← Ελλάδα

2. ΠΡΟΕΔΡΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ της 8/13 Δεκ. 1928 Περί της θέσεως των ιδιωτικών υπαλλήλων εν περιπτώσει επιστρατεύσεως. Εκδίδεται κατά το άρθρ. 5 ν. 3514 (ανω

Εν συντομία

Αυτός ο νόμος ρυθμίζει τη θέση των ιδιωτικών υπαλλήλων σε περίπτωση επιστράτευσης, διασφαλίζοντας τη διατήρηση της σύμβασης εργασίας τους και καθορίζοντας τις αποδοχές τους κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής τους θητείας.

Τι ρυθμίζει

Ποιον αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
2. ΠΡΟΕΔΡΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ της 8/13 Δεκ. 1928 Περί της θέσεως των ιδιωτικών υπαλλήλων εν περιπτώσει επιστρατεύσεως. Εκδίδεται κατά το άρθρ. 5 ν. 3514 (ανωτ. αρθ. 1ε΄). Αι διατάξεις 1)του ν. 1234 περί της θέσεως των ιδιωτικών υπαλλήλων εν περιπτώσει επιστρατεύσεως, 2)του ν. 1533 περί προσθήκης εις τον ν. 1234 κλπ. 3)του Ν.Δ. της 19 Μαρτ. 1923 περί τροποποιήσεως του άρθρ. 6 του ν. 1234 κλπ. και 4)του ως άνω ν. 3514 κωδικοποιούνται εις ενιαίον κείμενον νόμου π. της θέσεως των ιδιωτικών υπαλλήλων εν περιπτώσει επιστρατεύσεως, έχον ως εξής: ΝΟΜΟΣ 3514 Περί της θέσεως των ιδιωτικών υπαλλήλων εν περιπτώσει επιστρατεύσεως. Δια του άρθρ. 1 Ν.Δ/τος 25 Μαΐου/ 4 Ιουν. 1935 (κατ. αρ. 3) και του άρθρ. 11 του Α.Ν. 547/1937 (15. Ιβ) αι διατάξεις του ν. 3514 εφαρμόζονται και επί των υπαλλήλων, τεχνιτών, εργατών και υπηρετών γραφείων, καταστημάτων ή επιχειρήσεων. Βλ. τ’ ανωτέρω Νομοθετήματα. Βλ. και άρθρ. 49 Α.Ν. 833/1937 περί στελέχους εφέδρων αξιωματικών (τ. 36). Ο ν. 3514 επεκτείνεται και εις τους εθελοντάς Δωδεκανησίους (Α. Νόμος 2708/1941 τ. 35). Οι ν. 1234 και 3514 δεν έχουσιν εφαρμογήν ως προς τους υπαλλήλους κ.λ.π. του Κρατικού Εργοστασίου Αεροπλάνων (άρθρ. 40 Α.Ν. 1846, τ. 38). Περί των δικαιωμάτων στρατευθέντος προσωπικού των Κοινών Διευθύνσεων Αυτοκινήτων βλ. άρθρ. 3 Ν.Δ. 220/1941 (τ. 21). (Αντί της σελ. 155) Σελ. 155(α) Θ – 39 Μισθοδοσία Υπαλλήλων σε επιστράτευση 15.Ε.β.1-2 149 Άρθρον 1 (Άρθρ. 1 ν. 1234 και άρθρ. 1 ν. 3514). Η υπό τα όπλα οπωσδήποτε πρόσκλησις παντός ιδιωτικού υπαλλήλου, υπηρετούντος πλέον των εξ μηνών εις οιονδήποτε γραφείον, κατάστημα ή επιχείρησιν δεν αποτελεί λόγον διαλύσεως της συμβάσεως εργασίας αυτού, οπωσδήποτε και συνήφθη αύτη. Ο υπάλληλος, εντός μηνός από της απολύσεώς του εκ του στρατού, δέον να δηλώση προς τον εργοδότην ή τον αντιπρόσωπόν του εάν προτίθεται να επαναλάβη την εργασίαν του, οπότε οφείλει να προσέλθη προς τούτο εντός 15 ημερών. Παρελθούσης απράκτου της μηνιαίας προθεσμίας, ο υπάλληλος εκπίπτει του ευεργετήματος του άρθρ. 132 του Προξενικού Νόμου καταλόγου. Άρθρον 7 (Άρθρ. 7 ν. 1234) Κατάστημα υποκείμενον εις εφαρμογήν του άρθρου 5 δικαιούται να ζητήση παρά των υπολειπομένων υπαλλήλων του μέχρι 3 ωρών επί πλέον της συνήθους εργασίας, επί συμπληρωματική αμοιβή ουχί κατωτέρα του 1/2 της αναλογούσης εις εκάστην ώραν συμπεφωνημένης αντιμισθίας των. Άρθρον 8 (Άρθρ. 8 ν. 1234) Αι κατά τον παρόντα νόμον υποχρεώσεις του εργοδότου μεταβιβάζονται αυτοδικαίως εν περιπτώσει μεταβολής του προσώπου αυτού, εν περιπτώσει δε πτωχεύσεως ή διαλύσεως της επιχειρήσεως τα κατά το άρθρ. 5 δεδουλευμένα δικαιώματα των στρατευθέντων προηγούνται παντός άλλου. Άρθρον 9 (Άρθρ. 9 ν. 1234) Η ισχύς του παρόντος νόμου επεκτείνεται και επί ιδιωτικών υπαλλήλων κληθέντων υπό τα όπλα ή εθελουσίως κατατεταγμένων προ της δημοσιεύσεως αυτού, εφ’ όσον συγκεντρούσι τα προσόντα του νόμου τούτου. Η προς μισθοδοσίαν όμως κατά το άρθρ. 5 υποχρέωσις επεκτείνεται αναδρομικώς μόνον μέχρι της 1 Ιαν. 1918. Άρθρον 10 (Άρθρ. 10 ν. 1234) «Ιδιωτικός υπάλληλος κατά την έννοιαν του παρόντος Νόμου θεωρείται παν πρόσωπον κατά κύριον επάγγελμα ασχολούμενον επ’ αντιμισθία, ανεξαρτήτως τρόπου πληρωμής, εις υπηρεσίαν ιδιωτικού καταστήματος, γραφείου ή εν γένει επιχειρήσεως ή οιασδήποτε εργασίας και παρέχον εργασίαν αποκλειστικώς ή κατά κύριον χαρακτήρα μη σωματικήν. Σελ. 158(α) Δεν θεωρούνται ιδιωτικοί υπάλληλοι, οι υπηρέται πάσης κατηγορίας καθώς και παν εν γένει πρόσωπον το οποίον χρησιμοποιείται εν τη παραγωγή αμέσως ως Βιομηχανικός, Βιοτεχνικός, Μεταλλευτικός ή Γεωργικός εργάτης ή ως βοηθός ή μαθητευόμενος των εν λόγω κατηγοριών ή παρέχει υπηρετικάς εν γένει υπηρεσίας». Το άρθρ. 10 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 1 Ν.Δ. 2658/1953, 15.Εβ. 13. Άρθρον 11 (Άρθρ. 4 ν. 3514) Πάσαι αι προστατευτικαί διατάξεις του ν. 1389 π. της συμβατικής σχέσεως των εργατών ωρισμένων επιχειρήσεων κλπ. δια την περίπτωσιν στρατεύσεως υπαλλήλων, τεχνιτών, και εργατών αυτών εφαρμόζονται ως έχουσιν υπέρ των προστατευομένων προσώπων και εφ’ όσον ταύτα, μετ’ εκπλήρωσιν της στρατιωτικής των θητείας, εξακολουθούσιν, ουχί εξ υπαιτίοτητός των, υπηρετούντα οπωσδήποτε εν τω στρατώ ή καλούνται εκάστοτε προς εκτέλεσιν εφεδρικής στρατιωτικής υπηρεσίας. Ο ν. 1389 της 30 Απρ./5 Μαΐου1918 ήτο προσωρινής ισχύος αφορών μόνον τους κατά την εποχήν της δημοσιεύσεως του επιστρατευομένους. Άρθρον 12 (Άρθρ. 11 ν. 1234) Δια Π. Δ/τος δύνανται να ορισθούν αι λεπτομέρειαι της εφαρμογής του παρόντος νόμου, ου η ισχύς άρχεται άμα τη δημοσιεύσει. άρθρου 1 ου . «Κατ’ εξαίρεσιν των διατάξεων του παρόντος άρθρου οι τραυματίαι πολέμου, οι ασθενείς ένεκα των κακουχιών του πολέμου ή αιχμάλωτοι έφεδροι στρατιωτικοί της ξηράς, θαλάσσης, αέρος και χωροφυλακής ιδιωτικοί υπάλληλοι, δύνανται να προβώσιν εις την ως άνω δήλωσιν προς τον εργοδότην ή τον αντιπρόσωπόν του εντός δύο μηνών από της εν τω Νοσοκομείω αποθεραπείας των ή της επανόδου των εκ της αιχμαλωσίας, οπότε οφείλουσι να προσέλθωσι προς επανάληψιν της εργασίας των εντός μηνός από της δηλώσεως των, δικαιούμενοι μέχρι της αναλήψεως της εργασίας εις απόληψιν του εν άρθρ. 5 του παρόντος νόμου οριζομένου ποσοστού μισθοδοσίας». Η άνω εντός « » παράγραφος προσετέθη δια του Ν.Δ. 439/1941 (κατωτ. αριθ. 10). Άρθρον 2 (Άρθρ. 2 ν. 1234) Εάν εργοδότης τις αντικαταστήση κατά το ως άνω διάστημα τον στρατευθέντα υπάλληλον δι’ άλλου, η σύμβασις εργασίας του τελευταίου διαλύεται αυτοδικαίως άμα τη επαναλήψει της εργασίας του αποστρατευθέντος, άνευ ουδεμιάς υποχρεώσεως του εργοδότου προς αποζημίωσιν, πλην της προς αυτόν καταβολή του 1/2 της ημερησίας αμοιβής επί 15θήμερον. Σελ. 156(α) Θ - 40 Άρθρον 3 (Άρθρ. 3 ν. 1234) Εν περιπτώσει απολύσεως υπαλλήλου προ της εις τα όπλα κλήσεως της ηλικίας του, αλλά μετά την υποβολήν του παρόντος νόμου ως νομοσχεδίου, κατά το άρθρ. 6 επιτροπή, επί τη αιτήσει του ενδιαφερομένου ή παντός τρίτου, θέλει κρίνει αν η τοιαύτη απόλυσις προεκλήθη προς αποφυγήν των εκ του παρόντος νόμου υποχρεώσεων του εργοδότου, πειθομένη δε περί τούτου κηρύσσει δι’ αποφάσεως της ισχύουσαν την σύμβασιν εργασίας, κατά τα εν τω νόμω τούτω οριζόμενα, οπότε ο απολυθείς εξομοιούται εν πάση περιπτώσει προς τους κατά το άρθρ. 5 δικαιούμενους μισθοδοσίας. 15.Ε.β.2 Μισθοδοσία Υπαλλήλων σε επιστράτευση 150 Άρθρον 4 (Άρθρ. 2 ν. 3514) Υπάλληλος, επαναλαβών κατά τον νόμον τούτον την εργασίαν του, δεν δύναται προ της παρελεύσεως έτους να απολυθή της θέσεώς του, ειμή δια κατά κοινήν ομολογίαν δεδικαιολογημένην αιτίαν, άλλως δικαιούται εις αποζημίωσιν ίσην προς τους μισθούς εξ μηνών, ους ελάμβανε προ της στρατεύσεώς του. Συμφώνως τω άρθρ. 5 του Ν. 765/1943 (ανωτ. 15. Γβ. 3, σελ. 84) η προβλεπομένη ως άνω 6μηνός αποζημίωσις υπολογίζεται επί τη βάσει των κατά την ημέραν της απολύσεως αποδοχών του μισθωτού υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως. Υπάλληλοι εργασιών ή επιχειρήσεων λειτουργουσών υπό την μορφήν ανωνύμου εταιρίας, επαναλαμβάνοντες μεθ’ οιανδήποτε στράτευσίν των τας εργασίας των, δικαιούνται να τύχωσι των 4/5 των αποδοχών ας κατά την εις τας εργασίας των επάνοδον λαμβάνουσιν συνάδελφοί των ταυτοχρόνως σχεδόν προσληφθέντες εν τη αυτή εργασία ή επιχειρήσει, κεκτημένοι κατά την πρόσληψίν των τα αυτά με αυτούς προσόντα, και μη απομακρυνθέντες των έργων των συνεπεία των αυτών στρατεύσεων. Αι διατάξεις του παρόντος εδαφ. εφαρμόζονται μόνον προς ωφέλειαν των εκ στρατεύσεως επανερχομένων εις τας θέσεις των υπαλλήλων. Ο χρόνος της ασθενείας των θυμάτων πολέμου λόγω τραυμάτων ή παθήσεων των εφέδρων υπαλλήλων ανωνύμων εταιριών ή επιχειρήσεων λογίζεται ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας παρ’ αυταίς δια τα έτη συντάξεως και προαγωγής. Πρβλ. αρθρ. 11 παρ. 2 του Α.Νόμ 547 της 15/19 Μαρτ. 1937 (15. Ιβ). Άρθρον 5 «Διαρκούσης της υπό τα όπλα υπηρεσίας των εν άρθρ. 1 προσώπων, υποχρεούται ο εργοδότης αυτών να καταβάλλη εις τον δικαιούχον έφεδρον οπλίτην ή επί τη εγγράφω δηλώσει του εις τον αντιπρόσωπον του, κατ’ ελάχιστον όριον τα εξής ποσά: α)Τα 2/3 της μισθοδοσίας του εάν έχη συμπεπληρωμένην εξάμηνον υπηρεσίαν και συντηρή οικογένειαν, άλλως το 1/2. β)Τα 3/4 της μισθοδοσίας του εάν έχη συμπεπληρωμένην τριετίαν και συντηρή οικογένειαν, άλλως τα 2/3. γ)Ολοκλήρους τας αποδοχάς του εάν έχη συμπεπληρωμένην εξαετίαν. Εάν πρόκειται περί καταστήματος διατηρούντος έλαττον των τριών υπαλλήλων, ή περί γραφείου διατηρούντος έλαττον των δύο υπαλλήλων, τα ως άνω επιδόματα ορίζονται ως εξής: α)Το 1/2 της μισθοδοσίας του, εάν έχη συμπεπληρωμένην εξάμηνον υπηρεσίαν και συντηρή οικογένειαν, άλλως το 1/3. β)Τα 2/3 της μισθοδοσίας του, εάν έχη συμπεπληρωμένην τριετίαν και συντηρή οικογένειαν, άλλως το 1/2. γ)Τα 3/4 της μισθοδοσίας του, εάν έχη συμπεπληρωμένην εξαετίαν και συντηρή οικογένειαν, άλλως τα 2/3». Η εντός « » πρώτη παράγραφος αντικατεστάθη ως άνω υπό του άρθρ. 1 ν. 519/1948 (κατωτ. αριθ. 12). Συμπεπληρωμένα λογίζονται τα ως άνω έτη και αν λείπη εξ αυτών διάστημα μέχρι διμήνου. «Εν η περιπτώσει ο υπάλληλος δεν έχει συμπληρώσει έτος εν τη υπηρεσία του καταστήματος ή γραφείου εις ο ευρίσκεται καθ’ ην στιγμήν καλείται υπό τα όπλα και εφ’ όσον (Μετά την σελ. 156α) Σελ. 156,1 Μισθοδοσία Υπαλλήλων σε επιστράτευση 15.Ε.β.2 151 15.Ε.β.2 Μισθοδοσία Υπαλλήλων σε επιστράτευση 152 έχει συμπληρώσει την εν άρθρω 1 παράγρ. 1 υπηρεσίαν, δύναται κατ’ απόφασιν των κατά το άρθρ. 6 δικαστηρίων να προσαυξήση της υπηρεσίαν του ταύτην, δι’ αποδεδειγμένης προϋπηρεσίας, εις έτερον κατάστημα, γραφείον ή επιχείρησιν εν γένει υπολογιζομένης κατά την εξής κλίμακα». α)Μέχρι μεν διετίας εις το 1/2. β)Μέχρις εξαετίας εις το 1/3. γ)Μέχρι δεκαετίας εις το 1/4. Δύναται επίσης εν πάση περιπτώσει να συνυπολογισθή μέχρι του 1/3, προς συμπλήρωσιν των εν τω παρόντι νόμω χρονικών διαστημάτων, και ο χρόνος της υπό τα όπλα παραμονής από της επιστρατεύσεως του 1912 και εντεύθεν. Η εις τα κέρδη της επιχειρήσεως συμμετοχή του υπαλλήλου, εφ’ όσον είναι άσχετος προς την μισθοδοσίαν, δεν συνυπολογίζεται. Τα επιδόματα είναι ακατάσχετα και ασυμψήφιστα και παρέχονται μόνον εις τους εκπληρούντας οιανδήποτε εφεδρικήν στρατιωτικήν υποχρέωσιν. Ο αντικαταστήσας τον στρατευθέντα υπάλληλον δεν απολαύει του ευεργετήματος του άρθρου τούτου, αν στρατευθή. «1.Οι επαγγελματίαι και βιοτέχναι οι διατηρούντες εις το κατάστημά των ή εργαστήριόν των προσωπικόν ανώτερον μεν των τριών κατώτερον όμως των δέκα δεν βαρύνονται με την καταβολήν του συνόλου των εν τω παρόντι άρθρω επιδομάτων. Ούτοι βαρύνονται με την καταβολήν εισφοράς ήτις, ισούται προς το διπλάσιον της εισφοράς της καταβαλλομένης υπό του καλύτερον αμειβομένου μισθωτού του καταστήματος ή του εργαστηρίου, δεν είναι δε επ’ ουδενί λόγω κατωτέρα του 1/3 του συνόλου των κατά μήνα επιδομάτων. Εις την περίπτωσιν στρατεύσεως αυτού τούτου του επαγγελματίου ή βιοτέχνου και διατηρήσεως της επιχειρήσεως, η εισφορά αύτη μειούται εις το ήμισυ. Το εις το κατάστημα παραμένον και εργαζόμενον μετά την στράτευσιν προσωπικόν επιβαρύνεται αναλόγως της μηνιαίας αυτού αντιμισθίας με την καταβολήν του απομένοντος ως ανωτέρου υπολοίπου των κατά μήνα επιδομάτων. «2.Εις επαγγελματικά καταστήματα ή βιοτεχνικά εργαστήρια εν γένει εις τα οποία η αμοιβή του προσωπικού των συνίσταται εις ποσοστά επί της εργασίας ή ποσοστά και μισθόν ή εις κατά τεμάχιον ή ποσότητα ειδών αμοιβήν, δύναται αποφάσει του υφυπουργού της Εργασίας τα εν λόγω ποσοστά ή αμοιβή του μετά την στράτευσιν παραμένοντος και εργαζομένου προσωπικού να περιέρχωνται εις κοινόν λογαριασμόν συνιστώμενον δια της αποφάσεως ταύτης παρά τω καταστήματι ή τω εργαστηρίω. Εκ του κοινού τούτου λογαριασμού συμπληρούται η κατά το δεύτερον και τρίτον εδάφιον της προηγουμένης παραγρ. εισφορά του εργοδότου προς κάλυψιν των λόγω στρατεύσεως οφειλομένων υπ’ αυτού επιδομάτων. Το απομένον υπόλοιπον διανέμεται μεταξύ των μετόχων του κοινού λογαριασμού αναλόγως των καταθέσεως εκάστου τούτων και κατά τα δι’ αποφάσεως του υφυπουργείου Εργασίας ορισθησόμενα. «3.Το αυτό μέτρον δύναται να επιβάλληται αποφάσει του υφυπουργού Εργασίας, εις εργασίας φορτοεκφορτώσεων, θεωρουμένων ως εργοδοτών εις την περίπτωσιν ταύτην, του αποστολέως ή παραλήπτου των φορτοεκφορτωνομένων ειδών. Η εισφορά εκάστου των εργοδοτών τούτων καθορισθήσεται δι’ αποφάσεως του υφυπουργού Εργασίας εντός των εν παραγρ. 1 του παρόντος ορίων. Εις τας περιπτώσεις του παρόντος άρθρου δύναται δι’ αποφάσεως του υφυπουργού Εργασίας τα εν τω παρόντι άρθρω ποσοστά των επιδομάτων λόγω στρατεύσεως να μειούνται μέχρι του ημίσεος. «4.Ως επαγγελματίαι και βιοτέχναι δια τας περιπτώσεις εφαρμογής του παρόντος άρθρου θεωρούνται οι εις το Ταμείον Ασφαλίσεως Επαγγελματιών και Βιοτεχνών της Ελλάδος εγεγραμμένοι. «5.Αι διατάξεις των παραγρ. 1 έως 3 του παρόντος άρθρου δύνανται δι’ αποφάσεως του υφυπουργού Εργασίας εκδιδομένης μετά πρότασιν της Γενικής Συνομοσπονδίας των Εργατών της Ελλάδος, να εφαρμόζωνται επί εργοδοτών πάσης φύσεως δια χρονικόν διάστημα καθοριζόμενον εν τη αποφάσει». Τα εντός « » της Α΄παραγρ. ετροποποιήθησαν ως άνω δια των άρθρ. 1 και 2 του Α.Ν. 1843/1939 (κατωτ. αρ. 4) υφ’ ου και προσετέθησαν αι παράγρ. 1 – 5. Άρθρον 6 (Άρθρ. 6 ν. 1234, άρθρον μόνον Ν.Δ. 19 Μαρτ. 1923, και άρθρον μόνον ν. 1533). Περί πάσης διαφοράς γεννωμένης εκ της εφαρμογής του παρόντος νόμου δικάζει εις Α΄μεν βαθμόν ο ειρηνοδίκης του τόπου, εις Β΄δε βαθμόν ο Πρόεδρος των Πρωτοδικών της περιφερείας. Η διαδικασία είναι ατελής, αι δε σχετικαί υποθέσεις εισάγονται κατά προτίμησιν. Αι ήδη εκκρεμούσαι εις Α΄ή Β΄βαθμόν υποθέσεις δικάζονται κατά το παρόν. Η προσβολή της πρωτοβαθμίου αποφάσεως δέον να γίνη εντός 3 ημερών από της γνωστοποιήσεως, δεν αναστέλλει δε την εκτέλεσιν αυτής. Αι αποφάσεις εκδίδονται εντός 8 ημερών. Εις ας χώρας ισχύουσιν αι διομολογήσεις, τας ως άνω διαφοράς μεταξύ Ελλήνων πολιτών δικάζει εις πρώτον μεν βαθμόν ο γενικός πρόξενος, ή υποπρόξενος, μεθ’ ενός εμπόρου και ενός ιδιωτικού υπαλλήλου, εις δεύτερον δε βαθμόν ο πρόεδρος του πλησιεστέρου προΣελ. 157(α) Μισθοδοσία Υπαλλήλων σε επιστράτευση 15.Ε.β.2 153 ξενικού δικαστηρίου, μεθ’ ενός πάλιν εμπόρου και ενός ιδιωτικού υπαλλήλου. Ο κατά τα ανωτέρω προσλαμβανόμενος έμπορος και ιδιωτικός υπάλληλος, όστις δεον να η πολίτης Έλλην, ορίζεται κατά τον πρώτον μεν βαθμόν υπό του προξένου, εκ των εν τη αυτή μετά των διαδίκων προξενική περιφερεία διαμενόντων, κατά δε τον δεύτερον βαθμόν υπό του Προέδρου του Προξενικού Δικαστηρίου, εκ των διαμενόντων εν τη εν η εδρεύει τούτο προξενική περιφερεία, λαμβάνεται δε κατ’ αμφοτέρας τας περιστάσεις εκ του κατά το

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.