📄 Κείμενο νόμου
8. ΠΡΟΕΔΡΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ της 27 Ιουλ./2 Αυγ. 1930 (ΦΕΚ Α΄ 267) Περί ποινών ανθυπασπιστών. Πειθαρχικαί ποιναί Ανθυπασπιστών ΄Αρθρ.1.-Είδη ποινών: Αι δια τους Ανθυπασπιστάς επιβαλλόμεναι ποιναί είναι αι εξής: 1)Παρατήρησις 2)Περιορισμός 3)Κράτησις 4)Φυλάκισις 5)Προσωρινή απόλυσις 6)Οριστική απόλυσις Παρατήρησις, Περιορισμός, Κράτησις, Φυλάκισις. ΄Αρθρ.9.-Καταστάσης αμετακλήτου της γνωμοδοτήσεως του Συμβουλίου (Πρωτοβαθμίου ή Δευτεροβαθμίου) περί οριστικής απολύσεως του Ανθ/στού ο Υπουργός προκαλεί εντός δέκα πέντε ημερών Δ/μα συμφώνως τη γνωμοδοτήσει. Ποινή ελαφροτέρα εκείνης υπέρ ης εγνωμοδότησεν το Συμβούλιον εν ουδεμιά περιπτώσει δύναται να επιβληθή. Εάν δε η γνωμοδότησις του Συμβουλίου υπήρξε απαλλακτική ο Υπουργός δύναται κατά περιστάσεις να επιβάλη ποινήν προσωρινής απολύσεως ή άλλας κατωτέρας τοιαύτας. Ποινή επιβληθείσα κατόπιν γνωμοδοτήσεως ανακριτικού συμβουλίου, εν ουδεμιά περιπτώσει δύναται ν’ αρθή ή να μετριασθή. ΄Αρθρ.10.-Εις ας περιπτώσεις επιβάλλεται εις τους Ανθυπασπιστάς του ενεργού Στρατού απόλυσις προσωρινή ή οριστική τοιαύτη οι έφεδροι Ανθ/σταί διαγράφονται του στελέχους των εφέδρων Ανθυπασπιστών μεταφερόμενοι εις την τάξιν του στρατιώτου. Εις τον Ημέτερον επί των Στρατιωτικών Υπουργόν, ανατίθεμεν την δημοσίευσιν και εκτέλεσιν του παρόντος Δ/τος. ΄Αρθρ.2.-Αι εις τους Ανθυπασπιστάς επιβαλλόμεναι ποιναί παρατηρήσεως, περιορισμού, κρατήσεως και φυλακίσεως, επιβάλλονται και εκτίονται ως καθορίζεται υπό των σχετικών παραγράφων «του Γενικού Κανονισμού της υπηρεσίας των Σωμάτων και των Στρατιωτικών Καταστημάτων» δια τους Αξιωματικούς. Η εντός « » φράσις αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 1 άρθρ. 1. Β.Δ. της 27 Απρ./8 Μαΐου 1948 (ΦΕΚ Α΄ 131). 36.Ξ.α.3-8 Μόνιμοι και Εθελοντές Οπλίτες και Ανθυπασπιστές Προσωρινή απόλυσις ΄Αρθρ.3.-Ο τιθέμενος εις την κατάστασιν ταύτην Ανθυπασπιστής ανήκει εις οργανικήν θέσιν μη διαγραφόμενος εκ του λόγου τούτου της δυνάμεως του Σώματός του και μη απομακρυνόμενος εκ της έδρας αυτού άνευ αδείας, αλλ’ ουδεμίαν εκτελεί υπηρεσίαν από της επομένης της ημέρας καθ’ ην εκοινοποιήθη αυτώ το περί τούτου Δ/μα «και απολαμβάνει τας υπό του άρθρ. 64 του από 25-1-36 Α. Νόμου «περί Καταστάσεως Αξ/κών» οριζομένας αποδοχάς, της καταστάσεως της προσωρινής απολύσεως αντιστοιχούσης προς την τοιαύτην της αργίας δια προσκαίρου παύσεως». Η εντός « » φράσις αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 3 άρθρ. 1 Β.Δ. της 27 Απρ./8 Μαΐου 1948 (ΦΕΚ Α΄ 131) Ο Ανθυπασπιστής δεν δύναται να παραμείνη εν τη καταστάσει προσωρινής απολύσεως έλαττον των δύο μηνών, ουδέ πλέον των έξ. Η διάρκεια ταύτης ορίζεται εν τω Δ/τι. Ο εν ενεργεία και διαθεσιμότητι Ανθυπασπιστής τίθεται εις προσωρινήν απόλυσιν δια παράβασιν υπηρεσιακής εχεμυθείας (ασχέτως προς το αξιόποινον της πράξεως) δια συνήθη ραθυμίαν περί την εκτέλεσιν των καθηκόντων του, ως και δια παν πταίσμα δι’ ο ήθελον κριθή ανεπαρκείς και ουχί τελεσφόροι αι κατώτεραι πειθαρχικαί ποιναί. Ο «Βασιλεύς» αποφασίζει την μετάθεσιν του Ανθυπασπιστού εις την κατάστασιν ταύτην επί τη εκθέσει του Υπουργού των Στρατιωτικών, ερειδομένη εκ των δικαιολογητικών εκθέσεων των κατωτέρω αναγραφομένων αρχών ή επί άλλων δεδομένων της ιδίας αυτού αντιλήψεως. Η εν αρχή λέξις «Βασιλεύς» ετέθη αντί της φράσεως «Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας» δια της παρ. 2 άρθρ. 1 Β.Δ. της 27 Απρ./8 Μαΐου 1948 (ΦΕΚ Α΄ 131). Ο χρόνος καθ’ ον ο Ανθυπασπιστής διατελεί εν τη καταστάσει ταύτη λογίζεται ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας δια τε την σύνταξιν και τον προβιβασμόν. Οριστική απόλυσις ΄Αρθρ.4.-Η οριστική απόλυσις είναι οριστική αποβολή εκ των τάξεων του Στρατεύματος του Ανθυπασπιστού επανερχομένου εις τον ιδιωτικόν βίον και ανεπιδέκτου όντος ν’ ανακληθή εις την ενέργειαν. Ανθυπασπιστής εν ενεργεία, διαθεσιμότητι ή προσωρινή απολύσει, ανεξαρτήτως του χρόνου Υπηρεσίας του, ον έχει εν τω Στρατεύματι απολύεται οριστικώς των τάξεων του Στρατού ένεκα των εξής αιτίων. 1)Δια βαρύτατον πταίσμα περί την Υπηρεσίαν ή την πειθαρχίαν. Ως τοιούτον παράπτωμα θεωρείται και πάσα ενέργεια στρεφομένη αμέσως ή εμμέσως εις υπονόμευσιν της εννόμου τάξεως, ως και η συμμετοχή εις προπαγάνδαν τείνουσαν εις τον αυτόν σκοπόν. 2)Δι’ απρεπή διαγωγήν κατ’ επανάληψιν επιδειχθείσαν. 3)Δια παραπτώματα αφορώντα την Στρατιωτικήν τιμήν. 4)Δια το προφανώς αδιόρθωτον της διαγωγής του. 5)Δια καταδίκην εις επανορθωτικήν ποινήν καταναγνωσθείσαν παρ’ οιουδήποτε Δικαστηρίου δια πράξιν αφορώσαν την Στρατιωτικήν τιμήν ή πειθαρχίαν. 6)Εάν εντός δεκαετίας ετιμωρήθη τρις δια προσωρινής απολύσεως. 7)Εάν αιχμαλωτισθείς, προτού αιχμαλωτισθή δεν έπραξεν παν ό,τι τω επέβαλεν το καθήκον και η Στρατιωτική τιμή. 8)Δια επαγγελματικήν ή Διοικητικήν ανικανότητα αποδεδειγμένην. Οι εις οριστικήν απόλυσιν τιθέμενοι Ανθυπασπισταί διαγράφονται της δυνάμεως του Σώματός των, Στρατ. Καταστήματος ή Υπηρεσίας από της επομένης της κοινοποιήσεως του σχετικού Δ/τος. Δεν εγγράφονται εις το στέλεχος της εφεδρείας ουδέ καλούνται προς στράτευσιν. Δεν δύνανται να φέρωσι Στρατιωτικήν στολήν, λαμβάνουσι δε την υπό του Νόμου «περί Στρατ. Συντάξεων» προβλεπομένην σύνταξιν. Τα Δ/τα της προσωρινής και οριστικής απολύσεως άτινα κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα δέον να κοινοποιηθώσι εις τους ενδιαφερομένους, θεωρούνται ως αυτοδικαίως κοινοποιηθέντα αυτοίς μετά παρέλευσιν είκοσι ημερών από της δημοσιεύσεώς των εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, αν η κοινοποίησις δι’ οιονδήποτε λόγον δεν γίνη ενωρίτερον. Ανακριτικά Συμβούλια Γενικαί Διατάξεις ΄Αρθρ.5.-Πας Διοικητής Στρατιωτικού Σώματος ή Διευθυντής Στρατιωτικού Καταστήματος ή Υπηρεσίας φρονών ότι Ανθυπασπιστής τις των υπό την Διοίκησίν του υπέπεσεν εις παράπτωμα εις των ανωτέρω μνημονευομένων υποβάλλει ιεραρχικώς εις τον Υπουργόν των Στρατιωτικών ειδικήν περί τούτου αναφοράν εν η εκθέτει σαφώς και εμπεριστατωμένως τα του παραπτώματος του ανθυπασπιστού και δι’ ης προτείνει είς τινα συγκεκριμμένως κατάστασιν δέον ποινής να μετατεθή ο ανθυπασπιστής. Μετά της αναφοράς υποβάλλει και αντίγραφον κυκυρωμένον φύλλου μητρώου και ποιότητος και ανθυπασπιστού ως και παν άλλο σχετικόν και χρήσιμον προς διαφώτισιν επί της εν γένει διαγωγής του ανθυπασπιστού έγγραφον, έτι δε και την υποβληθείσαν τυχόν έγΣελ. 1187 Μόνιμοι και Εθελοντές Οπλίτες και Ανθυπασπιστές 36.Ξ.α.8 κλησιν του αδικηθέντος προσώπου. Δια τους εν διαθεσιμότητι τελούντας ανθυπασπιστάς την αναφοράν υποβάλλει ο Φρούραρχος του τόπου της διαμονής του ανθυπασπιστού. Επί της αναφοράς ταύτης γνωματεύουσιν άπασαι αι ιεραρχικώς προϊστάμεναι του ανθυπασπιστού αρχαί, δι’ ων η αναφορά θα υποβληθή εις τον Υπουργόν. Την αναφοράν ταύτην δύναται να υποβάλη ιεραρχικώς εις τον Υπουργόν, και πάσα αμέσως ή εμμέσως προϊσταμένη αρχή του Σώματος του ανθυπασπιστού. Ο Υπουργός λαβών την αναφοράν εκτιμά τα περιστατικά εντός διμήνου το βραδύτερον και αν μεν κρίνει ότι δεν υπάρχει παράπτωμα ή ότι το παράπτωμα είναι τιμωρητέον δια προσωρινής απολύσεως και του σχετικού Κεφαλαίου του «Γενικού Κανονισμού της υπηρεσίας των Σωμάτων και των Στρατιωτικών Καταστημάτων «περί ποινών αν δεν κρίνει ότι το παράπτωμα είναι βαρύτερον παραπέμπει τον ανθυπασπιστήν ενώπιον Ανακριτικού Συμβουλίου. ΄Ανευ ειδικής του Υπουργού των Στρατιωτικών διαταγής ουδείς ανθυπασπιστής παραπέμπεται εις ανακριτικόν Συμβούλιον. Τα πειθαρχικά παραπτώματα των ανθυπασπιστών δια τον έλεγχον των οποίων προνοεί το παρόν Δ/μα παραγράφονται μετά πενταετίαν αφ’ ης ημέρας επράχθησαν πλην των αφορώντων την Στρατιωτικήν τιμήν άτινα ουδέποτε παραγράφονται. Πρωτοβάθμιον ανακριτικόν Συμβούλιον ΄Αρθρ.6.-Το Πρωτοβάθμιον Ανακριτικόν Συμβούλιον συγκροτείται δι’ ωρισμένην υπόθεσιν υπό του Υπουργού των Στρατιωτικών εκ πέντε αξιωματικών ων οι δύο δέον εν πάση περιπτώσει να είναι ανώτεροι αξιωματικοί. Τα μέλη του Συμβουλίου λαμβάνονται πάντα εκ των εν ενεργεία ή εν ελλείψει τοιούτων και εκ των εν διαθεσιμότητι μαχίμων αξιωματικών του στρατού της ξηράς, εκτός εάν ο εγκαλούμενος δεν είναι μάχιμος, οπότε έν εξ αυτών δύναται να ληφθή εκ των αξιωματικών του Σώματος εις ο ούτος ανήκει. Εάν ο εγκαλούμενος είναι μάχιμος έν τουλάχιστον των μελών, λαμβάνεται εκ του ιδίου με αυτόν όπλου. Ο κατά βαθμόν ανώτερος εκ των μελών του Συμβουλίου ή εν ισοβαθμία ο αρχαιότερος είναι Πρόεδρος, ο δε νεώτερος Εισηγητής, όστις εκτελεί και χρέη γραμματέως. «Δια την συμπλήρωσιν των τακτικών μελών εν περιπτώσει απουσίας ή κωλύματος αυτών, ο Υπουργός των Στρατιωτικών ορίζει ισάριθμα ή ολιγώτερα αναπληρωματικά μέλη, τουλάχιστον όμως τρία άτινα λαμβάνονται υπό του Προέδρου αδιαφόρως της σειράς εγγραφής τούτων εν τη διαταγή του Υπουργού. Σελ. 1188 Τα άρθρ. 38 μέχρι και 48, συμπεριλαμβανομένου, του από 25-1-36 Α.Νόμου «περί Καταστάσεως των Αξ/κών του Στρατού Ξηράς», ως ταύτα ετροποποιήθησαν και συνεπληρώθησαν μεταγενεστέρως, εφαρμόζονται και εις την ενώπιον του Συμβουλίου τούτου διαδικασίαν, εφ’ όσον προσαρμόζονται προς τας ανωτέρω διατάξεις του παρόντος Δ/τος και δεν αφορώσι διαδικασίαν ποινών μη επιβαλλομένων εις τους Ανθ/στάς». Αι 4η και 5η παράγραφοι αντικατεστάθησαν ως άνω δια της παρ. 1 άρθρ. 2 Β.Δ. της 27 Απρ./8 Μαΐου 1948 (ΦΕΚ Α΄ 131). Προσφυγή κατά της γνωμοδοτήσεως του Ανακριτικού Συμβουλίου επιτρέπεται α)εις τον εγκαλούμενον, εάν το Συμβούλιον εγνωμοδότησεν υπέρ της οριστικής απολύσεώς του. Εις την περίπτωσιν ταύτην αντίγραφον της γνωμοδοτήσεως κοινοποιείται τη διαταγή του Υπουργού των Στρατιωτικών εις τον εγκαλούμενον και καθίσταται συγχρόνως αυτώ γνωστόν, επί ποινή ακυρότητος της κοινοποιήσεως, ότι δύναται εντός δέκα ημερών από ταύτης να προσφύγη ενώπιον του Δευτεροβαθμίου Ανακριτικού Συμβουλίου, προς νέαν της υποθέσεως έρευναν. Περί της κοινοποιήσεως και γνωστοποιήσεως ταύτης συντάσσεται παρά της κοινοποιούσης αρχής αποδεικτικόν όπερ υποβάλλεται παραχρήμα εις τον Υπουργόν των Στρατιωτικών. «Εάν αγνοείται ο τόπος διαμονής του εγκαλουμένου, ως απουσιάζοντος αυθαιρέτως της έδρας της Αρχής εις ης την δύναμιν ανήκει, ή εις ην ήτο απεσπασμένος, ή διατελεί ούτος εις κατάστασιν διαθεσιμότητος ή προσωρινής απολύσεως ή εν αγνοία ή λιποταξία, η κοινοποίησις γίνεται κατά το άρθρ. 53 παρ. 3, 4 και 5 του από 25-1-36 Α. Νόμου «περί καταστάσεως Αξ/κών». Η εντός « » τελευταία περίοδος αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 2 άρθρ. 2 Β.Δ. της 27 Απρ./8 Μαΐου 1948 (ΦΕΚ Α΄ 131). 36.Ξ.α.8 Μόνιμοι και Εθελοντές Οπλίτες και Ανθυπασπιστές β)Εις τον Υπουργόν των Στρατιωτικών εάν τιθεμένου ερωτήματος οριστικής απολύσεως το Συμβούλιον αποφανθή αποφατικώς. Η προσφυγή γίνεται εκ μέρους μεν του εγκαλουμένου εντός της κατά τα ανωτέρω δεκαημέρου προθεσμίας δι’ εγγράφου προς την αμέσως προϊσταμένην αρχήν αναφοράς υποβαλλομένης αμελλητί εις τον Υπουργόν των Στρατιωτικών, εκ μέρους δε του Υπουργού των Στρατιωτικών εντός είκοσι ημερών αφ’ ης περιέλθη αυτώ η γνωμοδότησις του ανακριτικού Συμβουλίου. Παρελθούσης απράκτου της προθεσμίας η γνωμοδότησις καθίσταται οριστική. Γενομένης δε προσφυγής ο Υπουργός συνιστά Δευτεροβάθμιον Ανακριτικόν Συμβούλιον προς νέαν έρευναν της υποθέσεως. Δευτεροβάθμιον Ανακριτικόν Συμβούλιον ΄Αρθρ.7.-Το Δευτεροβάθμιον Ανακριτικόν Συμβούλιον δια τους ανθυπασπιστάς είναι πενταμελές και συγκροτείται δι’ ωρισμένην υπόθεσιν υπό του Υπουργού των Στρατιωτικών εκ πέντε αξιωματικών εξ ων τρεις ανώτεροι αξιωματικοί και δύο λοχαγοί ή υπολοχαγοί. Τα εδάφ. 2, 3, 4 και 5 του άρθρ. 6 του παρόντος εφαρμόζονται και εν προκειμένω. Ουδείς των μετασχόντων του Πρωτοβαθμίου Ανακριτικού Συμβουλίου δύναται να μετάσχη και του Δευτεροβαθμίου. «Τα άρθρ. 38 έως 48 συμπεριλαμβανομένου, του από 25-1-36 Α.Νόμου «περί καταστάσεως Αξ/κών», ως ταύτα ετροποποιήθησαν και συνεπληρώθησαν μεταγενεστέρως, εφαρμόζονται και εις την διαδικασίαν του Δευτεροβαθμίου Ανακριτικού Συμβουλίου, εφ’ όσον αι διατάξεις των άρθρων τούτων προσαρμόζονται προς ταύτην και δεν αφορώσι διαδικασίαν ποινών, μη επιβαλλομένων εις τους Ανθ/στάς». Η 4η παράγραφος αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 3 Β.Δ. της 27 Απρ./8 Μαΐου 1948 (ΦΕΚ Α΄ 131). Εις το Δευτεροβάθμιον Συμβούλιον θεωρείται αυτοδικαίως τιθέμενον το αυτό ερώτημα όπερ ετέθη και εις το Πρωτοβάθμιον τοιούτον. Ακυρότητες ΄Αρθρ.8.-«Αι διατάξεις του άρθρ. 55 του από 251-36 Α.Νόμου «περί Καταστάσεως Αξ/κών «αι αφορώσαι την προσβολήν των αποφάσεων των Ανακριτικών Συμβουλίων (Πρωτοβαθμίων ή Δευτεροβαθμίων) επί ακυρότητι, έχουσιν εφαρμογήν εις τα δια του παρόντος προβλεπόμενα Ανακριτικά Συμβούλια Ανθ/στών, τηρουμένης της αυτής διαδικασίας οία καθορίζεται και δια τους Αξ/κούς». Το άρθρ. 8 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 4 Β.Δ. της 27 Απρ./8 Μαΐου 1948 (ΦΕΚ Α΄ 131).
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.