← Ελλάδα

116. ΠΡΑΞΗ ΔΙΟΙΚΗΤΗ ΤΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Αριθ. 2494 της 27 Μαΐου-5 Ιουν.2002 (ΦΕΚ Α΄126) Τροποποίηση και συμπλήρωση των διατάξεων της ΠΔ/ΤΕ 2397/7

Εν συντομία

Αυτή η Πράξη τροποποιεί και συμπληρώνει προηγούμενες διατάξεις σχετικά με την κεφαλαιακή επάρκεια των πιστωτικών ιδρυμάτων, ενσωματώνοντας νέες ρυθμίσεις για την κάλυψη κινδύνων αγοράς και την υποβολή στοιχείων.

Τι ρυθμίζει

Ποιον αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
116. ΠΡΑΞΗ ΔΙΟΙΚΗΤΗ ΤΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Αριθ. 2494 της 27 Μαΐου-5 Ιουν.2002 (ΦΕΚ Α΄126) Τροποποίηση και συμπλήρωση των διατάξεων της ΠΔ/ΤΕ 2397/7.11.96 περί κεφαλαιακής επάρκειας των πιστωτικών ιδρυμάτων. Αφού έλαβε υπόψη: α) το άρθρο 1 του Ν. 1266/82 "όργανα ασκήσεως της νομισματικής, πιστωτικής και συναλλαγματικής πολιτικής και άλλες διατάξεις" σε συνδυασμό με το άρθρο 12, παράγραφος 1 του Ν. 2548/97, β) τα άρθρα 18 και 19 του Ν. 2076/92 "περί ανάληψης και άσκησης δραστηριότητας πιστωτικών ιδρυμάτων και άλλες συναφείς διατάξεις", γ) τις ΠΔ/ΤΕ 1312/9.6.88 και 1313/9.6.88, όπως ισχύουν, που αφορούν τον έλεγχο και τα στοιχεία που πρέπει να υποβάλλουν οι τράπεζες στην Τράπεζα της Ελλάδος σχετικά με τη φερεγγυότητα, ρευστότητα και αποδοτικότητα, δ) τις ΠΔ/ΤΕ 2053/18.3.92, 2054/18.3.92, 2246/16.9.93 και 2291/21.2.94, όπως ισχύουν, που αφορούν τα ίδια κεφάλαια, το συντελεστή φερεγγυότητας, τα μεγάλα χρηματοδοτικά ανοίγματα και την μηνιαία αναφορά της συναλλαγματικής θέσης, αντίστοιχα, ε) την ΠΔ/ΤΕ 2258/2.11.93, όπως ισχύει, που αφορά τον καθορισμό πλαισίου λειτουργίας και εποπτείας πιστωτικών ιδρυμάτων υπό τη μορφή πιστωτικών συνεταιρισμών του Ν. 1667/86, στ) τις διατάξεις του Π.Δ. 267/95 "σχετικά με την εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων σε ενοποιημένη βάση". ζ) το Ν. 2396/96 "επενδυτικές υπηρεσίες στον τομέα των κινητών αξιών, επάρκεια ιδίων κεφαλαίων των επιχειρήσεων παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και των πιστωτικών ιδρυμάτων και άυλες μετοχές", η) την ΠΔ/ΤΕ 2397/7.11.96 σχετικά με την κεφαλαιακή επάρκεια των πιστωτικών ιδρυμάτων, θ) την ΠΔ/ΤΕ 2438/6.8.98 σχετικά με το πλαίσιο αρχών λειτουργίας και κριτηρίων αξιολόγησης των Συστημάτων Εσωτερικού Ελέγχου των πιστωτικών ιδρυμάτων, ι) το Ν. 2937/2001 "τροποποίηση και συμπλήρωση των διατάξεων που αφορούν στην επάρκεια των ιδίων κεφαλαίων των επιχειρήσεων παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και των πιστωτικών ιδρυμάτων, ρυθμίσεις Ε.Υ.Α.Θ. ΑΕ και άλλες διατάξεις", αποφάσισε: να συμπληρώσει και τροποποιήσει τις αντίστοιχες διατάξεις της ΠΔ/ΤΕ 2397/7.11.96 που αφορά την εφαρμογή των περί κεφαλαιακής επάρκειας των πιστωτικών ιδρυμάτων διατάξεων του Ν. 2396/96, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε από το Ν. 2937/2001, ως εξής: Α. ΧΑΡΤΟΦΥΛΑΚΙΟ ΣΥΝΑΛΛΑΓΩΝ Στην έννοια του χαρτοφυλακίου συναλλαγών, όπως προβλέπεται στην παράγραφο 1 της ΠΔ/ΤΕ 2397/7.11.96, υπάγονται και οι θέσεις σε εμπορεύματα καθώς και σε παράγωγα μέσα επί εμπορευμάτων, που κατέχονται για συναλλακτικούς σκοπούς και ενέχουν κίνδυνο αγοράς. Β. ΚΙΝΔΥΝΟΙ ΠΟΥ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥΝ ΚΕΦΑΛΑΙΑΚΕΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ 1) Κίνδυνος από θέσεις σε εμπορεύματα Τα πιστωτικά ιδρύματα υπολογίζουν τις κεφαλαιακές απαιτήσεις για την κάλυψη έναντι του κινδύνου από ανοικτές θέσεις σε εμπορεύματα, καθώς και σε παράγωγα μέσα επί εμπορευμάτων, για το σύνολο των σχετικών δραστηριοτήτων τους, όπως αυτές προσδιορίζονται στο άρθρο 37α του Ν.2396/96, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 9 του Ν.2937/2001 και αναπτύσσονται αναλυτικότερα στο Παράρτημα Ι της παρούσας Πράξης. 2) Κίνδυνος τιμών συναλλάγματος α) Κατά τον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων για την κάλυψη έναντι του κινδύνου μεταβολής των συναλλαγματικών ισοτιμιών, οι θέσεις σε χρυσό και σε παράγωγα μέσα επί χρυσού θα αντιμετωπίζονται όπως οι αντίστοιχες θέσεις σε συνάλλαγμα σύμφωνα με τις οδηγίες του Παραρτήματος Ι της παρούσας Πράξης. β) Τροποποιείται η σχετική διάταξη της παραγράφου 2 εδάφιο (β) της ΠΔ/ΤΕ 2397/7.11.96 και καθορίζεται ότι για τον υπολογισμό της κεφαλαιακής απαίτησης έναντι του κινδύνου μεταβολής των συναλλαγματικών ισοτιμιών για το σύνολο των θέσεων (όπως τροποποιείται με την παρούσα Πράξη) θα εφαρμόζεται συντελεστής 8% επί του ποσού κατά το οποίο η συνολική καθαρή συναλλαγματική θέση, όπως αυτή προσδιορίζεται με βάση τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 37 του Ν. 2396/96, όπως ισχύει, υπερβαίνει το 2% των ιδίων κεφαλαίων του πιστωτικού ιδρύματος. Ειδικά για τα πιστωτικά ιδρύματα με τη μορφή αμιγών πιστωτικών συνεταιρισμών θα εφαρμόζεται συντελεστής 10%. γ) Από 1 Ιανουαρίου 2005, εάν το άθροισμα της συνολικής καθαρής συναλλαγματικής θέσης και της συνολικής καθαρής θέσης σε χρυσό υπερβαίνει το 2% των ιδίων κεφαλαίων, τότε θα υπολογίζεται κεφαλαιακή απαίτηση για το σύνολο του αθροίσματος. 3) Κίνδυνος αντισυμβαλλομένου και διακανονισμού/παράδοσης α) Συμφωνίες επαναγοράς και δανειοδοσίες τίτλων ή εμπορευμάτων, συμφωνίες επαναπώλησης και δανειοληψίες τίτλων ή εμπορευμάτων. (i) Τα πιστωτικά ιδρύματα για να προσδιορίσουν την κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο αντισυμβαλλομένου θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη, πέραν της τρέχουσας αγοραίας αξίας των χρεωγράφων και των εξασφαλίσεων, και την τρέχουσα αγοραία αξία των εμπορευμάτων. (Μετά τη σελ.120,946) Σελ. 120,947 Τεύχος 1415 Σελ. 33 Νομοθεσία περί Τραπεζών (Γενικά) 12.Θ.α.116 (ii) Τα πιστωτικά ιδρύματα δύνανται να πραγματοποιούν συναλλαγές με συμφωνίες επαναγοράς (Repurchase agreements) και δανειοδοσίες τίτλων με χρεωστικούς τίτλους του επενδυτικού χαρτοφυλακίου, υπό την προϋπόθεση ότι δεν θίγεται ο σκοπός κατοχής τους, η χρήση των repos γίνεται στο πλαίσιο διαχείρισης ρευστότητας και οι σχετικές συμφωνίες δεν είναι διεπαγγελματικές κατά την έννοια της παραγράφου 30 του άρθρου 2 του Ν.2396/96. Οι ανωτέρω θέσεις θα αντιμετωπίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις της ΠΔ/ΤΕ 2054/92. (iii) Οι λοιπές διατάξεις του Κεφαλαίου Γ΄, ενότητες Ι και ΙΙ του Παραρτήματος Ι της ΠΔ/ΤΕ 2397/96 ισχύουν ως έχουν. β) Ατελείς συναλλαγές Τα πιστωτικά ιδρύματα υπολογίζουν τις κεφαλαιακές απαιτήσεις για ατελείς συναλλαγές σύμφωνα με την παράγραφο Β(3) του άρθρου 36 του Ν.2396/96, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 6, παράγραφος 2 του Ν.2937/2001. γ) Εξωχρηματιστηριακά παράγωγα μέσα (i) Ο υπολογισμός των κεφαλαιακών απαιτήσεων έναντι του κινδύνου αντισυμβαλλομένου για τα εξωχρηματιστηριακά παράγωγα μέσα, που περιλαμβάνονται στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών, θα γίνεται με την μέθοδο των τρεχουσών τιμών σύμφωνα με τις οδηγίες του Γ΄ Κεφαλαίου, παράγραφος IV του Παραρτήματος Ι της ΠΔ/ΤΕ 2397/96. (ii) Το ενδεχόμενο μελλοντικό πιστωτικό άνοιγμα, που συνδέεται με την εναπομένουσα διάρκεια της σύμβασης, θα υπολογίζεται με την εφαρμογή συντελεστών στάθμισης επί του ονομαστικού/πλασματικού ποσού σύμφωνα με τον διευρυμένο Πίνακα του Παραρτήματος ΙΙ της ΠΔ/ΤΕ 2054/92, όπως τροποποιήθηκε με την ΠΔ/ΤΕ 2479/2001. δ) Κίνδυνος διακανονισμού/παράδοσης Για τον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων έναντι του κινδύνου διακανονισμού/παράδοσης θα λαμβάνονται υπόψη, πέραν των χρεωστικών τίτλων και μετοχών, και οι θέσεις σε εμπορεύματα. ε) Τα πιστωτικά ιδρύματα θα υποβάλλουν στοιχεία σχετικά με τους ανωτέρω (α)-(δ) κινδύνους με βάση τα νέα υποδείγματα Πινάκων 5Α, 5Β, 5Δ και 6 του Παραρτήματος IV της παρούσας Πράξης. Γ. ΕΣΩΤΕΡΙΚΑ ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΑ (INTERNAL MODELS) 1) Τα πιστωτικά ιδρύματα, σύμφωνα με το άρθρο 37β του Ν. 2396/96 όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 10 του Ν.2937/2001, δύνανται εναλλακτικά της τυποποιημένης μεθόδου και εφόσον πληρούν τις σχετικές διατάξεις του παραπάνω άρθρου να χρησιμοποιούν εσωτερικά υποδείγματα για τον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων για την κάλυψη έναντι: Σελ. 120,948 Τεύχος 1415 Σελ. 34 (i) του γενικού κινδύνου θέσης από ανοικτές θέσεις σε χρεωστικούς τίτλους και μετοχές καθώς και σε παράγωγα χρηματοπιστωτικά μέσα επί χρεωστικών τίτλων, μετοχών, επιτοκίων και συναλλάγματος του χαρτοφυλακίου συναλλαγών, (ii) του κινδύνου τιμών συναλλάγματος για το σύνολο των εντός και εκτός Ισολογισμού στοιχείων και (iii) του κινδύνου από θέσεις σε εμπορεύματα καθώς και σε παράγωγα μέσα επί εμπορευμάτων για το σύνολο των δραστηριοτήτων τους. 2) Η χρήση των εσωτερικών υποδειγμάτων μπορεί να πραγματοποιηθεί εφόσον πληρούνται οι παρακάτω όροι: (α) Η Τράπεζα της Ελλάδος- (Δ/νση Γενικής Επιθεώρησης Τραπεζών) θα έχει αναγνωρίσει προηγουμένως εγγράφως την καταλληλότητα του υποδείγματος, μετά από σχετικό αίτημα του ενδιαφερομένου πιστωτικού ιδρύματος. (β) Η κεφαλαιακή απαίτηση για την κάλυψη των ανωτέρω κινδύνων, σε ημερήσια βάση, είναι ίση με το υψηλότερο των παρακάτω ποσών: • το ποσό της δυνητικής ζημίας (Value at Risk) της προηγούμενης ημέρας • τον μέσο όρο των ημερήσιων δυνητικών ζημιών για καθεμία από τις προηγούμενες 60 εργάσιμες ημέρες πολλαπλασιασμένο με ένα συντελεστή που θα καθοριστεί από την Τράπεζα της Ελλάδος για κάθε πιστωτικό ίδρυμα χωριστά, λαμβάνοντας υπόψη τις διατάξεις των παραγράφων 9 και 10(α), (β), (γ) του άρθρου 37β του Ν. 2396/96, όπως ισχύει . 12.Θ.α.116 Νομοθεσία περί Τραπεζών (Γενικά) Η Τράπεζα της Ελλάδος, σύμφωνα με την παράγραφο 10(στ) του προαναφερόμενου άρθρου, διατηρεί το δικαίωμα να προσαυξάνει τον πολλαπλασιαστικό συντελεστή τρία (3), όπως αυτός καθορίζεται στην παράγραφο 9 του άρθρου 37β του ιδίου ως άνω νόμου, κατά μία (1) μονάδα, εφόσον διαπιστωθεί ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που σχετίζονται με τα ποιοτικά κριτήρια και ειδικότερα αυτά που αφορούν στην οργανωτική επάρκεια και στα συστήματα εσωτερικού ελέγχου του πιστωτικού ιδρύματος, όπως αυτά προβλέπονται από τον Ν.2937/2001 και ειδικότερα από τις παραγράφους 8 και 12 του Παραρτήματος Ι της παρούσας Πράξης. Η πιστή τήρηση των κριτηρίων θα αξιολογείται τουλάχιστον μία φορά τον χρόνο από τη Δ/νση Γενικής Επιθεώρησης Τραπεζών και, εφόσον έχουν αντιμετωπιστεί ικανοποιητικά οι τυχόν ελλείψεις, η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται να άρει την απαίτηση της ανωτέρω προσαύξησης. Σε αντίθετη περίπτωση, η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται να ανακαλέσει την αναγνώριση του υποδείγματος. (γ) Οι κεφαλαιακές απαιτήσεις για την κάλυψη του ειδικού κινδύνου από θέσεις σε διαπραγματεύσιμους χρεωστικούς και μετοχικούς τίτλους καθώς και σε παράγωγα χρηματοπιστωτικά μέσα επί χρεωστικών τίτλων, επιτοκίων, μετοχών, δεικτών μετοχών και συναλλάγματος, εφόσον ενέχουν ειδικό κίνδυνο, θα εξακολουθούν να υπολογίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κεφαλαίου Α΄ του Παραρτήματος Ι της ΠΔ/ΤΕ 2397/96. 3) Οδηγίες για την υποβολή δικαιολογητικών εγγράφων σχετικά με την αξιολόγηση της καταλληλότητας του εσωτερικού υποδείγματος αναπτύσσονται αναλυτικά στο Κεφάλαιο Γ΄ του Παραρτήματος Ι της παρούσας Πράξης. Δ. ΣΥΝΟΛΙΚΕΣ ΚΕΦΑΛΑΙΑΚΕΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ 1) Εφόσον το πιστωτικό ίδρυμα χρησιμοποιεί εσωτερικό υπόδειγμα για τον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων έναντι των κινδύνων αγοράς, οι συνολικές κεφαλαιακές απαιτήσεις του ισούνται με το άθροισμα των επιμέρους κεφαλαιακών απαιτήσεων, ήτοι: • τις κεφαλαιακές απαιτήσεις για την κάλυψη του γενικού κινδύνου θέσης, του κινδύνου τιμών συναλλάγματος και του κινδύνου από θέσεις σε εμπορεύματα, όπως αυτές υπολογίστηκαν με τη χρήση του εσωτερικού υποδείγματος, • τις κεφαλαιακές απαιτήσεις για την κάλυψη των ανωτέρω κινδύνων αγοράς όπως υπολογίστηκαν με την τυποποιημένη μέθοδο, εφόσον το πιστωτικό ίδρυμα κάνει μερική χρήση των υποδειγμάτων, συμπεριλαμβανομένου και του ειδικού κινδύνου, • τις κεφαλαιακές απαιτήσεις για την κάλυψη του κινδύνου αντισυμβαλλομένου και διακανονισμού/παράδοσης για στοιχεία του χαρτοφυλακίου συναλλαγών, • τις κεφαλαιακές απαιτήσεις για την κάλυψη των υπερβάσεων των προβλεπομένων ορίων για τα μεγάλα χρηματοδοτικά ανοίγματα, οι οποίες προέρχονται από στοιχεία του χαρτοφυλακίου συναλλαγών και • τις κεφαλαιακές απαιτήσεις για την κάλυψη του πιστωτικού κινδύνου για τα στοιχεία του επενδυτικού χαρτοφυλακίου. 2) Τα πιστωτικά ιδρύματα συμπληρώνουν σε πρόσθετη σειρά του συγκεντρωτικού Πίνακα 8 του Παραρτήματος ΙΙ της ΠΔ/ΤΕ 2397/96 το ποσό της δυνητικής ζημίας (Value at Risk) που αντιπροσωπεύει την κεφαλαιακή απαίτηση για την κάλυψη έναντι του γενικού κινδύνου θέσης, του κινδύνου τιμών συναλλάγματος και του κινδύνου από θέσεις σε εμπορεύματα. Όλοι οι αναλυτικοί υπολογισμοί της δυνητικής ζημίας (Value at Risk), καθώς και τα δικαιολογητικά υποστηρίξεως των υποβαλλομένων στοιχείων θα πρέπει να είναι στη διάθεση της Τράπεζας της Ελλάδος σε περίπτωση που διενεργείται έλεγχος ή ζητούνται πρόσθετες διευκρινίσεις. Ε. ΥΠΟΒΟΛΗ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ 1) Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να υποβάλλουν στην Τράπεζα της Ελλάδος-(Δ/νση Γενικής Επιθεώρησης Τραπεζών) τόσο σε ατομική όσο και σε ενοποιημένη βάση στοιχεία για την κεφαλαιακή τους επάρκεια, όπως διαμορφώνονται στο τέλος κάθε ημερολογιακού τριμήνου, σύμφωνα με τις οδηγίες της παραγράφου 9 της ΠΔ/ΤΕ 2397/96, τις συνημμένες επεξηγηματικές σημειώσεις και οδηγίες του Παραρτήματος Ι και σύμφωνα με τα νέα υποδείγματα Πινάκων, όπου αυτό απαιτείται, του Παραρτήματος ΙV της παρούσας Πράξης. 2) Επιπρόσθετα, τα πιστωτικά ιδρύματα που κάνουν χρήση των εσωτερικών υποδειγμάτων θα πρέπει εντός εικοσαημέρου από το τέλος κάθε ημερολογιακού τριμήνου να υποβάλλουν: • τα αποτελέσματα του δοκιμαστικού εκ των υστέρων ελέγχου (back-testing), όπως αυτά προέκυψαν κατά την περίοδο του εν λόγω τριμήνου (ημερήσιες μετρήσεις της δυνητικής ζημίας και αντίστοιχες μεταβολές στην αξία του χαρτοφυλακίου). Σημειώνεται ότι τα πιστωτικά ιδρύματα κοινοποιούν άμεσα και σε κάθε περίπτωση εντός πέντε (5) εργάσιμων ημερών τις υπερβάσεις που διαπιστώνονται κατά την εφαρμογή του προγράμματος, σύμφωνα με την παράγραφο 10(δ) του άρθρου 37β του Ν. 2396/96, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 10 του Ν.2937/2001 και • τα αποτελέσματα του προγράμματος προσομοίωσης καταστάσεων κρίσης (stress-testing) τα οποία υποβάλλονται στην Διοίκηση του πιστωτικού ιδρύματος. (Μετά τη σελ.120,948) Σελ. 120,949 Τεύχος 1415 Σελ. 35 Νομοθεσία περί Τραπεζών (Γενικά) 12.Θ.α.116 3) Τροποποιούνται οι σχετικές με τις προθεσμίες υποβολής των απαραίτητων στοιχείων για την άσκηση ελέγχου της κεφαλαιακής επάρκειας διατάξεις της ΠΔ/ΤΕ 2054/18.3.92, όπως ισχύει, και τα αντίστοιχα στοιχεία υποβάλλονται ως εξής: α) στοιχεία της 31ης Δεκεμβρίου μέχρι τις 20 Μαρτίου σε ατομική και μέχρι τις 31 Μαρτίου σε ενοποιημένη βάση, β) στοιχεία της 31ης Μαρτίου μέχρι τις 15 Μαΐου σε ατομική και μέχρι τις 31 Μαΐου σε ενοποιημένη βάση, γ) στοιχεία της 30ης Ιουνίου μέχρι τις 15 Αυγούστου σε ατομική και μέχρι τις 31 Αυγούστου σε ενοποιημένη βάση και δ) στοιχεία της 30ης Σεπτεμβρίου μέχρι τις 15 Νοεμβρίου σε ατομική και μέχρι τις 30 Νοεμβρίου σε ενοποιημένη βάση. Η έναρξη εφαρμογής των διατάξεων της παρούσας παραγράφου θα γίνει για τα στοιχεία της 30ης Σεπτεμβρίου 2002. ΣΤ. ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ 1) Οι λοιπές διατάξεις της ΠΔ/ΤΕ 2397/96 παραμένουν αμετάβλητες. 2) Με την επιφύλαξη των διατάξεων του Κεφ. Ε, παράγρ. 3, ως ημερομηνία έναρξης εφαρμογής της παρούσας Πράξης ορίζεται η ημερομηνία δημοσίευσης στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 3) Τα επισυναπτόμενα Παραρτήματα Ι, ΙΙ, ΙΙΙ και IV αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της παρούσας Πράξης. 4) Εξουσιοδοτείται η Δ/νση Γενικής Επιθεώρησης Τραπεζών για την παροχή των τυχόν αναγκαίων διευκρινίσεων και οδηγιών για την εφαρμογή της παρούσας Πράξης. Από τις διατάξεις της Πράξης αυτής δεν προκύπτει επιβάρυνση του Κρατικού Προϋπολογισμού. (Ακολουθούν Παραρτήματα)

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.