📄 Κείμενο νόμου
2. ΝΟΜΟΘΕΤ. ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ’ αριθ. 4205 της 19/19 Σεπτ. 1961 (ΦΕΚ Α΄ 174) Περί κυρώσεως της υπ’ αριθ. 98 Διεθνούς Συμβάσεως «περί εφαρμογής των αρχών του δικαιώματος οργανώσεως και συλλογικής διαπραγματεύσεως». Άρθρον Πρώτον.-Κυρούται και έχει πλήρη Νόμου ισχύν η υπ’ αριθ. 98 Διεθνής Σύμβασις «περί εφαρμογής των αρχών του δικαιώματος οργανώσεως και συλλογικής διαπραγματεύσεως» ψηφισθείσα εν Γενεύη τω 1949 υπό της Διεθνούς Συνδιασκέψεως Εργασίας κατά την 32αν Σύνοδον αυτής, έχουσα ούτω εν Ελληνική μεταφράσει και Γαλλικώ πρωτοτύπω. ΣΥΜΒΑΣΙΣ αριθ. 98 Περί εφαρμογής των αρχών του Δικαιώματος Οργανώσεως και Συλλογικής Διαπραγματεύσεως Η Γενική Συνδιάσκεψις της Διεθνούς Οργανώσεως Εργασίας, συγκληθείσα εν Γενεύη υπό του Διοικητικού Συμβουλίου του Διεθνούς Γραφείου Εργασίας και συνελθούσα αυτόθι την 8ην Ιουν. 1949, εις την 32αν Σύνοδον αυτής. Αφού απεφάσισε την αποδοχήν διαφόρων προτάσεων σχετικών προς την εφαρμογήν των αρχών του δικαιώματος οργανώσεως και συλλογικής διαπραγματεύσεως, ζήτημα περιλαμβανόμενον εις το τέταρτον θέμα της ημερησίας διατάξεως της συνόδου. Αφού απεφάσισεν ότι αι προτάσεις αύται δέον να λάβουν τον τύπον Διεθνούς Συμβάσεως. Αποδέχεται σήμερον πρώτην Ιουλίου χίλια εννακόσια τεσσαράκοντα εννέα την ως έπεται σύμβασιν ήτις αποκαλείται Σύμβασις επί του δικαιώματος οργανώσεως και συλλογικής διαπραγματεύσεως έτους 1949. 15.Ν.β.2 Συνδικαλιστικές Ελευθερίες Άρθρ.9.-1.Αι εις τον Γενικόν Διευθυντήν του διεθνούς Γραφείου Εργασίας ανακοινούμεναι δηλώσεις δυνάμει της παρ. 2 του άρθρ. 35 του Καταστατικού Χάρτου της Διεθνούς Οργανώσεως της Εργασίας δέον να γνωστοποιούν. α)Τα εδάφη δια τα οποία το ενδιαφερόμενον Μέλος αναλαμβάνει την υποχρέωσιν όπως αι διατάξεις της Συμβάσεως εφαρμοσθούν άνευ τροποποιήσεως. β)Τα εδάφη δια τα οποία αναλαμβάνει την υποχρέωσιν όπως αι διατάξεις της Συμβάσεως εφαρμοσθούν μετά τροποποιήσεων και εις τι συνίστανται αι εν λόγω τροποποιήσεις. γ)Τα εδάφη εις τα οποία η Σύμβασις είναι ανεφάρμοστος και εν τοιαύτη περιπτώσει τους λόγους αίτινες την καθιστούν ανεφάρμοστον. δ)Τα εδάφη δια τα οποία επιφυλάσσεται να αποφασίση εν αναμονή εμπεριστατωμένης εξετάσεως της καταστάσεως εις τα εν λόγω εδάφη. 2.Αι εις τα εδάφ. α΄ και β΄ της πρώτης παραγράφου του παρόντος άρθρου μνημονευόμεναι υποχρεώσεις δέον όπως θεωρούνται ως αναπόσπαστον μέρος της επικυρώσεως και εφαρμόζονται ομοίως. 3.Παν Μέλος δύναται δια νεωτέρας αυτού δηλώσεως να παραιτήται εν όλω ή εν μέρει των, εις την προγενεστέραν του δήλωσιν διατυπωθεισών επιφυλάξεων, δυνάμει των εδαφ. β΄, γ΄, και δ΄ της πρώτης παραγράφου του παρόντος άρθρου. 4.Παν Μέλος, καθ’ α χρονικά διαστήματα επιτρέπεται η καταγγελία της παρούσης Συμβάσεως, συμφώνως προς τας διατάξεις του (Μετά την σελ. 362,34) Σελ. 362,35 183-75 Συνδικαλιστικές Ελευθερίες 15.Ν.β.2 άρθρ. 11, ανακοινοί προς τον Γενικόν Διευθυντήν νεωτέαν δήλωσιν τροποποιούσαν οπωσδήποτε τους όρους πάσης προγενεστέρας αυτού δηλώσεως και γνωρίζουσαν την κρατούσαν κατάστασιν εις καθωρισμένα εδάφη. Άρθρ.10.-1.Αι, εις τον Γενικόν Διευθυντήν του Διεθνούς Γραφείου Εργασίας, ανακοινούμεναι δηλώσεις, συμφώνως προς τας παρ. 4 και 5 του άρθρ. 35 του Καταστατικού Χάρτου της Διεθνούς Οργανώσεως της Εργασίας, δέον ν’ αναφέρουν αν αι διατάξεις της Συμβάσεως έχουν εφαρμογήν εις την εδαφικήν περιοχήν μετά ή άνευ τροποποιήσεων. Εφ’ όσον η δήλωσις αναφέρει ότι αι διατάξεις της Συμβάσεως εφαρμόζονται υπό την επιφύλαξιν τροποποιήσεων δέον να προσδιορίζη εις τι συνίστανται αι εν λόγω τροποποιήσεις. 2.Το ενδιαφερόμενον Μέλος ή τα Μέλη ή η ενδιαφερομένη Διεθνής Αρχή δύνανται να παραιτηθούν εν όλω ή εν μέρει δια μεταγενεστέρας αυτών δηλώσεως, του δικαιώματος προσφυγής εις τροποποίησιν μνημονευθείαν εις προγενεστέραν αυτών δήλωσιν. 3.Το ενδιαφερόμενον Μέλος ή τα Μέλη ή η ενδιαφερομένη διεθνής Αρχή κατά τα χρονικά διαστήματα καθ’ α επιτρέπεται η καταγγελία της Συμβάσεως, συμφώνως προς τας διατάξεις του άρθρ. 11, δύνανται να ανακοινούν εις τον Γενικόν Διευθυντήν νεωτέραν δήλωσιν τροποποιητικήν των όρων πάσης προγενεστέρας αυτών δηλώσεως και να γνωρίζουν την κατάστασιν ως προς την εφαρμογήν της Συμβάσεως ταύτης. Άρθρ.11.-1.Παν Μέλος επικυρούν την παρούσαν Σύμβασιν, δύναται να καταγγείλη αυτήν μετά πάροδον δεκαετίας από της ενάρξεως της ισχύος της παρούσης Συμβάσεως δια πράξεως ανακοινουμένης εις τον Γενικόν Διευθυντήν του Διεθνούς Γραφείου Εργασίας και υπ’ αυτού καταχωριζομένης. Η καταγγελία άρχεται έν έτος μετά την καταχώρισιν αυτής. 2.Παν Μέλος επικυρούν την παρούσαν Σύμβασιν, το οποίον εντός έτους από της λήξεως της εν τη προηγουμένη παραγράφω μνημονευομένης δεκαετίας δεν κάμει χρήσιν του, υπό του παρόντος άρθρου, προβλεπομένου δικαιώματος καταγγελίας, δεσμεύεται δια μίαν νέαν δεκαετίαν εισέτι, και συνεπώς δικαιούται να καταγγέλη την παρούσαν Σύμβασιν επί τη λήξει εκάστης δεκαετίας υπό τους εν τω παρόντι άρθρω προβλεπομένους όρους. Σελ. 362,36 183-76 Άρθρ.12.-1.Ο Γενικός Διευθυντής του Διεθνούς Γραφείου Εργασίας γνωστοποιεί εις άπαντα τα Μέλη της Διεθνούς Οργανώσεως της Εργασίας την καταχώρισιν πασών των επικυρώσεων, δηλώσεων και καταγγελιών αίτινες ανακοινούνται προς αυτόν υπό των Μελών της Οργανώσεως. 2.Γνωστοποιών εις τα Μέλη της Οργανώσεως την καταχώρισιν της δευτέρας επικυρώσεως ήτις τω έχει ανακοινωθή ο Γενικός Διευθυντής εφιστά την προσοχήν των Μελών της Οργανώσεως, επί της ημερομηνίας της ενάρξεως της ισχύος της παρούσης Συμβάσεως. Άρθρ.13.-Ο Γενικός Διευθυντής του Διεθνούς Γραφείου Εργασίας ανακοινοί προς καταχώρισιν εις τον Γενικόν Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών, συμφώνως προς το άρθρ. 102 του καταστατικού Χάρτου των Ηνωμένων Εθνών, πληροφορίας πλήρεις σχετικάς προς όλας τας επικυρώσεις, Δηλώσεις και Πράξεις καταγγελίας τας οποίας έχει καταχωρίσει συμφώνως προς τα προηγούμενα άρθρα. 15.Ν.β.2 Συνδικαλιστικές Ελευθερίες Άρθρ.14.-Επί τη λήξει εκάστης δεκαετίας από της ενάρξεως της ισχύος της παρούσης Συμβάσεως το Διοικητικόν Συμβούλιον του Διεθνούς Γραφείου Εργασίας δέον όπως υποβάλη εις την Γενικήν Συνδιάσκεψιν, έκθεσιν επί της εφαρμογής της παρούσης Συμβάσεως και αποφασίζη αν συντρέχη περίπτωσις αναγραφής εις την ημερησίαν διάταξιν της Συνδιασκέψεως, θέματος ολικής ή μερικής αναθεωρήσεως ταύτης. Άρθρ.15.-1.Εν η περιπτώσει η Συνδιάσκεψις αποδεχθή νεωτέραν Σύμβασιν επαγομένην εν όλω ή εν μέρει αναθεώρησιν της παρούσης και εφ’ όσον η νέα Σύμβασις δεν ορίζει άλλως. α)Η επικύρωσις υπό Μέλους της νεωτέρας Συμβάσεως επαγομένης αναθεώρησιν, επισύρει αυτοδικαίως, παρά τας διατάξεις του ως άνω άρθρ. 11 άμεσον καταγγελίαν της παρούσης Συμβάσεως υπό την επιφύλαξιν ότι έχει τεθή εν ισχύϊ η επαγομένη την αναθεώρησιν νέα Σύμβασις. β)Από της ενάρξεως της ισχύος της επαγομένης την αναθεώρησιν νέας Συμβάσεως, η παρούσα Σύμβασις παύει να είναι δεκτική επικυρώσεως υπό των μελών. 2.Εν πάση περιπτώσει η παρούσα Σύμβασις παραμένει εν ισχύϊ υπό τον τύπον και το περιεχόμενο αυτής δια τα Μέλη άτινα επικυρώσαντα αυτήν δεν ήθελον επικυρώσει την αναθεωρούσαν ταύτην νέαν Σύμβασιν. Άρθρ.16.-Το Γαλλικόν και Αγγλικόν κείμενον της παρούσης Συμβάσεως είναι εξ ίσου αυθεντικά. Άρθρ.1.-1.Οι εργαζόμενοι δέον ν’ απολαύουν καταλλήλου προστασίας κατά πάσης πράξεως διακρίσεως δυναμένης να παραβλάψη την συνδικαλιστικήν ελευθερίαν ως προς την απασχόλησιν. 2.Η τοιαύτη προστασία δέον ιδία να έχη εφαρμογήν εις ό,τι αφορά τας πράξεις αίτινες σκοπούν: α)Να εξαρτούν την απασχόλησιν του εργαζομένου εκ του όρου της μη εγγραφής του εις συνδικάτον ή της αποχωρήσεως τούτου εκ του συνδικάτου. β)Να απολύουν εργαζόμενον ή να ζημιώνουν αυτόν δι’ οιωνδήποτε άλλων μέσων, λόγω εγγραφής του εις το συνδικάτον, ή συμμετοχής του εις συνδικαλιστικάς ενεργείας εκτός των ωρών εργασίας ή τη συγκαταθέσει του εργοδότου αυτού κατά τας ώρας εργασίας. Άρθρον Δεύτερον.-Πάσα διάταξις της κειμένης Νομοθεσίας, παρέχουσα τυχόν μείζονα πλεονεκτήματα εις τα δια της, υπό του παρόντος Νόμου κυρουμένης Συμβάσεως προστατευόμενα πρόσωπα, τηρείται εν ισχύϊ συμφώνως προς το άρθρ. 19 παρ. 8 του Καταστατικού Χάρτου της Διεθνούς Οργανώσεως Εργασίας κυρωθέντος δια του Ν.Δ. 399/1947. Άρθρον τρίτον.-1.Δια Β.Δ/τος εκδιδομένου επί τη προτάσει του Υπουργού Εργασίας θέλουν κωδικοποιηθή εις ενιαίον κείμενον αι διατάξεις του παρόντος Νόμου και της δι’ αυτού κυρουμένης Συμβάσεως μετά των εν ισχύϊ διατάξεων των αφορωσών εις την συνδικαλιστικήν ελευθερίαν και την προστασίαν του συνδικαλιστικού δικαιώματος, επιτρεπομένης της αλλαγής της σειράς των άρθρων και παραγράφων και της αριθμήσεως τούτων ως και πάσα φραστική μεταβολή μη επιφέρουσα αλλοίωσιν των διατάξεων των κειμένων. 2.Δι’ ομοίου Β.Δ/τος κανονισθήσονται αι λεπτομέρειαι της εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος Νόμου. Άρθρον τέταρτον.-Η ισχύς του παρόντος άρχεται από της διεθνούς δεσμεύσεως συμφώνως τω άρθρ. 8 παρ. 3 της κυρουμένης συμβάσεως καθορισθησομένης δια Β.Δ/τος. (Μετά την σελ. 362,36) Σελ. 362,37 183-77 Συνδικαλιστικές Ελευθερίες 15.Ν.β.2 15.Ν.β.2 Συνδικαλιστικές Ελευθερίες Άρθρ.2.-1.Αι οργανώσεις εργαζομένων και εργοδοτών δέον να απολαύουν καταλλήλου προστασίας κατά πάσης πράξεως επεμβάσεως των μεν επί των δε είτε αμέσως είτε δια των οργάνων ή των μελών αυτών, εις την σύστασιν, λειτουργίαν ή διοίκησιν των οργανώσεων. 2.Ιδία εξομοιούνται προς πράξεις επεμβάσεως εν τη εννοία του παρόντος άρθρου μέτρα τείνοντα να προκαλέσουν την δημιουργίαν εργατικών οργανώσεων δεσποζομένων υπό εργοδότου ή υπό ενώσεως εργοδοτών ή να υποστηρίξουν οργανώσεις εργαζομένων δι’ οικονομικών μέσων ή άλλως επί τω σκοπώ θέσεως των οργανώσεων τούτων υπό τον έλεγχον εργοδότου ή ενώσεως εργοδοτών. Άρθρ.3.-Δέον να συνιστώνται (εφ’ όσον είναι τούτο αναγκαίον) κατάλληλοι οργανισμοί ανταποκρινόμενοι εις τας εθνικάς συνθήκας εξασφαλίζοντες τον σεβασμόν του εν τοις προηγουμένοις άρθροις οριζομένου δικαιώματος οργανώσεως. Άρθρ.4.-Δέον να λαμβάνωνται, εφ’ όσον είναι τούτο αναγκαίον, μέτρα ανταποκρινόμενα εις τας εθνικάς συνθήκας δι’ ων να ενισχύεται και να προωθήται η εις ευρυτάτην κλίμακα ανάπτυξις και χρησιμοποίησις διαδικασιών δι’ ων εργοδόται και εργοδοτικαί οργανώσεις αφ’ ενός και οργανώσεις εργαζομένων αφ’ ετέρου να έρχωνται εκουσίως εις διαπραγματεύσεις δια την, δια συλλογικών συμβάσεων, ρύθμισιν των όρων απασχολήσεως. Άρθρ.5.-1.Το μέτρον εν ω αι υπό της παρούσης Συμβάσεως προβλεπόμεναι διασφαλίσεις θέλουν εφαρμοσθή εις τας ενόπλους δυνάμεις ή την αστυνομίαν καθορίζεται υπό της Εθνικής Νομοθεσίας. 2.Συμφώνως προς τας, υπό της παρ. 8 του άρθρ. 19 του Καταστατικού Χάρτου της Διεθνούς Οργανώσεως της Εργασίας, καθιερωθείσας αρχάς, η επικύρωσις της Συμβάσεως υπό μέλους δέον να μη θεωρήται ως θίγουσα οιονδήποτε Νόμον, απόφασιν, έθιμον ή συμφωνίαν, εφ’ όσον ήδη υφίστανται και παρέχουν εις τους ανήκοντας εις τας ενόπλους δυνάμεις και την αστυνομίαν, διασφαλίσεις προβλεπομένας υπό της παρούσης Συμβάσεως. Άρθρ.6.-Η παρούσα Σύμβασις δεν πραγματεύεται τα της θέσεως των δημοσίων υπαλλήλων και δεν δύναται οπωσδήποτε να ερμηνευθή ως ζημιούσα τα δικαιώματα και το νομικόν καθεστώς αυτών. Άρθρ.7.-Αι επίσημοι επικυρώσεις της παρούσης Συμβάσεως ανακοινούνται εις τον Γενικόν Διευθυντήν του Διεθνούς Γραφείου Εργασίας παρ’ ου και καταχωρίζονται. Άρθρ.8.-1.Η παρούσα Σύμβασις δεσμεύει μόνον τα Μέλη της Διεθνούς Οργανώσεως της Εργασίας ων η επικύρωσις έχει καταχωρισθή υπό του Γενικού Διευθυντού. 2.Τίθεται εν ισχύϊ 12 μήνας μετά την υπό του Γενικού Διευθυντού καταχώρισιν των επικυρώσεων δύο Μελών. 3.Κατ’ ακολουθίαν η σύμβασις αύτη άρχεται ισχύουσα δι’ έκαστον Μέλος δώδεκα μήνας αφ’ ης καταχωρισθή η επικύρωσις αυτής.
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.