📄 Κείμενο νόμου
1. ΝΟΜΟΘΕΤ. ΔΙΑΤΑΜΑ υπ’ αριθ. 805 της 30 Δεκ. 1970/1 Ιαν. 1971 (ΦΕΚ Α΄ 1) Περί πταισματικών παραβάσεων, βεβαιουμένων παρά των αστυνομικών οργάνων. Πταισματικαί παραβάσεις και επιβαλλόμενα πρόστιμα Άρθρ.1.-1.Κατά των καταλαμβανόμενων επ’ αυτοφώρω ως υπαιτίων πταισματικών παραβάσεων, αναφερομένων εις την οδικήν κυκλοφορίαν, την κοινήν ησυχίαν, ως και την καθαριότητα και ευπρεπή εμφάνισιν των δημοσίων, κοινοχρήστων ή ιδιωτικών χώρων, επιβάλλονται παρά του βεβαιούντος τας εν λόγω παραβάσεις αστυνομικού οργάνου τα εν τη επομένη παραγράφω οριζόμενα πρόστιμα, η καταβολή των οποίων απαλλάσσει τους παραβάτας της ποινικής διώξεως. 2.Τα ποσά των εν τη προηγουμένη παραγράφω αναφερομένων προστίμων καθορίζονται, κατά κατηγορίας πταισματικών παραβάσεων, ως εξής: α.δραχ. 50, προκειμένου περί παραβάσεων των περί κυκλοφορίας πεζών κειμένων διατάξεων β.δραχ. 200, προκειμένου περί παραβάσεων των περί κυκλοφορίας οχημάτων διατάξεων, των αναφερομένων εις: αα)την χρήσιν ηχητικών οργάνων οχημάτων και την πρόκλησιν υπ’ αυτών ενοχλητικών θορύβων ββ)την στάσιν ή στάθμευσιν οχημάτων γ.δραχ. 500, προκειμένου περί παραβάσεων των περί κυκλοφορίας οχημάτων διατάξεων, των αναφερομένων εις: αα)τα φωτεινά και υπό τροχονόμων διδόμενα σήματα ββ)την κατακόρυφον και οριζόντιον οδικήν σήμανσιν δ.δραχ.100, προκειμένου περί παραβάσεων των περί καθαριότητος και ευπρεπούς εμφανίσεως των δημοσίων, κοινοχρήστων και ιδιωτικών χωρών κειμένων διατάξεων και ε.δραχ. 200, προκειμένου περί παραβάσεων των περί κοινής ησυχίας κειμένων διατάξεων. Με την παρ. 4 άρθρ. 59 Νόμ. 1416/18-21 Φεβρ. 1984 (ΦΕΚ Α΄ 18) Τόμ. 3 σελ. 52,263 αριθ. 58, ορίστηκε ότι τα πρόστιμα που προβλέπονται στις άνω περιπτώσεις δ και ε αυξήθηκαν αντίστοιχα σε 1.000 και 2.000 δραχμές. 3.Εν περιπτώσει συρροής πταισματικών παραβάσεων επιβάλλεται συνολικόν προστιμον, αποτελούμενον εκ του δια την βαρυτέραν παράβασιν προβλεπομένου προστίμου, επαυξανομένου κατά το ήμισυ των λοιπών συντρεχόντων προστίμων. 4.Εν περιπτώσει συνεχιζομένης πταισματικής παραβάσεως, το βεβαιούν ταύτην αστυνομικόν όργανον ορίζει εύλογον χρόνον προς άρσιν ταύτης και, εν μη συμμορφώσει του παραβάτου, επιβάλλει νέον πρόστιμον εκ των εν τη παρ. 2 του παρόντος άρθρου οριζομένων, μεθ’ εκάστην νέαν βεβαίωσιν. Παραπομπή εις Πταισματοδικείον Άρθρ.2.-1.Οι κατά την παρ. 1 του άρθρ. 1 του παρόντος καταλαμβανόμενοι επ’ αυτοφώρω, αμφισβητούντες την αποδιδομένην αυτοίς παράβασιν, δικαιούνται να ζητήσουν, δια προφορικής δηλώσεώς των προς το βεβαιούν την παράβασιν αστυνομικόν όργανον, την παραπομπήν των ενώπιον του αρμοδίου κατά τας διατάξεις του Κώδικος Ποινικής Δικονομίας Πταισματοδικείου, ίνα δικασθούν κατά τας οικείας διατάξεις αυτής. Υπό του Πταισματοδικείου επιβάλλονται αι υπό των οικείων ουσιαστικών ποινικών διατάξεων προβλεπόμεναι ποιναί. 2.Οι κατά τ’ ανωτέρω αιτούμενοι την παραπομπήν των ενώπιον του αρμοδίου Πταισματοδικείου, καλούνται, παρά των βεβαιούντων την παράβασιν αστυνομικών οργάνων, όπως εμφανισθούν ενώπιον αυτού ή του Πταισματοδικείου της έδρας του Πρωτοδικείου, εις την περιφέρειαν του οποίου διεπράχθη η παράβασις, καθ’ ωρισμένην ημέραν και ώραν, σημειουμένην εν τη, κατά το άρθρ. 3 του παρόντος, πράξει βεβαιώσεως της παραβάσεως, ήτις επέχει θέσιν κλητηρίου θεσπίσματος. 3.Κατά την ενώπιον του Πταισματοδικείου εκδίκασιν της παραβάσεως δεν είναι αναγκαία η εμφάνισις του βεβαιώσαντος την παράβασιν αστυνομικού οργάνου, εκτός αν αύτη διαταχθή υπό του Δικαστηρίου, ούτε απαιτείται η σύνταξις νέας πράξεως βεβαιώσεως της παραβάσεως. Με τη περίπτ. ιστ΄ άρθρ. 112 Νόμ. 614/13-16 Ιουν. 1977, τόμ. 21Β σελ. 262,601, το άνω άρθρ. 1 και 2, καταργήθηκαν καθ’ ο μέρος αυτά αναφέρονται σε παραδόσεις των περί ειδικής κυκλοφορίας διατάξεων και την εκδίκασιν αυτών. (Αντί για τη σελ. 160,401(β) Σελ. 160,401(γ) Τεύχος ΣΤ51-Σελ. 143 Βεβαίωση Πταισμάτων από Αστυνομικά όργανα 9.Β.ε.1 Πράξις βεβαιώσεως της παραβάσεως Άρθρ.3.-1.Το βεβαιούν την παράβασιν αστυνομικόν όργανον συντάσσει εις τριπλούν πράξιν βεβαιώσεως της παραβάσεως, εν η αναγράφονται: α.τα προς εξατομίκευσιν του παραβάτου απαιτούμενα στοιχεία ταυτότητος αυτού. β.ο χρόνος και τόπος τελέσεως της παραβάσεως, και γ.συνοπτική περιγραφή της τελεσθείσης παραβάσεως. 2.Εις ην περίπτωσιν ο παραβάτης δεν εζήτησε την παραπομπήν του ενώπιον του αρμοδίου Πταισματοδικείου, κατά τα εν άρθρ. 2 του παρόντος οριζόμενα, εν τη ανωτέρω πράξει βεβαιώσεως αναγράφεται και το ποσόν του επιβαλλομένου προστίμου, μετά προειδοποιήσεως προς τον παραβάτην, ότι εάν ήθελεν αμελήσει την καταβολήν του προστίμου, εντός της κατά την παρ. 4 του άρθρ. 4 του παρόντος αναγραφομένης προθεσμίας, η πράξις βεβαιώσεως επέχει και θέσιν κλητηρίου θεσπίσματος, ενώπιον του αρμοδίου Πταισματοδικείου, προς έκδικασιν της παραβάσεως κατά δικάσιμον, καθοριζομένην εν αυτή, καθ’ ημέραν και ώραν μεταγενεστέραν κατά 30ήμερον τουλάχιστον από της παρόδου της εν λόγω προθεσμίας καταβολής του προστίμου. Υπό του Πταισματοδικείου επιβάλλονται αι υπό των οικείων ουσιαστικών ποινικών διατάξεων προβλεπόμεναι ποιναί. 3.Τόσον κατά την ανωτέρω περίπτωσιν, όσον και όταν ο παραβάτης εζήτησε την παραπομπήν του εις το Πταισματοδικείον, η πράξις βεβαιώσεως υπογράφεται υπό του βεβαιούντος την παράβασιν αστυνομικού οργάνου και του παραβάτου. Εν αρνήσει του παραβάτου, όπως υπογράψη την πράξιν βεβαιώσεως, αύτη υπογράφεται υπό μόνου του αστυνομικού οργάνου, μετά βεβαίωσιν υπ’ αυτού της τοιαύτης αρνήσεως του παραβάτου. Διαδικασία Άρθρ.4.-1.Η πράξις βεβαιώσεως της παραβάσεως, μετά ή άνευ επιβολής προστίμου, κατά τας διακρίσεις των προηγουμένων άρθρων, συντάσσεται εις τριπλούν. ΄Εν εκ των αντιτύπων παραδίδεται εις τον παραβάτην, έτερον παραδίδεται αμελλητί υπό του βεβαιούντος την παράβασιν αστυνομικού οργάνου εις την προϊσταμένην αυτού υπηρεσίαν και το τρίτον παραμένει εις το στέλεχος, το οποίον παραδίδεται εις την αυτήν υπηρεσίαν, άμα το εξαντλήσει του. Εις ην περίπτωσιν ο παραβάτης αρνείται όπως παραλάβη το παραδιδόμενον αυτώ αντίτυπον, η τοιαύτη άρνησίς του, βεβαιουμένη υπό του αστυνομικού οργάνου, επέχει θέσιν δηλώσεως τούτου, ότι επιθυμεί την παραπομπήν του ενώπιον του αρμοδίου Πταισματοδικείου. Εις την περίπτωσιν ταύτην το αστυνομικόν όργανον ανακοινοί εις τον παραβάτην Σελ. 160,402(γ) Τεύχος ΣΤ51-Σελ. 144 την ημερομηνίαν και ώραν συνεδριάσεως του Πταισματοδικείου ενώπιον του οποίου οφείλει να παρουσιασθή, η δε πράξις, υπογραφομένη υπό μόνου του αστυνομικού οργάνου, επέχει θέσιν επιδοτηρίου του κλητηρίου θεσπίσματος. 2.Εάν ο φερόμενος ως υπαίτιος της παραβάσεως παραπέμπεται εις το αρμόδιον Πταισματοδικείον, άνευ επιβολής προστίμου, η προϊσταμένη αρχή του βεβαιούντος την παράβασιν αστυνομικού οργάνου διαβιβάζει αμελλητί το έν των αντιτύπων της πράξεως εις τον αρμόδιον δημόσιον κατήγορον, όστις και επιμελείται της εγγραφής της υποθέσεως εις το πινάκιον της ορισθείσης δικασίμου. 3.Εάν η πράξις βεβαιώσεως περιλαμβάνη επιβολήν προστίμου, η Αστυνομική Αρχή υποχρεούται να κρατήση τα εις χείρας της αντίτυπα ταύτης εν εκκρεμότητι επί 20ήμερον, ευθύς δε ως λάβη γνώσιν της εμπροθέσμου καταβολής του προστίμου, κατά τα κατωτέρω εν παρ. 4 του παρόντος άρθρου οριζόμενα, θέτει τα αντίτυπα εις το αρχείον, άλλως, παρερχομένου απράκτου του 20ημέρου, διαβιβάζει έν τοιούτον προς τον παρά τω αρμοδίω Πταισματοδικείω δημόσιον κατήγορον, όστις επιμελείται της εγγραφής της υποθέσεως εις το πινάκιον της ορισθείσης δικασίμου. «4.Οι παραβάται υποχρεούνται, όπως καταβάλλουν, αυτοπροσώπως ή δι’ ετέρου προσώπου επί τη προσκομίσει της επιδοθείσης πράξεως, το επιβληθέν πρόστιμον εις οιονδήποτε Δημόσιον Ταμείον ή εις την αστυνομικήν αρχήν, εις ην υπηρετεί το βεβαιούν την πράβασιν αστυνομικόν όργανον, εντός προθεσμίας 10 ημερών από της επομένης της χρονολογίας της πράξεως βεβαιώσεως της παραβάσεως. Εν περιπτώσει δε καταβολής του προστίμου εις το Δημόσιον Ταμείον, τούτο υποχρεούται να διαβιβάση αυτεπαγγέλτως και αμελλητί προς ταύτην αντίγραφον του τριπλοτύπου εισπράξεως ή το ειδικόν έντυπον εισπράξεως του προστίμου». Η παρ. 4 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 6 άρθρ. 89 Νόμ. 1041/1980, ΦΕΚ Α΄ 75 (τόμ. 27, σελ. 196,27). 9.Β.ε.1 Βεβαίωση Πταισμάτων από Αστυνομικά όργανα Εξακρίβωσις ταυτότητος παραβάτου Άρθρ.5.-Επί περιπτώσεων επ' αυτοφόρω καταληφθείσης πταισματικής παραβάσεως, εκ των εν παρ. 1 του άρθρ. 1 του παρόντος αναφερομένων, καθ' ας ο υπαίτιος είναι απών ή, εν γένει, δεν είναι δυνατή η άμεσος εξακρίβωσις της ταυτότητος αυτού, το βεβαιούν την παράβασιν αστυνομικόν όργανον συντάσσει πράξιν βεβαιώσεως της παραβάσεως και επιβολής προστίμου και υποβάλλει ταύτην εις την υπηρεσίαν του. Αύτη καλεί τον παραβάτην, όπως προσέλθη παρ' αυτή εντός πενθημέρου προς συμπλήρωσιν των στοιχείων της ταυτότητος αυτού, υπογραφήν της πράξεως βεβαιώσεως της πταισματικής παραβάσεως και εξόφλησιν του επιβληθέντος προστίμου, ή προς υποβολήν αιτήματος παραπομπής ενώπιον του αρμοδίου Πταισματοδικείου, κατ' εφαρμογήν των εν άρθρ. 2, 3 και 4 του παρόντος οριζομένων, της σχετικής προθεσμίας αρχομένης από της επομένης της χρονολογίας της υπογραφής της πράξεως ταύτης. Παρερχομένης απράκτου της ανωτέρω πενθημέρου προθεσμίας, ο παραβάτης παραπέμπεται εις το αρμόδιον Πταισματοδικείον, κοινοποιουμένου προς τούτον κλητηρίου θεσπίσματος, κατά τας διατάξεις του Κώδικος Ποινικής Δικονομίας. Ειδική δωσιδικία επί πταισματικών παραβάσεων Άρθρ.6.-Αι διατάξεις του Κώδικος Ποινικής Δικονομίας περί προσώπων απολαμβανόντων ειδικής δωσιδικίας δεν εφαρμόζονται επί των παραβατών, των εν τη παρ. 1 του άρθρ. 1 του παρόντος αναφερομένων πταισματικών παραβάσεων, τόσον όταν επιβάλλεται εις βάρος αυτών πρόστιμον υπό του βεβαιούντος την παράβασιν αστυνομικού οργάνου, όσον και όταν ούτοι παραπέμπωνται ενώπιον του αρμοδίου Πταισματοδικείου. Τελικαί διατάξεις Άρθρ.7.-1.Δια κοινών αποφάσεων των Υπουργών Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, δημοσιευομένων δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως, καθορίζονται τα αρμόδια αστυνομικά όργανα προς βεβαίωσιν των υπό του παρόντος προβλεπομένων πταισματικών παραβάσεων, τα της χρησιμοποιήσεως εντύπων πράξεων βεβαιώσεως παραβάσεων εις στελέχη μετά ηριθμημένων σελίδων, ως και πάσα δια την εφαρμογήν αυτού λεπτομέρεια. 2.Δια κοινών αποφάσεων των Υπουργών Δικαιοσύνης, Οικονομικών και Δημοσίας Τάξεως, δημοσιευομένων δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως, δύναται να ανατεθή η είσπραξις των επιβαλλομένων προστίμων εις άλλας, πλην του Δημοσίου Ταμείου, υπηρεσίας ή όργανα. 3.Από της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος καταργούνται αι διατάξεις των παρ. 1, 2 και 4 του άρθρ. 4 του Α.Ν. 170/1967 "περί τρόπου βεβαιώσεως παραβάσεων και επιβολής ποινών σχετικώς με την στάθμευσιν οχημάτων κλπ.", ως και πάσα ετέρα διάταξις, αντικειμένη εις τας διατάξεις αυτού. Κατόπιν του παρόντος νόμου εξεταστέα η παράλληλος ισχύς : α)Των άρθρ. 1-7 Ν.Δ. 3990/1959 περί αναθέσεως εις Αστυνομικάς Αρχάς της εκδικάσεως αστυνομικών παραβάσεων τιμωρουμένων δια προστίμου κλπ. (τόμ. 21 σελ. 208,19). β)Α.Ν. 170/1967 περί τρόπου βεβαιώσεως παραβάσεων και επιβολής ποινών σχετικώς με την στάθμευσιν οχημάτων, κυκλοφορίαν πεζών καί οχημάτων κλπ. (τόμ. 21 σελ. 208,68). γ)Ν.Δ.162/1946 περί εκδικάσεως παραβάσεων των περί κυκλοφορίας πεζών και οχημάτων διατάξεων καί των σχετικών προς αυτό Ν.Δ. 2445/1953, Ν.Δ. 3744/1957, Β.Δ.162/1966 και Β.Δ. 1014/1966 (κατωτ. σελ. 162 και επ.). 4.Επί των υπό του παρόντος προβλεπομένων προστίμων ουδεμία επιβάλλεται προσαύξησις ή τέλος. Έναρξις ισχύος Άρθρ.8.-Η ισχύς του παρόντος άρχεται από 1ης Απρ. 1971.
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.