📄 Κείμενο νόμου
1. ΨΗΦΙΣΜΑ της 16/31 Δεκ. 1924 Περί ανακρίσεως και εκδικάσεως αδικημάτων τινών υπό των Εφετών. Άρθρον 1 «1.Α΄)Τα υπό του Ποιν. Νόμου προβλεπόμενα και κατά του Δημοσίου ή νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου πραττόμενα κακουργήματα α)κλοπής, υπεξαιρέσεως (και ιδιοποιήσεως) και απάτης, β)πλαστογραφίας, νοθεύσεως δημοσίων σφραγίδων και σημάντρων και παραχαράξεως χαρτοσήμων ή άλλων παντός είδους ενσήμων και γ)απιστίας περί την ενέργειαν δημοσίας υπηρεσίας και Β)Τα υπό των άρθρων 115, 120 παρ. 1 στοιχ. α΄ και 122 του Στρατ. Ποιν. Κώδικος προβλεπόμενα αδικήματα, εφ’ όσον το δια των υπό του εδάφ. Α΄ στοιχ. β΄ και γ΄ και του εδάφ. Β΄ αδικημάτων επιτευχθέν ή επιδιωχθέν όφελος του πράξαντος ή η προσγενομένη ή οπωσδήποτε απειληθείσα ζημία του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου υπερβαίνει το ποσόν των πέντε εκατομμυρίων δραχμών, δικάζονται υπό του Εφετείου κατά τας εφεξής διατάξεις, είτε στρατιωτικοί μόνον είτε πολίται είναι οι πράξαντες. Αν εκ της επ’ ακροατηρίω διαδικασίας ήθελεν αποδειχθή ότι το επιτευχθέν ή επιδιωχθέν όφελος ή η επελθούσα ζημία είναι ελάσσων των 5 εκατομμυρίων δραχμών, ή ότι η πράξις φέρει χαρακτήρα πλημμελήματος, το Εφετείον θεωρείται αρμόδιον και προβαίνει εις την εκδίκασιν της υποθέσεως». Η § 1 αντικατεστάθη ως άνω υπό του άρθρ. 1 Ν.Δ. 448/1947 (κατωτ. αρ. 9). 2.«Συντρεχόντων μετά των εν τη προηγουμένη παραγράφω αδικημάτων και άλλων συναφών εφαρμόζεται η διάταξις του άρθρου 33 της Ποινικής Δικονομίας. Η § 2 αντικατεστάθη ως άνω υπό του Α.Ν. 568/1945 (κατωτ. αρ. 8). Τμήμα Β΄ Περί ανακρίσεως και προδικασίας. Άρθρον 14 1-3.(Κατηργήθησαν υπό του άρθρ. 591 εδ. ε΄ της νέας Ποινικής Δικονομίας). «4.Η κλήτευσις των στρατιωτικών ως μαρτύρων ή κατηγορουμένων κατά τε την προδικασίαν και την επ’ ακροατηρίου διαδικασίαν γίνεται επιμελεία του οικείου ανακριτού ή εισαγγελέως απ’ ευθείας, άνευ μεσολαβήσεως της προϊσταμένης των καλουμένων στρατιωτικής αρχής». «5.Τα εντάλματα συλλήψεως και φυλακίσεως, τα εκδιδόμενα υπό των ανακριτών δια τας περί ων το παρόν πράξεις και αφορώντα στραΣελίς 155 Ειδικά Εφετεία 9.Β.β.1 τιωτικούς εν γένει, εκτελούνται απ’ ευθείας υπό του αρμοδίου εισαγγελέως, η δε φυλάκισις αυτών γίνεται εν ταις κοιναίς φυλακαίς, εις ας θέλει εκτίεσθαι και η ποινή». Αι παρ. 4 και 5 προσετέθησαν υπό του ψηφ. της 9/11 Ιουν. 1925 (κατωτ. αρ. 2). Άρθρον 15 1.Αν ο αριθμός των εν τω παρόντι υποθέσεων το απαιτή, ο υπουργός της Δικαιοσύνης δύναται να διορίζη ειδικούς ανακριτάς εκ των οικείων Πρωτοδικών μετά γνωμοδότησιν περί της ανάγκης, υπό του εισαγγελέως των Εφετών. 2.Τοιούτοι ανακριταί διορίζονται οι υποδεικνυόμενοι υπό του συμβουλίου των Εφετών και δεν δύνανται να απαλλαγώσι των καθηκόντων αυτών ή να μετατεθώσιν άνευ γνωμοδοτήσεως αυτού. Άρθρον 16 1.Η ποινική δίωξις γενικών γραμματέων, διευθυντών ή τμηματαρχών υπουργείων γίνεται κατά τας διατάξεις του παρόντος, ανεξαρτήτως της διώξεως του τυχόν συνυπευθύνου υπουργού. 2.«Προϊστάμενοι υπηρεσιών ή επιθεωρηταί γενόμενοι ένοχοι αμελείας περί τον έλεγχον των υφισταμένων αυτών ή των εις επιθεώρησιν αυτών υποκειμένων τιμωρούνται, επί τη αμελεία ταύτη κατ’ έγκλησιν της αρμοδίας προϊσταμένης αυτών υπηρεσίας, εν περιπτώσει τελέσεως τινός των εν άρθρω 1 αδικημάτων, αν δεν συντρέχη δεινοτέρα του νόμου παράβασις, δια φυλακίσεως μέχρις ενός έτους, μη συνεπαγομένης τας εν άρθρω 24 του ποινικού νόμου στερήσεις. Οι μέχρι τούδε καταδικασθέντες επί ομοία παραβάσει απαλλάσσονται επίσης των εκ του άρθρου 24 του ποινικού νόμου συνεπειών και στερήσεων. Η πράξις δικάζεται κατά τας διατάξεις του παρόντος». Η παρ. 2 ετροπ. ως άνω υπό του ν. 3893 (9.Ββ.3). Άρθρον 17 1.Προς απονομήν χάριτος επί των εν τω άρθρω 1 αδικημάτων, εάν δεν εγνωμοδότησεν υπέρ ταύτης το δικάσαν εφετείον, απαιτείται αναγκαίως γνωμοδότησις του συμβουλίου των εν Αθήναις Εφετών και του παρά τω Υπουργείω της Δικαιοσύνης Συμβουλίου Χαρίτων. 2.Άνευ της συμφώνου γνώμης των δύο ανωτέρω Συμβουλίων δεν δύναται να δοθή χάρις. Βλ. και ν. 3861 π. απονομής χάριτος κλπ. (9.Γδ.1). Σελίς 156 Τμήμα Η΄ Μεταβατικαί διατάξεις Άρθρον 18 1.Το από 18 Σεπτεμβρίου 1924 σχετικόν Νομοθετικόν Διάταγμα καταργείται. 2-4.(Μεταβατικαί διατάξεις). Άρθρον 19 1.Πάσαι αι διατάξεις του παρόντος Ψηφίσματος δύνανται να καταργώνται ή να τροποποιώνται δια νόμων. 2.Η ισχύς του παρόντος άρχεται από της εν τη Εφημερίδι της Κυβερνήσεως δημοσιεύσεως αυτού. Άρθρον 2 1.Η αρμοδιότης των παρά πλημμελειοδίκαις ανακριτών και ανακριτικών υπαλλήλων κανονίζεται κατά τα άρθρα 29-35 της Ποινικής Δικονομίας, μη εφαρμοζομένων των περί ιδιαζούσης και εξαιρετικής δικαιοδοσίας κανόνων της Ποινικής Δικονομίας και παντός άλλου νόμου. 2-6.(Κατηργήθησαν υπό του άρθρ. 591 εδ. ε΄ της νέας Ποινικής Δικονομίας). 7.Απόλυσις επί εγγυήσει απαγορεύεται απολύτως επί των εν τω άρθρω 1 αναφερομένων αδικημάτων. «Δύναται όμως να χωρήση η επί εγγυήσει προσωρινή απόλυσις, όταν κατατεθή ως τοιαύτη ολόκληρον το ποσόν δια το οποίον κατηγορείται ο προφυλακισθείς και υπό τον όρον ότι το ποσόν τούτο είτε παρά του ιδίου είτε παρά τρίτου καταβαλλόμενον ως εγγύησις θέλει καταψηφισθή υπέρ του Δημοσίου όταν δια της οριστικής αποφάσεως καταδικασθή ο υπέρ ου η εγγύησις δια την πράξιν δι’ ην κατηγορείται και ελαττουμένη μέχρι του ποσού δι’ ο κατεδικάσθη». Βλ. και άρθρ. 473 § 1 του νέου Ποινικού Κώδικος (8.Αα.3). Σελίς 153 Ειδικά Εφετεία 9.Β.β.1 Άρθρα 3-7 (Κατηργήθησαν δια του άρθρ. 591 έδ. ε΄ της νέας Ποινικής Δικονομίας). Τμήμα Γ΄ Περί της επ’ ακροατηρίω διαδικασίας. Άρθρον 8 1.Ίνα έχη κύρος η απόφασις απαιτείται η παρουσία (επτά) «πέντε» εφετών, περιλαμβανομένου και του προέδρου. Ίνα δε έχη κύρος η συζήτησις, είναι εκτός τούτου αναγκαία η παρουσία του εισαγγελέως και του γραμματέως. 2.Ο εκπληρώσας εν τη δικαζομένη υποθέσει ανακριτικά ή εισαγγελικά καθήκοντα δεν δύναται ν’ αποτελέση μέλος του δικαστηρίου επί ποινή ακυρότητος της διαδικασίας. «3.Ο παρ’ εφέταις Εισαγγελεύς, πλην των εαυτού κατά νόμον υποκαταστάτων, δύναται να υποκαταστήση εαυτώ εν τω ακροατηρίω και τον Εισαγγελέα ή τινα των Αντεισαγγελέων Πλημμελειοδικών της έδρας του Εφετείου». Η § 3 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 4 του Α.Ν. 688/1945 (9.Γα.2β΄). 4.Εν απολύτω αδυναμία προς συγκρότησιν του εφετείου εκ του ανωτέρω αριθμού εφετών, επιτρέπεται η αναπλήρωσις ενός μόνον των μελών αυτού δια των εν τη έδρα του εφετείου υπηρετούντων προέδρου ή αντιπροέδρου Πρωτοδικών, ή και πρωτοδικών, εχόντων συμπεπληρωμένην πενταετή υπηρεσίαν ως τοιούτων. «Εάν και κατά την περίπτωσιν ταύτην είναι αδύνατος η συγκρότησις του δικαστηρίου, δύναται ο υπουργός της Δικαιοσύνης, εφ’ όσον υπάρχουν ώριμοι προς εκδίκασιν υποθέσεις, να αποσπά δικαστάς δι’ ωρισμένην περίοδον των συνεδριάσεων του επταμελούς δικαστηρίου εξ άλλων δικαστικών περιφερειών, ουχί πλείονας του ενός εξ εκάστου δικαστηρίου, η δε απόσπασις αυτή δεν δύναται να διαρκέση πέραν του ενός μηνός. Ή άλλως παρεγγέλει όπως ενεργηθή κανονισμός αρμοδιότητος, κατά τα άρθρα 60 και επ. Ποιν. Δικονομίας». Ο αριθμός των εφετών περιωρίσθη από 7 εις 5 υπό του Ν.Δ. 20 Απρ./12 Μαΐου 1926 κυρωθέντος υπό του ν. 3893 (9.Ββ.3). Αι παρ. 2 και 4 είχον τροποποιηθή υπό του άρθρ. 3 του Ψηφ. της 9/11 Ιουν. 1925 (9.Ββ.2) πλην αι τροποποιήσεις αύται κατηργήθησαν υπό του ως άνω Ν.Δ. 20 Απρ. 1926. Σελίς 154 Άρθρον 9 (Κατηργήθη υπό του άρθρ. 591 εδ. ε΄ της νέας Ποινικής Δικονομίας). Τμήμα Δ΄ Περί φυγοποίνων και απόντων. Άρθρον 10 (Κατηργήθη υπό του άρθρ. 591 έδ. ε΄ της νέας Ποινικής Δικονομίας). Τμήμα Ε΄ Περί πολιτικών απαιτήσεων. Άρθρον 11 Διαρκούσης της ανακρίσεως δικαιούται και ο ανακριτής να λαμβάνη παν συντηρητικόν μέτρον κατά πάσης περιουσίας των κατηγορουμένων προς εξασφάλισιν των πολιτικών απαιτήσεων του Δημοσίου και των λοιπών ζημιωθέντων νομικών προσώπων. Προς τούτο εντέλλεται την ενέργειαν συντηρητικών κατασχέσεων επί ακινήτων, αίτινες εκτελούνται κατά τας διατάξεις της Πολιτικής Δικονομίας, προσέτι κινητών, άτινα δύνανται να αφαιρεθώσιν εκ της κατοχής των κατηγορουμένων, προς δε κατασχέσεις εις χείρας τρίτων δι’ απλού κατασχετηρίου αυτού, κοινοποιουμένου κατά τας διατάξεις της Πολιτικής Δικονομίας, λαμβάνων επίσης παν άλλο συντηρητικόν μέτρον. Εις πάσας τας περιπτώσεις ταύτας δεν απαιτείται άδεια του προέδρου, καν έτι η κατάσχεσις επιβάλλεται παρ’ ανωνύμω εταιρεία. Οι τρίτοι υποχρεούνται εις δήλωσιν εντός 8 ημερών από της κοινοποιήσεως του κατασχετηρίου εις αυτούς. Η δήλωσις γίνεται μόνον δια δικογράφου κοινοποιουμένου προς τον επιβάλοντα την κατάσχεσιν ανακριτήν. Ανακοπή κατά της δηλώσεως ενασκείται υπό του εισαγγελέως ή και των νομίμων αντιπροσώπων του Δημοσίου και των λοιπών νομικών Προσώπων ενώπιον του αρμοδίου κατά την Πολιτικήν Δικονομίαν δικαστηρίου εντός τριάκοντα ημερών από της άνω κοινοποιήσεως. Ως προς την συζήτησιν της ανακοπής εν γένει εφαρμόζονται αι διατάξεις της Πολιτικής Δικονομίας. 2.Η αγωγή περί κύρους των άνω ληφθέντων συντηρητικών μέτρων απευθύνεται ενώπιον του κατά το παρόν ψήφισμα αρμοδίου δικαστηρίου είτε υπό των νομίμων αντιπροσώπων του Δημοσίου και λοιπών ως άνω προσώπων είτε υπό των εισαγγελέων. 3.Η τοιαύτη αγωγή ως και πάσα πολιτική αγωγή κοινοποιείται 8 πλήρεις ημέρας προ 9.Β.β.1 Ειδικά Εφετεία της δικασίμου της ποινικής δίκης. 4.Πάσα κινητή και ακίνητος περιουσία του κατηγορουμένου επί τινι των εν τω παρόντι αδικημάτων, ως και της συζύγου αυτού, πλην της αδιατιμήτου προικός, θεωρείται δυνάμει του νόμου κατεσχημένη από της χρονολογίας της δημοσιεύσεως του εντάλματος συλλήψεως ή τοιούτου μη εκδοθέντος, από της χρονολογίας του εντάλματος προφυλακίσεως, και καθίσταται υπέγγυος δια την ικανοποίησιν των εκ του παρόντος πολιτικών απαιτήσεων. Επίσης πάσα οιαδήποτε διάθεσις της τοιαύτης περιουσίας, γενομένη υπό του κατηγορουμένου ή της συζύγου αυτού από των άνω χρονολογιών ή και προ ενός μηνός προ αυτών, κηρύσσεται αυτοδικαίως άκυρος. Εις την ως άνω κατάσχεσιν νοείται περιλαμβανομένη και πάσα εξ οιασδήποτε αιτίας απαίτησις του κατηγορουμένου ή της συζύγου αυτού καθ’ οιουδήποτε φυσικού ή νομικού προσώπου, ήτις και εκχωρείται αυτοδικαίως τω Δημοσίω ή τω νομικώ προσώπω δημοσίου δικαίου, άμα τη εκδόσει τελεσιδίκου καταδικαστικής αποφάσεως. Επίσης δυνάμει της άνω εκ του νόμου κατασχέσεως απαγορεύεται εις πάσαν παντός είδους εταιρείαν η απόδοσις προς τον κατηγορούμενον ή την σύζυγον αυτού παντός περιουσιακού στοιχείου υφ’ οιονδήποτε νομικόν τύπον ευρισκομένου παρ’ αυτή, έστω και προς φύλαξιν εν ατομικώ κιβωτιδίω. Η άνω δημοσίευσις του εντάλματος συλλήψεως ή προφυλακίσεως γίνεται τρίς εν μια εφημερίδι εκδιδομένη εν τη έδρα του ανακριτού και εν δυσίν εφημερίσι της πρωτευούσης. Αι δημοσιεύσεις της § 4 δεν θίγονται υπό των απαγορεύσεων του άρθρ. 39 του Α.Ν. 1092/1938 περί τύπου (τόμ. 18). 5.Πάσα περιουσία ανιόντων, κατιόντων και αδελφών του κατηγορουμένου, κτηθείσα μετά την διάπραξιν των εν τω παρόντι αδικημάτων, θεωρείται ανήκουσα εις τον κατηγορούμενον και υπόκειται εις την ικανοποίησιν των πολιτικών απαιτήσεων, εφαρμοζομένων και επί ταύτης των συντηρητικών μέτρων κατά τα ανωτέρω. Οι ως άνω συγγενείς του κατηγορουμένου, ως και η σύζυγος αυτού δύνανται δι’ αγωγής ή ανακοπής, ασκουμένης κατά τας διατάξεις της Πολιτικής Δικονομίας, η και παρεμβάσεως κατά την κύριαν δίκην ν’ αποδείξωσιν ότι η περιουσία αυτή εκτήθη εξ ιδίων αυτών αποκλειστικώς πόρων. Εν τοιαύτη περιπτώσει η εν λόγω περιουσία δεν υπόκειται εις τας κατά το παρόν πολιτικάς απαιτήσεις. 6.Αι κατά το παρόν πολιτικαί απαιτήσεις δύνανται να προβληθώσι και το πρώτον ενώπιον του ακροατηρίου υπό τε του Εισαγγελέως και αντιπροσώπων του Δημοσίου και λοιπών νομικών προσώπων. 7.Απαλλασσομένου του κατηγορουμένου, είτε δι’ αμετακλήτου βουλεύματος, είτε δια δικαστικής αποφάσεως, της αποδοθείσης αυτώ κατηγορίας πάσαι αι άνω κατασχέσεις θεωρούνται ουδέποτε επιβληθείσαι και πάσα γενομένη απαλλοτρίωσις λογίζεται έγκυρος από της χρονολογίας αυτής. 8.«Παραπεμφθεισών των πολιτικών απαιτήσεων του Δημοσίου ή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου εις τα πολιτικά δικαστήρια, το Δημόσιον ή το νομικόν τούτο πρόσωπον οφείλει εντός έξ μηνών από της απαγγελίας της καταδικαστικής αποφάσεως να ζητήση δια τακτικής αγωγής την επικύρωσιν των κατά τας διατάξεις των παραγράφων 4 και 5 του παρόντος άρθρου επιβαλλομένων κατασχέσεων. Μη εγερθείσης εμπροθέσμως της περί κύρους των κατασχέσεων αγωγής ταύτης αι κατασχέσεις αίρονται υποχρεωτικώς υπό του αρμοδίου προέδρου Πρωτοδικών κατά τας διατάξεις των άρθρων 634 και επόμενα Πολιτ. Δικονομίας. 9.«Εν περιπτώσει εγέρσεως αγωγής εντός της υπό της προηγουμένης παραγράφου οριζομένης προθεσμίας η κατάσχεσις δύναται να περιορισθή δι’ αποφάσεως του δικαστηρίου, κρίνοντος εκ των ενόντων, εις αξίαν αντικειμένων ίσην προς το ποσόν της αγωγής, των τόκων της απαιτήσεως μέχρι του πιθανού χρόνου της εισπράξεως αυτής, των γενομένων δικαστικών, εξόδων και τελών, λαμβανομένης υπ’ όψει και της πιθανής εν τω μέλλοντι υποτιμήσεως της αξίας των αντικειμένων». Αι παραγρ. 8 και 9 προσετέθησαν υπό του ν. 6125 (κατωτ. αρ. 5). Τμήμα ΣΤ΄ Αναίρεσις και εκτέλεσις των αποφάσεων Άρθρα 12-13 (Κατηργήθησαν υπό του άρθρ. 591 εδ. ε΄ της νέας Ποινικής Δικονομίας). Τμήμα Ζ΄ Γενικοί ορισμοί.
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.