📄 Κείμενο νόμου
2. ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΗ ΠΡ ΑΞΙΣ υπ’ αριθ. 73 της 8/8 Οκτ. 1945 Περί κολασμού και εκδικάσεως των εγκλημάτων πολέμου και τροποποιήσεως του υπ’ αριθ. 384/1945 Αναγκαστικού Νόμου (ανωτ. αριθ. 1). Άρθρ.1.-1.Τα υπό προσώπων άτινα ανήκον εις τας ενόπλους δυνάμεις ή πολιτικάς υπηρεσίας των κατά τον τελευταίον πόλεμον (1939-1945) εχθρικών κρατών, τελεσθέντα εγκλήματα πολέμου, κολάζονται και εκδικάζονται κατά τας διατάξεις της παρούσης Συντακτικής Πράξεως. 2.Ως εγκλήματα πολέμου θεωρούνται τα υπό των εν τη παρ. 1 του παρόντος άρθρου προσώπων διαπραχθέντα αδικήματα οσάκις ταύτα: Α)Συνιστώσι κακουργήματα ή πλημμελήματα κοινού δικαίου προβλεπόμενα και τιμωρούμενα υπό των κειμένων ποινικών διατάξεων, Β)συνιστώσι παραβάσεις των νόμων ή εθίμων του διεθνούς δικαίου περί πολέμου. Εν τη κατηγορία ταύτη περιλαμβάνονται ιδία αι εξής πράξεις: 1)Φόνοι, 2)Συστηματική τρομοκρατία. 3)Υποβολή πολιτών εις βασάνους. 4)Εσκεμμένη εγκατάλειψις πολιτών εις τον εξ ασιτίας θάνατον. 5)Εκτόπισις πολιτών άνευ αποχρώντος λόγου στρατιωτικής ασφαλείας ή μεταγωγής αυτών εκτός του ελληνικού εδάφους. 6)Εγκάθειρξις πολιτών άνευ αποχρώντος λόγου στρατιωτικής ασφαλείας ή υπό συνθήκας απανθρώπους. 7)Εξαναγκασμός πολιτών προς εργασίαν σχετιζομένην με τας στρατιωτικάς επιχειρήσεις του εχθρού. 8)Καταναγκαστική επιστράτευσις των κατοίκων ή δι’ οιουδήποτε πιεστικού τρόπου μεταγωγή εκτός της χώρας πολιτών προς χρησιμοποίησιν αυτών εις οιανδήποτε φύσεως εργασίαν εξυπηρετούσαν τας ανάγκας του εχθρού. 9)Προσπάθεια εκριζώσεως του εθνικού φρονήματος ή αλλοιώσεως της εθνικής συνθέσεως των κατεχομένων εδαφών. 10)Δήμευσις ή οιαδήποτε δολία ή βιαία αφαίρεσις ιδιωτικής περιουσίας. 11)Υποτίμησις του νομίσματος ή έκδοσις πλαστών νομισμάτων. 12)Επιβολή αθεμίτων και υπερόγκων εισφορών ή επιταξέων. 13)Σφετερισμός των κυριαρχικών δικαιωμάτων της κατεχομένης χώρας. 14)Θανάτωσις ομήρων. 15)Θανάτωσις πολιτών ως οιωνεί αντίποινα δια πράξεις τρίτων. 16)Επιβολή συλλογικών ποινών. 17)Λεηλασία ή διαρπαγή. 18)Βιασμός. 19) Πρόσληψις δι’ οιουδήποτε δολίου ή εξαναγκαστικού μέσου κορασίων ή γυναικών επί σκοπώ αναγκαστικής πορνείας. 2)Βομβαρδισμός ανυπερασπίστων θέσεων. 21)Κακόβουλος καταστροφή θρησκευτικών, ευαγών, εκπαιδευτικών ή ιστορικών κτιρίων και μνημείων. 23)Αφαίρεσις και εξαγωγή εκτός του Ελληνικού εδάφους πραγμάτων επιστημονικών, καλλιτεχνικών ή ιστορικής σημασίας ή οιωνδήποτε άλλων πολυτίμων αντικειμένων. 24)Καταστροφή εμπορικών ή επιβατικών πλοίων άνευ προειδοποιήσεως και άνευ λήψεως μέτρων προς διάσωσιν του πληρώματος και των επιβατών. 25)Καταστροφή πλοίων αλιευτικών ή ναυτικής αρωγής. 26)Βομβαρδισμός νοσοκομείων ή καταστροφή αυτών. 27)Επίθεσις κατά πλωτών νοσοκομείων ή νοσοκομειακών αεροσκαφών ή καταστροφή αυτών. 28)Αθέμιτος κατάληψις ή κατακράτησις πλωτού νοσοκομείου ή νοσοκομειακού αεροσκάφους. 29)Οιαδήποτε άλλη παράβασις των σχετικών με τον Ερυθρόν Σταυρόν κανόνων. 30)Χρήσις δηλητηριωδών ή ασφυξιογόνων αερίων. 31)Δηλητηρίασις πηγών, φρεάτων, δεξαμενών, κλπ. 32)Μετάδοσις μολυσματικής νόσου δια χρήσεως μικροβίων. 33)Χρήσις εκρηκτικών ή διαπλατυνομένων σφαιρών και άλλων απανθρώπων μέσων πολέμου. 34)Διακήρυξις ότι δεν χαρίζεται η ζωή εις παραδιδομένους πολεμίους. 35)Προσβολαί κατά του προσώπου των τραυματιών και αιχμαλώτων πολέμου ή οιαδήποτε άλλη κακομεταχείρισις αυτών. 36)Χρησιμοποίησις αιχμαλώτων πολέμου εις μη επιτρεπομένας εργασίας. 37)Αθέμιτος χρήσις σημαίων εκεχειρίας. 38)Η υπό των αρχών κατοχής απειλή ή κατάγνωσις ποινής υπερβαλλόντως δυσαναλόγου προς την σημασίαν της τιμωρουμένης πράξεως. 39)Παραβιάσεις της ουδετερότητος. Άρθρ.8.-Οι συμμέτοχοι εγκλήματος πολέμου εάν μεν είναι αλλοδαποί υπάγονται εις την αρμοδιότητα των δια της παρούσης Συντακτικής Πράξεως οριζομένων δικαστηρίων, εάν δεν είναι ημεδαποί εις την αρμοδιότητα των συμφώνως τη υπ’ αριθ. 6 Συντ. Πράξει, ως ετροποποιήθη μεταγενεστέρως, συσταθέντων Δικαστηρίων. «Άρθρ.8α.-Το Δικαστήριον κηρύσσον τον κατηγορούμενον ένοχον αδικήματος προβλεπομένου υπό της παρούσης Συντακτικής πράξεως διατάσσει υποχρεωτικώς την δήμευσιν της περιουσίας αυτού». Το άρθρ. 8α προσετέθη δια της Συντ. Πράξεως 90/1945 (ΦΕΚ Α΄ 322) Άρθρ.9.-Εκκρεμείς υποθέσεις εγκλημάτων πολέμου διαβιβάζονται υποχρεωτικώς, από της δημοσιεύσεως της παρούσης, εις την κεντρικήν υπηρεσίαν του Εθνικού Γραφείου εγκλημάτων πολέμου, αι παρά τοις τοπικοίς όμως Συμβουλίοις του άρθρ. 5 του Νόμ. 384 υπάρχουσαι τοιαύται υποβάλλονται ευθύς ως καταστώσιν ώριμοι δια την έκδοσιν βουλεύματος. Σελ. 102(γ) 271-020 Άρθρ.10.-Καταργούνται τα άρθρ. 7 παρ. 2, 8, 10 και 13 του Αναγκαστικού Νόμου 384/1945. Άρθρ.11.-(Προσθήκη εις το τέλος της παρ. 1 του άρθρ. 3 του Α.Ν. 384/1945, ανωτ. αριθ. 1, και κατάργησις της παρ. 3 του αυτού άρθρου). Άρθρ.12.-Δια κοινής αποφάσεως των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών καθορίζεται μηνιαία αποζημίωσις λόγω οδοιπορικών εξόδων άνευ αποδόσεως λογαριασμού του Διευθυντού της Κεντρικής Υπηρεσίας του Ελληνικού Εθνικού Γραφείου Εγκλημάτων Πολέμου και των βοηθών αυτού «ως και το παρά τη Κεντρική υπηρεσία απεσπασμένου λοιπού προσωπικού». Η εντός « » φράσις προσετέθη δια της Συντ. Πράξεως 90/1945. Άρθρ.13.-Η ισχύς της παρούσης Συντακτικής Πράξεως άρχεται από της δημοσιεύσεως αυτής εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 6.Α.κ.2 Γραφείο Εγκληματιών Πολέμου Άρθρ.2.-Οι υπαίτιοι εγκλημάτων πολέμου, τιμωρούνται ως ακολούθως: Προκειμένου μεν περί κακουργημάτων ή πλημμελημάτων του κοινού δικαίου (άρθρ. 1 παρ. 2 στοιχ. Α) επιβάλλονται αι υπό των οικείων ποινικών διατάξεων προβλεπόμεναι ποιναί. Προκειμένου δε περί παραβάσεως των νόμων ή εθίμων του διεθνούς δικαίου (άρθρ. 1 παρ. 2 στοιχ. Β) εφ’ όσον μεν αύται περιέχουσι πράξεις προβλεπομένας υπό διατάξεων του κοινού ποινικού δικαίου ή του στρατιωτικού ποινικού κώδικος (Ν. 2303 της 21 Φεβρ. 1941), ως ετροποποιήθη μεταγενεστέρως και τιμωρουμένας δι’ εγκληματικών ποινών, επί βάλλονται αι υπό των διατάξεων του κοινού ποινικού δικαίου ή του Στρατιωτικού Ποινικού κώδικος οριζόμεναι ποιναί άλλως οι υπαίτιοι των παραβάσεων τούτων τιμωρούνται με τας κάτωθι ποινάς. (Αντί της σελ. 99) Σελ. 99(α) Θ-9 Γραφείο Εγκληματιών Πολέμου 6.Α.κ.2 1)Δια την επιστράτευσιν των κατοίκων, τον σφετερισμόν των κυριαρχικών δικαιωμάτων της πολιτείας και την προσπάθειαν εκριζώσεως του Εθνικού φρονήματος ή αλλοιώσεως της Εθνικής συνθέσεως των κατεχομένων εδαφών με την ποινήν του θανάτου. 2)Δια τον εξαναγκασμόν πολιτών προς εργασίαν σχετιζομένην με στρατιωτικάς επιχειρήσεις ή την χρησιμοποίησιν αιχμαλώτων εις τοιαύτας εργασίας με την ποινήν του θανάτου ή των ισοβίων δεσμών. 3)Δια την αθέμιτον εγκάθειρξιν, εκτόπισιν ή μεταγωγήν εκτός του ελληνικού εδάφους πολιτών, με την ποινήν των ισοβίων δεσμών, ή των προσκαίρων δεσμών. 4)Δια την συστηματικήν τρομοκρατίαν, με την ποινήν των προσκαίρων δεσμών ή της ειρκτής. 5)Δια την λεηλασίαν, την δήμευσιν, την επιβολήν αθεμίτων και υπερόγκων εισφορών ή επιτάξεων και την επιβολήν συλλογικών ποινών, με την ποινήν των ισοβίων ή των προσκαίρων δεσμών. 6)Δι’ άλλας παραβάσεις με τη ποινήν της ειρκτής, ή της φυλακίσεως τουλάχιστον δύο ετών. Άρθρ.3.-Νόμοι, Δικαιώματα ή Κανονισμοί των Εχθρικών Αρχών, διαταγαί ή εξουσιοδοτήσεις δοθείσαι παρά των Αρχών τούτων ή Αρχών εξαρτωμένων εξ αυτών δύνανται να ληφθώσιν υπ’ όψιν υπό του δικαστηρίου εν τη εκτιμήσει της ευθύνης των υπαιτίων εγκλημάτων πολέμου μόνον ως λόγος μειώσεως της ποινής κατά το μέτρον των περί αποπείρας διατάξεων. Άρθρ.4.-Οσάκις υφιστάμενος διώκεται ως αυτουργός εγκλήματος πολέμου, οι δε ιεραρχικώς προϊστάμενοι αυτού δεν δύνανται να τιμωρηθώσιν επίσης ως αυτουργοί κατά τα άρθρ. 56 και 57 του Ποιν. Νόμου ούτοι θεωρούνται ως συνεργοί του εγκλήματος, εφ’ όσον ωργάνωσαν την εγκληματικήν δράσιν ή ηνέχθησαν τας εγκληματικάς πράξεις των υφισταμένων των. Άρθρ.5.-Δια την εξακρίβωσιν των εγκλημάτων πολέμου ακολουθείται η κάτωθι διαδικασία: 1.Ο Διευθυντής της Κεντρικής Υπηρεσίας του Εθνικού Γραφείου των Εγκλημάτων Πολέμου, λαμβάνων, καθ’ οιονδήποτε τρόπον, γνώσιν, ότι, τα κατά την παρ. 1 του άρθρ. 1 της παρούσης Συντακτικής Πράξεως πρόσωπα, προήλθον διαρκούντος του τελευταίου πολέμου εις οιονδήποτε μέρος της Επικρατείας, εις την εκτέλεσιν πράξεων, χαρακτηριζομένης κατά την παρ. 2 του αυτού άρθρου ως εγκλήματος πολέμου υποχρεούται να ενεργήση ή παραγγείλη ανάκρισιν προς διαπίστωσιν τούτου. Η ανάκρισις ενεργείται κατά τας διατάξεις της κοινής Ποινικής Δικονομίας Σελ. 100(α) Θ-10 και άνευ προσλήψεως εν ανάγκη γραμματέως, είτε προσλήψεως εν ανάγκη γραμματέως, είτε προσωπικώς υπό του ιδίου, είτε και υπό των βοηθών αυτού, προκειμένου δε περί αδικημάτων τελεσθέντων εκτός της περιφερείας των Πρωτοδικείων Αθηνών και Πειραιώς και υπό των κατά την κοινήν Ποιν. Δικονομίαν ανακριτικών υπαλλήλων της περιφερείας ένθα διεπράχθη το αδίκημα. 2.Δι’ αδικήματα τελεσθέντα εκτός της περιφερείας των πρωτοδικείων Αθηνών και Πειραιώς οι αρμόδιοι Εισαγγελείς δικαιούνται και άνευ παραγγελίας του Κεντρικού Γραφείου, να ενεργώσιν αυτοπροσώπως ανάκρισιν και να παραγγέλωσι τους εν τη περιφερεία των ανακριτικούς υπαλλήλους προς διενέργειαν τοιαύτης οφείλουσι όμως αμελλητί να ειδοποιώσει περί τούτου το Κεντρικόν Γραφείον. 3.Η ανάκρισις δύναται να περατωθή και άνευ της απολογίας του κατηγορουμένου. 4.Παρά της τοπικής συμβουλής ανακριτικά καθήκοντα δύνανται να εκτελώσι και οι υπό τούτου οριζόμενοι δικηγόροι μετ’ έγκρισιν του Κεντρικού Γραφείου. 5.Οι κατά τα ανωτέρω ενεργούντες ανάκρισιν έχοντας πάντα τα δικαιώματα του ανακριτικού κατά τας διατάξεις της κοινής Ποιν. Δικονομίας, δύνανται να παραγγέλωσι την ενέργειαν πάσης ανακριτικής πράξεως υπό παντός ανακριτικού ή προανακριτικού υπαλλήλου όστις υποχρεούται να εκτελέση ταύτην. 6.Α.κ.2 Γραφείο Εγκληματιών Πολέμου Άρθρ.6.-1.(Κατηργήθη δια του άρθρ. 2 του Ν.Δ. 4016/1959, κατωτ. σελ. 102,01). 2.Η προφυλάκισις των κατηγορουμένων δια τι των εν άρθρ. 1 εγκλημάτων ως και η διακοπή ταύτης διατάσσεται, προτάσει του Διευθυντού του Γραφείου ή του ασκήσαντος την ποινικήν αγωγήν Εισαγγελέως υπό του κατά το προηγούμενον άρθρον Συμβουλίου. 3.Κατά των αποφάσεων του Συμβουλίου ουδέν ένδικον μέσον συγχωρείται. Επίσης δεν επιτρέπεται η επ’ εγγύησει απόλυσις των κατηγορουμένων, ουδέ έχουσιν εφαρμογήν, επ’ αυτών διατάξεις ισχυόντων εκάστοτε Νόμων, δι’ ων περιορίζεται ο χρόνος της προφυλακίσεως. «4.Κατ’ εξαίρεσιν των διατάξεων της προηγουμένης παραγράφου επιτρέπεται κατά των ανωτέρω βουλευμάτων ανακοπή εκ μέρους του κατηγορουμένου, παραπεμφθέντος ενώπιον του ακροατηρίου δι’ οιανδήποτε πράξιν, προβλεπομένην υπό του άρθρ. 1 παρ. 2 της παρούσης Συντακτικής Πράξεως». Η εντός « » παρ. 4 προστεθείσα δια της πρώτης παραγράφου του άρθρ. 1 του Α.Ν. 1860/1951 (κατωτ. αρ. 3), αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 1 του άρθρ. 20 του Νόμ. 2058/1952 (8.Δα.26). Άρθρ.7.-1.Δια την εκδίκασιν των κατά την παρούσαν Συντακτικήν Πράξιν εγκλημάτων, εν Αθήναις μεν συνιστάται Ειδικόν Στρατοδικείον, εν δε ταις επαρχίαις αρμόδια καθίστανται τα Διαρκή Στρατοδικεία. Τα κατά το άρθρ. 6 παραπεμπτικά βουλεύματα καθορίζουν το αρμόδιον δι’ εκάστην υπόθεσιν Στρατοδικείον, δυνάμενα να παραπέμψουν εις το δια του παρόντος συνιστώμενον Ειδικόν Στρατοδικείον και υποθέσεις αφορώσας εγκλήματα διαπραχθέντα εκτός της περιφερείας των Αθηνών, εφ’ όσον λόγω της σοβαρότητας της υποθέσεως κρίνεται αναγκαία η εκδίκασις αυτής εν Αθήναις ή εφ’ όσον υφίστανται δυσχέρειαι δια την εκδίκασιν ταύτης υπό του αρμοδίου Διαρκούς Στρατοδικείου. Το αυτό δικαίωμα έχει και ο Υπουργός της Δικαιοσύνης, δυνάμενος να καταστήση αρμόδιον το Ειδικόν Στρατοδικείον δια την εκδίκασιν οιασδήποτε υποθέσεως ως και επί των μέχρι τούδε εκδοθέντων βουλευμάτων. 2.Μετά την έκδοσιν του παραπεμπτικού βουλεύματος εφ’ όσον ο κατηγορούμενος κρατείται ή αφ’ ης πραγματοποιηθή η σύλληψις αυτού, η δικογραφία διαβιβάζεται παρά του Διευθυντού του Κεντρικού Γραφείου εις τον αρμόδιον Επίτροπον του Στρατοδικείου δια την περαιτέρω ενέργειαν προς εκδίκασιν της υποθέσεως». «Άρθρ.7α.-1.Το Ειδικόν Στρατοδικείον εγκλημάτων πολέμου συγκροτείται εκ πέντε μελών. Πρόεδρος αυτού είναι ο Πρόεδρος του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου, μέλη δε δύο Εφέται, οριζόμενοι υπό του Υπουργού της Δικαιοσύνης και δύο ανώτεροι αξιωματικοί οριζόμενοι υπό του Υπουργού των Στρατιωτικών. Καθήκοντα Επιτρόπου εκπληροί Σύμβουλος α΄ τάξεως της Στρατιωτικής ή Ναυτικής Δικαιοσύνης, οριζόμενος δι’ αποφάσεως του Υπουργού της Δικαιοσύνης. Εν τη ενασκήσει των τοιούτων του καθηκόντων ο Επίτροπος υπόκειται ιεραρχικώς εις το Υπουργείον Δικαιοσύνης. Καθήκοντα Γραμματέως του Ειδικού Στρατοδικείου εκπληροί ο Γραμματεύς του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου. 2.Τον Πρόεδρον του Στρατοδικείου κωλυόμενον αναπληροί ο Επίτροπος του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου, τούτον δε κωλυόμενον αναπληροί Αναθεωρητής οριζόμενος δια κοινής αποφάσεως των Υπουργών Δικαιοσύνης και Στρατιωτικών. Κατά τον αυτόν τρόπον ορίζεται και δικαστικός Σύμβουλος της Στρατιωτικής ή της Ναυτικής Δικαιοσύνης ως αναπληρωτής του Επιτρόπου. 3.Προκειμένου περί δίκης ης η διάρκεια προβλέπεται μακρά, δύναται ο Πρόεδρος του Στρατοδικείου να αιτήσηται τον διορισμόν δύο αναπληρωματικών δικαστών, ίνα παρακολουθώσιν αδιαλείπτως την δίκην προς αναπλήρωσιν κωλυθησομένων τυχόν κατά την διάρκειαν αυτής τακτικών δικαστών. Εις την περίπτωσιν ταύτην την δίκην παρακολουθεί και είς των αναπληρωτών του Προέδρου. Ως αναπληρωματικοί δικασταί ορίζονται είς Εφέτης και είς ανώτερος αξιωματικός, κατά τα εν παρ. 1 οριζόμενα. 4. Το Ειδικόν Στρατοδικείον συνεδριάζει εις αίθουσαν οριζομένην δι’ αποφάσεως του Υπουργού της Δικαιοσύνης». (Αντί της σελ. 101(β) Σελ. 101(γ) 271-019 Γραφείο Εγκληματιών Πολέμου 6.Α.κ.2 «Άρθρ.7β.-1.Τηρουμένων των εν τοις προηγουμένοις άρθροις οριζομένων ως προς την κατά τόπον αρμοδιότητα, την συγκρότησιν του Ειδικού Στρατοδικείου και των Διαρκών Στρατοδικείων την επ’ ακροατηρίω διαδικασίαν και την εκτέλεσιν των ποινών εφαρμόζονται αι περί των Διαρκών Στρατοδικείων ισχύουσαι εκάστοτε διατάξεις του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικος, του βαθμού του κατηγορουμένου στρατιωτικού μη λαμβανομένου υπ’ όψιν δια την σύνθεσιν του Στρατοδικείου. Ο τόπος της εκτελέσεως της τυχόν επιβληθησομένης θανατικής ποινής, ορίζεται εν τη καταδικαστική αποφάσει. 2.Κατά των αποφάσεων των Στρατοδικείων δι’ αδικήματα προβλεπόμενα υπό της παρούσης Συντακτικής Πράξεως ουδέν ένδικον μέσον επιτρέπεται. 3.Εκδίκασις ερήμην των κατηγορουμένων δι’ αδικήματα προβλεπόμενα υπό της παρούσης Συντακτικής Πράξεως δεν επιτρέπεται. Υπαρχόντων συμμετόχων εν τη αυτή πράξει η υπόθεσις χωρίζεται υποχρεωτικώς, εκδικαζομένη μόνον ως προς τους παρόντας κατηγορουμένους». Το άρθρ. 7 αντικατεστάθη ως άνω και τα άρθρ. 7α και 7β, προσετέθησαν δια της Συντ. Πράξεως 90/1945 (ΦΕΚ Α΄ 322).
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.