📄 Κείμενο νόμου
1. ΑΠΟΦΑΣΙΣ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ Αριθ. Τ. 9496 της 4/14 Νοεμ. 1950 Περί της λειτουργίας των Πρωτοβαθμίων Επιτροπών Προσφυγών του άρθρ. 99 του Νόμ. 1166/1918 περί Τελωνειακού Κώδικος. Έχοντες υπ’ όψει τας διατάξεις της παρ. 17 του άρθρ. 99 του Νόμ. 1165/1918 «περί Τελωνειακού Κώδικος», ως ούτος ετροποποιήθη μεταγενεστέρως, αποφασίζομεν: 1.Αι Πρωτοβάθμιοι Επιτροπαί Προσφυγών, αι συσταθείσαι δυνάμει της ογδόης παραγράφου του άρθρ. 99 του Τελωνειακού Κώδικος, συνέρχονται εις συνεδρίασιν κατόπιν εγγράφου προσκλήσεως του Προέδρου αυτών, επ’ αποδείξει επιδιδομένης. 2.Αι Πρωτοβάθμιοι Επιτροπαί Προσφυγών συνεδριάζουσιν εις το Τελωνειακόν Κατάστημα της έδρας της Επιτροπής. Εν περιπτώσει υπάρξεως πλειόνων Τελωνειακών Καταστημάτων εν τη έδρα της Επιτροπής, ως τόπος συνεδριάσεως αυτής ορίζεται υπό του Προέδρου της Επιτροπής εν των καταστημάτων τούτων. Δύναται η Επιτροπή να συνεδριάζη και εις έτερον δημόσιον κατάστημα, άλλ’ εν τη περιπτώσει ταύτη απαιτείται ειδοποίησις του Προέδρου της Επιτροπής, ορίζουσα το έτερον τούτο κατάστημα. Η ειδοποίησις αύτη κοινοποιείται δια τοιχοκολλήσεως εις το Τελωνειακόν Κατάστημα της έδρας της Επιτροπής συντελουμένης τρεις ημέρας προ της τοιαύτης συνεδριάσεως. 3.Προκειμένης συνεδριάσεως, ο Γραμματεύς της Επιτροπής, κατόπιν συνεννοήσεως μετά του Προέδρου αυτής, συντάσσει πινάκιον εμφαίνον το οναματεπώνυμον των προσφευγόντων, την τελωνειακήν πράξιν καθ’ ης η προσφυγή, την ημέραν και ώραν της συζητήσεως αυτών και την χρονολογίαν της συντάξεώς του. 4.Το υπό της προηγουμένης παραγράφου προβλεπόμενον πινάκιον υπογράφεται υπό της Γραμματέως της Επιτροπής και τοιχοκολλάται εκάστοτε εις εμφανές μέρος του Καταστήματος, εις το οποίον θέλει λάβει χώραν η συζήτησις οκτώ τουλάχιστον ημέρας προ της δικασίμου. Οι ενδιαφερόμενοι ειδοποιούνται δι’ ειδικής προσκλήσεως του Γραμματέως σημειούσης τον τόπον, την ημέραν και ώραν εκδικάσεως της προσφυγής. Η πρόσκλησις κοινοποιουμένη, επ’ αποδείξει, δια δημοσίου οργάνου ή δι’ ετέρου προσφόρου μέσου είκοσι τέσσερας τουλάχιστον ώρας προ της δια την συνεδρίασιν ωρισμένης, απευθύνεται προς τον πληρεξούσιον ή τον αντίκλητον του προσφεύγοντος, εν τη περιπτώσει ο προσφεύγων κατοικεί εκτός της έδρας της Επιτροπής και διώρισε δια της προσφυγής τοιούτον. Εν ελλείψει διορισμού αντικλήτου, η πρόσκλησις απευθύνεται προς τον Γραμματέα του Πρωτοδικείου ή, εν ελλείψει τοιούτου, εις τον Γραμματέα του Ειρηνοδικείου της έδρας της Επιτροπής. 5.Αι κατά την παρ. 6 του άρθρ. 99 του Τελωνειακού Κώδικος ασκούμεναι προσφυγαί προς την Πρωτοβάθμιον Επιτροπήν Προσφύγων κατά πράξεων των Τελωνειακών Αρχών δέον να περιέχωσι: α) Το ονοματεπώνυμον, το επάγγελμα και την επακριβή διεύθυνσιν της κατοικίας του προσφεύγοντος. β) Την Τελωνειακήν Αρχήν, τον αριθμόν και χρονολογίαν της πράξεως, καθ’ ης η προσφυγή. γ) Τους πραγματικούς και νομικούς ισχυρισμούς, εφ’ ων στηρίζει το παραδεκτόν της προσφυγής ο προσφεύγων. δ)Διορισμόν αντικλήτου κατοικούντος εν τη έδρα της Επιτροπής, εν τη περιπτώσει ο προσφεύγων κατοικεί εκτός ταύτης, και ε)Μνείαν των επισυναπτομένων εγγράφων (εν πρωτοτύπω ή επισήμω αντιγράφω) ως και των άλλων αποδεικτικών μέσων, άτινα επικαλείται ο προσφεύγων προς απόδειξιν των δια της προσφυγής, επικαλουμένων ισχυρισμών. 6.Δεν επιτρέπεται να εισαχθή προς εκδίκασιν προσφυγή προ της παρελεύσεως δεκαημέρου από της προς την Τελωνειακήν Αρχήν εγχειρίσεως ή κοινοποιήσεως αυτής γιγνομένης συμφώνως προς τας διατάξεις της παρ. 6 του άρθρ. 99 του Νόμ. 1165/1918 «περί Τελωνειακού Κώδικος» ως ετροποποιήθη μεταγενεστέρως. 7.Κατά την εκδίκασιν των προσφυγών. ο Γραμματεύς της Επιτροπής αναγιγνώσκει το τοιχοκολληθέν πινάκιον και εισάγει κατά σειράν εγγραφής τας εν αυτώ σημειουμένας προσφυγάς προς συζήτησιν. 8.Αναβολή της εκδικάσεως επιτρέπεται δι’ έλλειψιν των απαιτουμένων στοιχείων ή πληροφοριών προς συζήτησιν, εάν ταύτην ήθελε ζητήση ο Πρόεδρος προφορικώς ή ο ενδιαφερόμενος εγγράφως κατά την ωρισμένην ημέραν της συνεδριάσεως. Η αναβολή αποφασίζεται υπό της Επιτροπής. Εν περιπτώσει αποδοχής ταύτης, ορίζεται δια της αυτής απόφασεως, τακτή ημέρα προς εκδίκασιν της αναβληθείσης υποθέσεως, γιγνομένης σχετικής μνείας εις τα πρακτικά. Περί της αναβολής ειδοποιείται ο προσφεύγων παρά του Γραμματέως της Επιτροπής δι’ ειδικής προσκλήσεώς του, κοινοποιουμένης προς τούτον ή τον ορισθέντα πληρεξούσιον ή αντίκλητον αυτού, ή εν περιπτώσει μη διορισμού τοιούτων, εις τον Γραμματέα του Πρωτοδικείου και εν ελλείψει τοιούτου εις τον Γραμματέα του Ειρηνοδικείου της έδρας της Επιτροπής. Δεν απαιτείται κοινοποίησις της προσκλήσεως ταύτης, εν η περιπτώσει ο προσφεύγων ή ο πληρεξούσιός του, παριστάμενος κατά την συζήτησιν, έλαβε γνώσιν της αναβολής, εγένετο δε περί τούτου μνεία εις τα πρακτικά. 9.Εν περιπτώσει ματαιώσεως της δικασίμου, εξ οιουδήποτε λόγου, η συζήτησις των αυτών υποθέσεων γίνεται κατά την αμέσως επομένην εργάσιμον ημέραν και εις τον αυτόν τόπον και ώραν, πλην αν ο Πρόεδρος της Επιτροπής ορίση την συζήτησιν εις άλλην ωρισμένην δικάσιμον. Εις αμφοτέρας τας περιπτώσεις ταύτας, δεν απαιτείται νέα πρόσκλησις των ενδιαφερομένων πλην αν τινες τούτων απουσίαζον, οπότε η πρόσκλησις γίνεται μόνον δι’ αυτούς. 10.Δια λόγους αποχρώντας εκτιμωμένους ως τοιούτους υπό της Επιτροπής δύναται να προτιμηθή η εκδίκασις προσφυγής τινος, παρά την εν τω πινακίω σειράν, εάν τούτο ήθελε ζητηθή είτε υπό των ενδιαφερομένων είτε υπό του Προέδρου και των Μελών της Επιτροπής. Σελ. 291 154 Εκδίκαση Τελωνειακών Παραβάσεων 30.Β.ν.1 11.Εάν, ένεκα δεδικαιολογημένου λόγου, δεν είναι δυνατή η ενώπιον της Επιτροπής εμφάνισις και εξέτασις μάρτυρός τινος, δύναται αύτη ν’ αναθέση την ένορκον εξέτασιν τούτου εις τον Ειρηνοδίκην της διαμονής αυτού, υποχρεούμενον ν’ αποστείλη την συνταχθεισομένην έκθεσιν μαρτυρικής εξετάσεως, εντός τριών ημερών από της εξετάσεως, εις την επί της εκδικάσεως των Προσφυγών Επιτροπήν. 12.Τα παρά του προσφεύγοντος ή των εγκύρως εκπροσωπούντων αυτόν προς την Επιτροπήν Προσφυγών απευθυνόμενα υπομνήματα ή έτερα έγγραφα κοινοποιούνται μόνον προς τον Γραμματέα της Επιτροπής, όστις και υπογράφει τα σχετικά επιδοτήρια και διεκπεραιώνει εν συνεννοήσει μετά του Προέδρου, πάσαν εν γένει την αναγκαίαν αλληλογραφίαν της Επιτροπής. Υπό του Γραμματέως τηρείται ίδιον βιβλίον καταχωρήσεως εισερχομένων και εξερχομένων εγγράφων. 13.Αι απόψεις του Δημοσίου ως διαδίκου επί της εκάστοτε υπό την κρίσιν της Επιτροπής προσφυγής, υποστηρίζονται δια της παρ. 6 του άρθρ. 99 του Νόμ. 1165/1918 «περί Τελωνειακού Κώδικος», ως ούτος ετροποποιήθη μεταγενεστέρως, εισηγήσεως της εκδοδάσης την προσβαλλομένην ενώπιον της Πρωτοβαθμίου Επιτροπής Προσφυγών πράξιν Τελωνειακής Αρχής. Η εισήγησις αύτη περιέχει πλήρη και λεπτομερή αντίκρουσιν των πραγματικών και νομικών ισχυρισμών του προσφεύγοντος και ποιείται μνείαν των επισυναπτομένων εγγράφων. Επιτρέπεται όμως όπως το Δημόσιον παρίσταται επικουρικώς και δια Τελωνειακού ή δι’ ετέρου δημοσίου υπαλλήλου οριζομένου, μετά αναπληρωτού, δι’ αποφάσεων του Υπουργείου των Οικονομικών. 14.Η συζήτησις των υποθέσεων γίνεται εν δημοσία συνεδριάσει της Πρωτοβαθμίου Επιτροπής Προσφυγών, ήτις δικάζει εξ επαγγέλματος εξετάζουσα και κρίνουσα τας ενώπιον αυτής εισαγομένας υποθέσεις και απολειπομένων έτι των ενδιαφερομένων, εκ της απουσίας όμως των οποίων δεν τεκμαίρεται ομολογία. 15.Προς έκδοσιν των αποφάσεών της η Πρωτοβάθμιος Επιτροπή Προσφυγών συνέρχεται, τη προσκλήσει του Προέδρου εις μυστικήν διάσκεψιν ή αμέσως μετά το πέρας της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως ή και εις άλλην ημέραν. 16.Εις την διάσκεψιν προς έκδοσιν των αποφάσεων μετέχουσι μόνον ο Πρόεδρος, τα μέλη και ο Γραμματεύς της Επιτροπής, τα μετασχόντα της συζητήσεως της υποθέσεως. Το διατακτικόν της λαμβανομένης αποφάσεως καταχωρείται αμέσως περιλιπτικώς, ευκρινώς και δια μελάνης επί της προσφυγής και μονογράφεται υπό τε του Προέδρου και των Μελών της Επιτροπής. 17.Εν περιπτώσει αδυναμίας λήψεως αποφάσεως κατά πλειοψηφίαν επί τω λόγω ότι κατά την ψηφοφορίαν εξηνέχθησαν υπό του Προέδρου της Επιτροπής και ενός εκάστου των μελών αυτής τρεις διάφοροι γνώμαι όσον αφορά το καταλογιστέον ποσόν, δια την απόφασιν λαμβάνεται ο μέσος όρος των τριών ποσών. Εν η περιπτώσει η αδυναμία λήψεως αποφάσεως κατά πλειοψηφίαν οφείλεται εις το ότι εξηνέχθησαν τρεις διάφοροι γνώμαι εν σχέσει προς έτερον ζήτημα, πλην το του καταλογιστέου ποσού, η υπόθεσις επανασυζητείται επ’ ακροατηρίου με ηυξημένην σύνθεσιν της Επιτροπής δια συμμετοχής εις αυτήν και των αναπληρωτών του Προέδρου και του πρώτου μέλους της Επιτροπής. Σελ. 292 18.Εν περιπτώσει επελεύσεως μεταβολής εις το πρόσωπον του Προέδρου ή των Μελών της Επιτροπής: μετά την κατά τας προηγουμένας παρ. 15 και 17 της παρούσης λήψιν της αποφάσεως και προ της καθαρογραφής ή υπογραφής ή δημοσιεύσεως αυτής αι σχετικαί αποφάσεις, ως αύται ελήφθησαν κατά την περιληπτικήν εν τη προσφυγή καταχώρησιν, υπογράφονται και δημοσιεύονται υπό των οικείων αναπληρωτών ή αντικαταστατών των δι’ους εχώρησεν η μεταβολή, γιγνομένης περί τούτου μνείας εις τας εν λόγω αποφάσεις και τα πρακτικά δημοσιεύσεως αυτών. Εάν μετά την συζήτησιν μεν της υποθέσεως αλλά προ της λήψεως αποφάσεως, κατά την εις τας παρ. 16 και 17 της παρούσης προβλεπομένην διαδικασίαν, ήθελεν επέλθει κώλυμα εις τον Πρόεδρον ή Μέλος τι της Επιτροπής η υπόθεσις συζητείται εκ νέου ακροατηρίου. 19.Αι οριστικαί αποφάσεις της Πρωτοβαθμίου Επιτροπής Προσφυγών δημοσιεύονται εν δημοσία συνεδριάσει της Επιτροπής, δι’ αναγνώσεως υπό του Προέδρου της Επιτροπής του ονοματεπωνύμου των προσφευγόντων και του διατακτικού αυτών. Περί της δημοσιεύσεως ταύτης τηρούνται εν ιδίω βιβλίω συνοπτικά πρακτικά υπογραφόμενα υπό του Προέδρου και του Γραμματέως της Επιτροπής. 20.Αι οριστικαί αποφάσεις της Πρωτοβαθμίου Επιτροπής Προσφυγών δεν επιτρέπεται ν’ αναθεωρηθώσιν ή οπωσδήποτε τροποποιηθώσιν υπ’ αυτής μετά την δημοσίευσίν των. 21.Παρ’ εκάστη Πρωτοβαθμίω Επιτροπή Προσφυγών τηρούνται τα ακόλουθα βιβλία και στοιχεία. α)«Πρωτόκολλον εισερχομένων και εξερχομένων εγγράφων της Επιτροπής». β)«Βιβλίον καταχωρήσεως Προσφυγών». γ)«Πινακίδια των κατά δικάσιμον συζητουμένων προσφυγών». δ)«Βιβλίον των κατά προσφυγήν παραστάσεων». ε)«Βιβλίον πρακτικών συζητήσεων». ς)«Βιβλίον πρακτικών δημοσιευομένων αποφάσεων». Ο τύπος των ως άνω βιβλίων και εντύπων, η καταχωρητέα ύλη εις έκαστον τούτων, ο τρόπος της καταχωρήσεως ως και πάσα άλλη σχετική λεπτομέρεια αφορώσα εις την τήρησίν των, ορίζονται δια διαταγών του Υπουργείου των Οικονομικών. 22.Αι Πρωτοβάθμιοι Επιτροπαί Προσφυγών υπόκεινται εις την εποπτείαν του Υπουργού των Οικονομικών, ασκουμένην δια της αρμοδίας παρά τω Υπουργείω των Οικονομικών Διευθύνσεως Τελωνείων. Των αρχών τούτων προΐστανται οι Πρόεδροι των Επιτροπών, οίτινες και υπογράφουσι την αλληλογραφίαν αυτών. Εκάστη των ως άνω αρχών έχει ιδίαν σφραγίδα, ομοίαν προς την των τελωνειακών αρχών, φέρουσαν όμως γύρωθεν την ένδειξιν «Επιτρ. Προσφυγών. Άρθρ. 99 Νόμ. 1165». Οι Πρόεδροι των Επιτροπών επιμελούνται την φύλαξιν της σφραγίδος, με την οποίαν σφραγίζονται αι λαμβανόμεναι αποφάσεις και η διεξαγομένη αλληλογραφία. Αι Πρωτοβάθμιοι Επιτροπαί Προσφυγών δύνανται να συντάσσωσιν εσωτερικόν Κανονισμόν των εργασιών αυτών, όστις θα τίθεται εν ισχύϊ μετά προηγουμένην έγκρισιν υπό του Υπουργείου των Οικονομικών. 155 Εκδίκαση Τελωνειακών Παραβάσεων 30.Β.ν.1 30.Β.ν.1 Εκδίκαση Τελωνειακών Παραβάσεων
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.