📄 Κείμενο νόμου
3. ΑΠΟΦΑΣΙΣ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ Αριθ. Φ.20023/19 της 8/11 Σεπτ. 1954 Περί κανονισμού των όρων εργασίας εν τοις αρτοποιείοις. Αι διατάξεις της ανωτέρω αποφάσεως, πλην των άρθρ. 1, 11 και 12 αυτής, δεν έχουσιν εφαρμογήν επί αρτοποιείων ή αρτεργοστασίων άτινα λειτουργούν καθ’ όλον το 24ωρον, δια 3 εναλλασσομένων ομάδων εργασίας (Αποφ. Υπ. Εργασίας υπ’ αριθ. 58632/3772 της 11 Ιουλ./3 Αυγ. 1970 (ΦΕΚ Β΄ 546). Εν όψει της παρ. 3 του άρθρ. 50 του Ν.Δ. 2698/1953 «περί διοικήσεως του Ι.Κ.Α. κλπ., ως και άλλων τινών διατάξεων», αποφασίζομεν: Καθορίζομεν τους όρους εργασίας των εν τοις αρτοποιείοις εργαζομένων εις τας πόλεις εις ας έχουσιν επεκταθή αι διατάξεις του Νόμ. 5245/1931 ως κάτωθι: Άρθρ.1.-Αι κατά εικοσιτετράωρον ώραι εργασίας των εν τοις αρτοποιείοις απασχολουμένων εργατών, ζυμωτών, κλιβανέων, βοηθών, διανομέων ή πωλητών δεν επιτρέπεται να υπερβαίνωσιν τας οκτώ καθ’ εκάστην. Άρθρ.11.-1.Εις έκαστον αρτοποιείον αναρτάται πίναξ περιέχων, α) τα ονόματα των εν αυτώ εργαζομένων, β) τον αριθμόν του επαγγελματικού βιβλιαρίου μετά μνείας της ειδικής απασχολήσεως εκάστου αυτών, γ) τας ώρας ενάρξεως και λήξεως της εργασίας εκάστου των εργατών, ως και τον χρόνον της τυχόν διακοπής, όστις δεν δύναται να υπερβαίνη τας τρεις ώρας, δ) το χρονικόν σημείον του ημερονυκτίου καθ’ ο θέλει παρασκευάζεται η προζύμη και ε) τας ημέρας αναπαύσεως των κατά τας Κυριακάς εργασθέντων. 2.«Ο πίναξ ούτος θεωρείται ανά τρίμηνον εκάστου έτους ήτοι εις το α΄ δεκαήμερον των μηνών Ιανουαρίου, Απριλίου, Ιουλίου και Οκτωβρίου παρά του οικείου Γραφείου Επιθεωρήσεως Εργασίας ή όπου δεν εδρεύει τοιούτον παρά της οικείας Αστυνομικής Αρχής. Εάν προ της παρελεύσεως τριμήνου ενεργηθή μεταβολή τις γίνεται αμελλητί ανακοίνωσις ταύτης εις το οικείον Γραφείον Επιθεωρήσεως Εργασίας ή την οικείαν Αστυνομικήν Αρχήν». Η παρ. 2 ετροποποιήθη δια της υπ’ αριθ. 62287/17579 της 1/16 Οκτ. 1959 αποφ. Υπ. Εργασίας. (Αντί της σελ. 250,003)Σελ. 250,003(α) 203-121 Ώρες εργασίας σε αρτοποιεία 15.Ι.γ.3 344 Άρθρ.12.-Οι παραβάται των διατάξεων της παρούσης διώκονται και τιμωρούνται κατά τας διατάξεις του άρθρ. 3 του Β.Δ. της 25 Αυγ./5 Σεπτ. 1920 «περί κωδικοποιήσεως των περί υγιεινής και Ασφαλείας των εργατών διατάξεων» ως ετροποποιήθη υπό του άρθρ. 1 του Νόμ. 2943/1920 «περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως εργατικών τινών νόμων» Άρθρ.13.-Πάσα διάταξις αντιβαίνουσα εις διατάξεις της παρούσης αποφάσεως καταργείται. Σελ. 250,004(α) 203-122 15.Ι.γ.3 Ώρες εργασίας σε αρτοποιεία 345 Άρθρ.2.-«1.Απαγορεύεται πάσα εργασία προς παρασκευήν, ζύμωσιν και έψησιν άρτου μεταξύ της 09.30΄ εσπερινής και 06.00΄ πρωϊνής ώρας, πλην του Σαββάτου ως και της προηγουμένης προς πάσαν ημέραν κατά την οποίαν οι αρτοποιοί υποχρεούνται εις την παρασκευήν και διανομήν άρτου δύο ή πλειόνων ημερών, λόγω αργίας της μεθεπομένης ή των μεθεπομένων ημερών, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η εορτή του Αγίου Παντελεήμονος, οπότε η πρωϊνή εργασία άρχεται από του μεσονυκτίου της Παρασκευής προς Σάββατον, ή του μεσονυκτίου της προηγουμένης προς την ημέραν παρασκευής και διανομής άρτου δύο ή πλειόνων ημερών». Η παρ. 1 αντικαταστάθηκε ως άνω από την 836/20-31 Ιουλ. 1981 (ΦΕΚ Β΄ 454) απόφ. Υπ. Εργασίας. (Αντί για τη σελ. 249(β)Σελ. 249(γ) Τεύχος Δ101-Σελ.93 Ώρες εργασίας σε αρτοποιεία 15.Ι.γ.3 340 15.Ι.γ.3 Ώρες εργασίας σε αρτοποιεία 341 «1α.Καθ’ έκαστον Σάββατον και τας παραμονάς των εξαιρεσίμων ημερών, καθ’ ας οι αρτοποιοί υποχρεούνται εις παρασκευήν και διανομήν άρτου δύο ή πλειόνων ημερών, ως και κατά το από 22 Δεκεμβρίου μέχρι και της 7ης Ιανουαρίου και από της Μεγάλης Τρίτης μέχρι και του Μεγάλου Σαββάτου χρονικόν διάστημα, καθ’ ο παρέχεται ελευθερία εργασίας εις παντός είδους αρτοποιεία, επιτρέπεται η πέραν της 8ώρου εργασίας υπερωριακή απασχόλησις των αρτεργατών, άνευ ειδικής αδείας της αρμοδίας Αρχής. Η τοιαύτη υπερωριακή απασχόλησις ενός εκάστου των αρτεργατών, αναγράφεται εις τας υπό της αρμοδίας Αρχής θεωρουμένας καταστάσεις ωρών εργασίας του προσωπικού του αρτοποιείου. Δια την ως άνω υπερωριακήν απασχόλησιν οι αρτεργάται δικαιούνται επί του αναλογούντος ωρομισθίου προσαυξήσεως 25% δια τας μέχρι 60 ώρας ετησίως, 50% δια τας πέραν των 60 και μέχρις 120 ώρας ετησίως, και 75% δια τας πέραν των 120 ώρας ετησίως». Η παρ. 1α είχε προστεθή δια της υπ’ αριθ. 133240/7478 της 24/24 Νοεμ. 1967 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 695), ήτις όμως κατηργήθη δια της υπ’ αριθ. 143400/8145 της 11 Νοεμ. 1967/31 Ιαν. 1968 ομοίας (ΦΕΚ Β΄ 51), δι’ ης προσετέθη η ως άνω παρ. 1α. «1β.α)Πας αρτοποιός υποχρεούται, όπως τηρή «ειδικόν βιβλίον υπερωριών» και αναγράφη εις τας οικείας στήλας τα κάτωθι στοιχεία: Ι.Το ονοματεπώνυμον εκάστου μισθωτού. ΙΙ.Την ειδικότητα εκάστου. ΙΙΙ.Τας ώρας ενάρξεως υπερωριακής εργασίας και παραπλεύρως ειδικήν στήλην υπογραφής του υπερωριακώς απασχολουμένου. IV.Τας ώρας λήξεως της υπερωριακής απασχολήσεως και παραπλεύρως ειδικήν στήλην υπογραφής του καθ’ υπερωρίαν απασχολουμένου. V.Το σύνολον των ωρών υπερωριακής εργασίας. VI.Την καταβληθείσαν αντιμισθίαν μετά την υπό της προηγουμένης παραγράφου οριζομένης προσαυξήσεως και παραπλεύρως ειδικήν στήλην υπογραφής του δικαιούχου. β)Το ως άνω ειδικόν βιβλίον υπερωριών άμα τη συμπληρώσει των υπ’ αριθ. I, II, III, IV, V, και VI, στοιχείων και προ πάσης χρησιμοποιήσεως αυτού δέον να είναι ηριθμημένον και θεωρημένον παρά της αρμοδίας Επιθεωρήσεως εργασίας ή ελλείψει τοιαύτης παρά της αρμοδίας Αστυνομικής Αρχής. γ)Εν τη θεωρήσει του βιβλίου θα αναφέρηται και ο αριθμός των σελίδων αυτού. δ)Το ειδικόν Βιβλίον υπερωριών θα είναι πάντοτε εις την διάθεσιν των αρμοδίων Εποπτικών Οργάνων προς έλεγχον, θα χρησιμοποιήται δε ιδία σελίς δι’ εκάστην ημέραν, καθ’ ην κατά τας κειμένας διατάξεις, επιτρέπεται η υπερωριακή εργασία των εν τοις αρτοποιείοις εργαζομένων». Η παρ. ιβ προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 71619/3048 της 27 Ιουν./13 Ιουλ. 1968 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 334). 2.Η εργασία των κλιβανέων και διανομέων ή πωλητών επιτρέπεται να αρχίζη 1 ώραν μετά την έναρξιν της εργασίας των ζυμωτών και βοηθών και να λήγη μίαν ώραν μετά την λήξιν της εργασίας αυτών, αλλ’ ουδέποτε δύναται να υπερβή εν συνόλω τας κατά το άρθρ. 2 επιτρεπτάς ώρας εργασίας. 3.Απαγορεύεται απολύτως η παραμονή των αρτεργατών πέραν των δια της τεθεωρημένης, καταστάσεως οριζομένων ωρών εργασίας, ως και η διανυκτέρευσις αυτών εις τα αρτοποιεία. 4.Αι ώραι ενάρξεως και λήξεως της εργασίας των αρτεργατών καθορίζονται δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας δια τας Αθήνας και Πειραιά, δια τας λοιπάς δε περιφερείας των οικείων Νομαρχών εντός των πλαισίων των υπό της παρούσης καθοριζομένων. «Αι κατ’ εφαρμογήν της παρ. 4 του παρόντος άρθρου εκδοθείσαι ή εκδιδόμεναι αποφάσεις περί καθορισμού των ωρών εργασίας των αρτεργατών, έχουν εφαρμογήν και επί των ως αρτεργατών απασχολουμένων αρτοποιών και μελών της οικογενείας αυτών». Το εντός « » εδάφιον προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 146023/8510 της 4/19 Δεκ. 1968 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 707). Άρθρ.3.-1.Αι διατάξεις της παρούσης εφαρμόζονται και εις τα αρτοποιεία των οποίων η ημερησία παραγωγή αυτών υπερβαίνει τας 3.000 οκάδας άρτου. 2.Εις τα αρτοποιεία ταύτα δεν επιτρέπεται η νυκτερινή εργασία. Αι ώραι εργασίας εκάστης ομάδος δεν επιτρέπεται να υπερβαίνωσι τας οκτώ καθ’ εκάστην. Αι ώραι αύται θεωρούνται πραγματικαί η δε εργασία έσται συνεχής άνευ διακοπών. 3.Η σειρά εργασίας των ομάδων, δέον όπως μεταβάλληται καθ’ εβδομάδα εις τρόπον ώστε η κατά την νύκτα της μιάς εβδομάδος εργαζομένη ομάς να εργάζηται την επομένην εβδομάδα εις ώρας ημερησίας. 4.Εις τα αρτοποιεία εις τα οποία δεν καθίσταται εφικτή η παραγωγή της ημερησίας καταναλώσεως άρτου δια μιάς ομάδος εργατών, επιτρέπεται η δημιουργία δευτέρας τοιαύτης μετά προηγουμένην διαπίστωσιν υπό Επιτροπής συνιστωμένης δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας, προκειμένου δια τας Αθήνας και (Αντί της σελ. 250,01(θ)Σελ. 250,001(ι) 347-021 Ώρες εργασίας σε αρτοποιεία 15.Ι.γ.3 342 τον Πειραιά ή του αρμοδίου Νομάρχου δια την περιφέρειάν του και αποτελουμένης εξ ενός υπαλλήλου του Υπουργείου Εργασίας, ενός αντιπροσώπου του οικείου Σωματείου Αρτοποιών και εξ ενός αντιπροσώπου του οικείου Σωματείου Αρτεργατών υποδεικνυομένων υπό των οικείων οργανώσεων. Προκειμένου δι’ επισκευήν κλιβάνου, δύναται κατόπιν αδείας της Επιθεωρήσεως Εργασίας ή όπου δεν εδρεύει τοιαύτη της Αστυνομικής Αρχής χορηγουμένη τη αιτήσει του εργοδότου να επιτρέπηται η νυκτερινή εργασία. Η διδομένη άδεια δεν δύναται να υπερβή τας 30 εργασίμους κατά ημερολογιακόν έτος, είτε τμηματικώς είτε συνολικώς. Άρθρ.5.-1.(Κατ’ εξαίρεσιν των διατάξεων της παρούσης αποφάσεως παρέχεται ελευθερία εργασίας εις παντός είδους αρτοποιεία από 22 Δεκεμβρίου μέχρι της 7ης Ιανουαρίου συμπεριλαμβανομένης ως και από της Μεγάλης Τρίτης μέχρι του Μεγάλου Σαββάτου συμπεριλαμβανομένου). Η παρ. 1 κατηργήθη δια της υπ’ αριθ. 143400/8145 της 11 Νοεμ. 1967/31 Ιαν. 1968 αποφ. Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 51). Προηγουμένως η παρ. 1 είχε καταργηθή δια της υπ’ αριθ. 133240/7478 της 24/24 Νοεμ. 1967 ομοίας (ΦΕΚ Β΄ 695) ήτις όμως κατηργήθη δια της ανωτέρω υπ’ αριθ. 143400/8145/ 1967. 2.Εις εξαιρετικάς ημέρας του έτους, ήτοι παραμονάς μεγάλων εορτών ή ημέρας τοπικών πανηγύρεων και οσάκις έκτακτος ανάγκη επιβάλλει, επιτρέπεται η παράτασις των κατά τας διατάξεις της παρούσης αποφάσεως ωρών εργασίας, πάντοτε μετ’ άδειαν της Επιθεωρήσεως Εργασίας ή όπου δεν εδρεύει τοιαύτη της Αστυνομικής Αρχής τη αιτήσει των αρτοποιών. Αι εξαιρετικαί αύται ημέραι ορίζονται κατ’ ανώτατον όριον εις 10 δι’ έκαστον έτος πλην της πόλεως Θεσσαλονίκης δι’ ην ορίζονται εις 30. Άρθρ.6.-(Κατηργήθη δια της υπ’ αριθ. 128487/ 7254 της 1/6 Δεκ. 1967 αποφ. Υπ. Εργασίας ΦΕΚ Β΄ 720). Σελ. 250,002(ι) 347-022 Άρθρ.7.-Εις ας πόλεις υφίστανται ηλεκτροκίνητα αρτοποιεία, το δε ηλεκτρικόν ρεύμα δια την κίνησιν τούτων παρέχεται μόνον από της δύσεως μέχρι της ανατολής του ηλίου (κατά την νύκτα), ως και εις ας τοπικαί συνθήκαι επιβάλλουν την έναρξιν της εργασίας προ των υπό του άρθρ. 2 της παρούσης καθοριζομένων ορίων δύναται ο Νομάρχης της περιφερείας δια διαταγής του και επί τη σχετική αναφορά της αρμοδίας Επιθεωρήσεως Εργασίας ή Αστυνομικής Αρχής λαμβάνων εν αυτή υπ’ όψει και τας τοπικάς εν γένει συνθήκας να καθορίζη τας ώρας εργασίας εις τα αρτοποιεία των εν λόγω πόλεων κατά παρέκκλισιν των δια της παρούσης οριζομένων. Άρθρ.8.-Επιτρέπεται εις εκτάκτους περιστάσεις μεγάλης ζητήσεως ειδών αρτοποιΐας η υπέρβασις του ανωτάτου ορίου ημερησίας εργασίας ως και η νυκτερινή εργασία κατόπιν αδείας του Νομάρχου μετά σύμφωνον γνωμοδότησιν του Εισαγγελέως Πρωτοδικών και του Προϊσταμένου της Επιθεωρήσεως Εργασίας ή όπου δεν εδρεύει τοιαύτη της Αστυνομικής Αρχής ητιολογημένη και οριζούσης τον χρόνον δι’ ον επιτρέπεται η εξαίρεσις αύτη. Τοιαύται έκτακτοι περιστάσεις είναι ιδία αι απεργίαι, αι προμήθειαι άρτου εις τας ενόπλους δυνάμεις κλπ. 15.Ι.γ.3 Ώρες εργασίας σε αρτοποιεία 343 Άρθρ.9.-1.Τα αρτοποιεία τα παράγοντα εκτός του κοινού άρτου και διάφορα παρασκευάσματα, αρτίσκους βιενέζικα κλπ. είδη αρτοποιΐας κάτω των 100 δραμίων, πλην σιμιτίων (κοινά κουλούρια) και λοιπά πλακούντια κοινού τύπου, άτινα θα εξακολουθήσωσι παραγόμενα αποκλειστικώς και μόνον υπό των ειδικών κουλουροποιείων κατά τας διατάξεις του από 14/20.9.1912 Β.Δ/τος και διαθέτοντα κλιβάνους εμμέσου θερμάνσεως, δύνανται να εργάζωνται κατά την νύκτα από της 9ης και 30΄ νυκτερνικής μέχρι της 5ης και 30΄ πρωϊνής με ειδικήν ομάδα αποτελουμένην εκ τριών τουλάχιστον αρτεργατών η σιμιτεργατών υπό των απαραίτητον όρον όπως οι εργάται ούτοι εναλλάσσονται κατά τοιούτον τρόπον ώστε η νυκτερινή ομάς της προηγουμένης εβδομάδος να εργάζηται την επομένην εβδομάδα εις ώρας ημερησίας. 2.Δεν δύναται να απασχοληθή εις νυκτερινήν εργασίαν αρτεργάτης ή σιμιτεργάτης όστις ειργάσθη κατά την αυτήν ημέραν εις τον αυτόν ή έτερον εργοδότην. 3.Η τοιαύτη νυκτερινή εργασία επιτρέπεται κατόπιν ειδικής αδείας του Υπουργείου Εργασίας δια την περιφέρειαν των πόλεων Αθηνών-Πειραιώς, του Νομάρχου δε δια την περιφέρειάν του και μετά γνωμάτευσιν της αρμοδίας Επιθεωρήσεως Εργασίας ή όπου δεν εδρεύει τοιαύτη της Αστυνομικής Αρχής και του Επιθεωρητού Επαγγελματικής υγιεινής δια την περιφέρειαν Αθηνών και Πειραιώς ή του Αστυϊάτρου δια τας λοιπάς περιφερείας. Άρθρ.10.-Απαγορεύεται η εις τα εργαστήρια των αρτοποιείων και κλιβάνους αυτών απασχόλησις του προσωπικού προς παρασκευήν εν γένει ζύμωσιν και έψησιν άρτου και λοιπών ειδών αρτοποιΐας από της 9ης και 30΄ μ.μ. του Σαββάτου μέχρι της 5ης και 30΄ π.μ. της Δευτέρας, επιτρέπεται δε μόνον η μεταξύ 20ής και 23ης ώρας της Κυριακής απασχόλησις προσωπικού συμφώνως τω άρθρ. 7 της παρούσης προς παρασκευήν προζύμης δια τον άρτον της Δευτέρας. «Ειδικώς δια τα στρατιωτικά αρτοποιεία επιτρέπεται η εργασία των εν αυτοίς απασχολουμένων αρτεργατών: α)Κατά τας Κυριακάς κατά την θερινήν περίοδον, ήτοι από 15ης Μαΐου μέχρι 15ης Οκτωβρίου. β)Κατά τας νόμω εορτάς αργίας και τας αναγκαιούσας νυκτερινάς ώρας, καθ’ όλον το έτος, δια την παραγωγήν άρτου των Ενόπλων Δυνάμεων, άνευ τινός ετέρας διαδικασίας. Οίκοθεν νοείται, ότι οι ως άνω αρτεργάται εφ’ όσον απασχολούνται κατά Κυριακάς και νόμω εορτάς αργίας ή μεταξύ 10ης μ.μ.–6ης π.μ. ώρας, δικαιούνται των, υπό της υπ’ αριθ. 25825/1951 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, οριζομένων προσαυξήσεων εξ 75% και 25% αντιστοίχως». Το εντός « » εδάφιον προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 51096/9295 της 21 Ιουλ./12 Αυγ. 1961 (ΦΕΚ Β΄ 271) αποφ. Υπ. Εργασίας. Η παρ. 1 ετροποποιήθη δια της υπ’ αριθ. Φ. 20023/52 της 22 Δεκ. 1954/3 Ιαν. 1955 αποφάσεως Υπουργού Εργασίας δι’ ης ωρίσθη «ότι απαγορεύεται εις τα υπό του άρθρ. 9 οριζόμενα μικτά αρτοποιεία ως και εις τα κουλουροποιεία η απασχόλησις προσωπικού εις τα εργαστήρια και κλιβάνους δια την παρασκευήν και εν γένει ζύμωσιν και έψησιν αρτοσκευασμάτων κλπ. ειδών αρτοποιΐας, δια μεν το εργαζόμενον κατά την νύκτα από της 9ης πρωϊνής του Σαββάτου μέχρι της 12ης νυκτερινής ώρας της Κυριακής, δια δε το εργαζόμενον κατά την ημέραν από της 10ης εσπερινής του Σαββάτου μέχρι των πρωϊνών ωρών της Δευτέρας». 2.Επιτρέπεται η πώλησις άρτου και λοιπών ειδών αρτοποιΐας ως και η έψησις των φαγητών από της 8ης π.μ. μέχρι της 2ας μ.μ. της Κυριακής. 3.Οι κατά την παρ. 2 της παρούσης εργασθέντες την Κυριακήν, δικαιούνται αναπαύσεως εις τμήμα ετέρας εργασίμου ημέρας της εβδομάδος, αποτελούμενον εκ συνεχών εργασίμων ωρών ουχί ολιγωτέρων των δώδεκα ουδέ περισσοτέρων των εικοσιτεσσάρων.
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.