← Ελλάδα

1. ΒΑΣΙΛΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ της 8/21 Δεκ. 1923 Περί κωδικοποιήσεως των διατάξεων του Ν.2868 και του από 19 Νόεμ. 1923, τροποποιούντος και συμπληρούντος αυτό

Εν συντομία

Αυτός ο νόμος κωδικοποιεί και τροποποιεί προηγούμενες διατάξεις σχετικά με την υποχρεωτική ασφάλιση εργατών και ιδιωτικών υπαλλήλων, δημιουργώντας ένα ενιαίο νομικό κείμενο. Σκοπός του είναι να ρυθμίσει την κοινωνική ασφάλιση για την παροχή νοσηλειών και συντάξεων.

Τι ρυθμίζει

Ποιους αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
1. ΒΑΣΙΛΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ της 8/21 Δεκ. 1923 Περί κωδικοποιήσεως των διατάξεων του Ν.2868 και του από 19 Νόεμ. 1923, τροποποιούντος και συμπληρούντος αυτόν Ν.Δ/τος. Άρθρον μόνον.-Πάσαι αι εν ισχύϊ διατάξεις του Ν. 2868 περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως των εργατών και ιδιωτικών υπαλλήλων και του τροποποιήσαντος και συμπληρώσαντος αυτόν Ν.Δ. της 19 Νοεμ. 1923 κωδικοποιούνται εις ενιαίον κείμενον νόμου, έχον ως έπεται και ισχύον αντ’ αυτών από της δημοσιεύσεως του παρόντος Β.Δ/τος. ΝΟΜΟΣ 2868 της 16/20 Ιουλ. 1922 Περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως των εργατών και ιδιωτικών υπαλλήλων. άρθρ. 4 η διοίκησις καταρτίζεται κατά τα 2/3 εξ αντιπροσώπων των ησφαλισμένων, κατά το έτερον δε τρίτον εξ αντιπροσώπων των επιχειρήσεων και δημοσίων υπαλλήλων, κατά τα εν τω κανονισμώ εκάστου οριζόμενα. Δια Β.Δ/τος, εκδιδομένου μετά γνωμοδότησιν του οικείου συμβουλίου ασφαλίσεων τη προτάσει του υπουργού της Εθνικής Οικονομίας, δύναται να μεταβληθή ο τρόπος διοικήσεως των ήδη λειτουργούντων ή των κατά το παρόν η βάσει ειδικού νόμου ιδρυομένων ταμείων και να καθορισθούν τα της τοποθετήσεως και εξασφαλίσεως των κεφαλαίων αυτών. Περί της συνθέσεως των Διοικητικών Συμβουλίων βλ. άρθρ. 2 Α.Ν. 1022/1946 ως ετροποποιήθη δια του Α.Ν. 1159/1946, τ. 15 σ. 43. Άρθρ.7.-Το υπουργείον της Εθνικής Οικονομίας δικαιούται να εκδώση οδηγίας περί του τρόπου της λογιστικής εκάστου ταμείου και να καθορίση τον τύπον του κανονισμού αυτών. Οι απολογισμοί των ταμείων ελέγχονται υπό εξελεγκτικής επιτροπής διοριζομένης καθ’ έκαστον έτος υπό του υπουργού της Εθνικής Οικονομίας και αποτελουμένης εκ δύο ησφαλισμένων και ενός δημοσίου υπαλλήλου. Οι απολογισμοί μετ’ εκθέσεως της εξελεγκτικής επιτροπής υποβάλλονται εις το υπουργείον της Εθνικής Οικονομίας. Εις εκτέλεσιν του άρθρου τούτου εξεδόθη το Π.Δ. της 27 Φεβρ./2 Μαρτ. 1933 περί της λογιστικής λειτουργίας των οργανισμών κοινωνικής ασφαλίσεως κλπ. και το Β.Δ. 14/31 Ιουλ. 1937 περί του τρόπου καταρτίσεως και εγκρίσεως του προϋπολογισμού εσόδων, ασφαλιστ. παροχών και δαπανών των Οργανισμών Κοινων. Ασφαλίσεως. Άρθρ.8.-Πάσα οφειλή ταμείου συντάξεων κατά τον παρόντα νόμον ιδρυομένου προς συνταξιούχον αυτού παραγράφεται υπέρ του ταμείου μετά πενταετίαν αφ’ ης ημέρας κατέστη αύτη απαιτητή. Άρθρ.9.-Απαγορεύεται η εκχώρησις και η κατάσχεσις των συντάξεων των χορηγουμένων παρά ταμείου συντάξεων κατά τον παρόντα νόμον ιδρυομένου, εξαιρουμένων των περιπτώσεων διατροφής συζύγου, ανιόντων ή κατιόντων, οπότε επιτρέπεται η εκχώρησις ή κατάσχεσις μέχρι του τρίτου της συντάξεως. Η κατάσχεσις δύναται να λάβη χώραν συντηρητικώς μόνον κατόπιν αδείας του αρμοδίου προέδρου των πρωτοδικών και μόνον μέχρι του ενός τρίτου της συντάξεως. Βλ. Ν. 5931/1933 περί εισπράξεως των δανείων των ταμείων συντάξεων τ. 15 σελ. 151, και Α.Ν. 2422/1940 κατωτ. αριθ. 5. Άρθρ.10.-Τα κατά τον παρόντα νόμον ταμεία συντάξεων παρέχουσι συντάξεις περιοδικώς κατά μήνα προπληρωτέας ή εφ’ άπαξ χρηματικόν ποσόν, εάν ο σχετικός κανονισμός ορίζη τούτο. Η σύνταξις καταβάλλεται δι’ ολόκληρον τον μήνα και αν ο δικαιούχος αποβιώση προ τους τέλους του αυτού μηνός. Άπασαι αι δικαστικαί και διοικητικαί πράξεις αι αφορώσαι εις την ενέργειαν δικαιούχου ταμείων συντάξεων ή των συγγενών αυτών δικαιουμένων εις σύνταξιν κατά τον παρόντα νόμον προς κτήσιν των εκ του κανονισμού του ταμείου δικαιωμάτων αυτών ή προς λήψιν της απονεμηθείσης συντάξεως, συντάσσονται (εφ’ απλού χάρτου, απαλλασσόμεναι επίσης και των δικαστικών τελών). Ομοίως αι διατάξεις του άρθρ. 123 του λογιστικού νόμου περί επιτροπικών εφαρμόζονται και εις τα επιτροπικά των συνταξιούχων ταμείου συντάξεων κατά τον παρόντα νόμον ιδρυμένου. Δια του άρθρ. 15 παρ. 18 του κωδ. τελών χαρτοσήμου (28. Αα. 10) αι εξοφλήσεις συντάξεων κλπ. υπήχθησαν εις τέλος 1% ανεξαρτήτως ποσού. Κατ εξαίρεσιν δεν υπάγονται εις τέλος χαρτοσήμου αι συντάξεις των αναπήρων και των θυμάτων πολέμου και αι υπό του Ν.Α.Τ. εις ασθενείς και απόρους εργάτας θαλάσσης χορηγούμεναι. Η απαλλαγή από των δικαστικών τελών κατηργήθη δια του άρθρ. 1 Α.Ν. 413/1936 (28.Αδ.2). Άρθρ.11.-(Κατηργήθη δια της γενικής διατάξεως του άρθρ. 30 Α.Ν. 560/1945, 15Αβ. 8, του θέματος ρυθμιζομένου σήμερον υπό του άρθρ. 7 του αυτού ως άνω νόμου, τόμ. 15 σελ. 12, και δια του Ν.Δ. 30/30 Απρ. 1946, τόμ. 15 σελ. 47). Άρθρ.12.-Δια Β.Δ/των, εκδιδομένων προτάσει του επί της Εθνικής Οικονομίας υπουργού, κανονισθήσονται λεπτομέρειαι της εφαρμογής του παρόντος νόμου. Ο Ν. 2868 αποκτά ισχύν καθ’ όλα εν γένει τα άρθρα του άμα τη δημοσιεύσει του παρόντος Ν/Δτος εκτός όπου ρητώς ορίζεται δια τούτου άλλο τι. Άρθρ.13.-Αναγράφεται εφ’ άπαξ εν τω προϋπολογισμώ ποσόν 40.000 δραχμών χάριν ενδεχομένης προσλήψεως εκτάκτου βοηθητικού προσωπικού παρά τη Διευθύνσει εργασίας, ως (Αντί της σελ. 7) Σελ. 7(α) 302–083 Οργανισμοί Κοινωνικής ασφαλίσεως 15Β.ΑΑ.α.1 17 και χάριν ειδικών μελετών, καταρτίσεως, προτύπων κανονισμών κοινωνικών ασφαλίσεων, ως περί τούτου ήθελεν ορίσει, τη εισηγήσει του Διευθυντού εργασίας, υπουργική πράξις ορίζουσα και την αμοιβήν. Άρθρ.14.-Τροποποιείται η παρ. 2 του Ν.Δ. της 17 Οκτ. 1923 περί ναυτικής εργασίας, ναυτιών σωματείων κλπ. (τ. 19). Άρθρ.1.-Ασφαλίζεται υποχρεωτικώς δια την περίπτωσιν της ασθενείας εν τη εργασία, του θανάτου, του γήρατος και εν γένει της ανικανότητος προς εργασίαν παν πρόσωπον μη αυτοτελώς εργαζόμενον εν βιομηχανική, βιοτεχνική και εμπορική επιχειρήσει ή εργασία, συμπεριλαμβανομένων των εργασιών οικοδομικής και μεταφορών. Ως μη αυτοτελώς εργαζόμενα πρόσωπα θεωρούνται οι υπάλληλοι, εργάται και υπηρέται αμφοτέρων των φύλων επ’ αντιμισθία παρέχοντες τας υπηρεσίας αυτών, αδιαφόρως του τρόπου του κανονισμού της αντιμισθίας ταύτης. Δια Β.Δ/τος, εκδιδομένου μετά γνωμοδότησιν του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου εργασίας, δύναται να ορισθή ότι μετά του ν. 551 συντρέχει και υποχρεωτική ασφάλισις κατά του ατυχήματος ή ότι αύτη αποκλείει τον ν. 551 (15 Μα. 1). Άρθρ.2.-Εργάται οικιακής βιομηχανίας δεν υπόκεινται εις την προς ασφάλειαν υποχρέωσιν, δυνάμενοι προαιρετικώς να ζητήσωσι τούτο. Τοιούτοι θεωρούνται οι εργάται οι οποίοι μόνοι ή τη συνεργασία προσώπων της αυτής οικογενείας εργάζονται εις βιομηχανικάς ή βιοτεχνικάς εργασίας εις την οικίαν των ή εις ίδια εργαστήρια κατ’ εντολήν ή δια λογαριασμόν τρίτου επαγγελματίου. Επίσης πρόσωπα μη εργαζόμενα εις εργασίας του προηγουμένου άρθρου συνήθως, αλλά μόνον παροδικώς και ακανονίστως, ως και πρόσωπα προσλαμβανόμενα δι’ εργασίας παροδικής φύσεως, δεν υπόκεινται εις υποχρεωτιήν ασφάλειαν. Άρθρ.3.-Αντικείμενον της εργατικής ασφαλείας είναι η χορηγία: 1)Νοσηλειών εις τους ησφαλισμένους. 2)Συντάξεως: Α΄.Εις τους ησφαλισμένους: α)Εν περιπτώσει ανικανότητος προς εργασίαν λόγω γήρατος ή πολυχρονίου εργασίας. β)Εν περιπτώσει ανικανότητος προς εργασίαν λόγω νόσου σωματικής ή πνευματικής. Β΄.Συντάξεως εις τα κάτωθι πρόσωπα: α)Εις την μη διαζευχθείσαν χήραν και τα εκ νομίμου γάμου ανήλικα ορφανά ησφαλισμένου κατά τας ως άνω περιπτώσεις και αποθανόντος. β)Εις ενήλικα αλλ’ ανάπηρα και άπορα τέκνα. Η ανηλικότης επί μεν των αρρένων λήγει το 15ον έτος, επί δε των θηλέων το 20ον. Η αναπηρία κρίνεται δι’ αποφάσεως του διοικητικού συμβουλίου του ταμείου επί ιατρική εκθέσει. Άρθρ.4.-Η εργατική ασφάλεια ενεργείται υπό των ιδρυμάτων ασφαλείας και συντάξεων: 1)Δια των ταμείων ασθενείας, περί ων ειδικόν Β.Δ/μα θέλει προνοήσει. 2)Των ταμείων συντάξεων ωρισμένων επιχειρήσεων. 3)Των ταμείων συντάξεων των εργατικών οργανώσεων. 4)Των ταμείων συντάξεων των μεταλλευτικών επιχειρήσεων. 5)Των κρατικών ταμείων συντάξεων των εργατών και ιδιωτικών υπαλλήλων. Πρόσωπα του άρθρ. 1, μη όντα ησφαλισμένα εις τι ταμείον των τριών πρώτων κατηγοριών, ασφαλίζονται υπό των κρατικών ταμείων συντάξεων. (Αντί για τη σελ. 5) Σελ. 5(α) Τεύχος Δ111–Σελ. 67 Οργανισμοί Κοινωνικής ασφαλίσεως 15Β.ΑΑ.α.1 15 Άρθρ.4α.-Πάσα επιχείρησις ή εργασία, περί ης το άρθρ. 1 του παρόντος νόμου, υποχρεούται εις καταβολήν ποσοστού ίσου προς το παρά του προσωπικού καταβαλλόμενον, μη δυναμένου δε πάντως, δι’ έκαστον είδος ασφαλίσεως, να είναι έλασσον των 3% ουδέ μείζον των 6% των εις κράτησιν υποκειμένων αποδοχών του ασφαλιζομένου, εκτός αν η επιχείρησις δέχεται ανώτερον ποσοστόν. Η περί ορίου των εισφορών διάταξις αύτη δεν ισχύει ως προς τα ήδη λειτουργούντα ή επί ειδικών νόμων βασιζόμενα ταμεία κοινωνικής προνοίας, ειμή κατόπιν ειδικού Β.Δ/τος εκδιδομένου μετά γνωμοδότησιν του συμβουλίου ασφαλίσεων. Επιχείρησις λειτουργούσα επί τριετίαν και έχουσα προσωπικόν εξ 70 προσώπων και άνω, οφείλει εντός έξ μηνών από της ισχύος του παρόντος να υποβάλη προς έγκρισιν εις το υπουργείον της Εθνικής Οικονομίας σχετικόν κανονισμόν ταμείων, περί ων ο νόμος ούτος, υποκειμένη άλλως εις καταβολήν 2.000 δραχμών δι’ έκαστον μήνα καθυστερήσεως υπέρ του Ταμείου Προνοίας των εργατών, ων την είσπραξιν επιμελείται ο υπουργός της Εθνικής Οικονομίας κατά τας διατάξεις της περιπτώσεως δ΄ του άρθρ. 6 του ν. 551.(15 Μα. 1). Τα Εμπορικά και Βιομηχανικά Επιμελητήρια του κράτους, εντός έξ μηνών από της ισχύος του παρόντος, υποχρεούνται κατά τας διατάξεις αυτού να συστήσουν κοινόν ταμείον κοινωνικών ασφαλίσεων υπέρ του υπαλληλικού και υπηρετικού αυτών προσωπικού. Ομοειδείς επιχειρήσεις δύνανται να συστήσουν κοινά ταμεία κοινωνικών ασφαλίσεων. Β.Δ/μα, εκδιδόμενον τη προτάσει του υπουργικού συμβουλίου, δύναται κατά τους όρους του παρόντος να επιβάλη την σύστασιν κοινών ταμείων κοινωνικών ασφαλίσεων εις ομοειδείς επιχειρήσεις, απασχολούσας προσωπικόν έλαττον των 70 προσώπων. Άρθρ.5.-Η σύστασις και η λειτουργία εκάστου εργατικού ασφαλιστικού ιδρύματος υπόκειται εις τον έλεγχον της πολιτείας, ασκούμενον υπό του υπουργείου της Εθνικής Οικονομίας. Έκαστον ίδρυμα αποτελεί νομικόν πρόσωπον και διέπεται υπό κανονισμού επέχοντος θέσιν καταστατικού, εγκρινομένου δι’ αποφάσεως του υπουργού της Εθνικής Οικονομίας, κατόπιν γνωμοδοτήσεως του αρμοδίου συμβουλίου (εποπτείας εργατικών ασφαλίσεων. Μέχρις ου Β.Δ/μα καθορίση τα της συστάσεως αυτού και αμοιβής των μελών αι γνωμοδοτήσεις περί των κοινωνικών ασφαλίσεων είναι έργον του λειτουργούντος παρά τω υπουργείω της Εθνικής Οικονομίας συμβουλίου ασφαλίσεων. Το συμβούλιον τούτο υποχρεούται εντός του έτους από της ισχύος του παρόντος να επεξεργασθή σχέδια κανονισμών κοινωνικών ασφαλίσεων δια πάσας τας επιχειρήσεις παρ’ αις δεν υφίστανται τοιαύτα. Σελ. 6(α) Τεύχος Δ111-Σελ. 68 Δια του κανονισμού δέον να κανονίζωνται: α)Αι υποχρεώσεις και τα δικαιώματα των ασφαλιζομένων, το ποσοστόν των εισφορών των ασφαλιζομένων, το ποσοστόν των εισφορών των επιχειρήσεων και εν γένει οι λοιποί πόροι αυτών. β)Η σύνθεσις της διοικήσεως του ταμείου και τα καθήκοντα αυτής. γ)Ο τρόπος της τοποθετήσεως και εξασφαλίσεως των κεφαλαίων του ταμείου. δ)Ο τρόπος της λογοδοτήσεως, του ελέγχου της διαχειρίσεως και της εγκρίσεως αυτής. ε)Ο τρόπος της εκπροσωπήσεως, εξωδίκου ή ενώπιον των δικαστικών και λοιπών δημοσίων αρχών. ς)Αι διατυπώσεις της τροποποιήσεως του καταστατικού). Κατά το άρθρ. 4 του Π.Δ. της 4/7 Φεβρ. 1925 η αρμοδιότης του ανωτέρω συμβουλίου περιωρίζετο εις την γνωμοδότησιν επί παντός θέματος των κοινωνικών ασφαλίσεων εφ’ όσον η γνωμοδότησίς του επεβάλλετο ρητώς υπό του άνω νόμου και προεκαλείτο υπό του υπουργού. Δια του Π.Δ. της 18/22 Ιουλ. 1933 κατηργήθη το δια των άνω διατάξεων συσταθέν συμβούλιον εποπτείας εργατικών ασφαλίσεων, η δε αρμοδιότης αυτού μετεβιβάσθη εις το παρά τη Διευθύνσει Εργασίας και Κοινωνικής Προνοίας λειτουργούν συμβούλιον εργασίας. Βλ. και άρθρ. 4 ν. 5376/1932 κατωτ. αριθ. 2. 15Β.ΑΑ.α.1 Οργανισμοί Κοινωνικής ασφαλίσεως 16 Άρθρ.6.-Όργανον διοικητικόν των ταμείων συντάξεων θεωρείται μόνον το συμφώνως τω παρόντι νόμω και τω ιδιαιτέρω κανονισμώ εκάστου ταμείου οριζόμενον διοικητικόν συμβούλιον. Εις ταμεία συντάξεων των εδαφ. 2 και 4 του

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.