📄 Κείμενο νόμου
15. ΝΟΜΟΣ υπ΄ αριθ. 2509 της 19/19 Ιουν. 1997 (ΦΕΚ Α΄126) Ποινική ευθύνη των Υπουργών. ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ Πεδίο εφαρμογής του νόμου Άρθρ.1.-1.Για τις αξιόποινες πράξεις των μελών της Κυβέρνησης και των υφυπουργών εφαρμόζονται οι κοινές διατάξεις του ουσιαστικού ποινικού δικαίου με την επιφύλαξη του άρθρ. 2 του νόμου αυτού. 2.Με τον όρο «υπουργός» στο νόμο αυτόν νοούνται τα μέλη της Κυβέρνησης και οι υφυπουργοί. 3.Τα μέλη της Κυβέρνησης και οι υφυπουργοί θεωρούνται υπάλληλοι με την έννοια του άρθρ. 13 περίπτ. α΄ του Ποινικού Κώδικα. Άρθρ.9.-1.Η Βουλή συζητά το πόρισμα της ανακριτικής επιτροπής και λαμβάνει απόφαση όπως ορίζεται στον Κανονισμό της. 2.Η απόφαση για την παραπομπή λαμβάνεται με ειδική πλειοψηφία αριθμητικά ίση τουλάχιστον με το άθροισμα που προκύπτει από τον αριθμό των βουλευτών που υπερψήφισαν την τελευταία πρόταση εμπιστοσύνης που υπέβαλε η Κυβέρνηση και το ένα δέκατο των υπόλοιπων βουλευτών. Για τον καθορισμό της ειδικής αυτής πλειοψηφίας όλες οι βουλευτικές έδρες θεωρούνται συμπληρωμένες. Αν κατά την ψηφοφορία δεν συγκεντρωθεί η ειδική αυτή πλειοψηφία, αλλά τουλάχιστον η απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών, η ψηφοφορία επαναλαμβάνεται μετά από 10 τουλάχιστον ημέρες. Εάν συγκεντρωθεί στη δεύτερη αυτή ψηφοφορία η απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών, λαμβάνεται απόφαση για την παραπομπή. Αν η επιτροπή του άρθρ. 8 έχει επιβάλει περιοριστικά μέτρα, η Βουλή αποφαίνεται χωριστά για την παράταση ή την άρση αυτών με την πλειοψηφία που απαιτείται για την παραπομπή. 1.Ε.ε.15 Ευθύνη Υπουργών 3.Αν μετά την κατάθεση του πορίσματος της ανακριτικής επιτροπής λήξει η σύνοδος ή διαλυθεί η Βουλή ή λήξει η βουλευτική περίοδος, η γενική συζήτηση για την πρόταση διεξάγεται κατά περίπτωση στην επόμενη σύνοδο ή στην πρώτη σύνοδο της νέας βουλευτικής περιόδου, εφόσον η πράξη δεν έχει παραγραφεί. 4.Αν απορριφθεί το πόρισμα της επιτροπής για την παραπομπή υπουργού, δεν μπορεί να υποβληθεί νέα πρόταση κατηγορίας εναντίον του ίδιου προσώπου που στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά. Άρθρ.10.-1.Αν η Βουλή δεχθεί την πρόταση της ανακριτικής επιτροπής για την παραπομπή του κατηγορούμενου σε δίκη, προχωρεί όπως ορίζεται στον Κανονισμό της σε κλήρωση δώδεκα τακτικών και έξι αναπληρωματικών μελών για τη συγκρότηση του κατά το άρθρ. 86 παρ. 1 του Συντάγματος Ειδικού Δικαστηρίου μεταξύ όλων των διορισμένων πριν από την κατηγορία αρεοπαγιτών και προέδρων εφετών. Στην ίδια συνεδρίαση κληρώνεται και ο αναπληρωτής του Προέδρου του Ειδικού Δικαστηρίου μεταξύ όλων των διορισμένων πριν από την κατηγορία αντιπροέδρων του Αρείου Πάγου. 2.Ο κατάλογος των αντιπροέδρων του Αρείου Πάγου, αρεοπαγιτών και προέδρων εφετών που έχουν τα νόμιμα προσόντα αποστέλλεται έγκαιρα από τον Υπουργό Δικαιοσύνης ύστερα από σχετική πρόσκληση του Προέδρου της Βουλής. Τα αναπληρωματικά μέλη αναπληρώνουν τα κωλυόμενα για οποιονδήποτε λόγο τακτικά μέλη. Αν δεν είναι εφικτή η συγκρότηση του Ειδικού Δικαστηρίου και με αναπληρωματικά μέλη, γίνεται νέα κλήρωση με τις ίδιες διατυπώσεις για τη συμπλήρωση των τακτικών και των αναπληρωματικών μελών. Σε κάθε περίπτωση το Ειδικό Δικαστήριο συγκροτείται μέσα σε 5 ημέρες από την απόφαση για παραπομπή του Υπουργού σ΄ αυτό. 3.Η Βουλή εκλέγει, όπως ορίζει ο Κανονισμός της τρεις βουλευτές με ισάριθμους αναπληρωματικούς για να υποστηρίξουν την κατηγορία στο Ειδικό Δικαστήριο. Οι κατήγοροι βουλευτές έχουν όλα τα κατά τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας δικαιώματα και καθήκοντα του εισαγγελέα. Όπου απαιτείται ενιαία απόφαση, οι κατήγοροι ενεργούν κατά πλειοψηφία. 4.Αν δεν γίνει ή αν διακοπεί η κλήρωση των μελών του Ειδικού Δικαστηρίου, επειδή έληξε η σύνοδος, διαλύθηκε η Βουλή ή έληξε η βουλευτική περίοδος, ενεργείται κατά περίπτωση με την επανάληψη των εργασιών της Βουλής στην επόμενη σύνοδο ή στην πρώτη σύνοδο της νέας βουλευτικής περιόδου, εφόσον η πράξη δεν έχει παραγραφεί. 5.Αμέσως μετά τη διενέργεια της κατά την παρ. 2 κλήρωσης ο Πρόεδρος της Βουλής αποστέλλει στον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου την απόφαση της Βουλής για την παραπομπή σε δίκη του κατηγορούμενου υπουργού, τα ονόματα του αναπληρωτή του Προέδρου και των τακτικών και αναπληρωματικών μελών του κατά το άρθρ. 86 παρ. 1 του Συντάγματος Ειδικού Δικαστηρίου που κληρώθηκαν, καθώς και όλη τη δικογραφία. 6.Η λήξη της βουλευτικής συνόδου δεν αναστέλλει τη δίκη. Η λήξη της βουλευτικής περιόδου ή η διάλυση της Βουλής αναστέλλουν την έναρξη ή την πρόοδο της δίκης μέχρι τη συγκρότηση της νέας Βουλής σε σώμα. Η αναστολή αυτή δεν επηρεάζει την κατά το άρθρ. 4 παρ. 2 και 3 του νόμου αυτού παραγραφή. 7.Μόνο η Βουλή έχει το δικαίωμα να αναστέλλει την ποινική δίωξη με τη διαδικασία που ορίζει ο Κανονισμός της και την πλειοψηφία της παρ. 1 του άρθρ. 6 του νόμου αυτού. ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ Διαδικασία στο ακροατήριο του Ειδικού Δικαστηρίου Άρθρ.11.-1.Ο Πρόεδρος του Αρείου Πάγου, μόλις λάβει τα αναφερόμενα στην παρ. 5 του προηγούμενου άρθρου έγγραφα, ορίζει με πράξη του τη δικάσιμο μέσα σε χρονικό διάστημα από 40 ως 60 ημέρες από την έκδοση της πράξης, καθώς και τον τόπο όπου θα συνεδριάσει δημόσια το Ειδικό Δικαστήριο. Η πράξη κοινοποιείται στον κατηγορούμενο, στον Πρόεδρο της Βουλής και στους κατηγόρους βουλευτές. 2.Σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος είναι απών και αγνοείται ο τόπος της διαμονής του, η δικάσιμος ορίζεται σε χρονικό διάστημα από 60 ως 80 ημέρες από την έκδοση της πράξης και η κλήτευση γίνεται κατά τις διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας για τους κατηγορούμενους με άγνωστη διαμονή. Άρθρ.12.-1.Αν ο κατηγορούμενος που κλητεύτηκε νόμιμα, σύμφωνα με τις διατάξεις του προηγούμενου άρθρου, δεν εμφανιστεί δικάζεται σαν να είναι παρών. 2.Ο κατηγορούμενος έχει το δικαίωμα να μην εμφανιστεί στο ακροατήριο, αλλά να εκπροσωπηθεί με τρεις το πολύ συνηγόρους. Οι δικηγόροι – συνήγοροι ορίζονται με απλή έγγραφη εντολή. 3.Οι δικηγόροι δεν επιτρέπεται να διορίσουν άλλους συνηγόρους. Άρθρ.13.-1.Η διαδικασία στο ακροατήριο, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στο νόμο αυτόν, διεξάγεται κατά τις διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. 2.Τα αναπληρωματικά μέλη παρευρίσκονται σε όλη τη διάρκεια της συζήτησης και αναπληρώνουν, κατά τη σειρά που κληρώθηκαν, τα τακτικά μέλη του δικαστηρίου που τυχόν θα αποχωρήσουν πριν από την έκδοση της απόφασης. Απουσία αναπληρωματικού μέλους δεν επηρεάζει τη νόμιμη σύνθεση του δικαστηρίου. Εκείνος όμως που καλείται να αντικαταστήσει τακτικό μέλος που αποχώρησε, πρέπει να ήταν παρών σε όλη τη διάρκεια της δίκης. Διαφορετικά, καλείται ο επόμενος. (Αντί για τις σελ. 116,03-116,06(α) Σελ. 116,03(α) Τεύχος 1317 Σελ. 97 Ευθύνη Υπουργών 1.Ε.ε.15 3.Ο πρόεδρος αναπληρώνεται από τον κληρωθέντα αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου. Σε περίπτωση απουσίας και του αντιπροέδρου προεδρεύει ο αρχαιότερος αρεοπαγίτης και, αν αυτός είναι τακτικό μέλος, τη θέση του καταλαμβάνει αναπληρωματικός κατά τη σειρά της κλήρωσης. 4.Από τους κατηγόρους, τακτικούς και αναπληρωματικούς, πρέπει να παρευρίσκονται τουλάχιστο δύο σε όλη τη διάρκεια της διαδικασίας. Άρθρ.14.-1.Αίτηση εξαίρεσης, άπαξ ή διαδοχικά, για περισσότερους από έξι συνολικά δικαστές δεν επιτρέπεται. 2.Η αίτηση δικάζεται από τους υπολοίπους, και αν ο αριθμός τους είναι άρτιος, στη σύνθεση μετέχει και ο πρώτος αναπληρωματικός. 3.Αν ζητηθεί εξαίρεση του προέδρου, τη θέση του κατά την εκδίκαση της αίτησης καταλαμβάνει ο νόμιμος αναπληρωτής του, σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο. Αν ζητηθεί και αυτού η εξαίρεση, τη θέση του προέδρου καταλαμβάνει ο αρχαιότερος από τα τακτικά και αναπληρωματικά μέλη αρεοπαγίτης. 4.Εξαίρεση περισσότερων των δύο κατηγόρων, άπαξ ή διαδοχικά, δεν επιτρέπεται. Άρθρ.15.-1.Η απόφαση του Ειδικού Δικαστηρίου είναι αμετάκλητη. 2.Αίτηση για ακύρωση της διαδικασίας ή της απόφασης από τον απόντα κατηγορούμενο δεν επιτρέπεται. 3.Επανάληψη της διαδικασίας σε βάρος του κατηγορουμένου δεν επιτρέπεται. 4.Αν συντρέχει περίπτωση επανάληψης της διαδικασίας υπέρ του κατηγορουμένου για τους λόγους που προβλέπονται στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, η σχετική αίτηση υποβάλλεται στη Βουλή. Εφόσον γίνει δεκτή, με απλή πλειοψηφία του συνόλου των μελών της, η δίκη στο ακροατήριο του Ειδικού Δικαστήριο επαναλαμβάνεται και η Βουλή ενεργεί όσα προβλέπονται στο άρθρ. 10 του νόμου αυτού. Άρθρ.16.-1.Αν για οποιονδήποτε λόγο η διαδικασία δεν ολοκληρώθηκε με τους δικαστές που κληρώθηκαν, η δίκη επαναλαμβάνεται με νέα σύνθεση. Στην περίπτωση αυτή η Βουλή, με πρωτοβουλία του Προέδρου της, ενεργεί όσα προβλέπονται στο άρθρ. 10. 2.Ο πρόεδρος του αρχικού δικαστηρίου αποστέλλει στο προεδρείο της Βουλής τη δικογραφία και επίσημο αντίγραφο των τηρηθέντων πρακτικών έως το σημείο που κατέστη ανέφικτη η συνέχιση της διαδικασίας. Άρθρ.2.-1.Πλημμελήματα ή κακουργήματα που τελούνται από υπουργό κατά την άσκηση των καθηκόντων του εκδικάζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμ ου αυτού, και αν ακόμα ο δράστης έχει παύσει να έχει υπουργική ιδιότητα. Όπου στον παρόντα νόμο αναφέρεται υπουργός κατά την έννοια της παρ. 2 του προηγούμενου άρθρου, νοείται και αυτός που υπάγεται στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου. 2.Τυχόν συμμέτοχοι κατηγορούνται και δικάζονται μαζί με τον υπουργό. Άρθρ.17.-Οι αποφάσεις του Ειδικού Δικαστηρίου εκτελούνται με επιμέλεια του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Οι διατάξεις του ίδιου Κώδικα εφαρμόζονται και για την παύση και εξάλειψη των ποινών. Σελ. 116,04(α) Τεύχος 1317 Σελ. 98 Άρθρ.18.-1.Αν απονεμηθεί χάρη σε υπουργό που καταδικάστηκε, η συγκατάθεση της Βουλής μπορεί να δοθεί και για τη διαγραφή της ποινής από το ποινικό μητρώο, εφόσον η χάρη εκτείνεται και στην άρση των συνεπειών της καταδίκης. 2.Στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων κατά το άρθρ. 61 του Ποινικού Κώδικα δεν επιβάλλεται σε υπουργό σε περίπτωση καταδίκης του για πλημμέλημα. Άρθρ.19.-1.Για όσα θέματα δεν ρυθμίζονται διαφορετικά στο νόμο αυτόν εφαρμόζονται οι διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. 2.Πολιτική αγωγή δεν επιτρέπεται να ασκηθεί στο Ειδικό Δικαστήριο. Η αγωγή αποζημίωσης ή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ασκείται και εκδικάζεται κατά τις ισχύουσες διατάξεις. Άρθρ.20.-Από τη δημοσίευση του νόμου αυτού καταργείται το Ν.Δ. 802/1971 και κάθε άλλη διάταξη που ρυθμίζει διαφορετικά τα ίδια θέματα. Άρθρ.21.-Η ισχύς του νόμου άρχεται από της δημοσιεύσεώς του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 1.Ε.ε.15 Ευθύνη Υπουργών Άρθρ.3.-Οι αξιόποινες πράξεις που είναι άσχετες με τα καθήκοντα των υπουργών εκδικάζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας από τα αρμόδια δικαστήρια. Άρθρ.4.-1.Οι αξιόποινες πράξεις που αναφέρονται στο άρθρ. 3 παραγράφονται σύμφωνα με τις κοινές διατάξεις, οι οποίες ορίζουν την παραγραφή των πράξεων αυτών. 2.Οι αξιόποινες πράξεις που αναφέρονται στο άρθρ. 2 παραγράφονται μετά από 5 έτη από την ημέρα που τελέστηκαν. 3.Η προθεσμία παραγραφής της προηγούμενης παραγράφου αναστέλλεται όσο διαρκεί η βουλευτική περίοδος κατά τη διάρκεια της οποίας τελέστηκε η πράξη. Άλλη αναστολή δεν επέρχεται. (Αντί για τη σελ.116,01) Σελ. 116,01(α) Τεύχος 1317 Σελ. 95 Ευθύνη Υπουργών 1.Ε.ε.13-15 ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ Άσκηση ποινικής δίωξης Άρθρ.5.-1.Ποινική δίωξη, ανάκριση ή προανάκριση κατά υπουργού για τις αξιόποινες πράξεις οι οποίες δικάζονται σύμφωνα με το νόμο αυτόν (άρθρ. 2) δεν επιτρέπεται χωρίς προηγούμενη απόφαση της Βουλής. 2.Αν κατά τη διεξαγωγή διοικητικής εξέτασης προκύψουν στοιχεία που μπορούν να θεμελιώσουν ευθύνη υπουργού για τέτοιες πράξεις, εκείνοι που διενεργούν την εξέταση οφείλουν να διαβιβάσουν όλα τα στοιχεία στη Βουλή, δια του αρμόδιου εισαγγελέα, μόλις περατωθεί η εξέταση. 3.Αν τα κατά την παρ. 2 στοιχεία προκύψουν κατά τη διάρκεια προκαταρκτικής εξέτασης, προανάκρισης ή ανάκρισης, ο ανακριτής απευθύνεται με έγγραφο στη Βουλή, για να αποφασίσει αυτή όσα προβλέπονται στα επόμενα άρθρα. Άρθρ.6.-1.Η διαδικασία της ποινικής δίωξης κινείται, εφόσον το ζητήσει εγγράφως και με συγκεκριμένη αναφορά στα στοιχεία της αξιόποινης πράξης, το 1/10 του συνολικού αριθμού των βουλευτών. 2.Η απόφαση της Βουλής για ανάκριση λαμβάνεται με πλειοψηφία του συνόλου των μελών της και συνιστά κίνηση ποινικής δίωξης. 3.Η βουλή πρέπει να αποφασίσει μέσα σε 10 ημέρες από τότε που θα περιέλθει το σχετικό αίτημα στο προεδρείο της. 4.Η απόφαση της Βουλής λειτουργεί και ως άρση της ασυλίας, αν ο υπουργός έχει παράλληλα και τη βουλευτική ιδιότητα. Άρθρ.7.-Αν η Βουλή απορρίψει το αίτημα και δεν αποφασίσει την ποινική δίωξη, παρόμοια πρόταση, έστω και με διάφορο νομικό χαρακτηρισμό της πράξης, δεν μπορεί να συζητηθεί εκ νέου, εκτός αν στηρίζεται σε νέα πραγματικά περιστατικά που δεν είχαν τεθεί υπόψη της Βουλής όταν έλαβε την αρνητική απόφαση. Άρθρ.8.-1.Αν η Βουλή αποφασίσει την ποινική δίωξη, παραγγέλλει να ενεργηθεί ανάκριση και ορίζει από τα μέλη της δωδεκαμελή επιτροπή για τη διενέργειά της. Συγχρόνως ορίζει και την προθεσμία μέσα στην οποία η επιτροπή οφείλει να υποβάλει το πόρισμά της και το σχετικό αποδεικτικό υλικό. Το πόρισμα της ανακριτικής επιτροπής πρέπει να είναι αιτιολογημένο και να περιέχει σαφή πρόταση για την κατηγορία. Αιτιολογημένη πρέπει να είναι και η άποψη της τυχόν μειοψηφίας, η οποία καταχωρίζεται σε χωριστό κεφάλαιο του ίδιου πορίσματος. 2.Η ανακριτική επιτροπή συγκροτείται και λειτουργεί όπως ορίζει ο Κανονισμός της Βουλής. Σελ. 116,02(α) Τεύχος 1317 Σελ. 96 3.Η ανακριτική επιτροπή έχει όλες τις αρμοδιότητες των ανακριτικών αρχών, καθώς και του εισαγγελέα πλημμελειοδικών. Προσωρινή κράτηση δεν επιτρέπεται, η επιτροπή όμως μπορεί, μα αιτιολογημένη απόφασή της, να επιβάλει άλλους περιοριστικούς όρους. Τη διενέργεια ειδικότερων ανακριτικών πράξεων η επιτροπή μπορεί είτε να την αναθέσει σε μέλος της είτε να την παραγγείλει σε εισαγγελέα εφετών ή πλημμελειοδικών. Συγκεκριμένες ανακριτικές πράξεις υποχρεούται να ενεργήσει ή να διατάξει η επιτροπή και όταν τούτο ζητείται από 5 τουλάχιστο μέλη της. Η επιτροπή καλεί εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η κατηγορία για να δώσει εξηγήσεις, αν το επιθυμεί. Σε κάθε περίπτωση ο καλούμενος μπορεί να υποβάλει γραπτό υπόμνημα.
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.