← Ελλάδα

1. ΝΟΜΟΘΕΤ.ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ’ αριθ.1321 της 23/29 Δεκ. 1972 (ΦΕΚ Α΄ 239) Περί Ναυτιλιακών Τραπεζών. Άρθρ.1.-1.Ναυτιλιακαί τράπεζαι είναι ανώνυμοι τραπεζικαί

Εν συντομία

Αυτός ο νόμος αφορά τις Ναυτιλιακές Τράπεζες, καθορίζοντας τον σκοπό, τη λειτουργία και τις ειδικές ρυθμίσεις τους, καθώς και τις φορολογικές απαλλαγές και προνόμια που τις διέπουν.

Τι ρυθμίζει

Ποιους αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
1. ΝΟΜΟΘΕΤ.ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ’ αριθ.1321 της 23/29 Δεκ. 1972 (ΦΕΚ Α΄ 239) Περί Ναυτιλιακών Τραπεζών. Άρθρ.1.-1.Ναυτιλιακαί τράπεζαι είναι ανώνυμοι τραπεζικαί εταιρείαι έχουσαι ως σκοπόν την χρηματοδότησιν ναυτιλιακών και ναυπηγικών (κατασκευαστικών, μετασκευαστικών και επισκευαστικών)επιχειρήσεων. 2.Αι ναυτιλιακαί τράπεζαι διέπονται υπό των διατάξεων της ισχυούσης Νομοθεσίας περί Τραπεζών, εφ’ όσον αύται δεν αντίκεινται εις τας διατάξεις του παρόντος Ν.Δ/τος. 3.Το καταβεβλημένον μετοχικόν κεφάλαιον ναυτιλιακής τραπέζης δεν δύναται να είναι κατώτερον του ποσού των 300.000.000 Δραχμών. 4.Οι αλλοδαποί μέτοχοι καταβάλλουν την εισφοράν των εις το μετοχικόν κεφάλαιον εις ελευθέρως μετατρέψιμον συνάλλαγμα. Ως αλλοδαποί μέτοχοι λογίζονται, εν τη εφαρμογή του παρόντος εδαφίου, επί μεν Νομικών Προσώπων τα έχοντα την έδρα των εις την αλλοδαπήν, επί δε φυσικών προσώπων οι μόνιμοι κάτοικοι εξωτερικού. 5.Η σχέσις ιδίων και δανειακών κεφαλαίων των ναυτιλιακών τραπεζών ορίζεται εκάστοτε και κατά περίπτωσιν υπό της Νομισματικής Επιτροπής. Άρθρ.10.-Αι απαρτίζουσαι το κάλυμμα ναυτιλιακού ομολογιακού δανείου απαιτήσεις καθίστανται από της καταχωρίσεως αυτών εις τα βιβλία ενυποθήκων απαιτήσεων ακατάσχετοι δι’ απαιτήσεις ετέρας πλην των εξ ομολογιών του καλυπτομένου δανείου. Άρθρ.11.-Εν πτωχεύσει ναυτιλιακής τραπέζης άπαντες οι ναυτιλιακοί ομολογιούχοι, οι ασφαλιζόμενοι δι’ απαιτήσεων κατακεχωρισμένων εν τω αυτώ βιβλίω ενυποθήκων απαιτήσεων, ικανοποιούνται συμμέτρως εκ του καλύμματος του δανείου προηγούμενοι ως προς τούτο παντός ετέρου δανειστού της Τραπέζης. Άρθρ.12.-Αι ναυτιλιακαί τράπεζαι υποχρεούνται εις τήρησιν του τραπεζικού απορρήτου και επί πάσης εν γένει τραπεζικής εργασίας ή σχέσεως αυτών έναντι πάσης αρχής και εν γένει παντός τρίτου, πλην του ελέγχου των νομισματικών, δικαστικών και φορολογικών αρχών, αι οποίαι όμως υποχρεούνται εις τήρησιν του απορρήτου, υποκείμεναι εις τας κυρώσεις τας προβλεπομένας υπό του Ν.Δ. 1050/1971 «περί του απορρήτου των τραπεζικών καταθέσεων». 12.Θ.θ.1 Ναυτιλιακές Τράπεζες Άρθρ.13.-1.Το κεφάλαιον, ο ισολογισμός και οι εν γένει λογαριασμοί ναυτιλιακών τραπεζών δύνανται να εκφράζωνται εις ξένον νόμισμα. 2.Πάσαι αι συναλλαγαί ναυτιλιακών τραπεζών, και αι συναφείς προς αυτάς πράξεις, υποχρώσεις ή εμπράγματοι ασφάλειαι, περιλαμβανομένων των εκ ναυτιλιακών ομολογιών κυρίων και παρεπομένων υποχρεώσεών των, δύνανται να καταρτίζωνται και να εκπληρώνται εις συνάλλαγμα ή ξένον νόμισμα. «3.Αι ναυτιλιακαί Τράπεζαι δύνανται υπό την εποπτείαν των νομισματικών αρχών, να διαχειρίζωνται και να διακινούν ελευθέρως συνάλλαγμα και ξένα νομίσματα». Η παρ. 3 αντικατεστάθη ως άνω δια του Ν.Δ. 1387/1973 (κατωτ. αριθ. 2). Άρθρ.14.-1.Αι υπό ναυτιλιακής τραπέζης καταρτιζόμεναι πάσης φύσεως δικαιοπραξίαι και διενεργούμεναι πράξεις, αι συνδεόμεναι καθ’ οιονδήποτε τρόπον προς την υφ’ οιανδήποτε μορφήν χρηματοδότησιν ναυτιλιακών ή ναυπηγικών επιχειρήσεων, τα υπ’ αυτής εκδιδόμενα ή λαμβανόμενα σχετικά έγγραφα, η εξόφλησις ναυτιλιακών ή ναυπηγικών δανείων ή ετέρων πιστωτικών συμβάσεων, των συναφών εγγυήσεων ή εγγυητικών επιστολών, ως και των εξ αυτών τόκων, απαλλάσσονται αντικειμενικώς οιοσδήποτε και εάν είναι ο αντισυμβαλλόμενος των τελών χαρτοσήμου και παντός εν γένει τέλους, κρατήσεως, εισφοράς, δικαιώματος ή παραβόλου ή άλλης εν γένει επιβαρύνσεως υπέρ του Δημοσίου, Δήμων και Κοινοτήτων και παντός εν γένει τρίτου. 2.Αι αυταί απαλλαγαί εφαρμόζονται και επί συστάσεως, εγγραφής ή εξαλείψεως υποθήκης επί πλοίων ή ακινήτων, προσημειώσεως υποθήκης και συστάσεως ή εγγραφής ενεχύρου ή εκχωρήσεως δια την ασφάλειαν ναυτιλιακών ή ναυπηγικών δανείων ή πιστώσεων και των τόκων αυτών, ως και πάσης φύσεως εγγυήσεων. 3.Τα δικαιώματα των συμβολαιογράφων και αμίσθων υποθηκοφυλάκων συναφώς προς τας εν παρ. 1 και 2 πάσης φύσεως δικαιοπραξίας και πράξεις εν γένει δεν δύνανται να υπερβαίνουν κατά περίπτωσιν το ποσόν των δραχ.10.000, προκειμένου περί συμβολαιογράφων, και 5.000 προκειμένου περί αμίσθων υποθηκοφυλάκων. 4.Οι υπό ναυτιλιακής τραπέζης εισπραττόμενοι ή καταβαλλόμενοι πάσης φύσεως τόκοι και προμήθειαι ως και τα λοιπά έσοδα αυτής, τα προερχόμενα εξ εργασιών πραγματοποιουμένων εις συνάλλαγμα, απαλλάσσονται του φόρου κύκλου εργασιών και του επ’ αυτού χαρτοσήμου ως και πάσης άλλης επιβαρύνσεως εν γένει. 5.Αι περί τραπεζών επενδύσεων διατάξεις του Α.Ν. 396/1968 «περί καθορισμού αποσβέσεων επισφαλών απαιτήσεων των τραπεζών» και του άρθρ. 11 παρ. 2 Ν.Δ. 34/1968 «περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του Α.Ν. 148/1967 «περί μέτρων προς ενίσχυσιν της Κεφαλαιαγοράς», εφαρμόζονται και επί ναυτιλιακών τραπεζών. 6.Αι ναυτιλιακαί ομολογίαι αι εκδιδόμεναι κατόπιν εγκρίσεως των αρμοδίων νομισματικών αρχών απολαύουν των απαλλαγών του άρθρ. 4 του Ν.Δ. 3746/1957, «περί ασφαλιστικών ρητρών φορολογικών απαλλαγών και άλλων τινών διευκολύνσεων εις ομολογιακά δάνεια ή προνομιούχους μετοχάς εκδιδομένας δια παραγωγικούς σκοπούς», εφ’ όσον τύχουν της απαιτουμένης σχετικής εγκρίσεως. Προκειμένου περί ναυτιλιακών ομολογιακών δανείων εκδιδομένων εν τω εξωτερικώ εις συνάλλαγμα ή ξένον νόμισμα, αι ως άνω απαλλαγαί ισχύουν αυτοδικαίως. 7.Οι τόκοι δανείων ή πιστώσεων παρεχομένων προς ναυτιλιακήν τράπεζαν παρ’ αλλοδαπών τραπεζών ή ετέρων επιχειρήσεων αλλοδαπής απαλλάσσονται του κατά τας εκάστοτε ισχυούσας διατάξεις φόρου εισοδήματος καθ’ ο ποσόν η φορολογική υποχρέωσις υπερβαίνει την προκύπτουσαν εκ της νομοθεσίας της χώρας εγκαταστάσεως. 8.Τα μη διανεμόμενα κέρδη εκ της ασκήσεως εργασιών ναυτιλιακής τραπέζης, τα αγόμενα εις τα πάσης φύσεως αποθεματικά αυτής, απαλλάσσονται του φόρου εισοδήματος επί δεκαπενταετίαν από της ενάρξεως λειτουργίας της τραπέζης. Άρθρ.15.-1.Η πλειοψηφία των μετοχών ναυτιλιακής τραπέζης δέον να ανήκη εις ημεδαπούς. Δι’ αποφάσεως του Υπουργικού Συμβουλίου είναι δυνατή παρέκκλησις από της αρχής ταύτης. Προς διασφάλισιν της εν τω πρώτω εδαφίω πλειοψηφίας, εκδίδονται δεσμευμέναι μετοχαί κατά την παρ. 8 του άρθρ. 3 του Νόμ.2190/1920 «περί ανωνύμων εταιρειών», ως τούτο αντικατεστάθη υπό του άρθρ. 5 του Α.Ν. 148/67 «περί μέτρων προς ενίσχυσιν της Κεφαλαιαγοράς». 2.Το καταστατικόν ναυτιλιακής τραπέζης δύναται να ορίζη, ότι ωρισμένος Έλλην μέτοχος διορίζει και ανακαλεί τον ασκούντα την γενικήν διεύθυνσιν των εργασιών της τραπέζης, ορίζον άμα τας προϋποθέσεις ασκήσεως του δικαιώματος τούτου ως και τας εξουσίας αυτού. «Άρθρ.16.-Αι ναυτιλιακαί τράπεζαι και αι μετοχαί τούτων δεν υπάγονται εις τας διατάξεις του Ν.Δ. 1315/72 « περί απαγορεύσεως χρηματιστηριακών τινών συναλλαγών εις Τραπέζας και Νομικά τινά Πρόσωπα». Το άρθρ. 16 προσετέθη και το επόμενον άρθρον έλαβεν αρίθμησιν 17, δια του Ν.Δ. 1387/1973 (κατωτ. αριθ. 2). Άρθρ.16 «17».-Η ισχύς του παρόντος άρχεται από της δημοσιεύσεώς του δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως. (Αντί της σελ.212,63) Σελ. 212,63(α) Τεύχος 488-Σελ.33 Ναυτιλιακές Τράπεζες 12.Θ.θ.1 Άρθρ.2.-Εν τη επιδιώξει του εταιρικού αυτών σκοπού αι ναυτιλιακαί τράπεζαι δύνανται ιδία: 1.Να χορηγούν πάσης φύσεως δάνεια, πιστώσεις ή εγγυήσεις προς ναυτιλιακάς ή ναυπηγικάς επιχειρήσεις. 2.Να αποκτούν ή εκχωρούν απαιτήσεις εκ των ως άνω χρηματοδοτήσεων. 3.Να μεσολαβούν προς χρηματοδότησιν ναυτιλιακών ή ναυπηγικών επιχειρήσεων ή προς συνεργασίαν αυτών, καλύπτουν ομολογιακά δάνεια εκδιδόμενα υπό τοιούτων επιχειρήσεων και ενεργούν ως εκπρόσωποι ομολογιούχων ή ετέρων δανειστών. 4.Να λαμβάνουν δάνεια ή πιστώσεις, δέχωνται εγγυήσεις και εκδίδουν ομολογιακά δάνεια. 5.Να δέχωνται καταθέσεις χρημάτων ουχί κατωτέρας των δραχ.200.000 ή του ισαξίου αυτών εις συνάλλαγμα ή ξένον νόμισμα. 6.Να αγοράζουν, πωλούν, φυλάττουν, διαχειρίζωνται ή εισπράττουν αξιόγραφα, συνάλλαγμα ή ξένα νομίσματα. 7.Να συμμετέχουν εις ναυτιλιακάς, ναυπηγικάς ή χρηματοδοτικάς επιχειρήσεις και δια ποσού μη υπερβαίνοντος το πέμπτον του κεφαλαίου (μετοχικού και αποθεματικού) της Τραπέζης δι’ εκάστην επιχείρησιν. Το σύνολον των εν λόγω συμμετοχών δεν δύναται να υπερβαίνη το 10% του συνόλου του ενεργητικού της Τραπέζης. Τα όρια ταύτα δύνανται να μεταβάλλωνται κατά Τράπεζαν ή κατά περίπτωσιν δι’ αποφάσεων της Νομισματικής Επιτροπής. Αι ναυτιλιακαί τράπεζαι, ωσαύτως, δύνανται να συμμετέχουν εις ασφαλιστικάς επιχειρήσεις κατόπιν ειδικής αδείας της Νομισματικής Επιτροπής. Άρθρ.3.-1.Αι ναυτιλιακαί τράπεζαι δύνανται να καθιστούν προσοδοφόρα τα διαθέσιμα αυτών ιδία δια καταθέσεων παρά τραπέζη, δι’ εξαγοράς των ιδίων αυτών ομολογιών ή δι’ αγοράς ετέρων τοιούτων, ή δι’ αγοράς ετέρων αξιογράφων εντός πλαισίων καθοριζομένων δι’ αποφάσεων της Νομισματικής Επιτροπής. 2.Κτήσις πλοίων ή ακινήτων επιτρέπεται εις τας ναυτιλιακάς τραπέζας προς διαφύλαξιν των συμφερόντων των και εξασφάλισιν των χορηγήσεών των. Κτήσις πλοίων ή ακινήτων προς εξυπηρέτησιν των ιδίων των αναγκών επιτρέπεται μόνον κατόπιν αδείας της Νομισματικής Επιτροπής. Άρθρ.4.-«1.Πέραν των κοινών ομολογιακών δανείων αι ναυτιλιακαί τράπεζαι δύνανται να εκδίδουν ομολογιακά δάνεια καλυπτόμενα δι’ απαιτήσεων εκ χρηματοδοτήσεως ναυτιλιακών ή ναυπηγικών επιχειρήσεων επί πρώτη υποθήκη πλοίου ή ακινήτου (ναυτιλιακά ομολογιακά δάνεια), εφ’ όσον η υποθήκη διέπεται υπό του ελληνικού δικαίου ή υπό δικαίου ετέρας πολιτείας παρέχοντος τυπικώς και ουσιαστικώς ασφάλειαν ισάξιαν της του ελληνικού δικαίου, το δε ποσόν αυτής δεν υπερβαίνει, εν ελλείψει ετέρας συντρεχούσης ασφαλείας, το 60% της εμπορικής αξίας του πλοίου ή ακινήτου». Η παρ. 1 αντικατεστάθη ως άνω δια του Ν.Δ.1387/1973 (κατωτ. αριθ. 2). (Αντί της σελ.212,61) Σελ. 212,61(α) Τεύχος 488-Σελ.31 Ναυτιλιακές Τράπεζες 12.Θ.θ.1 2.Αι απαιτήσεις καταχωρίζονται εις βιβλία ενυποθήκων απαιτήσεων, τηρούμενα παρά τη Τραπέζη. Η Τράπεζα δύναται να καταχωρίζη ιδιαιτέρως απαιτήσεις καλυπτούσας ειδικώς ωρισμένον δάνειον (ειδικόν ναυτιλιακόν ομολογιακόν δάνειον). 3.Τα της τηρήσεως των βιβλίων ρυθμίζονται δια Β.Δ/τος εκδιδομένου προτάσει του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας. Άρθρ.5.-Αι απαρτίζουσαι το κάλυμμα των ναυτιλιακών ομολογιακών δανείων ή ειδικών ναυτιλιακών ομολογιακών δανείων απαιτήσεις δεν δύνανται να είναι εν τω συνόλω αυτών μικροτέρου ποσού, μετ’ αναγωγήν εις το αυτό νόμισμα, της ονομαστικής αξίας του συνόλου των εν κυκλοφορία ομολογιών (ναυτιλιακών ομολογιών) των υπ’ αυτών καλυπτομένων ναυτιλιακών ομολογιακών δανείων, ουδέ να παρέχουν εν συνόλω τόκον κατώτερον του οφειλομένου τόκου δια τας ομολογίας των αντιστοίχων δανείων. Άρθρ.6.-«1.Εάν η τράπεζα καταστή κυρία πλοίου ή ακινήτου βεβαρημένου δι’ υποθήκης υπέρ απαιτήσεως καλυπτούσης ναυτιλιακόν ομολογιακόν δάνειον εκδοθέν υπ’ αυτής, καταχωρίζεται ως κάλυμμα αντί της ενυποθήκου απαιτήσεως εις τα κατά το άρθρ. 4 βιβλία το πλοίον ή το ακίνητον δια ποσόν ίσον προς το 60% της αξίας κτήσεως αυτού ή συντρεχούσης ετέρας ασφαλείας και εις ανώτερον ποσοστόν». Η παρ. 1 αντικατεστάθη ως άνω δια του Ν.Δ. 1387/1973 (κατωτ. αριθ. 2). 2.Περί της κατά την προηγουμένην παράγραφον καταχωρίσεως γίνεται μνεία επιμελεία της τραπέζης αναλόγως της περιπτώσεως εις το βιβλίον υποθηκών ή το οικείον ναυτικόν υποθηκολόγιον. Άρθρ.7.-1.Εάν δι’ οιονδήποτε λόγον το κατά τα προηγούμενα άρθρα κάλυμμα ήθελε καταστή κατώτερον της ονομαστικής αξίας του συνόλου των εν κυκλοφορία ομολογιών των ναυτιλιακών ομολογιακών δανείων ή ειδικού τινός ναυτιλιακού ομολογιακού δανείου, ή τράπεζα υποχρεούται όπως καλύψη την διαφοράν δια μετρητών,δια καταθέσεων παρ’ ετέρα τραπέζη ή δι’ αξιογράφων εισηγμένων εις το Χρηματιστήριον. Η τήρησις της υποχρεώσεως ταύτης υπόκειται εις τον έλεγχον της Νομισματικής Επιτροπής κατά τα υπ’ αυτής εκάστοτε οριζόμενα. 2.Περί της τοιαύτης καλύψεως γίνεται μνεία εις τα κατά τα άρθρ. 4 βιβλία. Σελ. 212,62(α) Τεύχος 488-Σελ.32 Άρθρ.8.-Αι ναυτιλιακαί ομολογίαι αναγράφουν και τους κυριωτέρους όρους δανείου, ιδία το ποσόν και τον τόκον αυτού, τον χρόνον και τον τρόπο ομαλής ή προώρου εξοφλήσεως ως και το σύνολον των ομολογιών. Άρθρ.9.-1.Οι ναυτιλιακοί ομολογιούχοι έχουν νόμιμον ενέχυρον επί των απαρτιζουσών το κάλυμμα του δανείου απαιτήσεων. Μνεία τούτου γίνεται εις το οικείον βιβλίον υποθηκών ή ναυτικόν υποθηκολόγιον. 2.Επί των κατ’ άρθρ. 6 ως κάλυμμα ναυτιλιακού ομολογιακού δανείου καταχωρισθέντων πλοίων ή ακινήτων λογίζεται συσταθείσα υποθήκη, ποσού ίσου προς την αξίαν καταχωρίσεως αυτών, υπέρ των ομολογιούχων του αυτού δανείου. Η τάξις της υποθήκης κανονίζεται εκ του χρόνου εγγραφής της κατά το άρθρ. 6 παρ. 2 μνείας εις το οικείον βιβλίον υποθηκών ή το ναυτικόν υποθηκολόγιον.

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.