📄 Κείμενο νόμου
7. ΝΟΜΟΣ ΓΥΙΔ΄ της 16/19 Νοεμ. 1909 (ΦΕΚ Α΄ 270) Περί Γενικού Εκκλησιαστικού Ταμείου και διοικήσεως Μοναστηρίων. Άρθρ.15.-Δεν δύναταί τις να καρή μοναχός έν τινι Μονή, εάν προς τοις κανονικοίς όροις δεν συνεπλήρωσε το 21ον έτος και δεν υφίσταται κενή θέσις μοναχού εν τω μοναστηρίω, επί τη βάσει οριστικού κανονισμού του αριθμού των μοναχών εν τη Μονή. Ο μέλλων να γίνη μοναχός πρέπει να υποστή πρότερον τριετή δοκιμασίαν εν τη Μονή, εν ή μέλει να καρή. Ο δόκιμος προσλαμβάνεται υπό του Ηγουμενοσυμβουλίου τη προτάσει πρεσβυτέρου μοναχού, υφ’ ον μέλλει να υποταχθή, τη εγκρίσει του αρμοδίου επισκόπου. Δεν δύνανται να προσληφθώσι δόκιμοι πλείονες του ενός τρίτου των μοναχών. «Εάν ο μέλλων να γίνη μοναχός τυγχάνη προλύτης ή τελειόφοιτος της Θεολογικής Σχολής του Εθνικού Πανεπιστημίου ή απόφοιτος της Ριζαρείου Εκκλησ. Σχολής, δύναται να καρή και προ της συμπληρώσεως τριετούς δοκιμασίας τη εγκρίσει του αρμοδίου επισκόπου ή και άνευ τοιαύτης δοκιμασίας». Το εντός « » εδάφιον προσετέθη δια του Νόμ. ΓΧΟΖ΄/1910. Δεν δύναται να γίνη οριστική μεταπομπή ή πρόσληψις μοναχών εις έτερον μοναστήριον, αν δεν υπάρχωσι θέσεις κεναί μοναχών εν αυτώ. Η προσωρινή μεταπομπή μοναχών εις έτερον μοναστήριον δεν δύναται να είναι μακροτέρα του έτους, ουδέ καθιστά τας θέσεις αυτών εν τη μονή της μετανοίας αυτών κενάς, ως ουδέ η οριστική, εάν δεν εγένετο κατά τους κανόνας της Εκκλησίας. Άρθρ.30.-Προς έγερσιν αγωγής, εφέσεως ή αιτήσεως αναιρέσεως υπό των μονών απαιτείται η άδεια του Διοικητικού Συμβουλίου. Τους δικηγόρους διορίζει, τη προτάσει του Ηγουμενοσυμβουλίου, το αυτό. Άδεια και διορισμός δίδεται εγγράφως. Μετά της αιτήσεως αδείας υποβάλλεται εις το Διοικητικόν Συμβούλιον έκθεσις περί της υποθέσεως, όπως τούτο πεισθή περί του νομίμου και υποστατού της αξιώσεως. Σελ. 133 161-127 Διοίκηση Μοναστηριών 33.Γ.α.7 Και όταν ενάγωνται αι μοναί, τους δικηγόρους προς υπεράσπισιν διορίζει το Διοικητικόν Συμβούλιον. Το αυτό εγκρίνει και την πρότασιν ανταγωγικών απαιτήσεων. Επί προσωρινών μέτρων δύναται το Ηγουμενοσυμβούλιον να προβή αμέσως ή και να παραστή εναγόμενον, και να διορίση αυτό τον δικηγόρον της μονής. Αλλ’ οφείλει ανυπερθέτως να υποβάλη περί αυτού έκθεσιν και να αιτήσηται την έγκρισιν του Διοικητικού Συμβουλίου. Άρθρ.31.-Παραίτησις αγωγής ή ενδίκων μέσων, κατάργησις δίκης, συμβιβασμός εξώδικος ή δικαστικός, μόνον τη εγκρίσει του Διοικητικού Συμβουλίου δύνανται να επιχειρηθώσιν υπό του Ηγουμενοσυμβουλίου δια λογαριασμόν της μονής. Άρθρ.32.-Δια την διαχείρισιν της περιουσίας των μονών τηρούνται υπό του Ηγουμενοσυμβουλίου βιβλία λογιστικά του απλουστέρου τύπου, καθ’ υποδείγματα έντυπα, αποσταλησόμενα εις αυτά υπό του Διοικητικού Συμβουλίου. Η τήρησις αυτών δύναται ν’ ανατεθή εις ένα των συμβούλων ή και ένα μοναχόν έξω του Συμβουλίου, υπό την επιτήρησιν τούτου. Το Διοικητικόν Συμβούλιον δικαιούται δι’ ειδικού Επιθεωρητού της Κυβερνήσεως, εάν δεν έχη ιδίους ή εάν δεν επαρκώσιν ούτοι, να ποιή εκάστοτε επιθεώρησιν και εξέλεγξιν της οικονομικής διαχειρίσεως των μονών και επί τη εκθέσει του επιθεωρητού να λαμβάνη μέτρα διοικητικά κατά των υπαιτίων ηγουμένων και συμβούλων της μονής, εν ανάγκη δε να προβαίνη και εις καταγγελίας κατ’ αυτών, όπου δει, προς σωφρονισμόν και τιμωρίαν αυτών. Άρθρ.33.-Δι΄ έκαστον μοναστήριον και τας ληψοδοσίας αυτού μετά του Ταμείου τηρείται παρά τούτω χωριστή μερίς. Άπασαι αι εις μετρητά εισπράξεις είτε μισθωμάτων, είτε εκ κανόνων εμφυτευτικών, είτε εκ τιμημάτων, είτε εξ άλλης αιτίας, κατατίθενται παρά τη Εθνική Τραπέζη ή τοις υποκαταστήμασιν αυτής επ’ ονόματι του Ταμείου και δια λογαριασμόν της μονής, δι’ ην γίνονται αι καταβολαί. Μόνον τα αυτούσια εισοδήματα της μονής παραμένουσι παρ’ αυτή, ειδοποιουμένου εκάστοτε του Διοικητικού Συμβουλίου περί αυτού και αποφαινομένου επί τη προτάσει του ηγουμενοσυμβουλίου περί της διαθέσεως αυτών. Σελ. 134 161-128 Εκ των κατατεθειμένων δια λογαριασμόν εκάστης μονής αποπληρούνται αι αναγκαίαι δι’ αυτήν προμήθειαι, ως και αι δαπάναι δια την ανακαίνισιν ή επισκευήν των κτιρίων αυτής, ως και εν γένει δια πάσαν άλλην επείγουσαν ανάγκην, επί τη εγκρίσει του Διοικητικού Συμβουλίου και τη εκδόσει των σχετικών ενταλμάτων πληρωμής υπ’ αυτού. Τα των ληψοδοσιών των μονών και του Ταμείου, της υπηρεσίας του ανοικτού λογαριασμού παρά τη Εθνική Τραπέζη κανονισθήσονται δια Β.Δ/τος, προτάσει του Διοικητικού Συμβουλίου. Δια τας λοιπάς διατάξεις βλ. τόμ. 33Α. 33.Γ.α.7 Διοίκηση Μοναστηριών Άρθρ.16.-Κατά Δεκέμβριον εκάστου έτους το Ηγουμενοσυμβούλιον εκάστης διατηρουμένης μονής συντάσσει και υποβάλλει το βραδύτερον τον προϋπολογισμόν του νέου έτους, τον δε απολογισμόν του παρελθόντος έτους κατά Ιανουάριον του επιόντος. Ο προϋπολογισμός και ο απολογισμός συντάσσονται εις τετραπλούν. Έν αντίτυπον φυλάσσεται εν τη μονή, δεύτερον αποστέλλεται εις τον κατά Σελ. 131 161-125 Διοίκηση Μοναστηριών 33.Γ.α.5-7 τόπους επίσκοπον, τρίτον εις τον νομάρχην και τέταρτον εις το διοικητικόν συμβούλιον του Ταμείου. Εντός δέκα ημερών από της υποβολής εις αυτούς, ο επίσκοπος και ο νομάρχης δικαιούνται να υποβάλωσι τας επ’ αυτών παρατηρήσεις εις το Διοικητικόν Συμβούλιον, όπως λάβη αυτάς υπ' όψει. Το Διοικητικόν Συμβούλιον του Ταμείου μετά δέκα πέντε ημέρας από της υποβολής τούτων προβαίνει πάντως εις την εξέλεγξιν και έγκρισιν αυτών. Ο απολογισμός όμως δεν καθίσταται οριστικός ειμή μετά τον έλεγχον του Ελεγκτικού Συνεδρίου, εις ο οι τυχόν καταδικασθέντες υπό του Διοικητικού Συμβουλίου υπόλογοι Ηγούμενοι και Σύμβουλοι των Μονών δύνανται να προσφύγωσι δι’ εφέσεως κοινοποιουμένης τω Προέδρω του Διοικητικού Συμβουλίου. Εάν το Ηγουμενοσυμβούλιον ήθελε καθυστερήσει την υποβολήν του προϋπολογισμού ή του απολογισμού επί ένα μήνα, επιβάλλεται αυτώ υπό του Διοικητικού Συμβουλίου πρόστιμον μέχρι 500 δραχμών. Εάν καθυστερήση πέρα του μηνός, δύναται να διαταχθή, τη προτάσει του Διοικητικού Συμβουλίου, υπό της Ιεράς Συνόδου η παύσις αυτού και η εκλογή νέου. Η εκλογή γενήσεται εντός μηνός από της παύσεως. Κατά την νέαν εκλογήν οι παυθέντες δεν είναι εκλέξιμοι. Τα μέλη του Ηγουμενοσυμβουλίου εν τη διαχειρίσει της μοναστηριακής περιουσίας υπάγονται εις τας διατάξεις περί δημοσίων υπολόγων υπαλλήλων. Άρθρ.17.-Τα αναγκαία προς διατροφήν των μοναχών, των δοκίμων και παντός του προσωπικού της Μονής προμηθεύονται κατά την εποχήν της συγκομιδής των καρπών δι’ όλον το έτος εις είδος˙ ωσαύτως και πάν ό,τι χρήσιμον δια την συντήρησιν των δια τας υπηρεσίας της μονής αναγκαίων κτηνών και τα προς θέρμανσιν των μοναχών. Ο τη προτάσει του Ηγουμενοσυμβουλίου υπό του επισκόπου διοριζόμενος οικονόμος του μοναστηρίου φυλάσσει τας προμηθείας ταύτας και διανέμει αυτάς αναλόγως, υπό την επιτήρησιν του Ηγουμένου. Σελ. 132 161-126 Δια τας λοιπάς βιωτικάς ανάγκας παρέχονται τοις απλοίς μοναχοίς δραχ. 15 κατά μήνα, τοις ιερομονάχοις ως και τοις μοναχοίς της Μονής Πετράκη Αθηνών δραχ. 30, τοις Συμβούλοις δραχ. 50, και τοις Ηγουμένοις δραχ. 70. Τοις Ηγουμένοις των Μονών Μ. Σπηλαίου, Πεντέλης, Πετράκη και Οσίου Λουκά παρέχεται μηνιαίον επίδομα ανά δραχ. 120, τοις δε συμβούλοις των αυτών μονών ανά δραχ. 80. Των μοναχών και ιερομονάχων το επίδομα δύναται μετά 25ετίαν από της κουράς αυτών να αυξηθή τη προτάσει του Ηγουμενοσυμβουλίου υπό του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου, αλλ’ ουδέποτε πέρα του διπλασίου των 15 ή 30 δραχμών. Τοιαύτη χρηματική δόσις δεν παρέχεται τοις μοναχοίς εν μοναστηρίοις διατελούσιν υπό κοινοβιακόν σύστημα. Αι χρηματικαί αποδοχαί δύνανται δια Β.Δ/τος τη προτάσει του Διοικητικού Συμβουλίου να περισταλώσι, δι’ όσα μοναστήρια δεν εξαρκούσιν αι πρόσοδοι της μονής ώστε να υπολείπηται καθαρόν το 1/10 των τακτικών προσόδων υπέρ του Ταμείου. Εις τους μοναχούς εκάστης μονής δύναται να επιτραπή υπό του Ηγουμενοσυμβουλίου, τη εγκρίσει του αρμοδίου επισκόπου, η εμφύτευσις 3-5 στρεμμάτων γης προς καλλιέργειαν ιδίαις δαπάναις και προς κάρπωσιν προσωπικήν και αποκλειστικήν εφ’ όρου ζωής. Το ήμισυ των εντεύθεν καθαρών προσόδων του μοναχού εκπίπτονται εκ των οφειλομένων υπό της μονής ετησίων προς αυτόν παροχών. Πάσαι αι αναφυόμεναι έριδες, αι σχετικαί προς τας οφειλομένας εις τους μοναχούς παροχάς, λύονται υπό του Ηγουμενοσυμβουλίου, επί προσφυγή δε, υπό του αρμοδίου επισκόπου ανεκκλήτως. 33.Γ.α.7 Διοίκηση Μοναστηριών Άρθρ.18.-Πάσα η περιουσία των κειρομένων μοναχών περιέρχεται αυτοδικαίως εις την μονήν, μετ’ αφαίρεσιν της νομίμου μοίρας υπέρ των αναγκαίων κληρονόμων, απαιτητής από της κατατάξεως του μοναχού. Το μοναστήριον δεν ευθύνεται δια τα χρέη του γενομένου μοναχού πέρα των κεφαλαίων της εισπραχθείσης ενεργητικής περιουσίας, και δεν οφείλει τόκους ή αποζημίωσιν δια τα εισοδήματα αυτής. Αι περιελθούσαι μετά την είσοδον εις την μονήν τω μοναχώ κληροδοσίαι ή δωρεαί, ως και κληρονομίαι, ανήκουσιν εις την μονήν, αλλά του ημίσεος της ούτω περιελθούσης τη μονή περιουσίας την επικαρπίαν έχει εφ’ όρου ζωής ο τιμηθείς δια της κληρονομίας, κληροδοσίας ή δωρεάς. Κληρονομίαν ή κληροδοσίαν αρνουμένου του μοναχού, δύναται να δεχθή αντ’ αυτού του η μονή, αλλά τότε αποβάλλει ούτος υπέρ της μονής την επικαρπίαν του ημίσεος. Εάν η ούτω περιερχομένη τη μονή περιουσία είναι βεβαρυμένη, απαιτείται δια την αποδοχήν αυτής η συναίνεσις και της μονής, γινομένη δια του οικείου Ηγουμενοσυμβουλίου. Δια τα χρέη της αποδεκτής γενομένης κληρονομίας ισχύει το εδάφ. α΄ του παρόντος άρθρου. Άρθρ.19.-Ούτε δια διαθήκης, ούτε δια πράξεων εν ζωή δύναται ο μοναχός να διαθέση χαριστικώς, υπέρ ουδενός περιουσίαν κτηθείσαν οπωσδήποτε και ανήκουσαν αυτώ μετά την κατάταξιν αυτού εν τη μονή. Μόνον την χρήσιν εφ’ όρου ζωής του κελλίου αυτού δύναται να διαθέση υπέρ του υποτακτικού αυτού, όντος ή γενομένου μοναχού. Πάσα άλλη περιουσία του μοναχού περιέρχεται εις την μονήν μετά τον θάνατον αυτού, κληρονομικώ δικαίω μη υποχρεουμένην εις απογραφήν και μη ευθυνομένην πέραν του ενεργητικού της κληρονομίας. Ο οριστικώς αποχωρών από της μονής της μετανοίας αυτού και κατατασσόμενος παρ’ ετέρα, απόλλυσι υπέρ της μονής της μετανοίας αυτού την τέως κεκτημένην περιουσίαν. Η νέα μονή της εγκαταβιώσεως αυτού κληρονομεί μετά θάνατον την από της κατατάξεως εν αυτή κτηθείσαν περιουσίαν. «Η αληθής έννοια του άρθρ. 19 του Νόμ. ΓΥΙΔ΄ και του άρθρ. 1 του προς τροποποίησιν του Νόμου τούτου εκδοθέντος υπ’ αριθ. 1918/1942 Ν.Δ/τος είναι ότι δια της λέξεως Μοναχός νοείται ο απλούς Μοναχός, ο εγκαταβιών ως τοιούτος εν τη Μονή, ουχί δε και ο εκ Μοναχών προερχόμενος κληρικός (ιερομόναχος ή Επίσκοπος) ο καθαιρεθείς και αποχωρήσας της Μονής οριστικώς, αποβαλών δε και το ιερατικόν σχήμα. Επί τούτων δεν έχουν εφαρμογήν αι διατάξεις του άρθρου 19 του Νόμ. ΓΥΙΔ΄, αλλ’ αι γενικαί διατάξεις του κοινού δικαίου». (Νόμ. 2067/1952). Άρθρ.20-26.(Αφεώρων την εκποίησιν και την μίσθωσιν των κτημάτων των μονών. Αντικατεστάθησαν δια των σχετικών διατάξεων περί Ο.Δ.Ε.Π.). Άρθρ.27.-Τα περισσεύοντα αυτούσια εισοδήματα των κτημάτων, όσα δεν είναι αναγκαία δια τας ανάγκας των μοναχών και του λοιπού προσωπικού, εκποιούνται, εάν η αξία αυτών είναι ανωτέρα των διακοσίων δραχμών, δια πλειοδοσίας, άλλως, άνευ τοιαύτης, κατ’ αμφοτέρας όμως τας περιπτώσεις τη προτέρα εγκρίσει του Διοικητικού Συμβουλίου. Το αυτό ισχύει και δια την εκποίησιν ή περιττευόντων υποζυγίων ή βοών ή προβάτων ή αιγών ή χοίρων ή και πτηνών. Οι μοναχοί δύνανται έκαστος να έχη ίδια πρόβατα ή αίγας, αλλ’ ουχί πλείονα των δέκα εξ εκάστου είδους, ως και χοίρους, αλλ’ ουχί πλείονας των πέντε, επίσης όρνιθας ως και άλλα οικόβια πτηνά. Πάντων τούτων η κάρπωσις ως και η εκποίησις αυτών και των προϊόντων των προσήκει εις τους καρπωτάς μοναχούς εφ’ όρου ζωής. Άρθρ.28.-Απαγορεύεται η συνομολόγησις δανείου παρά των μονών. Μόνον εν απαραιτήτω ανάγκη μη δυναμένη να καλυφθή εκ των ετησίων εισοδημάτων δύναται το Διοικητικόν Συμβούλιον να επιτρέψη την συνομολόγησιν δανείου παρά Τραπέζης, εάν δε μη δυνατόν άλλως και επί υποθήκη ακινήτου. Άρθρ.29.-Η αθέτησις οιουδήποτε των όρων των υπέρ των μονών ή του Γενικού Εκκλησιαστικού Ταμείου διατασσομένων ως τηρητέων εν ταις συμβάσεσι και ταις δικαιοπραξίαις εν γένει αμφοτέρων συνεπάγεται την ακυρότητα αυτών, εάν ρητώς δεν συνεφωνήθη το εναντίον. Την ακυρότητα δύναται μόνον το Ταμείον ή αι Μοναί να επικαλεσθώσιν. Ακυρωθεισών των δικαιοπραξιών τη προτάσει αυτών, ουδεμία αγωγή περί αποζημιώσεως εκ του λόγου τούτου χωρεί κατά του Ταμείου ή των μονών.
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.