📄 Κείμενο νόμου
3. ΝΟΜΟΘΕΤ. ΔΙΑΤΑΓΜΑ της 1/1 Αυγ. 1935 Περί κυρώσεως, τροποποιήσεως, και συμπληρώσεως του Α.Δ/τος της 29 Ιουλ. 1932 «περί μετατροπής εις δραχμάς των εις ξένον νόμισμα ή συνάλλαγμα οφειλών». Άρθρ.1.-(Κυρούται το από 29 Ιουλ. 1932 Α.Δ/μα «περί μετατροπής εις δραχμάς των εις ξένον νόμισμα ή συνάλλαγμα οφειλών»). άρθρ. 9 του Ν.Δ. της 1/1 Αυγ. 1935 «περί κυρώσεως, τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του Α.Δ. της 29/29 Ιουλ. 1932 κλπ.» είναι ότι κατά των πράξεων της επιτροπής συναλλάγματος και ελέγχου Τραπεζών, των εκδιδομένων δυνάμει των διατάξεων του άρθρου τούτου, επιτρέπεται μόνον άσκησις προσφυγής ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου παρά τε των υποχρέων προς πληρωμήν, ως και παρά των δικαιουμένων αποζημιώσεως Τραπεζών, εφαρμοζομένων κατ’ αναλογίαν των διατάξεων του άρθρ. 8, ως τροποποιείται δια των διατάξεων του άρθρ. 1 του παρόντος, τόσον ως προς την διαδικασίαν ασκήσεως και εκδικάσεως των προσφυγών, όσον και ως προς τον τρόπον βεβαιώσεως και εισπράξεως των οφειλομένων ποσών. Το επιδικαζόμενον ταις διακαιουμέναις Τραπέζαις ποσόν θεωρείται ως ανήκον εις το Ελληνικόν Δημόσιον, υποχρεούμενον να καταβάλη τούτο εις τας δικαιουμένας Τραπέζας είτε απ’ ευθείας μετά την είσΣελ. 85 .170. Δραχμοποίηση 26.Γ.β.3 πραξιν είτε δια των υποχρέων Τραπεζών. Αι ήδη ασκηθείσαι, κατά το άρθρ. 9 του Ν.Δ. της 1/1 Αυγ. 1935, προσφυγαί και παρεμβάσεις παραπέμπονται εις την κατά το άρθρ. 8 του αυτού Δ/τος γνωμοδοτικήν επιτροπήν, μετά την έκδοσιν των κατά το αυτό άρθρ. 8 σχετικών πράξεων της επιτροπής συναλλάγματος και ελέγχου Τραπεζών και την παρέλευσιν της προς άσκησιν προσφυγής κατά τούτων προθεσμίας (΄Αρθρ. 2 Α.Ν. 23/25 Ιαν. 1936). ΄Αρθρ.10.-Περί υπαγωγής ή μη εκάστης περιπτώσεως εις τας διατάξεις των υπό στοιχεία γ΄ και ε΄ εξαιρέσεων του άρθρ. 2 και εν γένει επί πάσης αμφισβητήσεως δημιουργουμένης εκ της εφαρμογής του κυρουμένου Α.Δ./τος και του παρόντος αποφαίνεται, εφ’ όσον ήθελον ζητήσει τούτο αμφότεροι οι ενδιαφερόμενοι, ο υπουργός των Οικονομικών, μετά σύμφωνον γνώμην της επιτροπής συναλλάγματος. ΄Αρθρ.11.-1.Αι Τράπεζαι ουδεμίαν ευθύνην φέρουσι δια την μη απόδοσιν καταθέσεων πάσης φύσεως εις συνάλλαγμα ή άρνησιν μεταφοράς εις άλλην Τράπεζαν είτε εις συνάλλαγμα είτε εις δραχμάς κατά το από 8 Ιουλ. 1932 μέχρι της ενάρξεως της ισχύος του δια του Νόμ. 5665 κυρωθένος Ν.Δ/τος της 14 Ιουλ. 1932 χρονικόν διάστημα. 2.Αδεία της Τραπέζης της Ελλάδος, παρεχομένη μετά σύμφωνον γνώμην της επί του συναλλάγματος επιτροπής, δύνανται να αποδίδονται εις αυτούσιον συνάλλαγμα υφιστάμεναι παρά Τραπέζαις καταθέσεις ιδιωτών, εφ’ όσον αποδεικνύεται ότι οι καταθέται είχον υποβάλει εις την Τράπεζαν της Ελλάδος αίτησιν προ της 26 Απρ. 1932 προς παροχήν αδείας χρησιμοποιήσεως των καταθέσεων τούτων προς πληρωμήν αποδεδειγμένων οφειλών των καταθετών εις την αλλοδαπήν και εφ’ όσον αι καταθέσεις αύται πρόκειται ήδη να χρησιμοποιηθώσιν αποδεδειγμένως προς πληρωμήν των αυτών οφειλών. Η εξόφλησις των οφειλών τούτων γίνεται, εντολή του οφειλέτου, μέσω της Τραπέζης της Ελλάδος. ΄Αθρ.12.-Οφειλαί εις ξένον νόμισμα ή συνάλλαγμα, προερχόμεναι εκ προκαταβολών χορηγηθεισών παρά Τραπεζών εις εξαγωγείς εμπορευμάτων ή προϊόντων, ων το αντίτιμον διεκανονίσθη επί τη βάσει των διατάξεων του Νόμ. 5422, 5809 και των εκδοθέντων δυνάμει τούτων Διαταγμάτων και υπουργικών αποφάσεων, εξοφλούνται επί τη αυτή τιμή εις ην και το αντίτιμον του εμπορεύματος. Σελ. 86 ΄Αρθρ.13.-Το Δ/μα της 10 Ιουλ./5 Αυγ. 1931 «περί ρυθμίσεως των ανωμάλων καταθέσεων εις χρυσόν των λοιπών, πλήν της Εθνικής, Τραπεζών», εξακολουθεί διέπον τας υπ’ αυτού ρυθμιζομένας σχέσεις. Η πληρωμή όμως των παρά των Τραπεζών οφειλομένων τοις καταθέταις χρυσών νομισμάτων, ή εξωτερικού συναλλάγματος, ή ξένων τραπεζογραμματίων ενεργείται επί ταις υπό του άρθρ. 1 του Α.Δ. της 29 Ιουλ. 1932 καθοριζομέναις τιμαίς. ΄Αρθρ.14.-Η αληθής έννοια του εν τω κυρουμένω Α.Δ/τι όρου «οφειλαί εις ξένον νόμισμα ή συνάλλαγμα» είναι ότι εις τας διατάξεις τούτου, ως και του παρόντος υπάγονται αι πάσης φύσεως οφειλαί εις μεταλλικάς δραχμάς και εις αλλοδαπόν νόμισμα, χρυσούν ή χαρτονόμισμα, ή συνάλλαγμα επί της χώρας του αλλοδαπού τούτου νομίσματος. ΄Αρθρ.15.-Αι διατάξεις του κυρουμένου Α.Δ/τος, ως και του παρόντος εφαρμόζονται, αφ’ ης ίσχυσαν, και επί των Τραπεζών αίτινες εργάζονται εν Ελλάδι ως υποκαταστήματα ξένων Τραπεζών, μη έχοντα ιδίαν νομικήν προσωπικότητα. ΄Αρθρ.16.-1.Οι παραβάται των διατάξεων των άρθρ. 1, 2 και 3 του Α.Δ/τος της 29 Ιουλ. 1932, ως και των διατάξεων του παρόντος καταδιώκονται αυτεπαγγέλτως και, εισαγόμενοι δι’ απ’ ευθείας κλήσεως και μετά προανάκρισιν το πολύ 10 ημερών, τιμωρούνται με τας εν τω άρθρ. 4 του Α.Ν. της 22 Δεκ. 1932, κυρωθέντος δια του Νόμ. 5809, οριζομένας ποινάς. 2.Διοικηταί ή γενικοί διευθυνταί Τραπεζών μη συμμορφούμενοι προς τας διατάξεις του άρθρ. 5 του Α.Δ. της 29 Ιουλ. 1932, ως τροποποιείται δια των άρθρ. 8 και 9 του παρόντος, ασχέτως προς την κατ’ αυτών, ως και των ας εκπροσωπούσι Τραπεζών εφαρμογήν των διατάξεων του νόμου περί εισπράξεως των δημοσίων εσόδων, τιμωρούνται, κατ’ έγκλησιν του υπουργού των Οικονομικών, με τας εν τω άρθρ. 4 του Α.Ν. της 22 Δεκ. 1932, κυρωθέντος δια του Νόμ. 5809, οριζομένας ποινάς. Η κατά των αποφάσεων επί των ανωτέρω παραβάσεων έφεσις δεν έχει ανασταλτικήν δύναμιν, εκτός εάν ειδικώς ορίση ούτω το εκδόν την απόφασιν δικαστήριον. Αι περί μετατροπής της ποινής διατάξεις αργούσι. Άρθρ.17.-1.Δια Δ/τος, εκδοθησομένου προτάσει των υπουργών Οικονομικών και Εθνικής Οικονομίας, δύνανται να κωδικοποιηθώσιν εις ενιαίον κείμενον νόμου αι διατάξεις του Α.Δ. της 29 Ιουλ. 1932, του παρόντος, ως και παντός σχετικού νόμου. 2.Η ισχύς του παρόντος άρχεται από της δημοσιεύσεώς του εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, υποβληθήσεται δε εις την Συνέλευσιν προς κύρωσιν άμα τη επαναλήψει των εργασιών της. .171. 26.Γ.β.3 Δραχμοποίηση Άρθρ.2.-Αι κατωτέρω διατάξεις του δια του παρόντος κυρουμένου Α.Δ/τος της 29 Ιουλ. 1932 καταργούνται, αντικαθίστανται, συμπληρούνται, ή τροποποιούνται ως έπεται: Άρθρ.3-4.-(Τροποποιούνται τα άρθρ. 1 και 2 του Α.Δ. 29/29 Ιουλ. 1932, ανωτ. αριθ. 2) Άρθρ.5.-1.(Προστίθεται παράγραφος εις το τέλος του εδαφ. 1 του άρθρ. 3 του Α.Δ. της 29/29 Ιουλ. 1932, ανωτ. αριθ. 2). Σελ. 83 .168. Δραχμοποίηση 26.Γ.β.3 2.Αι διατάξεις του άρθρ. 3 του Α.Δ. της 29 Ιουλ. 1932, ως συμπληρούνται δια του παρόντος, δεν εφαρμόζονται επί των οφειλών προς την Εθνικήν Κτηματικήν Τράπεζαν, αίτινες διέπονται δια των διατάξεων του από 26 Ιουν. 1935 Α. Νόμου «περί ρυθμίσεως των πρός την Εθνικήν Κτηματικήν Τράπεζαν της Ελλάδος οφειλών, ως και των εξ ομολογιακών δανείων εις λίρας Αγγλίας οφειλών της αυτής Τραπέζης προς την αλλοδαπήν. Άρθρ.6.-1.(Αντικαθίσταται αφ’ ης ίσχυσεν η περίπτ. β΄ του άρθρ. 5 του Α.Δ. της 29/29 Ιουλ. 1932 ανωτ. αριθ. 2) 2.Τα μεταξύ των απομενόντων εις τας Τραπέζας στοιχείων του ενεργητικού εις συνάλλαγμα περιλαμβανόμενα χρεώγραφα εις ξένον νόμισμα θεωρούνται ως συνάλλαγμα παρέχον δικαίωμα εις διαφοράν υπέρ του Δημοσίου, υπολογιζόμενον επί τη αξία τούτων κατά την ημέραν της δημοσιεύσεως του παρόντος νόμου. Ως αξία λογίζεται επί μεν των εισηγμένων εις Χρηματιστήριον η τρέχουσα τιμή, επί δε των μη εισηγμένων η δια πραγματογνωμοσύνης προσδιορισθησομένη τοιαύτη, κατά τα δια Δ/τος ειδικώτερον ρυθμισθησόμενα. Εάν τα ως άνω χρεώγραφα εξεποιήθησαν προ της δημοσιεύσεως του παρόντος νόμου, λαμβάνεται υπ’ όψιν η κατά την ημέραν της εκποιήσεως αξία τούτων. Καθ’ όμοιον τρόπον δια πραγματογνωμοσύνης καθορισθήσεται η εις συνάλλαγμα αξία τούτων. Καθ’ όμοιον τρόπον δια πραγματογνωμοσύνης καθορισθήσεται η εις συνάλλαγμα αξία των εν τω εξωτερικώ ακινήτων των Τραπεζών. 3.Δια τα στοιχεία του ενεργητικού εις συνάλλαγμα, τα χαρακτηριζόμενα υπό των Τραπεζών ως επισφαλή, τηρηθήσεται ίδιος παρ’ εκάστη Τραπέζη λογαριασμός, παρακολουθούμενος παρά της Επιτροπής Συναλλάγματος και Ελέγχου Τραπεζών. Άρθρ.7.-(Ερμηνεύεται το εδάφ. 3 του άρθρ. 5 του Α.Δ. της 29/29 Ιουλ. 1932, ανωτ. αριθ. 2) Άρθρ.8.-1.Η δυνάμει του άρθρ. 5 του κυρουμένου Α.Δ/τος ανήκουσα εις το Δημόσιον διαφορά, εξακριβουμένη παρά της κατά το άρθρ. 4 του Ν.Δ. της 14 Ιουλ. 1932 «περί τροποποιήσεως των Νόμ. 5422, 5552 κλπ.» Επιτροπής, βεβαιούται βάσει του πορίσματος ταύτης και εισπράττεται κατά τας διατάξεις περί εισπράξεως των δημοσίων εσόδων. «Κατά της πράξεως της επιτροπής απαγορεύεται η εις τα δικαστήρια και το Συμβούλιον της Επικρατείας προσφυγή, επιτρέπεται δε μόνον άσκησις προσφυγής, εντός δεκαπέντε ημερών από της νομίμου κοινοποιήσεώς της εις τας ενδιαφερομένας Τραπέζας, ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου, Σελ. 84 αποφαινομένου οριστικώς και αμετακλήτως, μετά προηγουμένην γνώμην επιτροπής, οριζομένης υπό του Υπουργικού Συμβουλίου και αποτελουμένης εκ του προέδρου ή ενός των αντιπροέδρων του Αρείου Πάγου, ως προέδρου, του γενικού διευθυντού Δημοσίου Λογιστικού ή του νομίμου αναπληρωτού αυτού, και ενός ειδικού περί τα τραπεζιτικά, εκ των χρηματισάντων ως διοικητών, υποδιοικητών, ή γενικών διευθυντών Τραπεζών, ή ενός καθηγητού της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, ως μελών». Η σύνθεσις της επιτροπής ωρίσθη ως άνω δια του άρθρ. 5 Α.Ν. 479/1937. Εντός προθεσμίας δέκα ημερών από της ασκήσεως της προσφυγής, επιτρέπεται η υποβολή εγγράφων υπομνημάτων, η κατάθεσις εγγράφων, και η άσκησις παρεμβάσεων. Μετά την παρέλευσιν της τελευταίας ταύτης προθεσμίας και εντός πέντε ημερών παραπέμπονται υπό του προέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου αι προσφυγαί, παρεμβάσεις, υπομνήματα, και έγγραφα εις την κατά τ’ ανωτέρω επιτροπήν. Η επιτροπή υποχρεούται να υποβάλη την γνωμοδότησίν της εις το Ελεγκτικόν Συνέδριον το βραδύτερον εντός τριάκοντα ημερών από της εις αυτήν περιελεύσεως και της τελευταίας των κατά το άρθρ. 8 και 9 του Ν.Δ. της 1/1 Αυγ. 1935 «περί κυρώσεως, τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του Α.Δ. της 29/29 Ιουλ. 1932 κλπ.» ασκηθεισών προσφυγών. Αι προσφυγαί εισάγονται προς συζήτησιν ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου μετά δεκαπέντε τουλάχιστον ημέρας από της εις τούτο περιελεύσεως της γνωμοδοτήσεως της επιτροπής, επιτρεπομένης μόνον της επί ταύτης υποβολής εγγράφων υπομνημάτων, κατά τα εν τω οργανισμώ του Ελεγκτικού Συνεδρίου οριζόμενα. Το Συνέδριον αποφαίνεται οριστικώς και αμετακλήτως εντός δύο μηνών από της συζητήσεως. Η άσκησις της προσφυγής δεν αναστέλλει την εκτέλεσιν της πράξεως της επιτροπής, αργούσης εν προκειμένω της διατάξεως του άρθρ. 37 παρ. 1 του Οργανισμού του Ελεγκτικού Συνεδρίου». Το δεύτερον εδάφιον της παρ. 1 αντικατεστάθη δια των ανωτέρω εντός « » 5 εδαφίων δια του άρθρ. 1 Α.Ν. 23/25 Ιαν. 1936. .169. 26.Γ.β.3 Δραχμοποίηση 2.Εις τα μέλη της επιτροπής και τους υπαλλήλους του υπουργείου Οικονομικών και της Τραπέζης της Ελλάδος, τους ορισθέντας δι’ αποφάσεων του υπουργού των Οικονομικών, τη υποδείξει της επιτροπής, ως βοηθητικόν ταύτης προσωπικόν, δια την ενέργειαν του ελέγχου των στοιχείων των Τραπεζών προς εξακρίβωσιν της υπέρ του Δημοσίου διαφοράς, εγκρίνεται η υπό της επιτροπής συναλλάγματος και ελέγχου Τραπεζών ορισθείσα αποζημίωσις, η οποία δεν δύναται να υπερβή τας δραχμάς εκατόν πεντήκοντα ημερησίως δι’ έκαστον υπάλληλον. Η αποζημίωσις αύτη βαρύνει την κατά το άρθρ. 5 του Α.Δ/τος της 29 Ιουλ. 1932 ανήκουσαν εις το Δημόσιον διαφοράν. 3.Η κατά το άρθρ. 5 στοιχείον β΄, ως τροποποιείται δια του παρόντος, διαφορά εισπράττεται:α)Εις χρυσόν ή συνάλλαγμα, επί τη κατά τον παρόντα νόμον τιμή, δι’ όσα στοιχεία του ενεργητικού συνίστανται εις χρυσόν ή διαθέσιμον συνάλλαγμα ή είναι πραγματοποιήσιμα εις συνάλλαγμα. Εάν από της 29 Ιουλ. 1932 μέχρι της καταβολής αι Τράπεζαι προέβησαν εις τροπάς των εις συνάλλαγμα στοιχείων, εξ ων συνίσταται το ενεργητικόν αυτών, προς εξασφάλισιν των στοιχείων τούτων κατά πάσης εκπτώσεως της εις χρυσόν ισοτιμίας αυτών, η εντεύθεν προκύψασα ωφέλεια ανήκει εις το Δημόσιον μέχρι του ποσού όπερ εξασφαλίζει την αυτήν ισοτιμίαν της αρχικής αυτού απαιτήσεως. β)Εις δραχμάς δι’ όσα εκ των εις συνάλλαγμα στοιχείων είναι πραγματοποιήσιμα εις δραχμάς. Εν τη περιπτώσει ταύτη η αξίωσις του Δημοσίου συνίσταται εις την διαφοράν μεταξύ της κατά τον παρόντα νόμον τιμής και της τιμής της πραγματοποιήσεως παρά της Τραπέζης. 4.Η ανωτέρω διαφορά καταβάλλεται κατά πρώτον λόγον εκ του διαθεσίμου χρυσού, συναλλάγματος, και των εις συνάλλαγμα απαιτήσεων της ανωτέρω υπό στοιχείον β΄ περιπτώσεως, συμπληρωματικώς δε και εφ’ όσον δεν εξασκούσι τα ανωτέρω στοιχεία, εκ της αξίας των εις συνάλλαγμα χρεωγράφων. Εις εξαιρετικάς περιπτώσεις και εάν διαπιστωθή ότι εκ της αμέσου καταβολής του συνόλου της παρ’ εκάστης Τραπέζης οφειλομένης κατά τ’ ανωτέρω διαφοράς είναι ενδεχόμενον να επηρεασθή αισθητώς η θέσις τη οφειλετρίας Τραπέζης, δύναται δι’ αποφάσεως του Υπουργικού Συμβουλίου, εκδιδομένης τη προτάσει του υπουργού των Οικονομικών και δημοσιευομένης δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως, να καθορίζηται τμηματική καταβολή του οφειλομένου ποσού. Άρθρ.9.-Πάσα διαφορά προκύπτουσα εις βάρος των εν Ελλάδι εργαζομένων Τραπεζών εκ του λόγου ότι η παρ’ αυταίς εφαρμογή του Α.Δ/τος της 29/29 Ιουλ. 1932, ως τροποποιείται δια του παρόντος, πλην των διατάξεων του εδαφ. 2 του άρθρ. 3 και του άρθρ. 7 του παρόντος, δημιουργεί παθητικότητα ή αύξησιν της υφισταμένης εις συνάλλαγμα παθητικότητος αυτών, θα βαρύνη τας Τραπέζας εκείνας αι οποίαι, συμφώνως τη διατάξει της παραγρ. β΄ του εδαφ. 1 του άρθρ. 5 του Α.Δ/τος της 29 Ιουλ. 1932, συμψηφίζουσι την εις βάρος των προκύπτουσαν διαφοράν λόγω της παθητικότητος της εις συνάλλαγμα καταστάσεως αυτών προς τα απομένοντα στοιχεία του ενεργητικού εις συνάλλαγμα, τα μη υποκείμενα εις την εις δραχμάς τροπήν. Η υποχρέωσις εκάστης Τραπέζης ορισθήσεται κατ’ αναλογίαν του ποσού του ως άνω συμψηφισμού. Προς υπολογισμόν της διαφοράς λαμβάνονται υπ' όψιν μόνον αι ασφαλείς απαιτήσεις εις συνάλλαγμα έναντι τρίτων, αίτινες θα ήσαν πραγματοποιήσιμοι άνευ της εφαρμογής του παρόντος νόμου. Ο καθορισμός του εις εκάστην Τράπεζαν καταβλητέου ποσού ενεργείται δι’ αποφάσεως της επιτροπής συναλλάγματος και ελέγχου Τραπεζών, εκδιδομένης το βραδύτερον εντός δύο μηνών από της δημοσιεύσεως του παρόντος. Η απόφασις της επιτροπής, εν τη οποία θα καθορίζηται και το ποσόν της παρ’ εκάστης υποχρέου Τραπέζης καταβλητέας αποζημιώσεως εις την δικαιουμένην Τράπεζαν, εκτελείται εντός μηνός από της κοινοποιήσεώς της εις την υπόχρεον Τράπεζαν. Εν περιπτώσει αρνήσεως τυχόν της υποχρέου Τραπέζης να συμμορφωθή, εφαρμόζονται κατ’ αναλογίαν αι διατάξεις του άρθρ. 8 του παρόντος. Το εν τη τελευταία ταύτη περιπτώσει εισπραχθησόμενον παρά του Δημοσίου ποσόν αποδοθήσεται εις τας δικαιούχους Τραπέζας κατά τας κειμένας διατάξεις. «Η αληθής έννοια του τελευταίου εδαφίου του
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.