← Ελλάδα

10. ΒΑΣΙΛΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ της 17/19 Νοεμ. 1939 Περί πυρασφαλίσεως των εκποιουμένων κτημάτων της ανταλλαξίμου περιουσίας. Έχοντες υπ’ όψει τα άρθρα 1 παρά

Εν συντομία

Αυτός ο νόμος αφορά την υποχρεωτική ασφάλιση κατά του κινδύνου πυρός για ακίνητα που πωλούνται με δόσεις και ανήκουν στην ανταλλάξιμη περιουσία, τα οποία είναι υποθηκευμένα στο Δημόσιο. Σκοπός του είναι να διασφαλίσει την απαίτηση του Δημοσίου μέχρι την πλήρη εξόφληση.

Τι ρυθμίζει

Ποιον αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
10. ΒΑΣΙΛΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ της 17/19 Νοεμ. 1939 Περί πυρασφαλίσεως των εκποιουμένων κτημάτων της ανταλλαξίμου περιουσίας. Έχοντες υπ’ όψει τα άρθρα 1 παράγρ. 2 και 9 παράγρ. 3 του Αναγκαστικού Νόμου υπ’ αριθ. 1909 του έτους 1939, προτάσει του Ημετέρου επί των Οικονομικών Υπουργού και μετά σύμφωνον γνώμην του Συμβουλίου Επικρατείας, απεφασίσαμεν και διατάσσομεν: Άρθρον 1. Τα μεταβιβασθέντα και τα μεταβιβαζόμενα επί τμηματική εξοφλήσει κτήματα της ανταλλαξίμου περιουσίας, όντα ενυπόθηκα εις το Δημόσιον μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως της εκ της μεταβιβάσεως γεννηθείσης απαιτήσεως εκ κεφαλαίων, τόκων, εξόδων κλπ. κατά τα οριζόμενα εν τη από 8 Μαΐου 1939 κωδικοποιήσει της μεταξύ Δημοσίου και Εθνικής Τραπέζης Συμβάσεως, ως και πάσης άλλης σχετικής υποχρεώσεως, ασφαλίζονται υποχρεωτικώς κατά κινδύνου πυρός δια τον μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως της ως άνω απαιτήσεως χρόνον κατά τας κατωτέρω διατάξεις. Άρθρον 2. 1.Η ασφάλισις θεωρείται γενομένη από της υπογραφής του μεταβιβαστικού τίτλου, καλύπτει δε το εκάστοτε ανεξόφλητον ποσόν της ενυποθήκου απαιτήσεως το αναλογούν εις τα επί του γηπέδου κτίσματα ή άλλα στοιχεία κρινόμενα υπό του Κεντρικού Συμβουλίου ως χρήζοντα ασφαλίσεως. 2.Δια τα μεταβιβασθέντα κτήματα τα ησφαλισμένα κατά την δημοσίευσιν του παρόντος, εις Ασφαλιστικάς Εταιρείας η κατά τας διατάξεις του παρόντος ασφάλισις άρχεται από της επομένης της λήξεως της παρά τη Εταιρεία ασφαλίσεως. Από της αυτής ημέρας θεωρείται αρξαμένη ή κατά τας διατάξεις του παρόντος ασφάλισις και δι’ όσα κτήματα η παρ’ Εταιρεία ασφάλισις έληξε τυχόν προ της δημοσιεύσεως του παρόντος. Άρθρον 3. 1.Το ποσοστόν, του ασφαλίστρου ορίζεται αναλόγως της τοποθεσίας του κτήματος ως εξής: 1.Μακεδονίας (πλην Θεσσαλονίκης) και Θράκης από δραχ. 2-50-18‰ 2.Θεσ/νίκης από δραχ. 4-15 ο / οο. 3.Ηπείρου από δραχ. 2.50-13 ο / οο. 4.Κρήτης από δραχ. 1-6 ο / οο. 5.Νήσων Αρχιπελάγους από δραχ. 1.60-6 ο / οο. 6.Παλαιάς Ελλάδος από δραχμ. 1.40-3.50 ο / οο. Το δι’ έκαστον κτίσμα ή άλλο ασφαλιστέον στοιχείον ποσοστόν ασφαλίστρου καθορίζεται εντός των ως άνω ορίων υπό της ενεργούσης την σχετική δημοπρασίαν Επιτροπής, ή, προκειμένου περί κτήματος εκποιουμένου άνευ δημοπρασίας, υπό της Επιτροπής της ενεργούσης την εκτίμησιν αυτού αναλόγως του μεγαλυτέρου ή μικροτέρου κινδύνου πυρκαϊάς κρινόμενου εκ: α΄)Της ποιότητος της κατασκευής του κτίσματος, β΄)του είδους της χρήσεως, δι’ ην είναι κατεσκευασμένον τούτο (ήτοι δια κατοικίαν, κατάστημα, εργαστήριον, αποθήκην κ.λ.π. ή δια πλείονας της μιας χρήσεις) και γ΄)της γειτνιάσεως ή μη προς έτερα ακίνητα ή πράγματα και των ως εκ τούτου κινδύνων. 2.Δι’ αποφάσεων του Υπουργού των Οικονομικών δύνανται να υπαχθώσιν τ’ ασφαλιζόμενα ακίνητα εις διαφόρους κατηγορίας αναλόγως του βαθμού κινδύνου κρινομένου κατά τα εν τη προηγουμένη παραγράφω οριζόμενα και να καθορισθή το δι’ εκάστην κατηγορίαν ποσοστόν ασφαλίστρου εντός των κατά τ’ ανωτέρω ορίων. 3.(Αντικατασταθέν δια του Κ.Δ. 11 Ιαν./13 Φεβρ. 1943, κατηργήθη δια του άρθρ. 13 παρ. 8 Ν.Δ. 2967/1954). 4.Ωσαύτως οι ενυπόθηκοι οφείλεται βαρύνονται με τον φόρον επί των ασφαλίστρων, ως και με τα τέλη χαρτοσήμου. Η καταβολή τούτων εις το Δημόσιον και τρίτους γίνεται εις βάρος του κατά το επόμενον άρθρον λογαριασμού ασφαλίστρων εντολή του προϊσταμένου της Υπηρεσίας Διαχειρίσεως Ανταλλαξίμου Περιουσίας. 5.Το κατά τ’ ανωτέρω ασφάλιστρον λογίζεται, συμφώνως τη διατάξει της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του παρόντος, αφ’ ης ημέρας άρχεται η ασφάλισις επί του κατά την ημέραν ταύτην ανεξοφλήτου υπολοίπου της απαιτήσεως και δια το μέχρι 31 Δεκεμβρίου του έτους, καθ’ ο ήρχισεν η ασφάλισις χρονικόν διάστημα, εν συνεχεία δε βαίνει λογιζόμενον καθ’ έκαστον έτος την 2αν Ια νουαρίου επί του εκάστοτε κατά την ημέραν ταύτην ανεξοφλήτου υπολοίπου της απαιτήσεως και δι’ ολοκλήρον έτος. Αι διαρκούντος του έτους και μετά την 2αν Ιανουαρίου γενόμεναι μεταβολαί του υπολοίπου λαμβάνονται υπ’ όψει από του επομένου έτους. 6.Το κατά τ’ ανωτέρω υπό της οικείας Επιτροπής καθοριζόμενον δι’ έκαστον κτίσμα ασφάλιστρον δύναται να μειώται ή αυξάνηται υπό του Κεντρικού Συμβουλίου τη αιτήσει του ενυπόθηκου οφειλέτου ή της υπηρεσίας, εφ’ όσον εξ υποβαλλομένων στοιχείων προκύπτει αποχρών προς τούτο λόγος. 7.Εάν εκ μεταγενεστέρων περιστατικών επαυξάνεται ο κίνδυνος πυρκαϊάς, ως εν περιπτώσει εγκαταστάσεως εις το ακίνητον επικινδύνων επαγγελμάτων ή μηχανημάτων ή εγκαταστάσεως εντός ακτίνος εξ μέτρων εργοστασίων, θεάτρων, κινηματογράφων, καφωδείων, ή αποθηκών εκρηκτικών και εύφλεκτων υλών ή ξυλίνων παραπηγμάτων κ.λ.π., ο ενυπόθηκος οφειλέτης υποχρεούται όπως ειδοποιή αυθωρεί περί τούτου την εν τη περιφερεία του ακινήτου αρμοδίαν υπηρεσίαν διαχειρίσεως ανταλλαξίμου περιουσίας. Κατόπιν της ειδοποιήσεως ταύτης ή και εάν η υπηρεσία άλλοθεν λάβη γνώσιν και διαπιστώση, ότι εξ επιγενομένων περιστατικών ηυξήθη κατά τ’ ανωτέρω ο κίνδυνος πυρκαϊάς, η υπό της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου προΣελ. 299 Διαχείριση Ανταλλάξιμων Κτημάτων 26.Ζ.β.10 βλεπομένη Επιτροπή προβαίνει τη αιτήσει της υπηρεσίας εις καθορισμόν μεγαλυτέρου ασφαλίστρου, εφαρμοζομένων και εν τη περιπτώσει ταύτη των διατάξεων της παραγράφου 6 του παρόντος άρθρου. 8.Εις περίπτωσιν καθ’ ην ο οφειλέτης δεν ήθελεν ειδοποιήσει εγκαίρως την υπηρεσίαν συμφώνως προς τα εν τη προηγουμένη παραγράφω οριζόμενα, το αυξανόμενον λόγω μεταβολής του κινδύνου ασφάλιστρον προσαυξάνεται δι’ αποφάσεως του Κεντρικού Συμβουλίου έτι πλέον κατά ποσοστόν από 20-40% και δια χρόνον οριζόμενον εν τη αποφάσει. 9.Τα μεταβιβασθέντα κτήματα, περί ων η παράγραφος 2 του άρθρου 2 του παρόντος, δεν υπάγονται εις τας περί καθορισμού του ασφαλίστρου και προσθέτων υποχρεώσεων διατάξεις των παραγράφων 1, 2 και 3 του παρόντος άρθρου αλλά θα εξακολουθήσουν να βαρύνωνται με τα αυτά ποσά ασφαλίστρων και λοιπών υποχρεώσεων, ως ταύτα καθωρίσθησαν κατά την παρ’ Ασφαλιστικαίς Εταιρείαις ασφάλισιν, άτινα όμως δύνανται ν’ αναθεωρώνται κατά τα οριζόμενα εν παραγράφοις 6, 7 και 8 του παρόντος άρθρου. Άρθρον 4. Το κατά τας διατάξεις του παρόντος ποσόν των ασφαλίστρων, ως και το ποσόν των λοιπών ασφαλιστικών υποχρεώσεων και φόρων και τελών το αντιστοιχούν δι’ έκαστον έτος εις άπαντα τα κατά το προηγούμενον άρθρον κτίσματα και τυχόν άλλα ασφαλισθέντα στοιχεία προκαταβάλλεται εκ του λ/σμού της ανταλλαξίμου περιουσίας παρακατιθέμενον εις το Ταμείον Παρακαταθηκών και Δανείων επί προθεσμία, βεβαιούται δε και εισπράττεται εις βάρος των υποχρέων περιλαμβανόμενον μεταξύ των στοιχείων της κατ’ αυτών ενυπόθηκου απαιτήσεως. Άρθρον 5. 1.Εν περιπτώσει πυρκαϊάς οι ενυπόθηκοι οφειλέται υποχρεούνται να ειδοποιώσι περί ταύτης αμελλητί και εγγράφως την κατά τόπους υπηρεσίαν Διαχειρίσεως ανταλλαξίμου περιουσίας. 2.Η βεβαίωσις του γεγονότος των ζημιών και η εκτίμησις αυτών ενεργείται υπό της κατά το άρθρον 11 του από 29 Σ/βρίου 1939 Β.Δ. «περί οργανώσεως της Υπηρεσίας Διαχειρίσεως Ανταλλαξίμων Μουσουλμανικών Κτημάτων»» Τοπικής Επιτροπής, συντασσομένου παρ’ αυτής πρωτοκόλλου περιέχοντος αναλυτικήν και λεπτομερή περιγραφήν και καθορισμόν των ζημιών, ως και την απαιτουμένην δαπάνην κατά την ημέραν της πυρκαϊάς προς ανόρθωσιν των κατά μέρος ζημιών. Προς τούτο ενεργείται αυτοψία από κοινού υπό οριζομένου υπό της Επιτροπής μέλους αυτής ή υπαλλήλου του οικείου Γραφείου Διαχειρίσεως και του ενυποθήκου οφειλέτου ή αντιπροσώπου αυτού, περί του πορίσματος της οποίας υποβάλλεται έκθεσις εις την ανωτέρω Επιτροπήν. Σελ. 300 3.Η κατά τ’ ανωτέρω εκτίμησις υπόκειται εις την έγκρισιν του Κεντρικού Συμβουλίου, δυναμένου να διορίζη δευτεροβάθμιον Επιτροπήν εκτιμήσεως των ζημιών εκ μηχανικών του Δημοσίου ή άλλων δημοσίων υπαλλήλων και να διατάσση νέαν αυτοψίαν. Εν η περιπτώσει ο ενυπόθηκος οφειλέτης δεν συμφωνή προς την υπό του Κεντρικού Συμβουλίου γενομένην κατά τ’ ανωτέρω τελικήν εκτίμησιν της ζημίας δύναται να επιζητήση τον δια δικαστικής οδού καθορισμόν αυτής. 4.Εις τας συνεδριάσεις αμφοτέρων των ανωτέρω Επιτροπής και Συμβουλίου δύναται, εφ’ όσον θέλη να παρίσταται είτε αυτοπροσώπως είτε δι’ αντιπροσώπου και ο ενυπόθηκος οφειλέτης καλούμενος υποχρεωτικώς υπό του Προέδρου των Επιτροπών εγγράφως και επί αποδείξει τρεις ημέρας τουλάχιστον προ της ημέρας της συνεδριάσεως. Ούτος παρέχει εις τας Επιτροπάς πάσαν δυνατήν πληροφορίαν ή διευκρίνισιν σχετικώς με την επισυμβάσαν πυρκαϊάν και τας εξ αυτής ζημίας και εκφέρει τας αντιλήψεις του ως προς την εκτίμησιν των ζημιών, αίτινες αναγράφονται εις το πρωτόκολλο εκτιμήσεως αυτών. Άρθρον 6. 1.Εκ του κατά τ’ ανωτέρω επιδικαζομένου τελικώς ποσού ζημιών καταβάλλεται ως ασφαλιστική αποζημίωσις ποσόν ανάλογον προς το δι’ ο η ασφάλισις ανεξόφλητον υπόλοιπον της ενυποθήκου απαιτήσεως, του οφειλέτου όντος συνασφαλιστού δια το μέρος της αξίας του ησφαλισμένου περιουσιακού στοιχείου το μη καλυπτόμενον υπό της ενυποθήκου απαιτήσεως και συνεπώς μη δικαιουμένου αναλογικώς προς τούτο αποζημιώσεως. Η αξία του ησφαλισμένου περιουσιακού στοιχείου εκτιμάται συγχρόνως με την εκτίμησιν των ζημιών, των αφορωσών ταύτην διατάξεων του προηγουμένου άρθρου εφαρμοζομένων και εν προκειμένω. Η αποζημίωσις καταβάλλεται εντολή του Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Διαχειρίσεως Ανταλλαξίμου περιουσίας εις βάρος του κατά το άρθρον 4 του παρόντος λογαριασμού ασφαλίστρων και υπέρ του λογαριασμού της περιουσίας ταύτης ως έσοδον της οποίας εισάγεται. Δια της εισπράξεως της αποζημιώσεως υπέρ του λογαριασμού ανταλλαξίμου περιουσίας επέρχεται ισόποσος εξόφλησις της ασφαλισθείσης ενυποθήκου απαιτήσεως. 2.Εις ας περιπτώσεις το ενυπόθηκον ακίνητον τελεί ησφαλισμένον και παρ’ Ασφαλιστικαίς Εταιρείαις η πληρωτέα αποζημίωσις εν περιπτώσει ζημιών βαρύνει κατ’ αναλογίαν τον λογαριασμόν του άρθρου 4 και τας συνασφαλιστρίας Εταιρείας, της υποχρεώσεως του λογαριασμού εξικνουμένης πάντοτε μόνον μέχρι του κατά την ημέραν της ζημίας υφισταμένου ανεξοφλήτου υπολοίπου της απαιτήσεως. Ο οφειλέτης θεωρείται εκχωρών εις το Δημόσιον δια της υπογραφής του μεταβιβαστικού τίτλου τόσον ποσόν της εκάστοτε καταβλητέας τυχόν υπό Ασφαλιστικών Εταιρειών αποζημιώσεως, όσον απαιτείται δια την κάλυψιν του υφισταμένου ανεξοφλήτου υπολοίπου της ενυπόθηκου απαιτήσεως. Δια τα εκποιηθέντα προ της ισχύος του παρόντος κτήματα η εκχώρησις θεωρείται γιγνομένη δια της υπαγωγής των αγοραστών εις την κατά το παρόν ασφάλισιν. 26.Ζ.β.10 Διαχείριση Ανταλλάξιμων Κτημάτων Άρθρον 7. 1.Αι διατάξεις των εδαφίων 37, 38 και 39 του άρθρου 8 της από 8 Μαΐου 1939 κωδικοποιήσεως της μεταξύ Δημοσίου και Εθνικής Τραπέζης Συμβάσεως «περί διαχειρίσεως των εν Ελλάδι κτημάτων των Ανταλλαγέντων Μουσουλμάνων» κυρωθείσης δια του από 13 Μαΐου 1939 Β.Δ ως και αι λοιπαί διατάξεις ταύτης ισχύουσιν, εφ’ όσον δεν καταργούνται ή τροποποιούνται δια του παρόντος. 2.Εις τα μέλη και τον Γραμματέα των υπό του παρόντος προβλεπομένων Επιτροπών καταβάλλεται εις βάρος του λογαριασμού ασφαλίστρων και εις το τέλος εκάστου έτους αποζημίωσις οριζομένη εκάστοτε δι’ αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών και εντός του αναλογούντος ποσού εκ των εις βάρος των ενυποθήκων οφειλετών καθοριζομένων εν παραγρ. 3 του άρθρου 3 προσθέτων υποχρεώσεων. Η καταβολή ενεργείται τη εντολή του Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Διαχειρίσεως Ανταλλαξίμου Περιουσίας. Άρθρον 8. 1.Οι ενυπόθηκοι οφείλεται απαλλάσσονται της κατά το παρόν Διάταγμα ασφαλίσεως, εφόσον προβαίνωσιν ιδία αυτών φροντίδι εις την προ της υπογραφής του μεταβιβαστικού τίτλου ασφάλισιν των ακινήτων παρ’ ανεγνωρισμέναις Ασφαλιστικαίς Εταιρείαις δι’ ολόκληρον την αξίαν του ασφαλιστέου κτήματος, ως τούτο καθορίζεται εν παράγραφω 1 του άρθρου 2. Η ούτω γινομένη ασφάλισις και αι ανανεώσεις ταύτης δέον να βεβαιώνται δια της καταθέσεως του οικείου ασφαλιστηρίου συμβολαίου εις την αρμοδίαν υπηρεσίαν, γινομένης περί τούτου μνείας εν τω σχετικώ μεταβιβαστικώ τίτλω. 2.Αι διατάξεις της προηγουμένης παραγράφου εφαρμόζονται και δια τας ασφαλίσεις κτημάτων μεταβιβασθέντων και ησφαλισμένων παρ’ Ασφαλιστικαίς Εταιρείαις, των οφειλετών υποχρεουμένων να προσαγάγωσι τα ασφαλιστήρια συμβόλαια εντός δεκαημέρου από της ισχύος του παρόντος, αν τα προηγηθέντα συμβόλαια έληξαν, δέκα δε ημέρας προ της λήξεως των ασφαλιστηρίων δια τα λήγοντα εφεξής. 3.Εις τα ασφαλιστήρια των Ασφαλιστικών Εταιρειών δέον να γίνηται μνεία της υφισταμένης ενυποθήκου απαιτήσεως, καθοριζομένου εν αυτοίς του κατά την σύνταξίν των ανεξοφλήτου υπολοίπου της απαιτήσεως ταύτης. Άρθρον 9. Επιτρέπεται η παρά τη υπηρεσία Διαχειρίσεως Ανταλλαξίμων Μουσουλμανικών κτημάτων πρόσληψις επί ετησία συμβάσει δυναμένη ν’ ανανεώται ειδικού υπαλλήλου προς εκτέλεσιν της σχετικής προς την πυρασφάλισιν των εκποιουμένων κτημάτων της ανταλλαξίμου περιουσίας εργασίας. Ως τοιούτος προσλαμβάνεται ο έχων δεκαπενταετή τουλάχιστον προϋπηρεσίαν υπαλλήλου, παραγώγου, πράκτορος ή υποπράκτορος παρ’ Ασφαλιστική Εταιρεία. Ο μισθός του υπαλλήλου τούτου δεν δύναται να υπερβή τας δραχμάς εξ χιλιάδας, μηνιαίως, ορίζεται δε δια της συμβάσεως προσλήψεώς του και βαρύνει τον κατά το άρθρον 4 του παρόντος λογαριασμόν ασφαλίστρων. Εις τον αυτόν Υπουργόν ανατίθεμεν την δημοσίευσιν και εκτέλεσιν του παρόντος.

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.