📄 Κείμενο νόμου
1. ΝΟΜΟΣ 2112 της 11/18 Μαρτ. 1920 Περί υποχρεωτικής καταγγελίας συμβάσεως εργασίας ιδιωτικών υπαλλήλων. Τα άρθρ. 1, 3, 6, 8β’ του Νομ. 2112 είχον τροποποιηθή υπό του Α.Ν. της 19/19 Νοεμ. 1935, πλην η ισχύς των σχετικών άρθρων ανεστάλη επ’ αόριστον (βλ. 15. Εα. 8). Εις τας διατάξεις του Νόμ. 2112 υπάγονται και αι ατομικαί συμβάσεις εργασίας, αίτινες υφίστανται βάσει καταγγελθείσης συλλογικής συμβάσεως (άρθρ. 5 Α.Ν. 16/21 Νοεμ. 1935, Δα. 1). Ως καταγγελία της συμβάσεως εργασίας θεωρούνται και: α)η παράβασις των συλλογικών συμβάσεων, των κυρουμένων υπό του Α.Ν. 99 (βλ. άρθρ. 3 του νόμου τούτου εν 15. Δα. 2). β)η παράβασις, ή καταστρατήγησις των περί παροχής 15θημέρου κατ’ έτος αδείας διατάξεως του Π.Δ. 8/13 Απρ. 1932 (βλ. άρθρ. 19 αυτού εν 15. Ιβ. 1), γ)η διακοπή της εργασίας ή μεταβολή των όρων αυτής κατά παράβασιν του Α.Ν. 16/20 Νοεμ. 1935 περί ρυθμίσεως συλλογικών διαφορών εργασίας (15. Δε.). Βλ. ομοίαν διάταξιν εν άρθρ. 12 Α.Ν. 299 περί ρυθμίσεως συλλογικών διαφορών εν τη ναυτική εργασία (τόμ. 19). δ)η αθέτησις των αποφάσεων της επιτροπής του άρθρ. 13 Α.Ν. 394 περί προσωπικού των ξενοδοχείων (άρθρ. 6 Α.Ν. 394, τόμ. 18). Ειδικάς διατάξεις περί της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας περιέχουσιν και οι κάτωθι νόμοι: α)ως προς το προσωπικόν των Σ.Ε.Κ., (άρθρ. 6 Νόμ. 5613 και Α.Ν. 301, τόμ. 21), β)ως προς στρατευομένους εφέδρους ή κληρωτούς (άρθρ. 11 Α.Ν. 547, 15. Ιβ. 2), γ)ως προς τους εφέδρους παλαιούς πολεμιστάς, (άρθρ. 7 Α.Ν. 244, 15. Ηα. 12), δ)ως προς τους υπαλλήλους ξενοδοχείων (άρθρ. 11 Α.Ν. 394, τόμ. 18), ε)ως προς τους υπαλλήλους των Δήμων και Κοινοτήτων, (άρθρ. 15 Νόμ. 4548, τόμ. 3), ς)ως προς τους υπαλλήλους και εργάτας του ταμείου υδραυλικών έργων Μακεδονίας, (άρθρ. 18 Α.Ν. 204, τόμ. 16), ζ)ως προς τους ασχολουμένους εις απολογιστικώς δια λογαριασμόν του δημοσίου εκτελούμενα έργα, (άρθρ. 3 Νομ. 6424 και άρθρον μόνον παρ. 2 Α.Ν. 1955, 15. Μβ), η)ως προς συμβάσεις εργασίας εκτελεστέας εν Αιγύπτω (άρθρ. 13 Α.Ν. 19/19 Νοεμ. 1935, 15. Εα. 8, σελ. 151), θ)ως προς τα μέλη Διοικ. Συμβουλίων και Εξελεγκτ. Επιτροπών ταμείων συντάξεως ή προνοίας βλ. άρθρ. 9 Α.Ν. 694 (15. Λα), ι)ως προς τους υπαλλήλους κλπ. του Κρατικού Εργοστασίου Αεροπλάνων βλ. Α.Ν. 1846 (τόμ. 38), ια)ως προς το Ταμείον Υδραυλικών Έργων Μακεδονίας, βλ. άρθρ. 18 Α.Ν. 204/1936 (τόμ. 16). Της προστασίας των Νόμ. 2112 και 1234 και οιασδήποτε παροχής του Ι.Κ.Α. στερούνται και οι τέως οικονομικοί υπάλληλοι, οι παρέχοντες υπηρεσίας εις ιδιωτικήν επιχείρησιν, κατά παράβασιν του άρθρ. 20 Α.Ν. 2639/1940 (Αντί της σελ. 163(γ) Σελ. 163(δ) 213 – 049 Ατομική Καταγγελία Συμβάσεως Εργασίας 15.Ζ.α.1 163 περί τροποποιήσεως φορολογικών τινων νόμων (τόμ. 27). Δυνάμει του άρθρ. 19 εδάφ. Β΄του Κώδ. Ν. 4971/1931 περί οργανισμού του Σώματος της Αστυνομίας Πόλεων, ως ετροποποιήθη δια του Νόμ. 1653/1951, η προειδοποίησις και η αποζημίωσις του Νόμ. 2112/1920 είναι υποχρεωτική και δια τα πρόσωπα, φυσικά ή νομικά, τη αιτήσει των οποίων εγένετο ο διορισμός προσθέτου αστυφύλακος. Η υπηρεσία τούτου τερματίζεται δια διαταγής του Αρχηγού της Αστυνομίας, μετά έγγραφον προειδοποίησιν του εργοδότου, κοινοποιουμένην και προς τον πρόσθετον αστυφύλακα. Άρθρον 9 Ο παρών νόμος δεν έχει εφαρμογήν επί υπαλλήλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ουδ’ αφορά υπαλλήλους επιχειρήσεων δι’ ους έχει ληφθή ειδική μέριμνα δια νόμων ή κανονισμών εγκεκριμένων υπό του κράτους. «Η έννοια του άρθρου 9 είνε η εξής: Δεν υπάγονται ωσαύτως εις τας διατάξεις του παρόντος υπάλληλοι νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή και ιδιωτικών επιχειρήσεων, εφ’ όσον έχει ληφθή δια τας εν λόγω περιπτώσεις ειδική μέριμνα δια κανονισμών παρεχόντων τουλάχιστον ίσην προστασίαν προς την του παρόντος νόμου», (Άρθρ. 6 ν. 4558 κατωτ. αρ. 3). Δια τας αγωγάς υπαλλήλων κλπ. εργαζομένων εις έργα εκτελούμενα απολογιστικώς δια λ/σμόν του δημοσίου, βλ. άρθρ. 3 ν. 6424 (15. Μβ. 3). Άρθρον 10 Πάσα διαφορά προκύπτουσα εκ της εφαρμογής του παρόντος νόμου εκδικάζεται κατά τας διατάξεις του ν.Γπ0Δ΄ (τόμ. 10), αναλόγως εφαρμοζομένου. Δια την επιδίκασιν προσωρινής διατροφής ή προκαταβολής εξόδων θεραπείας βλ. άρθρ. 4 ν. 6424 (15. Μβ. 3). Άρθρον 11 «Ιδιωτικός υπάλληλος, και κατά την έννοιαν του παρόντος νόμου, θεωρείται ο συγκεντρών τα γνωρίσματα του άρθρ. 10 του ν. 1234 (15. Εβ. 1), εις ο προστίθεται τελευταίον εδαφ., έχον ως εξής: Ο χαρακτηρισμός του υπαλλήλου ως ημερομισθίου είναι άνευ αποτελέσματος, αν εγένετο προς περιγραφήν του νόμου ή δεν ανταποκρίνεται προς την αλήθειαν». Ετροποποιήθη ως άνω δια του άρθρ. 7 του ν. 4558 (κατωτ. αρ. 3). Άρθρον 12 1.Δια Β.Δ. δύνανται να ορισθώσιν αι λεπτομέρειαι της εφαρμογής του παρόντος νόμου. 2.Δια Β.Δ. επίσης, εκδοθησομένου το βραδύτερον εντός 4 μηνών από της ισχύος του παρόντος νόμου, μετά γνωμοδότησιν του γνωμοδοτικού συμβουλίου Εργασίας, επεκταθήσεται η εκ του νόμου τούτου υποχρέωσις καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας και επί τεχνιτών, υπηρετών, και εργατών βιομηχανικών, βιοτεχνικών, μεταλλευτικών, ή χειροτεχνικών επιχειρήσεων, ως και επί πάσης φύσεως υπηρετών ή ιδιωτικών υπαλλήλων, κατ’ οίκον προσλαμβανομένων. Δια του αυτού Β.Δ. θέλουσι καθορισθή λεπτομερέστερον αι ως άνω κατηγορίαι των προσώπων εφ’ ων θέλει επεκταθή η προς καταγγελίαν της συμβάσεως υποχρέωσις, ως και κατά κατηγορίας προθεσμία αυτής και πάσα άλλη λεπτομέρεια. Αι διατάξεις του Νόμ. 2112/1920 ως και οι λοιποί εργατικοί νόμοι, δεν έχουσιν εφαρμογήν επί των εις τα αγροτικά Βασιλικά Κτήματα δια συμβάσεως εξηρτημένης εργασίας ασχολούμενων μισθωτών εν γένει (άρθρ. 48 παρ. 2 Ν.Δ. 2698/1953 (τόμ. 15Β σελ. 70, 11). Δυνάμει του άρθρ. 2 Ν.Δ. 2655/1953 (κατ. σελ. 162, 03), δύναται ο Υπουργός της Εργασίας να εξαιρέση εν όλω ή εν μέρει της υποχρεώσεως εφαρμογής της Εργατικής Νομοθεσίας μικρά φιλανθρωπικά ιδρύματα, απασχολούντα μέχρι 25 μισθωτούς. Ο Νόμ. 2112/20 ως ετροποποιήθη καταργείται όσον αφορά μόνον τους υπαλλήλους Ν.Π.Δ.Δ. ως και πάσα ετέρα διάταξις επιβάλλουσα εις τα Ν.Π. υποχρεώσεις εν σχέσει προς την απόλυσιν υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. εξαιρέσει της εν άρθρ. 193 Δημοσιοϋπ. Κώδικος. (Άρθρ. 19 παρ. 12 Β.Δ. 23/24 Δεκ. 1955 τόμ. 2Α σελ. 354). (Αντί για τη σελ. 165(δ) Σελ. 165(ε) Τεύχος 1296 – Σελ. 37 Ατομική Καταγγελία Συμβάσεως Εργασίας 15.Ζ.α.1 167 Άρθρ.1.–«Απόλυσις ιδιωτικού υπαλλήλου, όστις προσελήφθη επί χρόνω μη ωρισμένω, εφ’ όσον ούτος διήρκεσεν υπέρ τους δύο μήνας, δεν δύναται να λάβη χώραν άνευ προηγουμένης εγγράφου καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως, ήτις δέον να γίνη κατά τους κάτωθι όρους: α)Δι’ υπαλλήλους υπηρετήσαντας μέχρι ενός έτους, τριάκοντα ημέρας προ της απολύσεως. β)Δι’ υπαλλήλους υπηρετήσαντας πλέον του έτους, αλλ’ ουχί και πλέον των τεσσάρων ετών, εξήκοντα ημέρας προ της απολύσεως. γ)Δι’ υπαλλήλους συμπληρώσαντας τετραετή υπηρεσίαν, τρεις μήνας προ της απολύσεως. δ)Δι’ υπαλλήλους συμπληρώσαντας εξαετή υπηρεσίαν, τέσσαρας μήνας προ της απολύσεως. ε)Δι’ υπαλλήλους συμπληρώσαντας οκταετή υπηρεσίαν, πέντε μήνας προ της απολύσεως. ς)Δι’ υπαλλήλους συμπληρώσαντας δεκαετή υπηρεσίαν, εξ μήνας προ της απολύσεως. ζ)Δια παν έτος υπηρεσίας υπέρ την δεκαετίαν προστίθενται εις τα άνω χρονικά όρια τριάκοντα ημέραι, μέχρι το πολύ δύο ετών». Αντικατεστάθη ως άνω υπό του άρθρ. 1 του Νόμ. 4558 (κατωτ. αριθ. 3). Δεν ισχύει δια τας εν Αιγύπτω εκτελεστέας συμβάσεις (άρθρ. 13 Α.Ν. 19/19 Νοεμ. 1935, τόμ. 15 σελ. 151). Αι διατάξεις των άρθρ. 1 και 3 δεν ισχύουν επί συμβάσεων εκτελεστέων εν τη αλλοδαπή. Βλ. Α.Ν. 2581/1940 (κατωτ. αριθ. 4). Σχετικώς προς τας διατυπώσεις καταγγελίας βλ. και άρθρ. 6 Νόμ. 3198/1955, ανωτ. σελ.98,01). Σελ. 164(δ) 213 – 050 15.Ζ.α.1 Ατομική Καταγγελία Συμβάσεως Εργασίας 164 Άρθρον 2 Ο εργοδότης οφείλει να εκδώση δια τον απολυόμενον υπάλληλον πιστοποιητικόν περί του είδους και της διαρκείας της εκτελεσθείσης υπηρεσίας του, επί τη ειδική δε αιτήσει του υπαλλήλου και περί του οποίου και της διαγωγής αυτού. Άρθρ.3.–1.Εργοδότης, παραμελών την κατά τα ανωτέρω υποχρέωσιν καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως, οφείλει να καταβάλη εις τον απολυόμενον υπάλληλον αποζημίωσιν ίσην προς το σύνολον των τακτικών αποδοχών ας θα ελάμβανε κατά τον χρόνον προ του οποίου έδει να γίνη η καταγγελία, πλην αν εκ συμβάσεως ή εθίμου οφείλεται μεγαλυτέρα αποζημίωσις. Περί του τρόπου της καταγγελίας συμβάσεως εργασίας και αποζημιώσεως των απολυομένων βλ. και Νόμ. 3198/1955 περί τροποποιήσεως των περί καταγγελίας της σχέσεως εργασίας διατάξεων (ανωτ. σελ. 98, 01). «Η κατά το άρθρ. 1 προειδοποίησις, δεν απαλλάσσει τον εργοδότην της υποχρεώσεως προς αποζημίωσιν του υπαλλήλου δια του (τετάρτου) της αποζημιώσεως ην έδει να καταβάλη ο εργοδότης κατά το προηγούμενον εδάφιον, εκτός αν εκ συμβάσεως ή εθίμου οφείληται μεγαλυτέρα τυχόν αποζημίωσις». Τα εντός « » προσετέθησαν δια του άρθρ. 2 του Νομ. 4558 (κατωτ. αριθ. 3). Δια του άρθρ. 4 του Νόμ. 3198/1955 (τόμ. 15 σελ. 98, 01) η αποζημίωσις αύτη ωρίσθη εις το ήμισυ. 2.Ως τακτικαί αποδοχαί υπαλλήλου θεωρούνται ο μισθός, ως και πάσα άλλη παροχή, εφ’ όσον δίδεται αντί μισθού, οίον παροχαί εις είδος, προμήθεια, κλπ. Ποσοστά επί κερδών ή εισπράξεων ή άλλης φύσεως συμμετοχή εις επιχείρησιν, εφ’ όσον χορηγούνται ανεξαρτήτως της κανονικής αμοιβής της εργασίας, δεν θεωρούνται τακτικαί αποδοχαί, πλην εναντίας συμφωνίας ή εθίμου. Το άρθρ. 3 δεν ισχύει δια τας εν Αιγύπτω εκτελεστέας συμβάσεις (άρθρ. 13 Α.Ν. 19/19 Νομ. 1935, τόμ. 15 σελ. 151). Το άρθρ. 3 είχεν αντικατασταθή δια του άρθρ. 5 Α.Ν. 99/1967 (κατωτ. αριθ. 11), όπερ κατηργήθη αφ’ ης ίσχυσεν δια της παρ. 1 άρθρ. 2 Α.Ν. 173/1967 (ανωτ. σελ. 100, 4) εφαρμοζομένων των ανωτέρω προϊσχυουσών διατάξεων. Άρθρον 4 Υπάλληλος, προτιθέμενος να λύση την υπαλληλικήν σύμβασιν προς εργοδότην, οφείλει ωσαύτως να καταγγείλη ταύτην προ χρόνου ίσου προς το ήμισυ του εν άρθρω 1 δια τον εργοδότην ωρισμένου. Ο χρόνος όμως ούτος εν ουδεμιά περιπτώσει θέλει υπερβή τους τρεις μήνας, ουδ’ η αποζημίωσις, εν περιπτώσει παραβάσεως της υποχρεώσεως προς καταγγελίαν, το αντιστοιχούν εις τρεις μήνας κατά το άρθρ. 3 ποσόν. Άρθρον 5 Δύναται ο εργοδότης να καταγγείλη την σύμβασιν άνευ τηρήσεως προθεσμίας τινός, εάν εναντίον του υπαλλήλου υπεβλήθη μήνυσις δι’ αξιόποινον πράξιν διαπραχθείσαν εν τη εξασκήσει της υπηρεσίας του ή απηγγέλθη κατ’ αυτού κατηγορία δι’ αδίκημα εν γένει φέρον χαρακτήρα τουλάχιστον πλημμελήματος. 2.Υπάλληλος, απαλλαγείς δια βουλεύματος ή δικαστικής αποφάσεως των ως άνω κατηγοριών, δικαιούται να ζητήση την κατά το άρθρον 3 αποζημίωσιν. 3.Αποχή υπαλλήλου από της εργασίας, οφειλομένη εις βραχείας σχετικώς διαρκείας ασθένειαν, προσηκόντως αποδεδειγμένην ή, προκειμένου περί γυναικός, εις λοχείαν, δεν θεωρείται ως λύσις της συμβάσεως εκ μέρους αυτού. «Ως βραχείας διαρκείας ασθένεια ερμηνεύεται η διαρκούσα ένα μήνα δι’ υπαλλήλους υπηρετούντας μέχρι τεσσάρων ετών, τρείς μήνας δι’ υπαλλήλους υπηρετούντας πλέον των τεσσάρων ετών, όχι όμως και πλέον των δέκα ετών, τέσσαρας μήνας δι’ υπαλλήλους υπηρετούντας πλέον των δέκα ετών, όχι όμως και πλέον των δέκα πέντε ετών, και εξ μήνας δια τους υπηρετούντας επί χρόνον ανώτερον των δέκα πέντε ετών». Τα εντός « » προσετέθησαν δια του άρθρ. 3 του ν. 4558 (κατωτ. αριθ. 3). Άρθρον 6 1.Η μεταβολή του προσώπου του εργοδότου, οπωσδήποτε επερχομένη, ουδαμώς επηρεάζει την εφαρμογήν των υπέρ του υπαλλήλου διατάξεων του παρόντος Νόμου. 2.«Εν περιπτώσει πτωχεύσεως της επιχειρήσεως, ο εκμισθωτής εργασίας λαμβάνει την ην εκ του Νόμου τούτου δικαιούται πλήρη αποζημίωσιν, κατατασσόμενος μεταξύ των εν άρθρ. 940 και 991 Πολ. Δικονομίας προνομιακών δανειστών και κατά την εν αυτοίς σειράν. Κατά τον αυτόν τρόπον ικανοποιείται και υφισταμένη περί τοιαύτης αποζημιώσεως απαίτησις και εις περίπτωσιν αναγκαστικής εκτελέσεως καθ’ οιουδήποτε περιουσιακού (Αντί της σελ. 164,1(δ) Σελ. 164,1(ε) Ατομική Καταγγελία Συμβάσεως Εργασίας 15.Ζ.α.1 165 στοιχείου του εργοδότου». Η παρ. 2 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 12 Νόμ. 3252/1955 (σελ. 98, 013). Η παρ. 2 εφαρμόζεται και επί των προ της ισχύος του Νόμ. 3252/1955 απολυθέντων, εφ’ όσον δεν έχει περατωθή η διαδικασία της πτωχεύσεως, είτε δια συνενώσεως των δανειστών είτε δια συμβιβασμού είτε εξ άλλου λόγου (άρθρ. 14 παρ. 2 Νόμ. 3464/1955). «Υπάλληλος απολυόμενος ένεκα διακοπής της εργασίας, λόγω πυρκαϊάς ή άλλου περιστατικού ανωτέρας βίας, καθ’ ων τυγχάνει ησφαλισμένος ο εργοδότης, δικαιούται εις τα 2/3 της κατά το άρθρ. 3 εδάφ. πρώτον αποζημιώσεως». Τα εντός « » προσετέθησαν δια του άρθρ. 4 του Νόμ. 4558 (κατωτ. αριθ. 3). Σελ. 164,2(ε) 323 – 072 15.Ζ.α.1 Ατομική Καταγγελία Συμβάσεως Εργασίας 166 Άρθρον 7 Πάσα μονομερής μεταβολή των όρων της υπαλληλικής συμβάσεως, βλάπτουσα τον υπάλληλον, θεωρείται ως καταγγελία ταύτης, δι’ ην ισχύουσιν αι διατάξεις του παρόντος νόμου. «Ως μία τοιαύτη θεωρείται εν πάση περιπτώσει η μετάθεσις του υπαλλήλου εις γραφείον λειτουργούν εν τη αλλοδαπή, εφ’ όσον δεν αποδέχεται την μετάθεσιν ο μετατιθέμενος υπάλληλος». Τα εντός « » προσετέθησαν δια του άρθρ. 5 του ν. 4558 (κατωτ. αρ. 3). Άρθρον 8 Είναι άκυρος οιαδήποτε σύμβασις αντικειμένη εις τον παρόντα νόμον, πλην αν είναι μάλλον ευνοϊκή δια τον υπάλληλον. Το αυτό ισχύει και περί εθίμου. Αι διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ωρισμένην χρονικήν διάρκειαν, εάν ο καθορισμός της διαρκείας ταύτης δεν δικαιολογήται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλ’ ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγησιν των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου. «Η αληθής έννοια της προηγουμένης παρ. είναι ότι οιαδήποτε σύμβασις, συναπτομένη προ ή μετά την λύσιν της μισθώσεως εργασίας, είναι αυτοδικαίως άκυρος, πλην αν αύτη περιέχη αναγνώρισιν ή εξόφλησιν ειδικώς των εκ του νόμου τούτου αξιώσεων του υπαλλήλου ή είναι μάλλον ευνοϊκή δια τον υπάλληλον», (άρθρ. 11 παρ. 1 Α.Ν. 547 (15. Ιβ. 4).
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.