📄 Κείμενο νόμου
23. ΝΟΜΟΣ υπ’ αριθ. 2330 της 22/22 Αυγ. 1995 (ΦΕΚ Α΄ 172) Ρυθμίσεις για την εξυγίανση της Τράπεζας Κρήτης Α.Ε. Για λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος Νόμου βλ. την 105689/ Β 1974/29-29 Δεκ.1995 (ΦΕΚ Β΄1101), απόφ. Υπ. Εθν. Οικον. και Οικον. και Διοικητή Τ.Ε., κατωτ.αριθ.23α. Βλ. και άρθρ.35 Νόμ.2778/29-30 Δεκ.1999 (ΦΕΚ Α΄295), κατωτ.αριθ.28. Άρθρ.1.-1.Επιτρέπεται σε τράπεζα που τίθεται υπό εκκαθάριση, κατά τις διατάξεις του α.ν. 1665/1951 (ΦΕΚ 31 Α΄ ), να ιδρύσει τράπεζα με τη μεταφορά σε αυτήν στοιχείων του ενεργητικού και παθητικού της. Τα μεταφερόμενα στοιχεία εξειδικεύονται στο καταστατικό της νέας τράπεζας με αναφορά στα βιβλία της υπό εκκαθάριση τράπεζας. Η αξία των στοιχείων αυτών αναγράφεται στο καταστατικό και εγκρίνεται μαζί με τις λοιπές διατάξεις αυτού με την απόφαση του Υπουργού Εμπορίου που παρέχει την άδεια σύστασης της νέας εταιρίας. 2.Σε περίπτωση χρησιμοποιήσεως της ευχέρειας της προηγούμενης παραγράφου στην Τράπεζα Κρήτης ισχύουν οι διατάξεις των επόμενων άρθρων. Άρθρ.9.-1.Το τίμημα που θα επιτευχθεί για το σύνολο των μετοχών θα κατανεμηθεί ως εξής: (α)Το Δημόσιο θα ικανοποιηθεί μέχρι το ποσό της εισφοράς του σε τίτλους κατά την παρ. 2 του άρθρ. 6 του παρόντος, προσαυξημένο κατά το ποσό των δεδουλευμένων τόκων των τίτλων αυτών. (β)Το υπόλοιπο θα λάβει ο εκκαθαριστής για τους σκοπούς της εκκαθαρίσεως. 2.Με την επιφύλαξη της περιπτ. α΄ της παρ. 1 του παρόντος άρθρου, κάθε ποσό που εισπράττει ο εκκαθαριστής της παλιάς τράπεζας διατίθεται, μετά την αφαίρεση των αναγκαίων εξόδων της εκκαθάρισης, για την εξόφληση του δανείου της παρ. 1 του άρθρ. 6 του παρόντος και το τυχόν υπόλοιπο για την εξόφληση των λοιπών πιστωτών της υπό εκκαθάριση τράπεζας, κατά την αναλογία των απαιτήσεών τους κατά την έναρξη της εκκαθάρισης. Άρθρ.10.-Καταθέσεις των Δ.Ε.Κ.Ο. έναντι αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου, κατά το άρθρ. 11 του Νόμ. 1858/1989 (ΦΕΚ 148 Α΄), επανακτούν με την έναρξη της εκκαθάρισης το χαρακτήρα απλών καταθέσεων και εκτοκίζονται ανά εξάμηνο με επιτόκιο ίσο με εκείνο των εντόκων γραμματίων του Ελληνικού Δημοσίου εξάμηνης διάρκειας. Το αυτό επιτόκιο ισχύει και για το κατά την παρ. 8 του άρθρ. 11 του Νόμ. 1858/1989 δάνειο της Τράπεζας της Ελλάδος προς την Τράπεζα Κρήτης, το οποίο καθίσταται από της θέσεως σε εκκαθάριση ληξιπρόθεσμο και απαιτητό. Άρθρ.11.-1.Μετά το πέρας της εκκαθάρισης, τα βιβλία και στοιχεία και γενικά το αρχείο της υπό εκκαθάριση τράπεζας παραδίδονται στην Τράπεζα της Ελλάδος. 2.Καταργούνται οι διατάξεις των παρ. 4, 5, 7 και 10 του άρθρ. 11 του Νόμ. 1858/1989, όπως αντικαταστάθηκαν η 5 με την παρ. 2 του άρθρ. 29 του Νόμ. 1914/1990 (ΦΕΚ 178 Α΄) και η 10 με την παρ. 3 του ίδιου άρθρου. 3.Ποινικές ή άλλες ευθύνες, που αφορούν τη διαχείριση της τιθέμενης υπό εκκαθάριση τράπεζας για τον προ της θέσεως υπό εκκαθάριση χρόνο, δεν επηρεάζονται από τις διατάξεις του παρόντος. 4.Εντός των υπό του παρόντος νόμου τιθέμενων ορίων, με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Οικονομικών και του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος καθορίζονται τυχόν λεπτομέρειες εφαρμογής των διατάξεών του. Άρθρ.12.-Στο άρθρο τρίτο παρ. 2 στοιχ. 3(γ) του Νόμ. 2257/1994 (ΦΕΚ 197 Α΄) προστίθεται η ακόλουθη φράση: «Η ισχύς της ανωτέρω διατάξεως λήγει την 1.7.1997». Άρθρ.13.-Η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. (Αντί για τη σελ. 216,03) Σελ. 216,03(α) Τεύχος 1416 Σελ. 97 Διάφορες Τράπεζες 12.Θ.ω.23 Άρθρ.2.-1.Η μεταφορά των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού, περιλαμβανομένης της μεταφοράς εμπραγμάτων δικαιωμάτων σε ακίνητα, συντελείται αυτοδικαίως με μόνη την καταχώριση της νέας τράπεζας στο Μητρώο ανώνυμων Εταιρειών. Από και δια της καταχωρήσεως αυτής μεταφέρονται επίσης αυτοδικαίως στο νέο νομικό πρόσωπο και όλα τα δικαώματα και οι υποχρεώσεις από τις συμβάσεις κλαδικές και επιχειρησιακές του προσωπικού της υπό εκκαθάριση τράπεζας και κάθε προσώπου που παρέχει υπηρεσίες σε αυτήν με σύμβαση ή σχέση οποιασδήποτε μορφής και αντικειμένου, οι μισθωτικές συμβάσεις και γενικά το σύνολο της οργανωτικής και λειτουργικής δομής αυτής, περιλαμβανομένου και του οργανισμού προσωπικού, όπως ισχύουν κατά την καταχώρηση της νέας τράπεζας στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών. 2.Η μεταφορά στη νέα τράπεζα των πιο πάνω στοιχείων ενεργητικού και παθητικού γίνεται στην αξία που προκύπτει για το καθένα από έκθεση αποτίμησης, την οποία συντάσσουν ορκωτοί ελεγκτές και ορκωτοί εκτιμητές, που ορίζονται από τον Υπουργό Εμπορίου και τον Υπουργό Οικονομικών. Στην έκθεση αυτή οι πάσης φύσεως συμμετοχές και τίτλοι μεταβλητής απόδοσης, καθώς και τα πάγια περιουσιακά στοιχεία και ο εξοπλισμός αποτιμώνται στην τρέχουσα αξία τους, ενώ τα υπόλοιπα στοιχεία ενεργητικού και παθητικού, στα οποία συμπεριλαμβάνονται και οι δαπάνες ίδρυσης και οργάνωσης, στην αξία με την οποία εμφανίζονται στα βιβλία της υπό εκκαθάριση τράπεζας. Η ανωτέρω έκθεση αποτίμησης υποβάλλεται στις διατυπώσεις δημοσιότητας του άρθρ. 7β του Νόμ. 2190/1920. Η αμοιβή των ελεγκτών της παρούσας παραγράφου ορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εμπορίου και Οικονομικών. 3.Η μεταβίβαση ή μεταφορά στοιχείων κατά τα ανωτέρω επάγεται συμμεταβίβαση όλων των παρεπόμενων συμφωνητικών, δικαιωμάτων, προνομίων, ασφαλειών, εμπραγμάτων και προσωπικών, χωρίς τη σύμπραξη ή συναίνεση του υπόχρεου ή δικαιούχου. Οι σχετικές μεταβολές σημειώνονται στα οικεία δημόσια βιβλία με αίτηση είτε της υπο εκκαθάριση είτε της νέας τράπεζας. 4.Για μεταβιβαζόμενες επίδικες απαιτήσεις ή μεταβιβάσεις στο στάδιο της αναγκαστικής εκτέλεσης, η διαδικασία και οι επί μέρους διαδικαστικές πράξεις συνεχίζονται στο όνομα της νέας τράπεζας, ύστερα από δήλωση για τη μεταβολή, χωρίς να επέρχεται διακοπή δίκης. Προκειμένου για εκκρεμείς δίκες η δήλωση γίνεται είτε με δικόγραφο, που κατατίθεται στο δικαστήριο και επιδίδεται στον αντίδικο, είτε προφορικά και καταχωρίζεται στα πρακτικά. Προκειμένου για αναγκαστική εκτέλεση η δήλωση γίνεται στον υπάλληλο του πλειστηριασμού. Άρθρ.3.-1.Η μεταφορά κάθε είδους στοιχείων στη νέα τράπεζα και η εγγραφή των στοιχείων αυτών στα βιβλία της, καθώς και η αναπροσαρμογή της αξίας των στοιχείων αυτών κατά τη μεταφορά απαλλάσσονται από κάθε φόρο, τέλος χαρτοσήμου, εισφορά, παρακράτηση και οποιοδήποτε γενικά δημοσιονομικό βάρος ή υποχρέωση είτε προς το Δημόσιο είτε προς τρίτους, εκτός από το φόρο συγκέντρωσης κεφαλαίου και το φόρο προστιθέμενης αξίας. Οι αυτές απαλλαγές ισχύουν και για τις μεταφορές ή μεταβιβάσεις της παρ. 3 του άρθρ. 2. 2.Οι πιο πάνω φορολογικές απαλλαγές ισχύουν και για κάθε μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων από την υπό εκκαθάριση τράπεζα προς τη νέα τράπεζα, που δεν γίνεται με μορφή εισφοράς, καθώς και για κάθε μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων από τη νέα τράπεζα προς την υπό εκκαθάριση τράπεζα επί ένα (1) έτος από τη καταχώρισή της, κατά την παρ. 1 του άρθρ. 1 απόφασης του Υπουργού Εμπορίου. 3.Για τις μεταβιβάσεις περιουσιακών στοιχείων τα τυχόν συμβολαιογραφικά έξοδα, τα έξοδα εγγραφής στα δημόσια βιβλία, καθώς και όλες οι συναφείς αμοιβές, έξοδα και τέλη, υπολογίζονται με βάση τις σχετικές διατάξεις του Νόμ. 4171/1961, όπως ισχύει σήμερα. (Αντί για σελ. 216,01(β) Σελ. 216,01(γ) Τεύχος 1416 Σελ. 95 Διάφορες Τράπεζες 12.Θ.ω.23 Άρθρ.4.-1.Η θέση της τράπεζας σε εκκαθάριση κατά τα ανωτέρω επισύρει: (α)ως προς μεν το νομικό πρόσωπο και την περιουσία της υπό εκκαθάριση τράπεζας, τις έννομες συνέπειες που συνεπάγεται η αίτηση στο εφετείο για τη θέση επιχείρησης σε εκκαθάριση, κατά την παρ. 4 του άρθρ. 46 του Νόμ. 1892/1990 (ΦΕΚ 101 Α΄), που προστέθηκε με το άρθρ. 14 του Νόμ. 2000/1991 (ΦΕΚ 206 Α΄). Οι συνέπειες αυτές χωρούν από τη δημοσίευση της σχετικής αποφάσεως στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. (β)ως προς τα εισφερόμενα στο νέο νομικό πρόσωπο περιουσιακά στοιχεία της τράπεζας, την ανάλογη εφαρμογή του άρθρ. 1279 του Αστικού Κώδικα. Με το άρθρ.14 Νόμ.2515/ 25-25 Ιουλ.1997 (ΦΕΚ Α΄154), κατωτ.αριθ.25, ορίστηκε ότι: Η έννοια της διατάξεως του άρθρ.4 παρ.1 εδάφ.β΄ του νόμ.2330/1995 (ΦΕΚ 172 Α΄), για ανάλογη εφαρμογή του άρθρ.1279 του Αστικού Κώδικα ως προς τα εισφερόμενα στο νέο νομικό πρόσωπο περιουσιακά στοιχεία, είναι ότι τα περιουσιακά αυτά στοιχεία περιέχονται στο νέο νομικό πρόσωπο ελεύθερα από τις τυχόν υπάρχουσες προσημειώσεις από το χρόνο συστάσεως του νέου νομικού προσώπου. Η εξάλειψη των προσημειώσεων αυτών γίνεται με αίτηση του νέου νομικού προσώπου στον αρμόδιο υποθηκοφύλακα. 2.Η νέα τράπεζα ευθύνεται μόνο για τα χρέη της υπό εκκαθάριση τράπεζας, τα οποία ειδικώς της μεταβιβάζονται με το καταστατικό, κατά την παρ. 1 του άρθρ. 1 του παρόντος και υπό τους όρους του καταστατικού και δεν ευθύνεται για άλλα χρέη της υπό εκκαθάριση τράπεζας, ανεξάρτητα από το χρόνο κατά τον οποίο δημιουργήθηκαν. Το άρθρ. 479 του Αστικού κώδικα δεν εφαρμόζεται. Επί της ιδρύσεως της νέας τράπεζας δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρ. 537 έως 541 του Εμπορικού Νόμου και των άρθρ. 939 έως 946 του Αστικού Κώδικα. Άρθρ.5.-Το διοικητικό συμβούλιο και οι υπεύθυνοι για τη διοίκηση της νέας τράπεζας ορίζονται από τον εκκαθαριστή ή τους εκκαθαριστές, ύστερα από συναίνεση της Τράπεζας της Ελλάδος. Σελ. 216,02(γ) Τεύχος 1416 Σελ. 96 Άρθρ.6.-1.Το Δημόσιο ή και η Τράπεζα της Ελλάδος, μέσα στο πλαίσιο του καταστατικού της, μπορούν κατά την κρίση τους να μεταβιβάζουν στοιχεία ενεργητικού στην Τράπεζα Κρήτης, με σκοπό να διαμορφωθεί θετική καθαρή θέση της εισφερόμενης περιουσίας, που να καλύπτει το ελάχιστο μετοχικό κεφάλαιο που απαιτείται για τη σύσταση ανώνυμης εταιρείας. Για την αξία των μεταβιβαζόμενων με τον τρόπο αυτόν στοιχείων ενεργητικού η Τράπεζα Κρήτης καθίσταται οφειλέτης από δάνειο. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος καθορίζονται το ποσό και οι όροι του δανείου και το ποσοστό καλύψεως αυτού από το Δημόσιο και την Τράπεζα της Ελλάδος. 2.Το Δημόσιο, με απόφαση του υπουργού Οικονομικών, μπορεί να μετάσχει στο κεφάλαιο της νέας τράπεζας είτε με μετρητά είτε εισφέροντας στο ενεργητικό της τίτλους εκδόσεώς του, με το επιτόκιο της αγοράς που ισχύει για αντίστοιχους νεοεκδιδόμενους τίτλους και εναπομένουσας διάρκειας τουλάχιστον 12 μηνών, έναντι των οποίων λαμβάνει ίσης ονομαστικής αξίας προνομιούχες, χωρίς ψήφο μετοχές χωρίς δικαίωμα σωρευτικού μερίσματος. Το ύψος της κατ’ αυτόν τον τρόπο συμμετοχής του Δημοσίου στο κεφάλαιο της νέας τράπεζας καθορίζεται έτσι ώστε να ικανοποιούνται οι κεφαλαιακές απαιτήσεις για τη νέα τράπεζα, με βάση την 2054/1992 Πράξη του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος (ΦΕΚ 45 Α΄) ή τις σχετικές διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά. Άρθρ.7.-Οι δανειστές της υπό εκκαθάριση τράπεζας, οι απαιτήσεις των οποίων δεν μεταβιβάζονται, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρ. 1 του παρόντος στο νέο νομικό πρόσωπο, ικανοποιούνται από το προϊόν της εκκαθάρισης, στο οποίο συμπεριλαμβάνεται και το τίμημα πώλησης των μετοχών της νέας τράπεζας, που θα ανήκουν στο ενεργητικό της υπό εκκαθάριση τράπεζας. Μετοχές της νέας τράπεζας, κατεχόμενες από την υπό εκκαθάριση τράπεζα δεν υπόκεινται σε κατάσχεση. 12.Θ.ω.23 Διάφορες Τράπεζες Άρθρ.8.-1.Η πώληση του συνόλου των κοινών και προνομιούχων μετοχών της νέας τράπεζας, ως ενιαίας ομάδας πραγμάτων, θα γίνει με δημόσιο πλειοδοτικό διαγωνισμό που προκηρύσσει ο εκκαθαριστής, ύστερα από αυτοτελείς εκτιμήσεις που θα διενεργήσουν δύο ανεξάρτητοι οίκοι, οριζόμενοι από τον εκκαθαριστή, με τη σύμφωνη γνώμη της Τράπεζας τη Ελλάδος. Η διαδικασία, τα κριτήρια και οι λοιποί όροι του διαγωνισμού και της κατακύρωσης, καθορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος. Η κοινή αυτή υπουργική απόφαση θα λαμβάνει υπόψη το Νόμ. 2076/1992 «Ανάληψη και άσκηση δραστηριότητας πιστωτικών ιδρυμάτων και άλλες συναφείς διατάξεις» (ΦΕΚ 130 Α΄) και ιδίως διάταξη του άρθρ. 17, καθώς και τις γενικές αρχές της διαφάνειας των διαδικασιών και της ίσης μεταχείρισης εκείνων που θα μετάσχουν στον πλειοδοτικό διαγωνισμό. Οι προπαρασκευαστικές εργασίες πώλησης, περιλαμβανομένης και της έκδοσης της κοινής αποφάσεως, πρέπει να ολοκληρωθούν μέχρι την 31 Μαρτ. 1996 και ο διαγωνισμός να προκηρυχθεί εντός του αμέσως επόμενου τριμήνου. Εάν ο πλειοδοτικός διαγωνισμός αποβεί ατελεσφόρητος, θα επαναλαμβάνεται ανά τρίμηνο. 2.Η προβλεπόμενη στην προηγούμενη παράγραφο κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος θα περιλαμβάνει κατ’ αρχήν και ιδίως, κριτήρια για την αξιολόγηση των υποψήφιων αγοραστών, όπως αυτά προβλέπονται από τις συνδυασμένες διατάξεις του Νόμ. 1806/1988 (ΦΕΚ 207 Α΄) και της πράξεως του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος 1379/24/31.10.1988 (ΦΕΚ 239 Α΄), όπως αυτή τροποποιηθείσα και συμπληρωθείσα ισχύει, τα δικαιολογητικά που θα πρέπει να υποβληθούν, το ύψος των εγγυητικών επιστολών συμμετοχής στο διαγωνισμό, καθώς και τις προθεσμίες υποβολής και αξιολόγησης των προσφορών, ανακοίνωσης του αποτελέσματος του διαγωνισμού και καταβολής του τιμήματος αγοράς των μετοχών της νέας τράπεζας. 3.Είναι δυνατόν ποσοστό μέχρι 3% των κοινών μετοχών να διατεθεί στους εργαζόμενους στην τράπεζα, στην τιμή κατακύρωσης στον πλειοδότη. Το δικαιώμα αυτό ασκείται εντός ανατρεπτικής προθεσμίας 3 μηνών από της κατακύρωσης. Σε περίπτωση απράκτου παρέλευσης της ανωτέρω προθεσμίας ή μη κάλυψης του συνόλου του ποσοστού, το σύνολο του ποσοστού ή το μη καλυφθέν μέρος του εξαγοράζεται υποχρεωτικώς εντός ενός (1) μηνός από τον πλειοδότη στην τιμή κατακύρωσης. Οι λεπτομέρειες καθορίζονται στην ανωτέρω αναφερόμενη κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος.
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.