δε του 10ου βαθμού κατ’ εκλογήν ή κατ’ αρχαιότητα αναλόγως του βαθμού ευδοκίμου υπηρεσίας του κρινομένου. 6.α)Το Υ.Σ.Ε.Π. συνερχόμενον κατά μήνα Μάΐον εκάστου έτους αποφαίνεται ητιολογημένως ποίοι εκ των συμπληρωσάντων μέχρι 30ής Απριλίου του επομένου έτους την απαιτουμένην προς προαγωγήν υπηρεσίαν κρίνονται προακτέοι κατ’ εκλογήν ή κατ’ αρχαιότητα και συντάσσει τους σχετικούς πίνακας κατ’ ειδικότητα. Προς σχηματισμόν της κρίσεως λαμβάνει υπ' όψει τα εν τω άρθρ. 101 του Νόμ. 1811/1951 αναφερόμενα κριτήρια. β)Το Υ.Σ.Ε.Π. σταθμίζει πάντοτε αναλόγως και εν συνδυασμώ προς άλλα στοιχεία τας υπό των Διευθυντών – Σχολαρχών των Σχολών της Εκκλησίας ως και τας υπό του Γενικού Επιθεωρητού Εκκλησιαστικής Παιδείας συντασσομένας εκθέσεις επί της υπηρεσιακής ικανότητος του προσωπικού και μάλιστα του διδακτικού των Σχολών. Αι εκθέσεις αύται θα αποτελώσιν απλώς συμβουλευτικά στοιχεία του υπηρεσιακού φακέλλου ενός εκάστου και δεν υπολογίζονται δια την εξαγωγήν του μέσου όρου βαθμολογίας των εκθέσεων. γ)Το Υ.Σ.Ε.Π. αποφασίζει εάν αι υπό των μελών αυτού, των Διευθυντών – Σχολαρχών, των Επιθεωρητών Μ. Εκπαιδεύσεως και του Γεν. Επιθεωρητού Εκκλησ. Παιδείας συντασσόμεναι εκθέσεις περί της υπηρεσιακής ικανότητος του διδακτικού προσωπικού θα λαμβάνωνται άπασαι υπ’ όψιν κατά την εξαγωγήν του μέσου όρου ή μόνον αι της τελευταίας 10ετίας τοιαύται. δ)Προς πλήρη ενημέρωσιν των μελών του Υ.Σ.Ε.Π. ή Γεν. Δ/νσις Εκκλησ. Παιδείας συντάσσει κατάστασιν εις ην θα αναγράφωνται άπαντες οι κρινόμενοι κατά σειράν αρχαιότητος με τα ακόλουθα στοιχεία, αντλούμενα μετά προσοχής και ακριβείας εκ του ατομικού φακέλλου και του ατομικού δελτίου εκάστου των κρινομένων: 1.Ονοματεπώνυμον και Πατρώνυμον. 2.Έτος γεννήσεως. 3.Σχολή οργανικής θέσεως. 4.Συνολική υπηρεσία. 5.Υπηρεσία εν τω τελευταίω βαθμώ. 6.Βαθμός πτυχίου και έτος λήψεως αυτού. 7.Σπουδαί εις εξωτερικόν. 8.Έτερα πτυχία Ανωτάτων και Ανωτέρων Σχολών. 9.Ξέναι γλώσσαι. 10.Συγγραφαί. 11.Εθνικαί αμοιβαί κατά κώδικα (εύφημος μνεία, ευαρέσκεια, έπαινος, μετάλλιον εξαιρέτων πράξεων, στοιχεία σχετικών εγγράφων). 12.Ποιναί (είδος, αιτία, στοιχεία σχετικών εγγράφων). 13.Αναρρωτικαί άδειαι τελευταίας διετίας συνολικώς. 14.Βαθμός εν τω Στρατώ και Ηθικαί αμοιβαί. 15.Υπηρεσιακαί εκθέσεις (Ονοματεπώνυμον συντάξαντος, χρονολογία συντάξεως, βαθμολογία και χαρακτηρισμός, σύνολον βαθμολογίας). 16.Παρατηρήσεις: ε)Βάσει της ανωτέρω καταστάσεως θα κριθή έκαστος ονομαστικώς και θα χαρακτηρισθή ως προακτέος κατ’ εκλογήν ή κατ’ αρχαιότητα ή ως μη προακτέος. Η κατάστασις, η περιέχουσα τα ποιοτικά στοιχεία των κρινομένων θα ενταχθή εις την σχετικήν πράξιν, ως στοιχείον αυτής. Οίκοθεν νοείται ότι δι’ έκαστον των κριθέντων, των μη περιληφθέντων εις τον πίνακα προακτέων θα γίνη πλήρης αιτιολόγησις. (Αντί της σελ. 161) Σελ.161(α) Τεύχος 449-Σελ. 107 Υπηρεσιακό Συμβούλιο Εκκλησιαστικής Εκπαίδευσης 33.Δ.β.2 ης 7.Αι διατάξεις των άρθρ. 98 παρ. 1, 100, 102, 109, 110 και 112 του Νόμ. 1811/1951 «περί Κώδικος καταστάσεως δημοσίων διοικητικών υπαλλήλων» έχουσιν εφαρμογήν και επί των προαγωγών του προσωπικού των Σχολών Εκκλησιαστικής Παιδείας, της αποφάσεως του Υ.Σ.Ε.Π. επεχούσης θέσιν πίνακος, εις ας περιπτώσεις δεν προβλέπεται η κατάρτισις τοιούτου, εν συνδυασμώ προς τας σχετικάς διατάξεις του υπ’ αριθ. 9 Κανονισμού «περί καταστάσεως του προσωπικού της Εκκλησίας της Ελλάδος» (Κώδιξ Εκκλησιαστικών Υπαλλήλων). 8.Επί της αποφάσεως του Υ.Σ.Ε.Π. δύναται ο ενδιαφερόμενος να υποβάλη δια της Γεν. Δ/νσεως της Εκλησ. Παιδείας ένστασιν εντός 15 ημερών από της κοινοποιήσεως της οικείας αποφάσεως ενώπιον της Μ.Σ.Ε. επί της Εκκλησιαστικής Παιδείας, ίνα αύτη επανεξετάση και εκδώση τελεσιδίκως την απόφασίν της εντός δύο μηνών το αργότερον από της υποβολής της ενστάσεως. Πειθαρχική δικαιοδοσία και διαδικασία Άρθρ.6.-1.Επί του προσωπικού των Σχολών Εκκλησιαστικής Παιδείας και Ιερατικής Εκπαιδεύσεως ειδικώτερον, (διδακτικού, βοηθητικού και υπηρετικού) ισχύουσιν αι διατάξεις του Νόμ. 1811/1951 «περί Κώδικος καταστάσεως δημοσίων διοικητικών υπαλλήλων», αι αφορώσαι εις την πειθαρχικήν δικαιοδοσίαν και την πειθαρχικήν διαδικασίαν εν συνδυασμώ προς τας σχετικάς διατάξεις (άρθρ. 116145) του υπ’ αριθ. 9 Κανονισμού «περί καταστάσεως του προσωπικού της Εκκλησίας της Ελλάδος». 2.Οι Διευθυνταί (Σχολάρχαι) των Σχολών της Εκκλησιαστικής Παιδείας είναι πειθαρχικώς προϊστάμενοι του υπ’ αυτούς προσωπικού δυνάμενοι να επιβάλωσι ποινάς μέχρι και του προστίμου, ίσου προς το 1/3 των μηνιαίων αποδοχών, εφ’ όσον ταύτα ήθελον εγκριθή υπό της Μ.Σ.Ε. επί της Εκκλησ. Παιδείας, των ενδιαφερομένων εν πάση περιπτώσει, δικαιουμένων να προσφύγωσιν εις το Υ.Σ.Ε.Π. Ακροτελεύτιοι διατάξεις Άρθρ.7.-(Εις το άρθρ. 178β του υπ’ αριθ. 9/1970 Κανονισμού προστίθεται παρ. ΧΙΙ). Άρθρ.8.-Η Μ.Σ.Ε. επί της Εκκλησιαστικής Παιδείας δύναται να εκδίδη ερμηνευτικάς και συμπληρωματικάς εγκυκλίους του παρόντος Κανονισμού. Άρθρ.9.-Η ισχύς του παρόντος άρχεται από της δημοσιεύσεώς του εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και το περιοδικόν «Εκκλησία». Σελ. 162(α) Τεύχος 499-Σελ. 108 33.Δ.β.2 Υπηρεσιακό Συμβούλιο Εκκλησιαστικής Εκπαίδευσης Με την παρ. 1 άρθρ. 4 της ΣΤ 5/14/24-24 Αυγ. 1982 (ΦΕΚ Β΄ 435), απόφ. Υπ. Προεδρ. Κυβερν. και Εθν. Παιδ. και Θρησκευμάτων, τόμ. 32, σελ. 70, 313, το προβλεπόμενο από το Β.Δ. της 21/25.6.58 (ΦΕΚ Α΄ 95), ανωτ. αριθ. Ι, Υπηρεσιακό Συμβούλιο της Εκκλησιαστικής Εκπ/σης, ορίστηκε πενταμελές και καθορίσθηκαν η σύνθεση, οι αρμοδιότητες και η λειτουργία.
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.