← Ελλάδα

1. ΝΟΜΟΣ 5016 της 6/13 Ιουν. 1931 Περί κυρώσεως της εν Γενεύη υπογραφείσης την 20 Απρ. 1929 διεθνούς συμβάσεως περί λήψεως των αναγκαίων μέτρων προς κ

Εν συντομία

Αυτός ο νόμος επικυρώνει μια διεθνή σύμβαση που υπογράφηκε στη Γενεύη το 1929, με σκοπό την καταστολή της παραχάραξης και της κιβδηλίας νομισμάτων, καθώς και τον καθορισμό των ποινών για αυτά τα εγκλήματα.

Τι ρυθμίζει

Ποιον αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
1. ΝΟΜΟΣ 5016 της 6/13 Ιουν. 1931 Περί κυρώσεως της εν Γενεύη υπογραφείσης την 20 Απρ. 1929 διεθνούς συμβάσεως περί λήψεως των αναγκαίων μέτρων προς καταστολήν της παραχαράξεως και κιβδηλίας και καθιερώσεως των εις τα περί το νόμισμα εγκλήματα επιβαλλομένων ποινών. Άρθρον 1 Κυρούται η εν Γενεύη υπογραφείσα την 20 Απρ. 1929 σύμβασις προς καταστολήν της παραχαράξεως και κιβδηλίας, αποτελουμένη εξ 28 άρθρων, ης το κείμενον εις την γαλλικήν και εις ελληνικήν μετάφρασιν έπεται. Άρθρον 5 Δεν πρέπει να καθιερωθή από της απόψεως των τιμωριών διάκρισις μεταξύ των γενονότων των προβλεπομένων εν άρθρω 3, προκειμένου περί εθνικού ή ξένου νομίσματος . η διάταξις αύτη δεν δύναται να υπαχθή εις κανένα όρον νομίμου ή συμβατικής αμοιβαιότητος. Άρθρον 6 Αι χώραι αίτινες αποδέχονται την αρχήν της διεθνούς υποτροπής αναγνωρίζουσιν, υπό τους όρους τους καθιερουμένους υπό της σχετικής νομοθεσίας των, ως γενεσιουργούς τοιαύτης υποτροπής, τας ξένας καταδίκας, τας απαγγελθείσας εξ αφορμής μιάς των εν άρθρω 3 προβλεπομένων πράξεων. Άρθρον 7 Εν ώ μέτρω η σύστασις πολιτικής αγωγής είναι παραδεκτή υπό της εσωτερικής νομοθεσίας, οι ξένοι πολιτικώς ενάγοντες, συμπεριλαμβανομένου ενδεχομένως του υψηλού συμβαλλομένου μέρους του οποίου το νόμισμα παρεχαράχθη, δέον ν’ απολαύωσι της εξασκήσεως απάντων των δικαιωμάτων των ανεγνωρισμένων εις τους αυτόχθονας υπό των νόμων της χώρας εις ην εκδικάζεται η υπόθεσις. Άρθρον 8 Οι υπήκοοι των χωρών των μη αποδεχομένων την αρχήν της εκδόσεως των ομοεθνών οίτινες εισήλθον επί του εδάφους της χώρας των, αφού εγένοντο ένοχοι εις το εξωτερικόν των εν άρθρω 3 προβλεπομένων πράξεων, δέον να τιμωρηθώσιν ως ήθελον τιμωρηθή εάν η πράξις είχεν εκτελεσθή επί του εδάφους των, και καθ’ ην περίπτωσιν ακόμη ο ένοχος είχεν αποκτήσει την υπηκοότητά του μετά την διάπραξιν της πράξεως. Η διάταξις αύτη δεν είναι εφαρμοστέα εάν εις παρομοίαν περίπτωσιν η έκδοσις ενός ξένου δεν θα ηδύνατο να παρασχεθή. Άρθρον 9 Οι αλλοδαποί οι διαπράξαντες εις το εξωτερικόν πράξεις προβλεπομένας εν άρθρω 3 και οίτινες ευρίσκονται επί του εδάφους χώρας ης η εσωτερική νομοθεσία αποδέχεται ως γενικόν κανόνα την αρχήν της καταδιώξεως παραβάσεων διαπραχθεισών εις το εξωτερικόν δέον να τιμωρώνται κατά τον ίδιον τρόπον ως εάν η πράξις είχεν εκτελεσθή επί του εδάφους της χώρας ταύτης. Η υποχρέωσις της καταδιώξεως εξαρτάται εκ του όρου ότι η έκδοσις εζητήθη και ότι η χώρα παρ’ ης ζητείται η έκδοσις δεν δύναται να παραδώση τον ένοχον δια λόγον άσχετον προς την πράξιν. Άρθρον 10 Αι εν άρθρω 3 προβλεπόμεναι πράξεις συμπεριλαμβάνονται αυτοδικαίως ως περιπτώσεις εκδόσεως εις πάσαν σύμβασιν συναφθείσαν ή συναφθησομένην μετά των διαφόρων υψηλών συμβαλλομένων μερών. Τα υψηλά συμβαλλόμενα μέρη, άτινα δεν εξαρτώσι την έκδοσιν εκ της υπάρξεως συμβάσεως ή του όρου της αμοιβαιότητος, αναγνωρίζουσιν από τούδε τας εν άρθρω 3 προβλεπομένας πράξεις ως περιπτώσεις εκδόσεως μεταξύ των. Η έκδοσις θα παρασχεθή συμφώνως προς το δίκαιον του εκδίδοντος Κράτους. Σελ. 114 Άρθρον 11 Τα πλαστά νομίσματα ως και τα εν άρθρω 3 αριθ. 5 κατονομαζόμενα εργαλεία και λοιπά αντικείμενα δέον να κατάσχωνται και δημεύωνται. Τα νομίσματα ταύτα, εργαλεία, και αντικείμενα μετά την δήμευσιν δέον να παραδίδωνται, τη αιτήσει της, είτε εις την Κυβέρνησιν είτε εις την Εκδοτικήν Τράπεζαν, περί των νομισμάτων της οποίας πρόκειται, εξαιρέσει των πειστηρίων, ων η φύλαξις εις τα εγκληματολογικά αρχεία επιβάλλεται υπό του νόμου της χώρας ένθα εγένετο η δίωξις, και των δειγμάτων ων η διαβίβασις εις το κεντρικόν γραφείον, περί ου το άρθρον 12, ήθελε κριθή σκόπιμος. Εν πάση περιπτώσει πάντα τα αντικείμενα ταύτα δέον να αχρηστευθώσιν. Άρθρον 12 Εις εκάστην χώραν αι έρευναι περί κατασκευής πλαστών νομισμάτων δέον να οργανωθώσιν, εντός του πλαισίου της εθνικής νομοθεσίας, παρ’ ενός κεντρικού γραφείου. Το κεντρικόν γραφείον δέον να ευρίσκηται εν στενή επαφή: α)μετά των εκδοτικών οργανισμών, β)μετά των αστυνομικών αρχών εις το εσωτερικόν της χώρας, γ)μετά των κεντρικών γραφείων των λοιπών χωρών. Δέον να συγκεντρώνη εις εκάστην χώραν πάσας τας πληροφορίας τας δυναμένας να διευκολύνωσι τας ερεύνας, την πρόληψιν και την καταστολήν της κατασκευής πλαστών νομισμάτων. Άρθρον 13 Τα κεντρικά γραφεία των διαφόρων χωρών δέον να επικοινωνώσι δι’ απ’ ευθείας μεταξύ των αλληλογραφίας. Άρθρον 14 Έκαστον κεντρικόν γραφείον, εντός των ορίων καθ’ α ήθελε κρίνει τούτο σκόπιμον, δέον ν’ αποστέλλη εις τα κεντρικά γραφεία των λοιπών χωρών συλλογήν αυθεντικών ηκυρωμένων δειγμάτων των νομισμάτων της χώρας του. Δέον ν’ ανακοινοί, εντός των αυτών ορίων, τακτικώς εις τα ξένα κεντρικά γραφεία, παρέχον εις αυτά πάσαν αναγκαίαν πληροφορίαν, α)δια τας εν τη χώρα του γενομένας νέας εκδόσεις νομισμάτων, β)δια την εκ της κυκλοφορίας άρσιν και παραγραφήν νομισμάτων. Πλην των περιπτώσεων καθαρώς τοπικού ενδιαφέροντος, έκαστον κεντρικόν γραφείον, καθ’ α όρια ήθελε τούτο κρίνει σκόπιμον, δέον ν’ ανακοινοί εις τα κεντρικά γραφεία των άλλων χωρών: 1)Τας ανακαλύψεις πλαστών νομισμάτων. Η ανακοίνωσις παραχαράξεως γραμματίων Τραπέζης ή κράτους θα συνοδεύηται δια τεχνικής περιγραφής των πλαστογραφημένων, γινομένης αποκλειστικώς παρά του εκδοτικού οργανισμού του οποίου επλαστογραφήθησαν τα γραμμάτια, και δια φωτογραφικής αναπαραγωγής, ει δυνατόν, του δείγματος του πλαστού γραμματίου. Εις επείγουσαν περίπτωσιν, ειδοποίησις και σύντομος περιγραφή παρά των αστυνομικών αρχών δύναται ν’ αποστέλλωνται υπό εχεμύθειαν εις τα ενδιαφερόμενα κεντρικά γραφεία, υπό την επιφύλαξιν της ειδοποιήσεως και τεχνικής περιγραφής, περί ης γίνεται μνεία ανωτέρω. 2)Τας ερεύνας, καταδιώξεις, συλλήψεις, καταδίκας, απελάσεις των κιβδηλοποιών, ως και τυχόν μετατοπίσεις των και πάσαν χρήσιμον πληροφορίαν, ιδία τα χαρακτηριστικά, δακτυλικά αποτυπώματα, και φωτογραφίας των κιβδηλοποιών. 3)Λεπτομερείς περιγραφάς ανακαλυφθείσης κατασκευής, σημειουμένου εάν δια των κατά την ανακάλυψιν επετεύχθη η εξ ολοκλήρου κατάσχεσις των εν κυκλοφορία τεθέντων κιβδήλων νομισμάτων. 8.Γ.α.1 Παραααααχάραξη και Κιβδηλία Άρθρον 2 Ημεδαποί και αλλοδαποί καταδιώκονται κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, ανεξαρτήτως από των νόμων του τόπου της τελέσεως δι’ εγκλήματα περί το νόμισμα τελεσθέντα παρ’ αυτών εν τη αλλοδαπή. Άρθρον 15 Προς εξασφάλισιν, τελειοποίησιν, και ανάπτυξιν της διεθνούς συνεργασίας προς πρόληψιν και τιμωρίαν της κιβδηλοποιΐας, οι αντιπρόσωποι των υψηλών συμβαλλομένων μερών δέον να συγκροτώσιν από καιρού εις καιρόν συνδιασκέψεις, τη συμμετοχή των αντιπροσώπων των εκδοτικών Τραπεζών και των ενδιαφερομένων κεντρικών αρχών. Η οργάνωσις και ο έλεγχος κεντρικού διεθνούς γραφείου πληροφοριών θέλει συζητηθή εις μίαν από τας συνδιασκέψεις αυτάς. Άρθρον 16 Η διαβίβασις ανακριτικών εντολών, σχετικών προς τας εν άρθρω 3 παραβάσεις, δέον να γίνηται α)κατά προτίμησιν δι’ απ’ ευθείας επικοινωνίας μεταξύ των δικαστικών αρχών, ενδεχομένως δε δια των κεντρικών γραφείων. β)δι’ απ’ ευθείας αλληλογραφίας των υπουργών της Δικαιοσύνης των δύο χωρών ή δια της απ’ ευθείας αλληλογραφίας της Αρχής της αιτούσης χώρας προς τον υπουργόν της Δικαιοσύνης της εις έκδοσιν καλουμένης χώρας. γ)δια του διπλωματικού ή προξενικού πράκτορος της αιτούσης χώρας εν τη καλουμένη εις έκδοσιν χώρα. Ο πράκτωρ ούτος θα διαβιβάση απ’ ευθείας την ανακριτικήν εντολήν εις την αρμοδίαν δικαστικήν Αρχήν ή εις την υποδεικνυομένην παρά της εις έκδοσιν καλουμένης χώρας, θα λάβη δε απ’ ευθείας παρά της Αρχής ταύτης τα έγγραφα τα συνιστώντα την εκτέλεσιν της ανακριτικής εντολής. Εις τας περιπτώσεις α΄ και β΄ θα αποστέλληται εν ταυτώ πάντοτε εις την ανωτέραν Αρχήν της εις έκδοσιν καλουμένης χώρας αντίγραφον της ανακριτικής εντολής. Ελλείψει εναντίας συμφωνίας, η ανακριτική εντολήν δέον να συντάσσηται εις την γλώσσαν της αιτούσης Αρχής, δυναμένης της εις έκδοσιν καλουμένης χώρας, να ζητήση μετάφρασιν εις την γλώσσαν της, ης το σύμφωνον να βεβαιωθή παρά της αιτούσης Αρχής. Έκαστον υψηλόν συμβαλλόμενον μέρος θα γνωστοποιήση δι’ ανακοινώσεως απευθυνομένης προς έκαστον υψηλόν συμβαλλόμενον μέρος, τον ανωτέρω προβλεπόμενον τρόπον ή τρόπους μεταβιβάσεως ον αποδέχεται δια τας ανακριτικάς εντολάς του υψηλού τούτου συμβαλλομένου μέρους. Μέχρις ου έκαστον υψηλόν συμβαλλόμενον μέρος προβή εις παρομοίαν ανακοίνωσιν, θέλει διατηρηθή η εν ισχύϊ διαδικασία του περί ανακριτικών εντολών. Η εκτέλεσις των ανακριτικών εντολών είναι απηλλαγμένη της πληρωμής των τελών και εξόδων, πλην των της πραγματογνωμοσύνης. Ουδεμία διάταξις του παρόντος άρθρου δύναται να ερμηνευθή ως αποτελούσα εκ μέρους των υψηλών συμβαλλομένων μερών υποχρέωσιν ν’ αποδεχθώσι παράβασιν της νομοθεσίας των, όσον αφορά το σύστημα των αποδείξεων επί των κατασταλτικών μέτρων. Άρθρον 17 Η συμμετοχή ενός υψηλού συμβαλλομένου μέρους εις την παρούσαν σύμβασιν δεν δύναται να ερμηνευθή ως θίγουσα την στάσιν του επί του γενικού ζητήματος της αρμοδιότητος της ποινικής δικαιοδοσίας ως ζητήματος διεθνούς δικαίου. Άρθρον 18 Η παρούσα σύμβασις αφίνει άθικτον την αρχήν ότι αι εν άρθρω 3 προβλεπόμεναι πράξεις δέον εις εκάστην χώραν, χωρίς ουδέποτε να εξασφαλίζηται η ατιμωρησία των, να χαρακτηρίζωνται, διώκωνται, και δικάζωνται συμφώνως προς τους γενικούς κανόνας της εσωτερικής της νομοθεσίας. Μέρος δεύτερον Άρθρον 19 Τα υψηλά συμβαλλόμενα μέρη συνομολογούσιν ότι πάσαι αι μεταξύ των εγερθησόμεναι διαφοραί ως προς την ερμηνείαν ή την εφαρμογήν της παρούσης συμβάσεως θα υποβάλλωνται, εφ’ όσον δεν δύναται να εξομαλυνθώσι δι’ ευθείας διαπραγματεύσεων, προς επίλυσιν εις το μόνιμον διεθνές δικαστήριον. Εάν τα υψηλά συμβαλλόμενα μέρη, μεταξύ των οποίων αναφύεται η διαφορά, ή εν εξ αυτών δεν είναι μεταξύ των συμβαλλομένων του πρωτοκόλλου της 16 Δεκ. 1920, περί μονίμου διεθνούς δικαστηρίου, η διαφορά αύτη θα υποβάλληται, τη βουλήσει των και συμφώνως προς τους συνταγματικούς κανόνας εκάστης τούτων, είτε εις το μόνιμον δικαστήριον διεθνούς δικαιοσύνης είτε εις διαιτητικόν δικαστήριον, συσταθέν, συμφώνως προς την σύμβασιν της 18 Οκτωβρίου 1907 δια τον ειρηνικόν διακανονισμόν των διεθνών διαφορών, είτε εις οιονδήποτε άλλο διαιτητικόν δικαστήριον. Άρθρα 20-28 (Διατάξεις αφορώσαι την επικύρωσιν, προσχώρησιν κλπ. τυπικά θέματα). Σελίς 115 Παραααααχάραξη και Κιβδηλία 8.Γ.α.1 8.Γ.α.1 Παραααααχάραξη και Κιβδηλία Σωματεμπορία γυναικών 8.Γ.β.1 Άρθρον 3 Τα υπογράψαντα ή τυχόν μέλλοντα να προσχωρήσωσιν εις την κυρουμένην σύμβασιν Κράτη, ως και οι υπήκοοι αυτών, παριστάμενοι ως πολιτικώς ενάγοντες ενώπιον των ελληνικών δικαστηρίων εις δίκας περί κιβδηλίας ή παραχαράξεως, απαλλάσσονται της υποχρεώσεως καταβολής της υπό του άρθρου 78 της Πολιτικής Δικονομίας προβλεπομένης εγγυήσεως. Άρθρα 4-10 (Κατηργήθησαν δια του άρθρου 473 του νέου Ποινικού Κώδικος). Άρθρον 11 Δια διατάγματος, προτάσει των επί των Εσωτερικών και οικονομικών υπουργών εκδοθησομένου, κανονισθήσονται τα περί συστάσεως, οργανώσεως, και λειτουργίας κεντρικού γραφείου εν Ελλάδι προς πρόληψιν και καταστολήν της παραχαράξεως της κιβδηλίας, άνευ επιβαρύνσεως του προϋπολογισμού των εξόδων του Κράτους. Εις εκτέλεσιν του άρθρου τούτου εξεδόθη το Π.Δ. της 7/23 Σεπτ. 1935 π. συστάσεως γραφείου ερευνών παραχαράξεως και κιβδηλίας (4. Ββ. 3). ΣΥΜΒΑΣΙΣ Μέρος πρώτον Άρθρον 1 Τα υψηλά συμβαλλόμενα μέρη αναγνωρίζουσι τους εις το πρώτον μέρος της παρούσης συμβάσεως εκτεθέντας κανόνας ως το μάλλον αποτελεσματικόν μέσον, κατά τας σημερινάς περιστάσεις, προς πρόληψιν και καταστολήν των παραβάσεων παραχαράξεως και κιβδηλίας. Άρθρον 2 Εν τη παρούση συμβάσει η λέξις «νόμισμα» νοείται χαρτονόμισμα, συμπεριλαμβανομένων των τραπεζογραμματίων και των μεταλλικών νομισμάτων, των νομίμως κυκλοφορούντων. Άρθρον 3 Τιμωρούνται ως παραβάσεις κοινού δικαίου 1)άπασαι αι δόλιαι πράξεις κατασκευής ή αλλοιώσεως νομίσματος, ανεξαρτήτως του προς επίτευξιν του αποτελέσματος χρησιμοποιηθέντος μέσου. 2)η δολία θέσις εις κυκλοφορίαν πλαστών νομισμάτων. 3)αι πράξεις εισαγωγής εις την χώραν, ή αποδοχής, ή προμηθείας πλαστού νομίσματος, εν γνώσει της πλαστότητός του, προς τον σκοπόν της θέσεως αυτού εις κυκλοφορίαν. 4)αι απόπειραι των παραβάσεων τούτων και αι πράξεις συμμετοχής εκ προθέσεως. 5)αι δόλιαι πράξεις κατασκευής, αποδοχής, ή προμηθείας εργαλείων ή άλλων αντικειμένων προωρισμένων ως εκ της φύσεώς των εις την κατασκευήν πλαστών νομισμάτων ή εις την αλλοίωσιν νομισμάτων. Άρθρον 4 Έκαστον των εν άρθρω 3 προβλεπομένων γεγονότων, αν διαπραχθώσιν εις διαφόρους χώρας, δέον να θεωρήται ως χωριστή παράβασις. Σελ. 113 Παραααααχάραξη και Κιβδηλία 8.Γ.α.1

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.