📄 Κείμενο νόμου
12. ΝΟΜΟΘΕΤ. ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ’ αριθ. 119 της 22/25 Οκτ. 1974 (ΦΕΚ Α΄ 312) Περί αναθεωρήσεως υποθέσεων οργάνων Χωροφυλακής, Αστυνομίας Πόλεων και Πυροσβεστικού Σώματος εξελθόντων της Υπηρεσίας κατά το από 21.4.1967 μέχρις 23.7.1974 χρονικόν διάστημα δια πολιτικούς λόγους. Οι κατωτέρω διατάξεις των άρθρ. 5 παρ. 3, 7 και 8 παρ. 1, 2 κωδικοποιήθηκαν από το Π.Δ. 1041/1979, ΦΕΚ Α΄ 292, (τόμ. 29 σελ. 90,657). Άρθρ.1.-1.Κατώτερα όργανα των Σωμάτων Χωροφυλακής, Αστυνομίας Πόλεων και Πυροσβεστικού, ως και Ανθυπασπισταί Χωροφυλακής, Ανθυπαστυνόμοι και Πυρονόμοι, εξελθόντες της Υπηρεσίας κατά το από 21.4.1967 μέχρις 23.7.1974 χρονικόν διάστημα δια πολιτικούς λόγους δικαιούνται, όπως εντός ανατρεπτικής προθεσμίας (Αντι για τη σελ. 24,751(β) Σελ. 24, 751(γ) Τεύχος Δ92 – Σελ 61 681 30 ημερών από της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος, αιτήσωνται την αναθεώρησιν των περί εξόδου των εκ της Υπηρεσίας εκδοθεισών διοικητικών πράξεων, δι’ αιτήσεώς των υποβαλλομένης εις το οικείον Αρχηγείον. Μετά της αιτήσεως συνυποβάλλεται δήλωσις περί του εάν ο αιτών επιθυμεί να επανέλθη εις την Υπηρεσίαν, εις περίπτωσιν καθ’ ην η αίτησις αναθεωρήσεως θα γίνη δεκτή, ως και αντίγρφον ποινικού μητρώου και πιστοποιητικού Εισαγγελικής Αρχής. 2.Το εν τη προηγουμένη παραγράφω δικαίωμα παρέχεται και εις τους κατά το εν αυτή χρονικόν διάστημα: α.Αποπεμφθέντας εκ παραγωγικής Σχολής δια πολιτικούς λόγους, εξακολουθούντας δε να τελούν εν ενεργεία κατά την έναρξιν της ισχύος του παρόντος. β.Τιμωρηθέντας, τελεσιδίκως ή μη, δια πειθαρχικής ποινής ή κριθέντας δυσμενώς υπό Συμβουλίου κρίσεων δια πολιτικούς λόγους. 3.Εάν ο δικαιούμενος εις υποβολήν αιτήσεως απεβίωσε, το δικαίωμα τούτο περιέρχεται εις τους νομίμους κληρονόμους αυτού. Μετά της αιτήσεως υποβάλλεται αντίγραφον ληξιαρχικής πράξεως θανάτου και πιστοποιητικόν Δήμου ή Κοινότητος αποδεικνύον ότι ο αιτών είναι νόμιμος κληρονόμος του θανόντος. 4.Ο αιτών την αναθεώρησιν δύναται, προς υποστήρηξιν της υποθέσεώς του, να υποβάλη ομού μετά της αιτήσεως και έγγραφον υπόμνημα, ως και παν άλλο έγγραφον στοιχείον τείνον εις τον αυτόν σκοπόν. 5.Ο οικείος Αρχηγός εντός 30 ημερών από της λήξεως της χρονολογίας της κατά την παρ. 1 του παρόντος άρθρου ανατρεπτικής προθεσμίας παραπέμπει τας υποβληθείσας αιτήσεις, μετά των φακέλλων των υποθέσεων και των υπό των αιτούντων υποβληθέντων στοιχείων, εις το κατά το άρθρ. 2 του παρόντος Συμβούλιον προς λήψιν αποφάσεως. Η ανωτέρω προθεσμία, παραταθείσα δια του άρθρ. 8 Νόμ. 14/1975 και του άρθρ. 4 Νόμ. 81/1975 (ανωτ. σελ. 24,578 και επ.), παρετάθη εκ νέου δια του άρθρ. 5 Νόμ. 488/1976 (κατωτ. αριθ. 22) επί 20 ημέρας από της ενάρξεως της ισχύος αυτού (9 Δεκ. 1976). Άρθρ.2.-1.Επί των αιτήσεων αναθεωρήσεως αποφασίζει Συμβούλιον συγκροτούμενον δι’ αποφάσεως του Υπουργού Δημοσίας Τάξεως και συντιθέμενον ως ακολούθως: α.Χωροφυλακή:Εξ ενός Συνταγματάρχου, ως Προέδρου, και δυο Αντισυνταγματαρχών, ως μελών. Σελ. 24,752(γ) Τεύχος Δ92 – Σελ. 62 4.Α.ζ.12 Κατώτερα ΄Οργανα Σωμάτων Ασφαλείας 682 β.Αστυνομία Πόλεων:Εξ ενός Αστυνομικού Διευθυντού Α΄ τάξεως, ως Προέδρου και δύο Αστυνομικών Διευθυντών Β’ τάξεως, ως μελών. γ.Πυροσβεστικόν Σώμα:Εξ ενός Πυράρχου, ως Προέδρου και δύο Αντιπυράρχων, ως μελών. Μη υπάρχοντος Πυράρχου το Συμβούλιον συντίθεται εκ τριών Αντιπυράρχων, εξ ων ο αρχαιότερος εκτελεί καθήκοντα Προέδρου. 2.Χρέη γραμματέως, άνευ ψήφου, εκτελεί κατώτερος αξιωματικός οριζόμενος δια της αυτής αποφάσεως. Άρθρ.3.-«1.Το Συμβούλιον συνερχόμενον ολομελεία, βάσει των παρά τω οικείω Αρχηγείω τηρουμένων ατομικών εγγράφων του αιτούντος και των υπ’ αυτού υποβληθέντων στοιχείων, αποφασίζει, κατά πλειοψηφίαν, περί της αποδοχής ή απορρίψεως της αιτήσεως, δι’ ητιολογημένης αποφάσεώς του. Το Συμβούλιον υποχρεούται να αποφασίζη την αποδοχήν της αιτήσεως, εφ’ όσον πείθεται ότι, η εκ της υπηρεσίας έξοδος ή εκ της Σχολής αποπομπή ή πειθαρχική ποινή υπήρξε συνέπεια ενεργειών ή εκδηλώσεων φρονημάτων του αιτούντος αντιτιθεμένων εις το καθεστώς το επιβληθέν εις την Χώραν κατά το από 21.4.1967 μέχρις 23.7.1974 χρονικόν διάστημα ή εγένετο δι’ εκδηλώσεως πολιτικών πεποιθήσεων αυτού (αιτούντος) αναγομένας εις την προ της 21.4.1967 χρονικήν περίοδον. Εάν η εκ της Υπηρεσίας έξοδος ή εκ της Σχολής αποπομπή ή η πειθαρχική ποινή ή η δυσμενής κρίσις οφείλεται εις λόγους μη πολιτικούς το Συμβούλιον απορρίπτει την αίτησιν, δι’ ητιολογημένης αποφάσεώς του. Αι αποφάσεις των Συμβουλίων είναι υποχρεωτικαί δια την Υπηρεσίαν, εφ’ όσον αύται λαμβάνονται παμψηφεί. Αι κατά πλειοψηφίαν λαμβανόμεναι υπόκεινται εις προσφυγήν, εντός προθεσμίας 20 ημερών από της κοινοποιήσεώς των εις τους ενδιαφερομένους, ενώπιον Δευτεροβαθμίου Συμβουλίου, συγκροτηθησομένου, κατά Σώμα, δι’ αποφάσεως του Υπουργού Δημοσίας Τάξεως». Η παρ. 1 αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 4 του άρθρ. 8 Νόμ. 14/1975 (ανωτ. σελ. 24,577). 2.Εν περιπτώσει αποδοχής της αιτήσεως αι περί εξόδου εκ της Υπηρεσίας, αποπομπής εκ της Σχολής, επιβολής πειθαρχικής ποινής ή δυσμενούς κρίσεως αποφάσεις, ως και αι εις εκτέλεσιν τούτων εκδοθείσαι διοικητικαί πράξεις ακυρούνται, θεωρούνται ως μηδέποτε εκδοθείσαι. 683 Άρθρ.4.-1.Εν περιπτώσει αποδοχής της αιτήσεως το κατά το άρθρ. 2 του παρόντος Συμβούλιον ενεργεί περαιτέρω ως ακολούθως: α.Επί υποθέσεων εξελθόντων της Υπηρεσίας δυνάμει αποφάσεως Συμβουλίων κρίσεων, ως και επί υποθέσεων κριθέντων δυσμενώς υπό των ιδίων Συμβουλίων, ενεργεί τας ετησίας κρίσεις τόσον του έτους καθ’ ό ελήφθη η περί εξόδου του αιτούντος εκ της Υπηρεσίας απόφασις ή η δυσμενής περί τουτου κρίσις, όσον και των επομένων ετών, εφαρμόζον τας κατά τα έτη ταύτα ισχυούσας διατάξεις. β.Επί υποθέσεων εξελθόντων της Υπηρεσίας κατ’ εφαρμογήν των διατάξεων του Α.Ν. 34/1967 «περί εξυγιάνσεως του Σώματος της Αστυνομίας Πόλεων» ενεργεί τας ετησίας κρίσεις των από του έτους 1968 και εφεξής ετών, δι’ όσους εκ των εξελθόντων έδει να ενεργηθούν τοιαύται κρίσεις, εφαρμόζον τας κατά τα έτη ταύτα ισχυούσας διατάξεις. γ.Επί υποθέσεων εξελθόντων της Υπηρεσίας δια άλλους λόγους (αποφάσεις Ανακριτικών ή Πειθαρχικών Συμβουλίων, εξαναγκασμός εις παραίτησιν κλπ.) ενεργεί τας ετησίας κρίσεις των μετά το έτος εξόδου του αιτούντος και εφεξής ετών, δι’ όσους εκ των εξελθόντων έδει να ενεργηθούν τοιαύται κρίσεις, εφαρμόζον τας κατά τα έτη ταύτα ισχυούσας διατάξεις. δ.Επί υποθέσεων αποπεμφθέντων της παραγωγικής Σχολής ενεργεί τας ετησίας κρίσεις των ετών, καθ’ α ενηργήθησαν τοιαύται δια τους εκ της Σχολής αποφοιτήσαντας συμμαθητάς αυτών, εφαρμόζουν τας κατά τα έτη ταύτα ισχυούσας διατάξεις. 2.Αι αποφάσεις των Συμβουλίων δέον να είναι ητιολογημέναι, είναι δε υποχρεωτικαί δια την Υπηρεσίαν. Άρθρ.5.-1.Η αποδοχή της αιτήσεως αναθεωρήσεως συνεπάγεται την εις την Υπηρεσίαν επαναφοράν των επιθυμούντων, δι’ αποφάσεως του οικείου Αρχηγού, υπό την προϋπόθεσιν ότι ούτοι: α.Δεν έχουν καταληφθή υπό του ορίου ηλικίας. β.Δεν έχουν συμπληρώσει πλήρη συντάξιμον υπηρεσίαν, υπολογιζομένην κατά τας διατάξεις του Α.Ν. 1854/1951. γ.Δεν κρίνονται ως αποστρατευτέοι ή απολυτέοι, κατ’ εφαρμογήν των εν αρθρ. 4 του παρόντος διαλαμβανομένων. δ.Δεν έχουν καταδικασθή τελεσιδίκως δι’ αξιοποίνους πράξεις ή επί ταις οποίαις καταδίκη κωλύει την εις τα Σώματα αρχικήν κατάταξιν, ουδέ διώκονται δια τοιαύτας πράξεις. ε.Έχουν υγείαν και αρτιμέλειαν βεβαιουμένην υπό τριμελούς επιτροπής εξ υγειονομικών αξιωματικών του Σώματος οριζομένων κατά Σώμα δι’ αποφάσεως του οικείου Αρχηγού. Κατώτερα ΄Οργανα Σωμάτων Ασφαλείας 4.Α.ζ.12 684 2.Οι επαναφερόμενοι επανέρχονται με τον βαθμόν τον οποίον φέρει ο αμέσως νεώτερός των, η δε προαγωγή τούτων λογίζεται γενομένη από της χρονολογίας προαγωγής του νεωτέρου των, εκδιδομένης προς τούτο και της σχετικής διοικητικής πράξεως. Εάν όμως η προαγωγή του νεωτέρου εγένετο επ’ ανδραγαθία ή υπήρξε συνέπεια αποφοιτήσεως εκ παραγωγικής Σχολής ή συμμετοχής εις προαγωγικάς εξετάσεις, ούτοι επανέρχονται με τον βαθμόν τον οποίον έφερον κατά τον χρόνον της εξόδου των εκ της Υπηρεσίας. 3.Ο εκτός Υπηρεσίας διανυθείς υπό των επαναφερομένων χρόνος λογίζεται τοιούτος πραγματικής δημοσίας και συνταξίμου υπηρεσίας δι’ απάσας τας συνεπείας, εκτός της λήψεως αναδρομικών αποδοχών. 4.Οι τελέσαντες γάμον μετά την έξοδόν των εκ της Υπηρεσίας επαναφέρονται εφ’ όσον η σύζυγός των συγκεντροί τα υπό των οικείων διατάξεων προβλεπόμενα προσόντα. 5.Οι επαναφερόμενοι καταλαμβάνουν τυχόν υφισταμένας κενάς θέσεις ή διατηρούνται ως υπεράριθμοι μέχρις απορροφήσεώς των εις κενάς οργανικάς θέσεις. Άρθρ.6.-Η αποδοχή της αιτήσεως αναθεωρήσεως, των, εν άρθρ. 1 παρ. 2 του παρόντος άρθρου, διαλαμβανομένων, συνεπάγεται τα ακόλουθα: α.Δια τους αποπεμφθέντας εκ παραγωγικής Σχολής την ένταξιν αυτών εις το τέλος της επετηρίδος των αποφοιτησάντων εκ της Σχολής συμμαθητών των. Η μεταξύ των αρχαιότης καθορίζεται βάσει της σειράς επιτυχίας αυτών κατά τας εξετάσεις δια την είσοδόν των εις την Σχολήν. Ούτοι προάγονται εις τον βαθμόν το οποίον φέρει ο αμέσως αρχαιότερός των, υπό τας, εις τα άρθρ. 4 παρ. 1 περίπτ. δ΄ και 5 παρ. 2 του παρόντος, προϋποθέσεις. β.Δια τους συνεπεία πειθαρχικής ποινής ή δυσμενούς κρίσεως απολέσαντας αρχαιότητα ή βαθμόν την ανάκτησιν της αρχαιότητος και την προαγωγήν αυτών εις τον βαθμόν τον οποίον φέρει ο αμέσως νεώτερός των, υπό τας, εις τα άρθρ. 4 παρ. 1 και 5 παρ. 2 του παρόντος, προϋποθέσεις. Άρθρ.7.-1.Οι μη επαναφερόμενοι εις την Υπηρεσίαν δια τους εν άρθρ. 5 παρ. 1 του παρόντος λόγους, προάγονται, υπό τας εις τα άρθρ. 4 παρ. 1 και 5 παρ. 2 του παρόντος προϋποθέσεις εις τον βαθμόν εις τον οποίον προήχθη νεώτερός των μέχρι του χρόνου καθ’ ον επήλθεν ο δημιουργών την αδυναμίαν επαναφοράς λόγος. Τα αυτά εφαρμόζονται και δι’ όσους, εγένοντο μεν δεκταί αι υπό τούτων υποβληθείσαι αιτήσεις αναθεωρήσεως, δεν εδήλωσαν όμως ότι επιθυμούν να επαναφερθούν εις την Υπηρεσίαν, κατά τα εις το άρθρ. 1 παρ. 1 του παρόντος οριζόμενα. (Μετά τη σελ. 24,752(α) Σελ. 24,753 685 2.Δια τους μη επαναφερομένους εις την Υπηρεσίαν λογίζεται ως χρόνος πραγματικής συνταξίμου υπηρεσίας ο χρόνος ο διαρρεύσας από της εξόδου των εκ της Υπηρεσίας μέχρι της επελεύσεως του δημιουργούντος την αδυναμίαν επαναφοράς λόγου, ή της χρονολογίας της δεχομένης την αίτησιν αναθεωρήσεως αποφάσεως του Συμβουλίου, δι’ όσους δεν εδήλωσαν εγγράφως ότι επιθυμούν να επανέλθουν εις την ενεργόν Υπηρεσίαν. Άρθρ.8.-1.Η περί κανονισμού συντάξεως ή αυξήσεως ταύτης αίτησις των μη επαναφερομένων εις την Υπηρεσίαν ως και των οικογενειών των εκ τούτων θανόντων δέον να υποβληθή εντός προθεσμίας ενός έτους από της χρονολογίας κοινοποιήσεως εις τούτους της αποφάσεως του κατά το άρθρ. 2 του παρόντος Συμβουλίου. 2.Η βάσει της προηγουμένης παραγράφου αναγνωριζομένη σύνταξις ή αύξησις ταύτης είναι πληρωτέα από της πρώτης του μηνός της χρονολογίας εκδόσεως της σχετικής πράξεως ή αποφάσεως. 3.Αι αποφάσεις των εν άρθρ. 2 του παρόντος Συμβουλίων είναι ανέκκλητοι. Αγωγή επί αποζημιώσει ή ηθική βλάβη ενώπιον των τακτικών δικαστηρίων δεν επιτρέπεται. 4.Αι κατά των αποφάσεων των Συμβουλίων αιτήσεις ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας ασκούνται κατά τας περί τούτους ισχυούσας διατάξεις. Άρθρ.9.-1.Αι προς τους φορείς Ασφαλίσεως του προσωπικού των Σωμάτων Χωροφυλακής και Πυροσβεστικού σχέσεις των κατά τας διατάξεις του παρόντος αποκαθισταμένων ρυθμίζονται επί τη βάσει των διεπουσών τους οικείους κατά Σώμα φορείς Ασφαλίσεως, διατάξεων. 2.Αι προς τους φορείς Ασφαλίσεως του προσωπικού του Σώματος της Αστυνομίας Πόλεων σχέσεις των κατά τας διατάξεις του παρόντος αποκαθισταμένων ρυθμίζονται ως ακολούθως: α.Οι αποκαθιστάμενοι και επανερχόμενοι εις την ενεργόν Υπηρεσίαν συνεχίζουν υποχρεωτικώς την ασφάλισίν των εις το Επικουρικόν Ταμείον Υπαλλήλων Αστυνομίας Πόλεων (Ε.Τ.Υ.Α.Π.).Ούτοι υποχρεούνται να επιστρέψουν, εντόκως, προς 8%, το ληφθέν εφ’ άπαξ βοήθημα, εντός τριμήνου προθεσμίας από της επανόδου των, ή να διακανονίσουν τούτο, ωσαύτως εντόκως, προς 8%, κατά τον χρόνον της εξόδου των εκ του Σώματος. Εις αμφοτέρας τας περιπτώσεις οφείλουν να καταβάλουν δια τον εκτός υπηρεσίας χρόνον τας μη γενομένας εις αυτούς κρατήσεις, αίτινες υπολογίζονται επί τη βάσει του μισθού του βαθμού, ον φέρει ο αποκαθιστάμενος και επανερχόμενος εις την ενεργόν υπηρεσίαν κατά τον χρόνον της επανόδου του εις το Σώμα. Σελ.24,754 686 Αύται υπολογίζονται ατόκως, μεν, εάν καταβληθούν εντός τριμήνου προθεσμίας από της επανόδου των, εντόκως δε, προς 8% εάν διακανονισθούν μετά του βοηθήματος κατά τον χρόνον της εξόδου των εκ του Σώματος. Οι αποκαθιστάμενοι και μη επανερχόμενοι εις την ενεργόν υπηρεσίαν δύνανται να αιτήσωνται την αναπροσαρμογήν του ληφθέντος εφ’ άπαξ βοηθήματος, κατά τον διακανονισμόν, υπό τας εν τοις προηγουμένοις εδαφίοις προϋποθέσεις. β.Οι αποκαθιστάμενοι και επανερχόμενοι εις την ενεργόν υπηρεσίαν συνεχίζουν υποχρεωτικώς την ασφάλισίν των εις το Ταμείον Αρωγής Υπαλλήλων Αστυνομίας Πόλεων (Τ.Α.Υ.Α.Π.).Ούτοι υποχρεούνται, όπως εντός διετούς προθεσμίας από της επανόδου των, ή μέχρι της εξόδου των εκ του Σώματος δια τους ενωρίτερον εξερχομένους τούτου δι’ οιονδήποτε λόγον, να καταβάλουν, εντόκως προς 8%, το σύνολον των ληφθέντων μερισμάτων, ως και τας μη γενομένας εις αυτούς κρατήσεις, αίτινες υπολογίζονται ατόκως μεν, αλλά επί τη βάσει του μισθού του βαθμού, ον φέρει ο αποκαθιστάμενος και επανερχόμενος εις την ενεργόν υπηρεσίαν κατά τον χρόνον της επανόδου του εις το Σώμα. Οι αποκαθιστάμενοι και μη επανερχόμενοι εις την ενεργόν υπηρεσίαν δύνανται, εντός εξαμήνου προθεσμίας από της αποκαταστάσεώς των, να αιτήσωνται την αναπροσαρμογήν του λαμβανομένου μερίσματος υπό τας εν τω προηγουμένω εδαφίω προϋποθέσεις. γ.Καθ’ όσον αφορά την ασφάλισιν των ανωτέρω εις τον παρά τω Ε.Τ.Υ.Α.Π. Κλάδον Υγείας Αστυνομίας Πόλεων εφαρμόζονται αι περί τούτου ισχύουσαι διατάξεις. Άρθρ.10.-Η ισχύς του παρόντος άρχεται από της επομένης της δημοσιεύσεώς του δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως. Αι προβλεπόμεναι προθεσμίαι υπό του ανωτέρω Ν.Δ. 119/1974, παρετάθησαν δια της παρ. 3 του άρθρ. 8 Νόμ. 14/1975 (ανωτ. σελ. 24,576) επί 20 ημέρας από της ενάρξεως ισχύος του Νόμ. 14/1975. 687
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.