← Ελλάδα

10. ΒΑΣΙΛΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ της 17/24 Αυγ. 1955 Περί του τρόπου παραστάσεως των εργοδοτών και μισθωτών ενώπιον των κατά Νόμ. 3239/1955 Διοικητικών Διαιτητι

Εν συντομία

Αυτό το Βασιλικό Διάταγμα καθορίζει τον τρόπο εκπροσώπησης εργοδοτών και μισθωτών ενώπιον των Διοικητικών Διαιτητικών Δικαστηρίων Συλλογικών Διαφορών Εργασίας, καθώς και τη λειτουργία και τη διεξαγωγή των συνεδριάσεών τους.

Τι ρυθμίζει

Ποιους αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
10. ΒΑΣΙΛΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ της 17/24 Αυγ. 1955 Περί του τρόπου παραστάσεως των εργοδοτών και μισθωτών ενώπιον των κατά Νόμ. 3239/1955 Διοικητικών Διαιτητικών Δικαστηρίων Συλλογικών Διαφορών Εργασίας λειτουργίας, διεξαγωγής των Συνεδριάσεων τούτων κλπ. Εν όψει των διατάξεων του άρθρ. 16 του Νόμ. 3239/1955 «περί τρόπου ρυθμίσεως των συλλογικών διαφορών εργασίας κλπ.». Τρόπος παραστάσεως εργοδοτών και μισθωτών ενώπιον των Διοικητικών Διαιτητικών Δικαστηρίων Άρθρ.1.–1.Κατά την ενώπιον των υπό του Νόμ. 3239/1955 προβλεπομένων Πρωτοβαθμίων Διοικητικών Διαιτητικών Δικαστηρίων (Π.Δ.Δ.Δ.) ή των Δευτεροβαθμίων Διοικητικών Διαιτητικών Δικαστηρίων (Δ.Δ.Δ.Δ.), συζήτησιν εκάστην συλλογικής διαφοράς εργασίας, δύνανται να παρίστανται, και υποστηρίζουν τας απόψεις των οι ως κατωτέρω οριζόμενοι εκπρόσωποι των ενδιαφερομένων εργοδοτών και μισθωτών, προσκαλούμενοι εγγράφως υπό του προέδρου Π.Δ.Δ.Δ. ή Δ.Δ.Δ.Δ., κατά τα εν τοις επομένοις άρθροις οριζόμενα. 2.Άμα τη λήψει της προσκλήσεως του προέδρου του αρμοδίου Π.Δ.Δ.Δ. ή Δ.Δ.Δ.Δ. τα ενδιαφερόμενα μέλη ορίζουν τους εκπροσώπους και αναπληρωτάς αυτών και ανακοινούσιν εγγράφως, προ της συνεδριάσεως, τα ονόματα τούτων προς τον πρόεδρον του Δικαστηρίου, ως ακολούθως: 1.Ως προς την εκπροσώπησιν των εργοδοτών. α)Εφ’ όσον η διένεξις αφορά ένα μόνον εργοδότην εκ των εν εδαφ. β΄ της παρ. 5 του άρθρ. 7 του Νόμ. 3239/1955 αναφερομένων, τον εκπρόσωπόν του ορίζει ούτος. Εφ’ όσον δε η διένεξις αφορά πλείονας του ενός εκ των εν λόγω εργοδοτών, ο εκπρόσωπος αυτών ορίζεται υπό τούτων από κοινού. Εν ασυμφωνία, οι διαφωνούντες ορίζουν ιδιαίτερον πάντες ή ιδιαίτερον έκαστος, εκπρόσωπον. β)Επί επαγγελματικής οργανώσεως, τον εκπρόσωπον ορίζει ο πρόεδρος αυτής, συμβουλευόμενος εκ των ενόντων τα μέλη της Διοικήσεως. γ)Προκειμένου περί πλειόνων οργανώσεων, αύται δύνανται να ορίσουν είτε κοινόν εκπρόσωπον, είτε ιδιαίτερον εκάστη. 2.Ως προς την εκπροσώπησιν των μισθωτών. α)Προκειμένου περί μιας επαγγελματικής οργανώσεως των μισθωτών, τον εκπρόσωπον ορίζει η νομίμως υφισταμένη και λειτουργούσα οργάνωσις και εν ανάγκη η Διοίκησις ή ο πρόεδρος αυτής, συμβουλευόμενος εκ των ενόντων τα μέλη της Διοικήσεως. β)Επί πλειόνων οργανώσεων του αυτού κλάδου, ο εκπρόσωπος ορίζεται παρ’ αυτών από κοινού, εν περιπτώσει ασυμφωνίας, αι διαφωνούσαι οργανώσεις ορίζουν ιδιαίτερον πάσαι ή ιδιαίτερον εκάστη εκπρόσωπον. 3.Εν αμφισβητήσει της εκπροσωπευτικής ικανότητος οργανώσεώς τινος, δια την εκπροσώπησιν των επαγγελματικών συμφερόντων ενδιαφερομένης εν συλλογική διαφορά επαγγελματικής τινος κατηγορίας, αποφαίνεται οριστικώς και ανεκκλήτως επί της αμφισβητήσεως ταύτης ο πρόεδρος του αρμοδίου Πρωτοβαθμίου ή Δευτεροβαθμίου Διοικητικού Διαιτητικού Δικαστηρίου, εις την περιφέρειαν του οποίου υφίσταται ή κρίνεται η συλλογική διαφορά. 4.Εν ελλείψει επαγγελματικής εργοδοτικής τινός οργανώσεως ιδιωτικού δικαίου ή μη καλύψεως κατά την επαγγελματικήν οργάνωσιν εργοδότου, τινός υπό του καταστατικού οργανώσεως ιδιωτικού δικαίου ή επιμελητηρίου, γενικώς, αρμοδία εκπροσωπευτική οργάνωσις θεωρείται το κατά τόπον αρμόδιον εμπορικόν και βιομηχανικόν επιμελητήριον, επί πανελληνίου δε εκτάσεως συλλογικής διαφοράς εργασίας το εμπορικόν και βιομηχανικόν επιμελητήριον Αθηνών. Διαδικασία συγκλήσεως και λειτουργίας των Π.Δ.Δ.Δ. Άρθρ.2.–1.Ο Πρόεδρος του Π.Δ.Δ.Δ. ή ο αναπληρωτής τούτου, άμα τη παρ’ αυτού λήψει εκάστης παραπεμπομένης αυτώ υπό του Υπουργείου Εργασίας συλλογικής διαφοράς, προσκαλεί, φροντίδι του γραμματέως, το ταχύτερον και εντός πάντοτε της υπό της παρ. 1 του άρθρ. 11 του Νόμ. 3239/1955 τασσομένης 10ημέρου προθεσμίας, τα μέλη του δικαστηρίου εις συνεδρίασιν, δι’ εγγράφου προσκλήσεώς του, ήτις αναγράφει την ημερομηνίαν, ώραν και τόπον της συνεδριάσεως ως και το υπό συζήτησιν θέμα. Η πρόσκλησις επιδίδεται, τη φροντίδι του γραμματέως του ΠΔ.Δ.Δ., δια δικαστικού κλητήρος ή άλλου δημοσίου υπηρέτου, επί αποδείξει 24 τουλάχιστον ώρας προ της συνεδριάσεως. 2.Ακολούθως, το δικαστήριον συνερχόμενον κατά την προκαθωρισμένην ημέραν και ώραν και αφού διαπιστωθή ότι τούτο ευρίσκεται εν νομίμω συνθέσει και απαρτία, επιλαμβάνεται της συζητήσεως και ρυθμίσεως του αντικειμένου της διενέξεως, συμφώνως προς τα υπό των σχετικών διατάξεων του Νόμ. 3239/1955 οριζόμενα. (Αντί της σελ. 146,05) Σελ. 146,05(α) Διαιτησία Συλλογικών Διαφορών 15.Δ.ε.10 80 3.Αι υπό των Π.Δ.Δ.Δ. εκδιδόμεναι αποφάσεις κοινοποιούνται, επιμελεία του γραμματέως, εις τους ενδιαφερομένους και το Υπουργείον Εργασίας, εις ο συνυποβάλλονται, εν περιπτώσει μη ασκήσεως εφέσεως και μετά την εκπνοήν της εν άρθρ. 12 του Νόμ. 3239/1955 οριζομένης 10ημέρου προθεσμίας, αντίγραφα πρακτικών των συνεδριάσεων και άπας ο σχηματισθείς επί της υποθέσεως φάκελλος εγγράφων. 4.Η κατά το άρθρ. 12 του Νόμ. 3239/1955 προθεσμία ασκήσεως εφέσεως, ως και η άσκησις εφέσεως κατ’ αποφάσεως Π.Δ.Δ.Δ,, αναστέλλει την κήρυξιν αυτής ως εκτελεστής. Διαδικασία συγκλήσεως και λειτουργίας των Δ.Δ.Δ.Δ. Άρθρ.3.–1.«Αφ’ ης η κατά τ’ ανωτέρω έφεσις περιήλθεν εις το Δ.Δ.Δ.Δ., ο Πρόεδρος αυτού ή ο αναπληρωτής του, συγκαλεί το ταχύτερον και εντός της υπό του Νόμ. 3239/55 (άρθρ. 11 παρ. 1, ως ετροποποιήθη υπό της παρ. 1 του άρθρ. 7 του Ν.Δ. 3755/57) τασσομένης πενθημέρου προθεσμίας, το Δικαστήριον εις συνεδρίασιν, δια προσκλήσεώς του, κατά τα εν άρθρ. 2 παρ. 1 του παρόντος οριζόμενα, άτινα εφαρμόζονται αναλόγως και εν προκειμένω». Η παρ. 1 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρου μόνου του Β.Δ. 717 της 4/26 Οκτ. 1960 (ΦΕΚ Α΄174). 2.Ακολούθως το δικαστήριον, συνερχόμενον κατά την προκαθωρισμένην ημέραν και ώραν και αφού διαπιστωθή ότι τούτο ευρίσκεται εν νομίμω συνθέσει και απαρτία επιλαμβάνεται της συζητήσεως της προσφυγής, ερευνών και αύθις την διένεξιν και εξετάζει, αν το Π.Δ.Δ.Δ. απεφάνθη ορθώς, αν εστάθμισε, δηλαδή, δικαίως τα συμφέροντα αμφοτέρων των μερών και έδωκε δια της αποφάσεώς του εις την διαφοράν την εκ των γενικωτέρων και ειδικωτέρων οικονομικών και κοινωνικών περιστάσεων ενδεικνυομένην ρύθμισιν. 3.Η οριστική απόφασις του Δ.Δ.Δ.Δ., επικυρούσα, εξαφανίζουσα ή μεταρρυθμίζουσα ητιολογημένως την απόφασιν του Π.Δ.Δ.Δ., εκδίδεται εντός των εν παρ. 4 του άρθρ. 11 του Νόμ. 3239/1955 οριζομένων προθεσμιών, λαμβάνεται δε κατά πλειοψηφίαν, επικρατούσης, εν ισοψηφία, της ψήφου του προέδρου και κοινοποιείται αμέσως, τη φροντίδι του γραμματέως, εις τους ενδιαφερομένους και το Υπουργείον Εργασίας, εις ο συνυποβάλλονται αντίγραφα πρακτικών των συνεδριάσεων ως και άπας ο σχηματισθείς επί της υποθέσεως φάκελλος εγγράφων. Σελ. 146,06(α) 153 – 70 Στοιχεία εκθέσεως της διενέξεως Άρθρ.4.–1.Η κατά το άρθρ. 9 του Νόμ. 3239/ 1955 έκθεσις του ανεπιτυχώς μεσολαβήσαντος προς συμβιβαστικήν επίλυσιν της διαφοράς οργάνου του Υπουργείου Εργασίας, δέον να διαλαμβάνη: α)Την ακριβή διεύθυνσιν και το ονοματεπώνυμον ή επωνυμίαν των ενδιαφερομένων μερών, επιχειρήσεων ή οργανώσεων. β)Λεπτομερή περιγραφήν του αντικειμένου της διαφοράς. γ)Τας κατά την απόπειραν συνδιαλλαγής εκατέρωθεν αναπτυχθείσας απόψεις και τυχόν επιτευχθείσας υποχωρήσεις. δ)Ει δυνατόν, γνώμην του μεσολαβήσαντος οργάνου του Υπουργείου Εργασίας, περί της προσηκούσης λύσεως της διαφοράς και ε)Μνείαν περί του, ότι απέτυχεν η προς συμβιβασμόν προσπάθεια και περί του, ότι η διένεξις αφορά αριθμόν μισθωτών πλέον των 20. 2.Μετά της εκθέσεως συνδιαβιβάζεται και ο σχηματισθείς φάκελλος εγγράφων. 15.Δ.ε.10 Διαιτησία Συλλογικών Διαφορών 81 Τρόπος διεξαγωγής συνεδριάσεων Π.Δ.Δ.Δ. και Δ.Δ.Δ.Δ κλπ. Άρθρ.5.–1.Αι συνεδριάσεις λαμβάνουσι χώραν, των μεν Π.Δ.Δ.Δ. εις το κατάστημα του οικείου Πρωτοδικείου, των δε Δ.Δ.Δ.Δ. εις το κατάστημα του οικείου Εφετείου, ή, εν ανάγκη εις άλλο δημόσιον κατάστημα, εις κατεπειγούσας δε περιπτώσεις και κατά τας Κυριακάς ή άλλας εορτάς. 2.Η διαδικασία διέπεται υπό της εξεταστικής αρχής, δύναται δε να διεξάγηται δημοσία, εφ’ όσον κατά την κρίσιν του προέδρου δεν υφίσταται κίνδυνος διασαλεύσεως της δημοσίας τάξεως. Η διαδικασία, εξ άλλου, είναι προφορική και κατά κανόνα άμεσος. Η εξέτασις μαρτύρων, πραγματογνωμόνων, ενδιαφερομένων κλπ. διεξάγεται κατά κανόνα ενώπιον των Διαιτητικών Δικαστηρίων (Πρωτοβαθμίων ή Δευτεροβαθμίων) ή τουλάχιστον ενώπιον του προέδρου αυτών, εκτός εάν τούτο ήθελε κριθή ως πρακτικώς ανέφικτον ή δυσχερές, ότε επιτρέπεται η διεξαγωγή της αποδείξεως δι’ εισηγητού. 3.Έκαστον Π.Δ.Δ.Δ. ή Δ.Δ.Δ.Δ. εκτιμά ελευθέρως τα υπ’ όψιν αυτού τεθέντα στοιχεία εκθέσεις και πληροφορίας και σχηματίζει γνώμην εκ των ενόντων και επί τη βάσει των δεδομένων της πείρας μη δεσμευόμενον υπό νομικών κανόνων αποδείξεως, ουδέ εκ της παραλείψεως εμφανίσεως τινός εκ των κλητευθέντων εκπροσώπων των ενδιαφερομένων μερών ή εκ της μη προσκομίσεως ζητηθέντων εγγράφων ή λοιπών σχετικών στοιχείων. 4.Περί των συζητήσεων, των καταθέσεων των ενδιαφερομένων, των μαρτύρων, πραγματογνωμόνων και εν γένει περί παντός αξίου λόγου συμβάντος κατά την συνεδρίασιν, καταρτίζονται υπό του γραμματέως πρακτικά, εις α καταχωρούνται και μη οριστικαί αποφάσεις και διαταγαί. Τα πρακτικά ταύτα υπογράφονται παρά του προέδρου και του γραμματέως. 5.«Η διαδικασία άρχεται, ενώπιον μεν των Π.Δ.Δ.Δ. δια της αναγνώσεως του παραπεμπτικού εγγράφου του Υπουργείου Εργασίας και της συνημμένης αυτώ εκθέσεως του επιληφθέντος της διαφοράς υπαλλήλου αυτού, ενώπιον δε του Δ.Δ.Δ.Δ. δια της αναγνώσεως της εφέσεως». Η παρ. 5 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρου μόνου του Β.Δ. 717 της 4/26 Οκτ. 1960 (ΦΕΚ Α΄174). 6.Είτα, ο πρόεδρος, αφού διαπιστώσει το τύποις παραδεκτόν της προσφυγής, δίδει τον λόγον εις τους ενδιαφερομένους, επί της ουσίας της διαφοράς. 7.Έκαστον των μελών του Δικαστηρίου, δύνανται, αδεία του προέδρου διευθύνοντος την συνεδρίασιν, ν’ απευθύνη ερωτήσεις προς τους εκπροσώπους των εν διενέξει μερών, τους μάρτυρας και πραγματογνώμονας, οίτινες πάντες εξετάζονται ανωμοτί. 8.Αφού εκτεθώσιν αι διάφοροι απόψεις, περί ων δύναται να κατατεθή προ της εκδόσεως της αποφάσεως και έγγραφον σημείωμα και συγκεντρωθή άπαν το κατά την κρίσιν του δικαστηρίου απαιτούμενον υλικόν, το δικαστήριον συνερχόμενον εν μυστική διασκέψει, εκδίδει την απόφασίν του, εντός των υπό του άρθρ. 11 του Νόμ. 3239/1955 οριζομένων προθεσμιών. 9.Αι κατ’ έτος εκδιδόμεναι υφ’ εκάστου Π.Δ.Δ.Δ ή Δ.Δ.Δ.Δ αποφάσεις, αριθμούνται κατ’ αύξοντα αριθμόν και υπογράφονται παρά του προέδρου και του γραμματέως. Άρθρ.6.–Διαρκούσης της διαδικασίας ενώπιον των Διοικητικών Διαιτητικών Δικαστηρίων (Πρωτοβαθμίων ή Δευτεροβαθμίων) μεταβολή του προσώπου του εργοδότου δεν επιδρά επί της προόδου αυτής, η δε εκδοθησομένη απόφασις ισχύει και δια τον διάδοχον. Άρθρ.7.–Τα μέλη και ο γραμματεύς των Π.Δ.Δ.Δ. και Δ.Δ.Δ.Δ. υποχρεούνται να τηρώσιν εχεμύθειαν επί των, ως εκ των καθηκόντων των περιερχομένων εις γνώσι αυτών επαγγελματικών απορρήτων, ως και επί των αφορώντων την οικονομικήν θέσιν των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων. Άρθρ.8.–Τα πρωτότυπα των πρακτικών συνεδριάσεων και τα πρωτότυπα των αποφάσεων των Π.Δ.Δ.Δ. και Δ.Δ.Δ.Δ. φυλάσσονται εις το αρχείον του Γραμματέως. Η ισχύς του παρόντος άρχεται από της δημοσιεύσεως αυτού εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. (Αντί της σελ. 146,07) Σελ. 146,07(α) Διαιτησία Συλλογικών Διαφορών 15.Δ.ε.10 82

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.