← Ελλάδα

11. ΑΝΑΓΚ. ΝΟΜΟΣ υπ’ αριθ. 1552 της 31 Δεκ. 1938/5 Ιαν. 1939 Περί προστασίας της Σηροτροφικής παραγωγής. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α΄ Άρθρ.1.-1.Από της ισχύος του παρ

Εν συντομία

Αυτός ο νόμος ρυθμίζει την ονομασία και την εμπορία προϊόντων που περιέχουν μετάξι ή τεχνητό μετάξι (ραιγιόν), καθώς και τη φορολογία της παραγωγής και εισαγωγής ραιγιόν, με σκοπό την προστασία της σηροτροφικής παραγωγής.

Τι ρυθμίζει

Ποιον αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
11. ΑΝΑΓΚ. ΝΟΜΟΣ υπ’ αριθ. 1552 της 31 Δεκ. 1938/5 Ιαν. 1939 Περί προστασίας της Σηροτροφικής παραγωγής. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α΄ Άρθρ.1.-1.Από της ισχύος του παρόντος Νόμου απαγορεύονται: α)Η χρησιμοποίησις της λέξεως «ΜΕΤΑΞΑ» ή «ΜΕΤΑΞΩΤΟΝ» ακόμη και εις ξένην γλώσσαν δια τον χαρακτηρισμόν οιουδήποτε νήματος, υφάσματος ή άλλου είδους τα οποία δεν έχουσι κατασκευασθή αποκλειστικώς, εκ ζωϊκής μετάξης, εκ βομβυκίων του μεταξοσκώληκος. Τα εκ τεχνητής μετάξης κατασκευαζόμενα νήματα, υφάσματα ή άλλα είδη εν γένει, θα φέρωσιν εφεξής υποχρεωτικώς, την λέξιν «ΡΑΙΓΙΟΝ», ήτις θα τίθεται, ευκρινώς και ελληνιστί, προκειμένου μεν περί υφασμάτων, δια σφραγίδος επί της παρυφής αυτών (ούγιας) προκειμένου δε περί νημάτων ή άλλων ειδών εν γένει, επί ετικέττας, ανηρτημένης εφ’ εκάστου αυτών. β)Η διάθεσις εις την κατανάλωσιν των κατά τα ανωτέρω, ειδών κατασκευασμένων εκ «ΡΑΙΓΙΟΝ» ή εκ τοιαύτης, προσμεμιγμένης μετ’ άλλων κλωστικών υλών (μετάξης, βάμβακος, ερίου, λίνου κλπ.), εφ’ όσον τα νήματα, υφάσματα ή άλλα είδη, δεν πληρούσι τας εν τω δευτέρω εδαφίω της προηγουμένης παραγράφου και τας εν τη παρ. 3 προϋποθέσεις. 2.Επί συμμίκτων νημάτων, υφασμάτων ή άλλων ειδών, άτινα κατασκευάζονται εκ ζωϊκής μετάξης μετά βάμβακος, λίνου, ερείου ή ραιγιόν κλπ. θα τίθεται υποχρεωτικώς και ευκρινώς η λέξις «ΒΑΜΒΑΚΟΜΕΤΑΞΟΝ» ή «ΛΙΝΟΜΕΤΑΞΟΝ» ή «ΜΑΛΛΟΜΕΤΑΞΟΝ» ή «ΡΑΙΓΙΟΝΟΜΕΤΑΞΟΝ» κλπ., αναλόγως των κλωστικών υλών, εξ ων παρασκευάσθησαν, επί της παρυφής, (ούγιας) του υφάσματος δια σφραγίδος ή επί ετικέττας, ως εν τη παρ. 1 του παρόντος άρθρου καθορίζεται, προς δε και το επί τοις εκατόν ποσοστόν της ζωϊκής μετάξης κατά βάρος του υφάσματος και εις την διεθνώς παραδεδεγμένην υγρομετρικήν κατάστασιν. Δι’ αποφάσεως του Ανωτάτου Χημικού Συμβουλίου θέλει καθορισθή η μέθοδος του προσδιορισμού τούτου. Σύμμικτα νήματα, υφάσματα ή άλλα είδη, συντεθειμένα εκ πλειόνων των δύο κλωστικών υλών, λαμβάνουσι την ονομασίαν αυτών εκ των δύο επικρατεστέρων εις ποσοστόν βάρους, ισχυουσών κατά τα άλλω επ’ αυτών απασών των διατάξεων του παρόντος Νόμου. 3.Επί συμμίκτων νημάτων, υφασμάτων ή άλλων ειδών, κατασκευαζομένων δια συνυφάνσεως ΡΑΙΓΙΟΝ μετ’ άλλων κλωστικών υλών (βάμβακος, λίνου, ερίου κλπ.), πλην μετάξης, θα τίθεται υποχρεωτικώς ελληνιστί και ευκρινώς η λέξις «ΒΑΜΒΑΚΟΡΑΙΓΙΟΝ» ή «ΜΑΛΛΟΡΑΙΓΙΟΝ» ή «ΛΙΝΟΡΑΙΓΙΟΝ» κλπ. (αναλόγως της γενομένης προσμίξεως) επί της παρυφής (ούγιας) του υφάσματος δια σφραγίδος ή επί ετικέττας ως εν τη παρ. 1 του παρόντος Άρθρ.9.-Η από 1ης Ιουλίου ε.ε. εισπραχθείσα επί παρακαταθήκη εισφορά εκ δραχ. 50 κατά χιλιόγραμμον επί των εισαχθέντων υφασμάτων και ειδών ιματισμού εν γένει εκ ραιγιόν, επιστρέφεται εις τους καταβαλόντας αυτήν εισαγωγείς. Άρθρ.10.-1.Άπασα η κατά τον παρόντα νόμον διαδικασία και εν γένει άπαντα τα δια την εφαρμογήν της φορολογίας ταύτης εκδιδόμενα ή οπωσδήποτε χρησιμοποιούμενα Σελ. 691 Σηροτροφία 17.Θ.ξ.11 έγγραφα συντάσσονται εφ’ απλού χάρτου. Το ένδικον μέσον της αναιρέσεως, διέπεται υπό των ισχυουσών ειδικών περί αυτού διατάξεων. 2.Ο Υπουργός των Οικονομικών εγκρίνει και εντέλλεται την πληρωμήν πάσης αναγκαίας δαπάνης δια την εκτέλεσιν του παρόντος Νόμου, καταλογιζομένης εις τα έξοδα βεβαιώσεως των αμέσων φόρων. Προς κάλυψιν δε των δαπανών βεβαιώσεως και εισπράξεως του φόρου τούτου, εκ του αποδιδομένου εις την Αγροτικήν Τράπεζαν της Ελλάδος εσόδου παρακρατείται υπέρ του Δημοσίου ποσοστόν 3%. 3.Ο κατά τας διατάξεις του παρόντος Νόμου επιβαλλόμενος έκτακτος προσωρινός φόρος επί της εν τω εσωτερικώ παραγομένης ραιγιόν, ως και η ειδική εισφορά επί της ραιγιόν, αμιγούς ή συμμίκτου, εις νήματα ήτις εισάγεται εκ της αλλοδαπής αποδίδεται, μετά παρακράτησιν του κατά την προηγουμένην παράγραφον ποσοστού, εις την Αγροτικήν Τράπεζαν της Ελλάδος, κατατιθέμενος εν ιδίω τοκοφόρω λογαριασμώ και υπό τον τίτλον «Πόροι προς ενίσχυσιν της σηροτροφίας», κατά τα ειδικότερον δι’ αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών ορισθησόμενα. Δια κοινών αποφάσεων των επί των Οικονομικών, Εθνικής Οικονομίας και Γεωργίας Υπουργών κανονισθήσεται εκάστοτε ο τρόπος της διαθέσεως του εσόδου τούτου προς ενίσχυσιν της σηροτροφίας. 4.Αι λεπτομέρειαι της εκτελέσεως του παρόντος Νόμου κανονισθήσονται δια Β.Δ/των. Ο Α.Ν. 1324 «περί προστασίας της σηροτροφικής παραγωγής» καταργείται. άρθρου καθορίζεται. «Δι’ αποφάσεων των Υπουργών Εμπορίου και Γεωργίας δημοσιευομένων εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως δύνανται να κανονισθώσιν και άλλαι τυχόν λεπτομέρειαι της κατά τ' ανωτέρω σημάνσεως των νημάτων, υφασμάτων και άλλων ειδών». Το εντός « » εδάφιον αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 4 Νόμ. 2152/1952. Σελ. 689 Σηροτροφία 17.Θ.ξ.10-11 4.Τα νήματα, υφάσματα ή άλλα είδη περί ων ο παρών Νόμος, δέον να αναγράφωνται εις τα τιμολόγια ή άλλα έγγραφα του εμπορίου, καθώς και εις τας διαφημίσεις υπό τας προαναφερθείσας ονομασίας. Δεν δύνανται δε να εκτίθηνται, να τίθενται εις πώλησιν ή να πωλώνται εις τα καταστήματα λιανικής πωλήσεως, ει μη μόνον εάν φέρωσιν σφραγίδα ή ετικέτταν εντελώς ορατήν, δι’ ων να εμφαίνηται η αρμόζουσα ονομασία εκάστου είδους ως καθορίζεται εις τας παρ. 1-3 του παρόντος άρθρου προκειμένου περί συμμίκτων, περί ων η παρ. 2 του παρόντος άρθρου και τα ποσοστά της ζωϊκής μετάξης. 5.Απαγορεύεται η χρήσις παντός τρόπου διαφημίσεως, εκθέσεως, επιδείξεως, ή πωλήσεως δυναμένου να δημιουργήση σύγχυσιν εις το πνεύμα του αγοραστού καθ’ όσον αφορά την φύσιν ή την σύνθεσιν των περί ων ο παρών νόμος ειδών, άτινα εκτίθενται προς πώλησιν. 6.Απαγορεύεται η χρησιμοποίησις της λέξεως «ΜΕΤΑΞΑ» ακόμη και εις ξένην γλώσσαν, ως και των παραγώγων αυτής, ως επωνυμίας επιχειρήσεων εμπορικών ή βιομηχανικών εν γένει μη ασχολουμένων με την παραγωγήν, επεξεργασίαν ή την πώλησιν νημάτων, υφασμάτων ή άλλων ειδών εκ ζωϊκής μετάξης. Άρθρ.2.-1.Από της 1ης Φεβρ. 1939 οι κατασκευασταί και από της 1ης Απρ. 1939 οι πωληταί λιανικής ή χονδρικής πωλήσεως, των εν τω Νόμω τούτω, αναφερομένων ειδών, είτε εκ προϊόντων ζωϊκής μετάξης, είτε συμμίκτων τοιούτων μετά ραιγιόν και άλλων κλωστικών υλών, υποχρεούνται ν’ αναγράφωσιν ελληνιστί και ευδιακρίτως επί των μέχρι της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος νόμου κατασκευασθέντων ή πωλουμένων υπ’ αυτών ως ανωτέρω ειδών, και καθ’ ον τρόπον καθορίζεται εν τω προηγουμένω άρθρω αναλόγως του είδους, την αρμόζουσαν ονομασίαν. 2.Άπαντες οι κατασκευασταί, οι εισαγωγείς ή οι πωληταί νημάτων, υφασμάτων ή άλλων ειδών εκ προϊόντων ζωϊκής μετάξης ή ραιγιόν ή συμμίκτων υφασμάτων εκ προϊόντων ζωϊκής μετάξης ή «ραιγιόν» συνυφασμένων μετ’ άλλων κλωστικών υλών, υποχρεούνται να χορηγήσωσιν εις τους εμπόρους προς ους επώλησαν τοιαύτα είδη επί τη αιτήσει των και εντός μηνός από της προς αυτούς επιδόσεως της σχετικής αιτήσεως των εμπόρων υπεύθυνον βεβαίωσιν εμφαίνουσαν εάν τα παρ’ αυτών κατασκευασθέντα ή πωληθέντα νήματα, υφάσματα ή άλλα είδη είναι κατασκευασμένα, εν όλω ή εν μέρει εκ ζωϊκής μετάξης ή «ραιγιόν» ή άλλων κλωστικών υλών ως και κατά ποίον ποσοστόν βάρους εγένετο η πρόσμιξις της ζωϊκής μετάξης ή ραιγιόν. Σελ. 690 3.Επιτρέπεται ανοχή μέχρι 10% επί του δηλουμένου ποσοστού της ενεχομένης ζωϊκής μετάξης. Η ύπαρξις ζωϊκής μετάξης εις ποσοστόν ανώτερον του δηλουμένου δεν αποτελεί παράβασιν των διατάξεων του παρόντος Νόμου. 4.Δεν έχουσιν εφαρμογήν αι διατάξεις των παρ. 2, 3 και 4 του άρθρ. 1 του παρόντος Νόμου επί νημάτων, υφασμάτων ή άλλων ειδών, εκ κλωστικών υλών, περιεχόντων ποσοστόν ζωϊκής μετάξης ή ραιγιόν μέχρις 8%. Άρθρ.3.-Η παρουσία (χημικής) επιβαρύνσεως εις είδη εκ ζωϊκής μετάξης, δεν αφαιρεί το δικαίωμα της ονομασίας αυτών ως μεταξωτών, ως προσδιορίζεται εν τω παρόντι Νόμω, και εφ’ όσον η επιβάρυνσις αύτη δεν αντιβαίνει εις τας νομίμους και σταθεράς συνηθείας του εμπορίου. Εν τη περιπτώσει όμως ταύτη εάν η επιβάρυνσις υπερβαίνει 3%, θα χρησιμοποιήται η έκφρασις ΜΕΤΑΞΑ ΒΕΒΑΡΥΜΕΝΗ ή ΜΕΤΑΞΩΤΟΝ ΒΕΒΑΡΥΜΕΝΟΝ, εάν δε η επιβάρυνσις υπεβάινει το 25% θα χρησιμοποιήται η έκφρασις ΜΕΤΑΞΑ ΥΠΕΡΒΕΒΑΡΥΜΕΝΗ ή ΜΕΤΑΞΩΤΟΝ ΥΠΕΡΒΕΒΑΡΥΜΕΝΟΝ, υπό τας διατυπώσεις και περιορισμούς πάντοτε των άρθρ. 1-3 του παρόντος Νόμου. Άρθρ.4.-1.«Οι παραβάται των άρθρ. 1 και 2 του Νόμ. 1952 διώκονται τη εγκλήσει των αγορανομικών ή γεωργικών αρχών ως και οιουδήποτε τρίτου έχοντος έννομον συμφέρον ενώπιον του αρμοδίου Δικαστηρίου και τιμωρούνται με χρηματικήν ποινήν μέχρι δραχμών 10 εκατομμυρίων ή φυλάκισιν μέχρι 3 μηνών ή και με αμφοτέρας τας ποινάς ταύτας. Εν υποτροπή αι ανωτέρω ποιναί διπλασιάζονται, δύναται δε δια της σχετικής αποφάσεως να διαταχθή παρά του Δικαστηρίου και η κατάσχεσις των ειδών άτινα δεν είχον τας δια του Νόμ. 1552/1939 καθοριζομένας ενδείξεις ή είχον ανακριβείς τοιαύτας». Η παρ. 1 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 4 Νόμ. 2152/1952. 2.Δια την εφαρμογήν των διατάξεων του παρόντος Νόμου η εξέτασις των εκ προϊόντων ζωϊκής μετάξης ή «ραιγιόν» κατασκευαζομένων, εν όλω ή εν μέρει νημάτων υφασμάτων ή άλλων ειδών ενεργείται εις το Γενικό Χημείον του Κράτους και τα Παραρτήματα αυτού. 17.Θ.ξ.11 Σηροτροφία Άρθρ.5.-«Από πρώτης Μαρτ. 1941 επιβάλλεται έκτακτος προσωρινός φόρος επί των βιομηχανικών επιχειρήσεων παραγωγής ραιγιόν οριζόμενος εις δραχ. 30 κατά χιλιόγραμμον παραγομένης ραιγιόν. Τα υποπροϊόντα ραιγιόν υπόκεινται εις τον αυτόν ως άνω φόρον, πλην των κατωτέρας των 150 δραχμών αξίας κατά χιλιόγραμμον, η επί των οποίων φορολογία ορίζεται εις 20% επί της αξίας των». Το άρθρ. 5 ετροποποιήθη ως άνω δια του Α.Ν. 2883/1941. Βλ. ήδη άρθρ. 1 Νόμ. 2152/1952. Άρθρ.6.-1.Η ποσότης παραγωγής των εις τον φόρον του παρόντος Νόμου υποκειμένων επιχειρήσεων υπολογίζεται κατά κανόνα επί τη βάσει των γενικών αρχών των εφαρμοζομένων εν τη κατηγορία Δ΄ της φορολογίας των καθαρών προσόδων. 2.Δια την επιβολήν του φόρου λαμβάνονται αι πωλούμεναι ποσότητες. Εν περιπτώσει μεταγενεστέρας, ολικής ή μερικής, ακυρώσεως πράξεώς τινος, δεν οφείλεται φόρος επί της ποσότητος ταύτης, ο τυχόν δε καταβληθείς φόρος συμψηφίζεται ή επιστρέφεται. Ωσαύτως δια την επιβολήν του φόρου λαμβάνονται και αι ποσότητες αι χρησιμοποιηθείσαι υπό των επιχειρήσεων παραγωγής «ραιγιόν» προς επεξεργασίαν και παραγωγήν ετέρων προϊόντων ανεξαρτήτως εάν ταύτα επωλήθησαν ή μη. 3.Αι πωλούμεναι ποσότητες «ραιγιόν» ως και αι χρησιμοποιούμεναι τοιαύται, επί των οποίων υπολογίζεται ο κατά τον παρόντα Νόμον φόρος, δέον να καταχωρίζωνται καθ’ εκάστην ανελλιπώς εις τα επίσημα βιβλία του φυσικού ή νομικού προσώπου, διακεκριμένως δε των λοιπών τυχόν πράξεων της επιχειρήσεως. Άρθρ.7.-1.Εντός εκάστου μηνός ο υπόχρεως εις την καταβολήν του φόρου, φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον, οφείλει να επιδίδη δήλωσιν των κατά τον αμέσως προηγούμενον μήνα πωληθεισών ποσοτήτων «ραιγιόν», ως και των χρησιμοποιηθεισών τοιούτων, εις τον Οικονομικόν Έφορον της περιφερείας της έδρας της επιχειρήσεως, καταβάλλων άμα εξ ολοκλήρου τον αναλογούντα φόρον. Εις τας δηλώσεις ταύτας αναγράφονται διακεκριμένως αι παρ’ εκάστου υποκαταστήματος, αντιπροσώπου ή πράκτορος πωλούμεναι ή χρησιμοποιούμεναι ποσότητες. Κατά την πρώτην εφαρμογήν του παρόντος Νόμου επιδοθήσεται δήλωσις εντός του μηνός Ιαν. 1939 δια τας πωληθείσας ή χρησιμοποιηθείσας ποσότητας εντός του μηνός Ιουλ. 1938. 2.Εν περιπτώσει εκπροθέσμου υποβολής της δηλώσεως υπό του φορολογουμένου, καταλογίζεται αυτώ προσαύξησις του φόρου, οριζομένη εις 3% επί του κατά την δήλωσιν οφειλομένου φόρου, αν η δήλωσις επιδοθή εντός του πρώτου μηνός από της λήξεως της προς επίδοσιν εμπροθέσμου δηλώσεως προθεσμίας, 6% αν η δήλωσις επιδοθή εντός του δευτέρου μηνός και 10% αν η δήλωσις επιδοθή μετά την πάροδον του δευτέρου μηνός από της λήξεως της προς επίδοσιν εμπροθέσμου δηλώσεως προθεσμίας. Εν περιπτώσει ανακριβείας της δηλώσεως καταλογίζεται προσαύξησις κατ’ ελάχιστον όριον 10% και κατ’ ανώτατον όριον 30% του φόρου, ον δια της ανακριβείας της δηλώσεως θα διέφευγεν ο φορολογούμενος. Εν περιπτώσει παραλείψεως υποβολής δηλώσεως καταλογίζεται προσαύξησις κατ’ ελάχιστον όριον προς 25% και κατ’ ανώτατον όριον 75% του φόρου, ον δια της παραλείψεως της δηλώσεως θα διέφευγεν ο φορολογούμενος. Εν περιπτώσει υποβολής εκπροθέσμου ανακριβούς δηλώσεως αι ως άνω καθοριζόμεναι δι’ εκάστην περίπτωσιν προσαυξήσεις καταλογίζονται αθροιστικώς. 3.Αι διατάξεις των άρθρ. 42 και 43 του Κώδικος φορολογίας καθαρών προσόδων εφαρμόζονται και επί παραβάσεων του κατά τον παρόντα Νόμον φόρου. Άρθρ.8.-Η επαλήθευσις των επιδοθεισών δηλώσεων και ο έλεγχος προς εξακρίβωσιν των παραλιπόντων ταύτην φορολογουμένων, τα της συνθέσεως και λειτουργίας Συμβουλευτικών Επιτροπών προς καθορισμόν της πωληθείσης ή χρησιμοποιηθείσης ποσότητος, η σύνταξις των φορολογικών καταλόγων και η κοινοποίησις αποσπασμάτων αυτών, αι ενστάσεις κατά τον εν τοις φορολογικοίς καταλόγοις εγγραφών και τα της επιδόσεως και εκδικάσεως αυτών, αι εφέσεις κατά των εκδοθεισών συνεπεία ενστάσεων αποφάσεων και τα της επιδόσεως και εκδικάσεως αυτών, αι αποζημιώσεις των Επιτροπών, τα δικαιώματα επιδόσεως, τα της βεβαιώσεως του φόρου, ο καταλογισμός των κατά την παρ. 2 του άρθρ. 6 του παρόντος προσαυξήσεων του φόρου, τα της παραγραφής του δικαιώματος του Δημοσίου προς επιβολήν του φόρου και εν γένει η διαδικασία της βεβαιώσεως του φόρου διέπονται υπό των ισχυουσών εκάστοτε προκειμένου περί της Δ΄ Κατηγορίας των καθαρών προσόδων διατάξεων.

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.