📄 Κείμενο νόμου
4. ΑΠΟΦΑΣΗ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΜΠΟΡΙΟΥ Αριθ. Κ6-267 της 25 Φεβρ./26 Μαρτ. 1980 (ΦΕΚ Β΄ 307) Περί Κανονισμού Λειτουργίας της Επιτροπής Προστασίας του Ανταγωνισμού (ΕΠΑ). Έχοντας υπόψη: 1.Την παρ. 9 του άρθρ. 8 του Νόμ. 703/77 (ΦΕΚ 278 τ. Α΄ 26.9.1977) «περί ελέγχου μονοπωλίων και ολιγοπωλίων και προστασίας του ελευθέρου ανταγωνισμού». 2.Τη γνώμη της Επιτροπής Προστασίας του Ανταγωνισμού η οποία εκφράστηκε στη συνεδρίαση της 14.2.1980 και καταχωρήθηκε στο πρακτικό υπ’ αριθ. 36 της ίδιας Επιτροπής, αποφασίζουμε: Οι εργασίες της Επιτροπής Προστασίας του Ανταγωνισμού να διέπονται από τις διατάξεις του παρόντος Κανονισμού: Αρμοδιότητες Άρθρ.1.-1.Η Ε.Π.Α. εκδίδει γνωμοδοτήσεις, σε θέματα που παραπέμπουν σ’ αυτή, σύμφωνα με το Νόμο (άρθρ. 5, 6, 7 παρ. 2β, άρθρ. 8 παρ. 9, άρθρ. 22 παρ. 2, 3), οι αρμόδιοι σε κάθε περίπτωση, Υπουργοί Συντονισμού, Εμπορίου, Γεωργίας, Συγκοινωνιών ή Εμπορικής Ναυτιλίας. 2.Η Ε.Π.Α. εκδίδει αποφάσεις για όλες τις υποθέσεις που εισάγονται σ’ αυτήν από την Υπηρεσία Προστασίας του Ανταγωνισμού (Υ.Π.Α.), όπως προβλέπει το άρθρ. 7 παρ. 3 εδάφ. γ΄ Νόμ. 703/77. Εξάλλου, η Ε.Π.Α. έχει την εξουσία, με βάση τα στοιχεία και τις πληροφορίες που γνωστοποιούνται σ’ αυτήν, κατά οποιοδήποτε τρόπο, να παραγγέλλει στην Υ.Π.Α. τη διερεύνηση υποθέσεων και στη συνέχεια την εισαγωγή τους ενώπιόν της. Οι αποφάσεις της Ε.Π.Α. αναφέρονται είτε σε παραβάσεις του Νόμ. 703/77 είτε σε αιτήσεις, για τη χορήγηση αρνητικών πιστοποιήσεων (κατ’ άρθρ. 11 του Νόμ. 703/77). 11.Δ.ε.2 Προστασία Ελευθέρου Ανταγωνισμού Προστασία ελεύθερου ανταγωνισμού 11.Δ.ε.3-4 Όταν διαπιστώνεται παράβαση, η Ε.Π.Α. αποφαίνεται αν αυτή είναι συγγνωστή ή όχι (άρθρ. 1 παρ. 3) και είτε καθορίζει, στην πρώτη περίπτωση, τις προϋποθέσεις και τους όρους του συγγνωστού (άρθρ. 10) καθώς και το χρόνο κατά τον οποίο η κατ’ αρχή παράνομη πράξη (συμφωνία, πρακτική κλπ.), κρίνεται ανεκτή, είτε καταλογίζει, στη δεύτερη περίπτωση, τις προσήκουσες κατά την κρίση της κυρώσεις σε βάρος των υπευθύνων προσώπων σύμφωνα με το νόμο και μέσα στα όρια που καθορίζονται απ’ αυτόν. Συνεδριάσεις – Απαρτίες Ε.Π.Α. Άρθρ.10.-Τα υπέρ του Δημοσίου τέλη χαρτοσήμου στα δικόγραφα και τα προσαγόμενα έγγραφα καθώς και τα τέλη υπέρ του Τ.Σ.Ν., του Ταμείου Δικαστικών Κτιρίων και του Ταμείου Προνοίας Δικηγόρων Αθηνών για τη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον της Ε.Π.Α. ορίζονται ίσα προς τα τέλη του Διοικητικού Πρωτοδικείου. Σελ. 210, 218 Τεύχος 752-Σελ.24 11.Δ.ε.4 Προστασία ελεύθερου ανταγωνισμού Άρθρ.2.-1.Η Ε.Π.Α. συνέρχεται μία φορά την εβδομάδα σε τακτική συνεδρίαση και σε έκτακτη όπως κρίνεται σκόπιμο από τον Πρόεδρό της. Στις συνεδριάσεις της Ε.Π.Α. προσκαλούνται όλα τα τακτικά μέλη της, καθώς και τα 2 αναπληρωματικά μέλη του άρθρ. 8 παρ. 2 υπό στοιχ. γ΄ του Νόμ. 703/77. Για την πρόσκλησή τους μεριμνά ο Γραμματέας κατόπιν εντολής του Προέδρου. Αλλά για νόμιμη απαρτία της Ε.Π.Α., ώστε να είναι σε θέση να εκδώσει γνωμοδότηση ή απόφαση, χρειάζεται απαραίτητα η παρουσία του Προέδρου και του Προϊσταμένου της Υ.Π.Α. ή των αναπληρωτών τους και 3 τουλάχιστον από τα υπόλοιπα τακτικά μέλη. Σε περίπτωση μη πραγματοποιήσεως απαρτίας, ο Πρόεδρος ορίζει τα αναπληρωματικά μέλη, που θα πάρουν τη θέση των απόντων τακτικών μελών. 2.Ο Πρόεδρος, τα μέλη και ο Γραμματεύς της Ε.Π.Α. μπορούν να εξαιρεθούν, να απέχουν ή να αποκλεισθούν από τις συνεδριάσεις, όταν συζητούνται υποθέσεις, για τις οποίες υπάρχει στο πρόσωπό τους κώλυμα, σύμφωνα με τον ισχύοντα κώδικα φορολογικής δικονομίας (άρθρ. 15-22). Σε περίπτωση αμφισβητήσεων αποφαίνεται η Ε.Π.Α. 3.Συνεχείς απουσίες των μελών της Ε.Π.Α. από τις συνεδριάσεις της για χρονικό διάστημα τουλάχιστο τριάντα ημερών, χωρίς να γνωστοποιηθεί στον Πρόεδρο σοβαρή δικαιολογία (άδεια, ταξείδι, ασθένεια κλπ.) τεκμηριώνουν παραίτηση και ιδρύουν λόγο αντικαταστάσεώς τους, για τον οποίο οφείλει να μεριμνήσει ο Πρόεδρος με έγγραφό του προς τους Υπουργούς Συντονισμού, Δικαιοσύνης και Εμπορίου. 4.Οι αποφάσεις της Ε.Π.Α. λαμβάνονται κατά πλειοψηφία. Σε περίπτωση ισοψηφίας υπερισχύει η γνώμη προς την οποία τάσσεται ο Πρόεδρος, σημειώνεται όμως οπωσδήποτε στο οικείο πρακτικό η γνώμη της μειοψηφίας. Τα παριστάμενα κατά τη συνεδρίαση αναπληρωματικά μέλη, μετέχουν στη συζήτηση και η γνώμη τους καταχωρείται στο πρακτικό. Ψηφίζουν όμως μόνον εκείνα που έχουν ορισθεί για την αναπλήρωση των τακτικών μελών που απουσιάζουν από τη συνεδρίαση. (Μετά τη σελ. 210, 214 (α) Σελ. 210, 215 Τεύχος 752-Σελ.21 5.Για τις συνεδριάσεις της Ε.Π.Α. τηρείται πρακτικό από το Γραμματέα και υπό την εποπτεία του Προέδρου. Στο πρακτικό αναφέρονται τα ονόματα των παρόντων και η απόφαση του Προέδρου για την αναπλήρωση των απόντων τακτικών μελών. Στη συνέχεια καταχωρείται στο πρακτικό περιληπτικά ό,τι λαμβάνει χώρα στη συνεδρίαση και κυρίως η συζήτηση, οι γνώμες των μελών για κάθε θέμα και η τελική ψηφοφορία. Επίσης, σημειώνονται οι απόψεις που διαφέρουν από τη γνώμη που πλειοψήφισε. Έναρξη συζητήσεως. Αναβολή Άρθρ.3.-1.Πριν από κάθε συνεδρίαση της Ε.Π.Α., κατόπιν συνεννοήσεως του Προέδρου με το Δ/ντή της Υ.Π.Α., καταρτίζεται το πινάκιο των υποθέσεων που θα συζητηθούν. 2.Στην αρχή της συνεδριάσεως, διαβάζονται και επικυρώνονται τα πρακτικά της προηγούμενης συνεδριάσεως και υπογράφονται από τον Πρόεδρο και τα παρόντα μέλη. 3.Στη συνέχεια ο Δ/ντής της Υ.Π.Α., διαβάζει περιληπτική έκθεση για κάθε υπόθεση που εισάγεται σ’ αυτήν, κατά τη σειρά του οικείου πινακίου. Στην έκθεση πρέπει ν’ αναφέρονται το ερώτημα του Υπουργού ή η γνωστοποίηση, καταγγελία ή παραγγελία, που κίνησε την έρευνα να προσδιορίζεται κατά το δυνατόν το θέμα και να αναφέρονται οι ερευνητικές προσπάθειες της Υπηρεσίας. Στη συνέχεια ο Πρόεδρος, ορίζει τον Εισηγητή της υποθέσεως, στον οποίο διαβιβάζεται ο σχετικός φάκελος. 4.Μετά την εξάντληση των πρωτοεισακτέων υποθέσεων, αρχίζει η συζήτηση για τις υπόλοιπες εκείνες για τις οποίες έχει καταρτισθεί εισήγηση και έχουν προσκληθεί οι ενδιαφερόμενοι να εκθέσουν τις απόψεις τους. Για κάθε μία από τις υποθέσεις αυτές, προσκαλούνται να παραστούν οι ενδιαφερόμενοι. Με απόφαση που λαμβάνεται κατά απόλυτη πλειοψηφία, η συζήτηση μιας υποθέσεως μπορεί να αναβληθεί μόνο για μία φορά, για σοβαρούς λόγους, που εμποδίζουν είτε την εμφάνιση του εισηγητή είτε των προσώπων που κλητεύθηκαν. Εάν δεν συντρέχει περίπτωση αναβολής, ο λόγος δίνεται πρώτα στον εισηγητή, ο οποίος διαβάζει την έκθεσή του και μετά δίνεται ο λόγος στους ενδιαφερομένους ή τους πληρεξουσίους τους. Στη συνέχεια υποβάλλουν ερωτήσεις για διευκρίνιση κρίσιμων περιστατικών, ο Πρόεδρος, ο Εισηγητής και τα λοιπά μέλη της Ε.Π.Α. Εάν οι ενδιαφερόμενοι υποβάλουν υπομνήματα ή χορηγηθεί σ’ αυτούς σχετική προθεσμία, η συζήτηση αναβάλλεται, για τη μελέτη των υπομνημάτων από τον Εισηγητή. Σελ. 210,216 Τεύχος 752-Σελ.22 Τέλος, ο Πρόεδρος, σε συνεννόηση με τον Εισηγητή, καθορίζει τη συνεδρίαση για την τελική συζήτηση και απόφαση. Στην τελευταία αυτή συζήτηση δεν προσκαλούνται ούτε γίνονται δεκτοί, ενδιαφερόμενοι που τυχόν θα εμφανισθούν. Εισήγηση. Συναφείς υποθέσεις Άρθρ.4.-1.Ο Εισηγητής μελετά τα στοιχεία του φακέλου, ζητεί άλλα συμπληρωματικά ή τη διεξαγωγή συμπληρωματικής έρευνας σε κρίσιμα κατά τη γνώμη του σημεία και καταρτίζει γραπτή εισήγηση. 2.Η εισήγηση περιέχει σύντομο ιστορικό, τα προβλήματα που προκύπτουν, τις απόψεις που υποστηρίζονται, καθώς και τις σχετικές σκέψεις και επιχειρήματα και, στο τέλος, τη γνώμη του Εισηγητή. Η εισήγηση υπογράφεται από τον Εισηγητή κατατίθεται μαζί με το σχετικό φάκελο στη Γραμματεία της Υ.Π.Α. και βρίσκεται στη διάθεση των ενδιαφερομένων. 3.Αν η γνωστοποίηση δε συνοδεύεται από αίτηση αρνητικής πιστοποιήσεως, και ο Εισηγητής, ύστερα από σχετική έρευνα, δε διαπιστώνει παράβαση του Νόμ. 703/77, η πρόσκληση των ενδιαφερομένων δεν είναι απαραίτητη. Με σύμφωνη γνώμη της Ε.Π.Α., ενώπιον της οποίας διαβιβάζεται η έκθεση του εισηγητή, η υπόθεση, ύστερα από σχετική σημείωση του Προέδρου, τίθεται στο Αρχείο είναι όμως δυνατό να ανασυρθεί οποτεδήποτε, εφόσον προκύψουν νεώτερα στοιχεία. Αλλιώς, αν κατά την κρίση της Ε.Π.Α. υπάρχουν σημαντικές ενδείξεις παραβάσεων, διατάσσεται περαιτέρω έρευνα και καταρτίζεται νέα εισήγηση. 11.Δ.ε.4 Προστασία ελεύθερου ανταγωνισμού 4.Κατόπιν συνεννοήσεως του Προέδρου και του Δ/ντή της Υ.Π.Α., ορίζεται η συνεδρίαση κατά την οποία θα συζητηθεί ενώπιον της Ε.Π.Α. η υπόθεση, για την οποία έχει κατατεθεί εισήγηση. Κατά τη συνεδρίαση αυτή πρέπει να προσκληθούν για να παραστούν και να αναπτύξουν τις απόψεις τους, οι ενδιαφερόμενοι ή πληρεξούσιοί τους,σύμφωνα με το άρθρ. 8 παρ. 7 του Νόμ. 703/77. 5.Στις περιπτώσεις που οι ενδιαφερόμενοι υποβάλουν υπομνήματα και η τελική συζήτηση αναβάλλεται για να μελετηθούν, αυτά διαβιβάζονται στον εισηγητή της υποθέσεως, ο οποίος αξιολογεί το περιεχόμενό τους και διαμορφώνει κατάλληλα την εισήγησή του για την τελική συζήτηση. 6.Συναφείς υποθέσεις παραβάσεων των άρθρ. 1 παρ. 1 και 2 με την αυτή νομική και ιστορική βάση είναι δυνατό να συζητηθούν στην ίδια συνεδρίαση της Ε.Π.Α. Η Ε.Π.Α. δεν υποχρεούται να εκδώσει μία απόφαση για όλες τις υποθέσεις, αλλά έχει την δυνατότητα να τις χωρίσει, εφόσον κρίνεται αναγκαίο, κατά το στάδιο της μελέτης τους από τον Εισηγητή. Δικαιώματα ενδιαφερομένων Άρθρ.5.-1.Οι ενδιαφερόμενοι σε κάθε συγκεκριμένη υπόθεση, έχουν το δικαίωμα να συμβουλευθούν την εισήγηση και το σχετικό φάκελο, όπως και να προσκομίσουν άλλα πρόσθετα στοιχεία που να δικαιολογούν τις απόψεις τους. Έχουν όμως και την υποχρέωση να παρέχουν στον εισηγητή, την Υ.Π.Α. ή την Ε.Π.Α. κάθε πληροφορία που θα τους ζητηθεί και να θέσουν στη διάθεσή τους αντίστοιχα στοιχεία. 2.Κατά την παράστασή τους στην προκαθορισμένη συνεδρίαση της Ε.Π.Α. οι ενδιαφερόμενοι ή οι πληρεξούσιοί τους, όταν τους δίνεται ο λόγος μετά την ανάγνωση της εισηγήσεως, περιορίζονται στην ανάπτυξη των σκέψεων και απόψεών τους χρησιμοποιώντας και αξιολογώντας τα στοιχεία του φακέλου, στα οποία βασίζεται η εισήγηση. Στα ίδια στοιχεία πρέπει να βασίζονται και τα υπομνήματά τους. Νεώτερα κρίσιμα στοιχεία, μπορούν να υποβληθούν στην Ε.Π.Α. και κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ή και μετά απ’ αυτήν, αλλά μέσα στα όρια της προθεσμίας για την υποβολή υπομνήματος, με την προϋπόθεση ότι αποδεικνύεται παραχρήμα η γνησιότητα των στοιχείων αυτών, χωρίς ανάγκη σχετικής έρευνας. 3.Παρέμβαση τρίτων προσώπων σε υποθέσεις παραβάσεων των άρθρ. 1 παρ. 1 και 2 συγχωρείται μόνο κατά τη συζήτηση ή επανασυζήτηση, ενώπιον της επιτροπής της υποθέσεως, με κατάθεση σχετικής αιτήσεως, εφόσον δικαιολογείται κατά την κρίση της Ε.Π.Α. έννομο συμφέρον. Τα πρόσωπα που ασκούν παρέμβαση έχουν τα ίδια δικαιώματα με τους υπόλοιπους ενδιαφερομένους. Τελική συζήτηση υποθέσεων Άρθρ.6.-1.Κατά την τελική, μετά την ακροαματική διαδικασία, συζήτηση, ακούεται πρώτα ο Εισηγητής ο οποίος αναφέρεται βασικά στην εισήγησή του και στις ενδεχόμενες μεταβολές, που οφείλονται σε νεώτερα στοιχεία και σκέψεις που υποβλήθηκαν έγκαιρα, αφού αξιολογήσει τις απόψεις που ανέπτυξαν οι ενδιαφερόμενοι κατά την ακροαματική διαδικασία και τα υπομνήματα που κατατέθηκαν. 2.Στη συνέχεια διατυπώνουν τις απόψεις τους τα μέλη της Ε.Π.Α. με την καθοριζόμενη από τον Πρόεδρο σειρά εκθέτοντας τα σχετικά επιχειρήματά τους. Αν διατυπωθούν διαφορετικές απόψεις, γίνεται στο τέλος της συζητήσεως ψηφοφορία. Αν οι διαφορετικές απόψεις είναι περισσότερες από δύο, όσοι υποστηρίζουν τις ασθενέστερες, οφείλουν να προσχωρήσουν σε μία από τις δύο επικρατέστερες. Έκδοση αποφάσεως. Γνωμοδότηση Άρθρ.7.-1.Η απόφαση ή γνωμοδότηση της Ε.Π.Α., καταρτίζεται από τον εισηγητή, σύμφωνα με τη γνώμη που πλειοψήφισε. Στο διατακτικό της αποφάσεως προσδιορίζονται συγκεκριμένα όσες παραβάσεις διαπιστώθηκαν οι κυρώσεις που επιβάλλονται καθώς και άλλα μέτρα που τυχόν προβλέπονται στο Νόμ. 703/77. Η απόφαση που αφορά αίτηση αρνητικής πιστοποιήσεως, σε περίπτωση αποδοχής, πιστοποιεί ότι σύμφωνα με τα γνωστά στην Ε.Π.Α., στοιχεία δεν υπάρχει παράβαση των διατάξεων των άρθρ. 1 παρ. 1, και 2. Στις γνωμοδοτήσεις σημειώνεται και η γνώμη της μειοψηφίας, γνώμη που διατυπώνεται από ένα από τα μέλη που μειοψήφισαν. 2.Η απόφαση ή γνωμοδότηση καθαρογράφεται, θεωρείται από τον Εισηγητή και υπογράφεται από τον Πρόεδρο και το Γραμματέα. Στη συνέχεια, η απόφαση δημοσιεύεται στην επόμενη συνεδρίαση της Ε.Π.Α., γίνεται σχετική μνεία στο οικείο πρακτικό και κοινοποιείται στους ενδιαφερομένους, ενώ η γνωνοδότηση διαβιβάζεται στην Υ.Π.Α. για τις περαιτέρω ενέργειες. 3.Οι αποφάσεις ή γνωμοδοτήσεις αριθμούνται κατ’ αύξοντα αριθμό καταχωρίσεώς τους στα βιβλία-Ευρετήρια αποφάσεων ή γνωμοδοτήσεων, που τηρούνται από το Γραμματέα. 4.Ο φάκελος της υποθέσεως, πάνω στον οποίο σημειώνεται ο αριθμός της αποφάσεως ή γνωμοδοτήσεως, φυλάσσεται στο αρχείο της Υ.Π.Α. Οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να αναλάβουν τα έγγραφα που κατέθεσαν, εφόσον αυτά διακρίνονται από την ιδιαίτερη σφραγίδα των ιδίων ή των πληρεξουσίων τους. Σχετικά γίνεται μνεία στο φάκελο (ανελήφθησαν τα σχετικά) η οποία χρονολογείται και υπογράφεται από τους ενδιαφερομένους. (Μετά τη σελ. 210, 216) Σελ. 210, 217 Τεύχος 752-Σελ.23 Προστασία ελεύθερου ανταγωνισμού 11.Δ.ε.4 5.Τα πρωτότυπα των αποφάσεων ή γνωμοδοτήσεων, φυλάσσονται στη Γραμματεία, η οποία τηρεί χωριστό φάκελο για τις αποφάσεις και τις γνωμοδοτήσεις, για κάθε έτος. Προσηρτημένα στις απόψεις φυλάσσονται και τα πρωτότυπα των οικείων πρακτικών. 6.Ο Γραμματέας εκδίδει ακριβή αντίγραφα των αποφάσεων ή γνωμοδοτήσεων που εκδόθηκαν καθώς και των πρακτικών, ύστερα από σχετική αίτηση κάθε προσώπου που έχει ειδικό έννομο συμφέρον. Σε κάθε περίπτωση οι ενδιαφερόμενοι έχουν το δικαίωμα να λάβουν γνώση αυτών των αποφάσεων, γνωμοδοτήσεων ή πρακτικών. Επιδόσεις Άρθρ.8.-Οι επιδόσεις εγγράφων, όπου κατά τον Νόμ. 703/77 και τον παρόντα κανονισμό είναι αναγκαίες, ενεργούνται κατά τις διατάξεις του Κώδικα Φορολογικής Δικονομίας, από υπαλλήλους της Υ.Π.Α. που έχουν σχετική εντολή. Αυτοί συντάσσουν και το σχετικό αποδεικτικό. Κλητεύσεις Άρθρ.9.-1.Η κλήτευση ενώπιον της Επιτροπής, των προσώπων που υπέβαλαν αιτήσεις ή καταγγελίες, καθώς και των προσώπων εναντίον των οποίων θα κινηθεί η ενώπιον της Επιτροπής διαδικασία ή και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων και τέλος, των προσώπων που υπέβαλαν αίτηση επανασυζητήσεως, διέπεται από τις διατάξεις του άρθρ. 8 παρ. 7 του Νόμου. 2.Όσοι υποβάλλουν αιτήσεις επανασυζητήσεως κατά το άρθρ. 8 παρ. 7, πρέπει επιπλέον να νομιμοποιούνται, επισυνάπτοντας τα σχετικά πληρεξούσια έγγραφα πριν από κάθε συζήτηση της υποθέσεως καθώς και να ορίζουν αντίκλητο στην Αθήνα. Τέλη
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.