← Ελλάδα

4. ΝΟΜΟΘΕΤ. ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ' αριθμ. 2202 της 15/15 Αυγ. 1952 Περί εξελέγξεως και εκδικάσεως των βουλευτικών εκλογών. Άρθρ.1.-Η εξέλεγξις και εκδίκασις των

Εν συντομία

Αυτός ο νόμος καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο εξετάζονται και εκδικάζονται οι ενστάσεις που υποβάλλονται κατά της εγκυρότητας των βουλευτικών εκλογών. Δημιουργεί ένα ειδικό δικαστήριο για την επίλυση τέτοιων διαφορών.

Τι ρυθμίζει

Ποιους αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
4. ΝΟΜΟΘΕΤ. ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ' αριθμ. 2202 της 15/15 Αυγ. 1952 Περί εξελέγξεως και εκδικάσεως των βουλευτικών εκλογών. Άρθρ.1.-Η εξέλεγξις και εκδίκασις των βουλευτικών εκλογών, κατά του κύρους των οποίων ηγέρθησαν ενστάσεις, αναφερόμεναι είτε εις εκλογικάς παραβάσεις περί την ενέργειαν τούτων, είτε εις έλλειψιν προσόντων, ανατίθεται, συνωδά τω άρθρ. 73 του Συντάγματος, αποκλειστικώς, εις ειδικόν Δικαστήριον συγκροτουμένον εκ του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, ή του αναπληρωτού αυτού, και εξ ίσου αριθμού συμβούλων της Επικρατείας και μελών του Αρείου Πάγου, λαμβανομένου διά κληρώσεως, κατά τα ειδικώτερον εν τοις επομένοις άρθροις οριζόμενα. Εν η περιπτώσει αι εκλογαί θέλουν λάβει χώραν διά του αναλογικού εκλογικού συστήματος, η πρώτη, δευτέρα και τρίτη κατανομή αποτελούν συνεχή εκλογικήν ενέργειαν και η νόμιμος διαδικασία αυτών υπάγεται υπό την κρίσιν του Εκλογοδικείου. Άρθρ.9.-"Το Δικαστήριον, αν κρίνη αναγκαίον, δύναται δι' ειδικής περί τούτου αποφάσεως, οριζούσης τα αποδεικτέα θέματα και τον τόπον και χρόνον της εξετάσεως, να διατάξη την εξέτασιν μαρτύρων. Η εξέτασις των μαρτύρων γίνεται ενώπιον του εισηγητού της υποθέσεως παρουσία των διαδίκων και ενός των γραμματέων ή υπογραμμάτεων του Συμβουλίου της Επικρατείας. Μετά την συνεπεία προδικαστικής αποφάσεως αποδεικτικήν διαδικασίαν δεν γίνεται νέα συζήτησις επ' ακροατηρίου, αλλά το δικαστήριον αποφαίνεται απ' ευθείας επί τη βάσει των καταθέσεων των ενώπιον του εισηγητού εξετασθέντων μαρτύρων. Οι ενισταμένοι, οι επιλαχόντες, καθώς και οι τυχόν παρεμβαίνοντες δικαιούνται να ζητήσουν παρά του Προέδρου του Εκλογοδικείου την κλήτευσιν μέχρι τριών μαρτύρων έκαστον των αντιδίκων μερών, ην διατάσσει ο Πρόεδρος του Εκλογοδικείου. Δικαιούνται επίσης οι ανωτέρω να προσαγάγωσι προς εξέτασιν ενώπιον του εισηγητού είτε κατά την προδικασίαν, είτε κατόπιν προδικαστικής αποφάσεως του Ειδικού Δικαστηρίου κατά την παρά του Εισηγητού οριζομένην ημέραν και ώραν, μέχρι το πολύ τριών μαρτύρων έκαστος". Το άρθρ. 9 αντικατεστάθη ως άνω διά της παρ. 5 άρθρ. 1 Νόμ. 3465/1955. Άρθρ.10.-Αι αποφάσεις του ειδικού Δικαστηρίου καταρτίζονται καθ' ον τρόπον και τύπον καταρτίζονται αι αποφάσεις των πολυμελών πολιτικών δικαστηρίων, εφαρμοζομένων αναλόγως των αντιστοίχων διατάξεων του οργανισμού των δικαστηρίων και της πολιτικής δικονομίας, απαγγέλλονται δε εν δημοσία συνεδριάσει. Η γνώμη των τυχόν μειοψηφούντων δεν καταχωρίχεται εν ταις αιτιολογίας της αποφάσεως ως λόγος αμφιβολίας. Άρθρ.11.-Το Ειδικόν Δικαστήριον αποφαίνεται άκυρον την εκλογήν α) δι' έλλειψιν κατά την ημέραν της εκλογής των εννόμων προσόντος του εκλεγέντος βουλευτού, β) διά παράβασιν των διατάξεων των νόμων και εν γένει διά πλημμελείας της εκλογής. Αλλ' εν τη δευτέρα ταύτη περιπτώσει το Ειδικόν Δικαστήριον αποφαίνεται άκυρον την εκλογήν, δι' ένα ή πλείονας των εκλεγέντων και είτε εν όλω, είτε ως προς τινά της εκλογικής περιφερείας τμήματα, μόνον οσάκις γεννάται αμφιβολία περί του αν το ολικόν αποτέλεσμα της ψηφοφορίας ήθελεν να είναι το αυτό άνευ των ελαττωμάτων της εκλογής, περί της υπάρξεως των οποίων πείθεται το Δικαστήριον. Βεβαιωθέντος απλώς λάθους περί την απαρίθμησιν των ψήφων, το Ειδικόν Δικαστήριον δεν αποφαίνεται άκυρον την εκλογήν, αλλ' ανακηρύσσει ως επιτυχόντα τον κατά την ορθήν απαρίθμησιν των ψήφων πλειονοψηφήσαντα. Το Ειδικόν Δικαστήριον, απορρίπτον τας κατά του κύρους της εκλογής ενστάσεις, επιβάλλει, οσάκις, πεισθή ότι αύται ήσαν εντελώς ψευδείς εκ δόλου ή βαρείας αμελείας ασκηθείσαι, εις τον ενιστάμενον το όλον ή μέρος των δικαστικών εξόδων, ορίζον ταύτα κατά την κρίσιν του. Άρθρ.12.-Η απόφασις του Ειδικού Δικαστηρίου εις ουδέν, οιοδήποτε, ένδικον μέσον υπόκειται. Αποτελεί δε δεδικασμένον μόνον ως προς το ζήτημα του κύρους ή της ακυρότητος της εκλογής καθ' εαυτό, ουχί δε και ως προς τα διά την λύσιν του ζητήματος τούτου λυθέντα τυχόν προκαταρκτικά ζητήματα. Άρθρ.13.-Αμα τη εκδόσει εκάστης οριστικής αποφάσεως του Ειδικού Δικαστηρίου, κεκυρωμένα αντίγραφα ταύτης πέμπονται υπό του Προέδρου του Ειδικού Δικαστηρίου προς τε το Υπουργείον Εσωτερικών και προς την Βουλήν διά τα περαιτέρω. Άρθρ.14.-Άπασα η ενώπιον του Ειδικού Δικαστηρίου και αι προπαρασκευαστικαί ταύτης πράξεις, ως και αι αποφάσεις και τα πρακτικά, γράφονται εφ' απλού χάρτου. Άρθρ.15.-Οι ανακηρυχθέντες υπό του οικείου Πρωτοδικείου Βουλευταί, της εκλογής των οποίων ημφισβητήθη το κύρος, εκπληρούσιν ουχ' ήττον μέχρι της οριστικής του Ειδικού Δικαστηρίου αποφάσεως τα καθήκοντα του βουλευτού και απολαύουσι των εν τοις άρθρ. 62, 63 και 91, εδάφιον δεύτερον, του Συντάγματος προνομιών, της ανακηρυξάσης αυτούς αποφάσεως του Πρωτοδικείου αποτελούσης το εισιτήριον της εισόδου αυτών εις την Βουλήν. (Αντί της σελ.179) Σελ. 179(α) Εκλογοδικεία 1.Ζ.γ.4 Άρθρ.16.-Η κατά το άρθρ.70 του Συντάγματος συμπλήρωσις του εικοστού πέμπτου έτους της ηλικίας των εκλεγομένων βουλευτών αποδεικνύεται εξ αποσπάσματος εκ του μητρώου αρρένων, του δήμου ή της κοινότητος εις ην ούτοι εισίν εγγεγγραμένοι. Άρθρ.17.-Πάσα διάταξις αντικειμένη εις τον παρόντα Νόμον καταργείται. Προκύψουσι τυχόν λεπτομέρειαι περί την εφαρμογήν του παρόντος Νόμου θέλουσι κανονισθή διά Β. Δ/τος. Άρθρ.2.-"Η κλήρωσις ενεργείται υπό της ολομελείας του Συμβουλείου της Επικρατείας, εν δημοσία συνεδριάσει, την, προ της ορισθείσης ως ημέρας ψηφοφορίας Κυριακής, Πέμπτην της εβδομάδος, κατά τον εξής τρόπον: 1.Πρώτον ο Πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας τίθησιν εις την κληρωτίδα τα ονόματα των αντιπροέδρων και των Συμβούλων της Επικρατείας, εκ των αναμεμιγμένων δε κλήρων εξάγει ούτος εκ της κληρωτίδος δέκα. Εκ των αναγεγραμμένων εις τους εξαχθέντας κλήρους προσώπων, τα μεν πέντε πρώτα, κατά την τάξιν της κληρώσεως, είναι τακτικά, τα δε πέντε επόμενα είναι αναπληρωματικά μέλη του ειδικού Δικαστηρίου. 2.Εν συνεχεία ο Πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας, βάσει καταλόγου, τον οποίον ο Υπουργός της Δικαιοσύνης οφείλει εγκαίρως να αποστείλη, διά του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, τίθησιν εις την κληρωτίδα τα ονόματα του Προέδρου, των Αντιπροέδρων και των δικαστών του Αρείου Πάγου, εκ των αναμεμιγμένων δε κλήρων εξάγει ούτος, εκ της κληρωτίδος δέκα. Εκ των αναγεγραμμένων εις τους εξαχθέντας κλήρους προσώπων τα μεν πέντε πρώτα κατά την τάξιν της κληρώσεως είναι τακτικά, τα δε πέντε επόμενα είναι αναπληρωματικά μέλη του ειδικού Δικαστηρίου. Τα αναπληρωματικά μέλη, κατά την τάξιν της εξαγωγής των ονομάτων αυτών, αναπληρούσι τα τακτικά διά την περίπτωσιν αποβιώσεως ή παραιτήσεως από της υπηρεσίας ή αποχωρήσεως ή νομίμου κωλύματος ή εξαιρέσεως. Καθήκοντα Γραμματέως παρά τω ειδικώ Δικαστηρίω Εκπληροί ο Γραμματεύς του Συμβουλίου της Επικρατείας ή ο νόμιμος αυτού αναπληρωτής. Εισαγγελεύς παρά τω ειδικώ τούτω Δικαστηρίω δεν παρίσταται. Τα μέλη του Ειδικού Δικαστηρίου δύνανται κατά το στάδιον της λειτουργίας του και μέχρι της δημοσιεύσεως των αποφάσεων αυτού να ασκώσι παραλλήλως και τα κύρια αυτών καθήκοντα". Το άρθρ. 2 αντικατεστάθη ως άνω διά της παρ. 1 άρθρ. 1 Νόμ. 3465/1955. (Αντί της σελ. 177) Σελ. 177(α) Εκλογοδικεία 1.Ζ.γ.1-4 Άρθρ.3.-Το Ειδικόν Δικαστήριον συνεδριάζει εν Αθήναις και εν τω Καταστήματι του Συμβουλίου της Επικρατείας. Συγκροτείται δε νομίμως εκ του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας ή του αναπληρωτού αυτού, ως Προέδρου, των κατά το άρθρ. 2 κληρωθέντων δέκα τακτικών μελών, αναπληρουμένων υπό των αντιστοίχων αναπληρωματικών, και του Γραμματέως. Εφ' όσον μετέχει του Δικαστηρίου ο Πρόεδρος του Αρείου Πάγου, ούτος αναπληροί τον Πρόεδρον του Συμβουλίου της Επικρατείας εν περιπτώσει κωλύματος. Οι συγκροτούντες το Δικαστήριον υπόκεινται εις τους, κατά τα άρθρ. 14-26 του Κώδικος Ποινικής Δικονομίας, λόγους αποκλεισμού, εξαιρέσεως και αποχής, κρινόμενος εν αναφορά προς τους βουλευτάς, ων προσβάλλεται η εκλογή, και προς τους επιλαχόντας. Ως προς την διαδικασίαν εφαρμόζονται αναλόγως οι σχετικαί διατάξεις του Κώδικος Ποινικής Δικονομίας, ως προς δε τον αριθμόν των κατ' ανώτατον όριον εξαιρετέων αι διατάξεις των άρθρ. 2 και επομ. του νόμου "περί εξαιρέσεως δικαστών ή ολοκλήρων δικαστηρίων", της 8/20 Ιουλ. 1838. Άρθρ.4.-Πάσα, κατά του κύρους της εκλογής ένστασις, αναφερομένη είτε εις εκλογικάς παραβάσεις περί την ενέργειαν ταύτης, είτε εις έλλειψιν προσόντων, επιδίδεται, διά δικαστικού κλητήρος, εντός δέκα ημερών από της ανακηρύξεως των εκλεγέντων, εις τον Εισαγγελέα του ανακηρύξαντος τους βουλευτάς Πρωτοδικείου. Ο κατά το προηγούμενον εδάφιον εισαγγελεύς, αμέσως άμα τη παρόδω του δεκαημέρου, πέμπει εις το Υπουργείον των Εσωτερικών τας τυχόν επιδοθείσας ενστάσεις, μετά των σχετικών εγγράφων της εκλογής, ως και δύο κεκυρωμένα αντίγραφα της αποφάσεως του Πρωτοδικείου, άπαντα καταλλήλως συνεσκευασμένα και εσφραγισμένα. Το Υπουργείον των Εσωτερικών το μεν εν των αντιγράφων της αποφάσεως παραπέμπει εις την Βουλήν, το δε έτερον, μετά των ενστάσεων και των λοιπών εκλογικών εγγράφων, παραπέμπει, άνευ αναβολής, εις το Συμβούλιον της Επικρατείας, επί τω τέλει ίνα αι καθ' ων αι ενστάσεις εκλογαί εξελεγχθώσι και εκδικασθώσιν υπό του ειδικού δικαστηρίου. Άρθρ.5.-Αι εκλογαί, κατά του κύρους των οποίων ηγέρθησαν, συμφώνως τω άρθρ. 4, ενστάσεις, εξελέγχονται και εκδικάζονται επί τη βάσει εκθέματος συντασσομένου υπό του Προέδρου του Ειδικού Δικαστηρίου κατά χρονολογικήν σειράν περιελεύσεως των ενστάσεων εις την γραμματείαν Σελ. 178(α) ΜΖ-46 του Ειδικού Δικαστηρίου και ορίζοντος την ημέραν και ώραν της συζητήσεως εκάστης ενστάσεως. Το έκθεμα συντάσσεται, τοιχοκολλείται εις το ακροατήριον του Συμβουλίου της Επικρατείας και δημοσιεύεται εν τη Εφημερίδι της Κυβερνήσεως 5 τουλάχιστον ημέρας προ της ημέρας της συζητήσεως". Το άρθρ. 5 αντικατεστάθη ως άνω διά της παρ. 2 άρθρ. 1 Ν. 3465/1955. Άρθρ.6.-"Το Δικαστήριον, εάν κρίνη αναγκαίαν την περαιτέρω περισυλλογήν αποδεικτικών στοιχείων προς μόρφωσιν της κρίσεως αυτού, δύναται διά προδικαστικής αποφάσεως να ορίση τούτο". Το άρθρ. 6. Αντικατεστάθη ως άνω διά της παρ. 3 άρθρ. 1 Ν. 3465/1955. Άρθρ.7-"Εις το Ειδικόν Δικαστήριον τηρείται κατ' αναλογίαν η διαδικασία η καθιερουμένη διά τε την προδικασίαν και την επ' ακροατηρίω διαδικασίαν της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας, μη καθιερουμένου όμως του εξεταστικού εξ επαγγέλματος συστήματος. Πάντα τα αποδεικτικά στοιχεία παραδίδονται εις τον ορισθέντα εισηγητήν της υποθέσεως, παρά των διαδίκων, το βραδύτερον οκτώ ημέρας προ της ορισθείσης δικασίμου. Ο Εισηγητής εξετάζει ενόρκως και τους μάρτυρας παρουσία των διαδίκων και ενός των γραμματέων ή υπογραμματέων του Συμβουλίου της Επικρατείας, εφ' όσον ούτοι παρουσιασθώσιν ενώπιον αυτού 5 τουλάχιστον ημέρας προ της επ' ακροατηρίου συζητήσεως". Το πρώτον εδάφιον του άρθρ. 7 αντικατεστάθη ως άνω διά της παρ. 4 του άρθρ. 1 Νόμ. 3465/1955. Της συζητήσεως δύνανται να μετάσχωσιν οι ενιστάμενοι, οι επιλαχόντες και οι βουλευταί, της εκλογής των οποίων προσβάλλεται το κύρος. Παρίστανται δε ούτοι είτε αυτοπροσώπως είτε διά πληρεξουσίου πολίτου Ελληνος. Εγγράφων προτάσεων κατάθεσις δεν γίνεται, αλλ' εις τους κατ' τα ανωτέρω δυναμένους να μετάσχωσιν της συζητήσεως επιτρέπεται να υποβάλλωσιν εις το Ειδικόν Δικαστήριον υπομνήματα. Εάν τις των κατά τ' ανωτέρω δυναμένων να μετάσχωσι της συζητήσεως απολειφθή, η συζήτησις ουδέν ήττον διεξάγεται δημοσία, αναγνώσκοντος του γραμματέως τας υποβληθείσας ενστάσεις και τα τυχόν υπομνήματα. Παραίτησις από υποβληθείσης ενστάσεως δεν συγχωρείται. 1.Ζ.γ.4 Εκλογοδικεία "Η ένστασις υπογράφεται ή υπό του ενισταμένου ή υπό του πληρεξουσίου δικηγόρου. Εις την δευτέραν περίπτωσιν μετά της ενστάσεως και επί ποινή απαραδέκτου συνυποβάλλονται και το αντίγραφον του πληρεξουσίου". Το τελευταίον εδάφιον προσετέθη διά της παρ. 4 του άρθρ. 1 Νόμ. 3465/1955. Άρθρ.8.-Προ της κατ' ουσίαν συζητήσεως, το δικαστήριον εξετάζει κατ' αίτησιν ή και αυτεπαγγέλτως αν η υποβολή των ενστάσεων εγένετο εμπροθέσμως και εγκύρως.

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.