📄 Κείμενο νόμου
6. ΑΝΑΓΚ. ΝΟΜΟΣ υπ' αριθ. 753 της 21/21 Δεκ. 1945 Περί αποσυμφορήσεως των φυλακών. Άρθρον 1. Παραγραφή αδικημάτων. 1.Θεωρούνται παραγεγραμμένα πάντα τα αδικήματα τα τελεσθέντα από 27 Απριλίου 1941 μέχρι και της 12 Φεβρουαρίου 1945. «Συνεχή αδικήματα, ων η έναρξις εμπίπτει εις το χρονικόν τούτο διάστημα, θεωρούνται παραγεγραμμένα». Η εντός « » φράσις προσετέθη δια της §1 του Άρθρον 5. Τελικαί Διατάξεις. 1.Η απόλυσις των υποδίκων των κρατουμένων δι' αδικήματα υπαγόμενα εις την παραγραφήν του άρθρου 1 του παρόντος Νόμου, ως και των καταδίκων των εκτιόντων ποινήν βάσει αποφάσεως παραγραφείσης κατά το άρθρον 3 αυτού, διατάσσεται υπό του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών του τόπου της κρατήσεως, εντός δέκα ημερών από της δημοσιεύσεως του παρόντος Νόμου. Επί κρατουμένων εν τη Μέση Ανατολή αρμόδιος δια να παραγγείλη την απόλυσιν είναι ο Εισαγγελεύς Πλημμελειοδικών Αθηνών. 2.Πάσα αμφισβήτησις εν τη εφαρμογή των άρθρων 1, 3 παρ. 1 και 4 του παρόντος Νόμου λύεται υπό του Συμβουλίου Πλημ/κών του τόπου της κρατήσεως ή προκειμένου περί ατόμου μη κρατουμένου, του τόπου της διαμονής αυτού. Προκειμένου περί κρατουμένου εν τη Μέση Ανατολή αρμόδιον εν προκειμένω είναι το Συμβούλιον Πλημμελειοδικών Αθηνών. 3.Κατά πάντων των βάσει του παρόντος Νόμου εκδιδομένων βουλευμάτων του Συμβουλίου Πλημ/κών επιτρέπεται η υπό του Εισαγγελέως και του καταργουμένου άσκησις ανακοπής εντός οκτώ ημερών από της εκδόσεως του βουλεύματος ενώπιον του Συμβουλίου των Εφετών συντιθεμένου κατά το άρθρον 2 του Αναγκ. Νόμου 119/1945. Άρθρον 6. Η ισχύς του παρόντος Νόμου άρχεται από της δημοσιεύσεως αυτού εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. άρθρ. 2 του Α.Ν. 1024/1946 (κατωτ. αριθ. 7). 2.Της κατά την προηγουμένην παράγραφον παραγραφής εξαιρούνται τα αδικήματα. α)Ανθρωποκτονίας, ως προς τους φυσικούς αυτουργούς, εν τη εννοία του άρθρου 56 παρ. 1 του Ποιν. Νόμου. β)Τα προβλεπόμενα υπό των άρθρων 123, 124, 125, 127 και 132 του Ποιν. Νόμου και τα συναφή αυτοίς αδικήματα, εφόσον αι συνιστώσαι ταύτα πράξεις είναι άσχετοι προς την αντίστασιν κατά του εχθρού ή την στάσιν του Δεκεμβρίου 1944. γ)Τα προβλεπόμενα υπό της υπ' αριθ. 6 του 1945 Συντ. Πράξεως «περί επιβολής κυρώσεων κατά των συνεργασθέντων μετά του εχθρού, ως αύτη τροποποιηθείσα και συμπληρωθείσα μεταγενεστέρως, εκωδικοποιήθη δια του υπ' αριθ. 533 του 1945 Αν. Νόμου και τα συναφή αυτοίς αδικήματα. δ)Τα υπό του Αν. Νόμου 375 του 1936 «περί τιμωρίας των εγκλημάτων κατασκοπείας» προβλεπόμενα. ε)Τα αγορανομικά αδικήματα τα διαπραχθέντα υπό αγορανομικών οργάνων. στ)Κλοπαί, απάται, υπεξαιρέσεις στρεφόμεναι κατά της Επιτροπής του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού και έχουσαι ως αντικείμενον εφόδια εισαχθέντα εκ του εξωτερικού μέσω συμμαχικών οργανώσεων και ζ)Τα αδικήματα:1)παραχαράξεως και κιβδηλείας, 2)πλαστογραφίας, 3)βιασμού και αποπλανήσεως εις ασέλγειαν των άρθρων 273, 274 και 275 του Ποιν. Νόμου, 4)ληστείας, 5)εκβιάσεως του άρθρου 368 του Ποιν. Νόμου, 6)κλοπής των άρθρων 371, 373 και 374 του Ποιν. Νόμου, ως και των καταργηθέντων άρθρων 375 και 376 αυτού, 7)ιδιοποιήσεως του άρθρου 384 του Ποιν. Νόμου, 8)απάτης των άρθρων 396, 398, 399 και 403 του Ποιν. Νόμου ως και των καταργηθέντων άρθρων 380 και 401 αυτού, 9)εμπρησμού των άρθρων Σελίς 182 408, 409 και 411 του Ποιν. Νόμου, 10)ζωοκλοπής και ζωοκτονίας, 11)παραβάσεως νόμων περί ναρκωτικών φαρμάκων και του ελέγχου αυτών και 12)λαθρεμπορίας εφ' όσον τα αδικήματα ταύτα διεπράχθησαν υπό ατόμου έχοντος προηγουμένην καταδίκην επί τω αυτώ αδικήματι, δι' ο ήδη κατηγορείται. 3.Από της δημοσιεύσεως του παρόντος νόμου δεν ασκείται νέα ποινική αγωγή και είναι απαράδεκτος μήνυσις ή έγκλησις επί των αδικημάτων περί ων αι προηγούμεναι παράγραφοι του άρθρου τούτου. Ερμηνείαν των διατάξεων του άρθρ. 1 βλ. εν άρθρ. 2 Α.Ν. 1024/1946 (κατωτ. αρ. 7). Άρθρον 2. Κατηγορούμενοι επί ανθρωποκτονία μη υπαγομένη εις την παραγραφήν. 1.Επί αδικημάτων ανθρωποκτονίας, διαπραχθέντων κατά το εν τω προηγουμένω άρθρω χρονικόν διάστημα και μη υπαγομένων εις την κατά το άρθρον τούτο παραγραφήν, η μέχρι της εκδόσεως του οριστικού βουλεύματος προφυλάκισις των κατηγορουμένων, δεν δύναται να παραταθή εν ουδεμιά απολύτως περιπτώσει πλέον των 100 ημερών από της δημοσιεύσεως του παρόντος νόμου. «2.Εάν η κατά του κατηγορουμένου ποινική αγωγή ασκήθη αρχικώς επί ηθική αυτουργία ανθρωποκτονίας, βραδύτερον δε η πράξις εχαρακτηρίσθη ως φυσική αυτουργία εν τη εννοία του άρθρου 56 παρ. 1 του ποινικού Νόμου, είτε δια της απαγγελθείσης αυτώ κατηγορίας, είτε δια του παραπεμπτικού βουλεύματος, δικαιούται ο κατηγορούμενος να αιτήσηται τον παρά του αρμοδίου δικαστικού Συμβουλίου ακριβή καθορισμόν του είδους της εις την πράξιν συμμετοχής του. Το Συμβούλιον, δεχόμενον ότι αποδεδειγμένως η συμμετοχή του αποτελεί φυσικήν αυτουργίαν, υποχρεούται όπως διατάξη την προσωρινήν εκ των φυλακών απόλυσίν του, κατά τας διατάξεις των άρθρων 237 και επόμενα της Ποιν. Δικονομίας επί εγγυήσει εντός δέκα πέντε ημερών από της υποβολής της οικείας αιτήσεως. Εν τω βουλεύματι δέον απαραιτήτως ν' αναφέρωνται τα κατ' ιδίαν πραγματικά γεγονότα εξ ων προκύπτει το είδος της συμμετοχής. Η παράλειψις επαρκούς αιτιολογίας αποτελεί ιδιαζόντως βαρύ πειθαρχικόν παράπτωμα δια πάντας τους μετασχόντας εις την έκδοσιν του βουλεύματος δικαστάς». Η §2 αντικατεστάθη ως άνω υπό της §4 του άρθρ. 2 του Α.Ν. 1024/1946 (κατωτ. αρ. 7). 3.Οι κατηγορούμενοι ως φυσικοί αυτουργοί ανθρωποκτονίας, πραχθείσης εκ συστάσεως μετ' άλλων κατά το εν τω προηγουμένω άρθρω χρονικόν διάστημα, ως και οι παραπεμφθέντες δια βουλεύματος επί τοιαύτη πράξει, δύνανται εντός μηνός από της δημοσιεύσεως του παρόντος Νόμου, να αιτήσωνται την υπό του αρμοδίου Συμβουλίου Πλ/κών επανεξέτασιν της δικογραφίας προς ακριβή καθορισμόν του είδους της 9.Γ.ε.6 Αμνηστία συμμετοχής αυτών. Το Συμβούλιον αποφαινόμενον ότι εκ των υφισταμένων στοιχείων δεν δύναται να αποδοθή εις τον αιτούντα κατηγορία επί φυσική αυτουργία εν τη εννοία του άρθρου 56 παρ. 1 του Ποιν. Νόμου, κηρύσσει απεσβεσμένην την ποινικήν αγωγήν λόγω παραγραφής του προηγουμένου άρθρου του παρόντος Νόμου. Εάν το Συμβούλιον ήθελε κρίνη ότι τα υφιστάμενα στοιχεία είναι ανεπαρκή δια την εν λόγω κρίσιν, δύναται να διατάξη περαιτέρω ανάκρισιν, ήτις περατούται εντός μηνός από της εκδόσεως του σχετικού βουλεύματος. Το Συμβούλιον των Πλημ/κών είναι εν προκειμένω αρμόδιον και εις ην περίπτωσιν εξεδόθη επί της υποθέσεως βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών. Η ως άνω μηνιαία προθεσμία προς υποβολήν αιτήσεων επανεξετάσεως παρετάθη επί 20ήμερον από της δημοσιεύσεως του Α.Ν. 885 της 31 Ιαν. /5 Φεβρ. 1946 περί παρατάσεως της προθεσμίας της §3 του άρθρ. 2 του Α.Ν. 753/ 1945. Επίσης παρετάθη επί 20ήμερον δια του άρθρ. 6 του Α.Ν. 1024/1946 (κατωτ. αριθ. 7) εθεωρήθησαν δε εμπρόθεσμοι αι εν τω μεταξύ υποβληθείσαι αιτήσεις. Άρθρον 3. Παραγραφή καταδικαστικών αποφάσεων. 1.Καταδικαστικαί αποφάσεις, εκδοθείσαι δι' αδικήματα υπαγόμενα εις την κατά το άρθρον 1 του παρόντος Νόμου παραγραφήν, θεωρούνται ωσαύτως παραγεγραμμέναι, αιρομένων και πασών των συνεπειών αυτών, πλην των περί αποζημιώσεως των παθόντων διατάξεων. Καταβληθέντα εις το Δημόσιον ποσά ως και απαγγελθείσαι δημεύσεις περιουσικών στοιχείων υπό οιονδήποτε τύπον, βάσει καταδικαστικής αποφάσεως, υποκειμένης εις παραγραφήν κατά τας διατάξεις της παρούσης παραγράφου δεν αποδίδονται και διατηρούσιν το κύρος αυτών. Η κατά τ' ανωτέρω παραγραφομένη καταδίκη δεν αναγράφεται εν ουδεμιά περιπτώσει εις τα εκδιδόμενα πιστοποιητικά ποινικού μητρώου. Η αληθής έννοια της διατάξεως της παραγράφου 1 του άρθρου 3 του Α.Νόμου 753/1945 «περί αποσυμφορήσεως των φυλακών» (ΦΕΚ 311 Α) περί άρσεως πασών των συνεπειών των καταδικαστικών αποφάσεων είναι ότι αίρονται πάσαι αι συνέπειαι εκτός της ανακτήσεως του δια καθαιρέσεως ή εκπτώσεως απολεσθέντος βαθμού των στρατιωτικών εν γένει. Η ισχύς του παρόντος άρχεται από 21ης Δεκεμβρίου 1945, αφ' ης ίσχυσεν ο Α.Ν. 753/1945. Η άνω ερμηνεία εδόθη δια του άρθρου μόνου του Ν.Δ. 428 της 23/24 Οκτ. 1947 περί αυθεντικής ερμηνείας του άρθρου 3 του Α.Ν. 753/1945. 2.Οι καταδικασθέντες ως αυτουργοί ανθρωποκτονίας πραχθείσης εκ συστάσεως μετ' άλλων κατά το εν άρθρω 1 παρ. 1 του παρόντος Νόμου χρονικόν διάστημα, δύνανται εντός μηνός από της δημοσιεύσεως του παρόντος Νόμου να αιτήσωνται την υπό του Συμβουλίου των Εφετών επανεξέτασιν της υποθέσεως προς ακριβή καθορισμόν του είδους της συμμετοχής αυτών. Το Συμβούλιον μετά έρευναν της ουσίας της υποθέσεως προβαίνει εις τον εν λόγω καθορισμόν, χωρίς να δεσμεύεται εκ του εν τη καταδικαστική αποφάσει γενομένου νομικού χαρακτηρισμού, αποφαινόμενον δε ότι ο καταδικασθείς δεν δύναται να χαρακτηρισθή φυσικός αυτουργός, εν τη εννοία του άρθρου 56 παρ. 1 του Ποινικού Νόμου, της δι' ην εκηρύχθη ένοχος πράξεως, κηρύσσει παραγεγραμμένην την εκδοθείσαν απόφασιν εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των εν τη προηγουμένη παραγράφω οριζομένων. Αρμόδιον εν προκειμένω είναι το Συμβούλιον του Εφετείου εις την περιφέρειαν του οποίου εδρεύει το εκδόσαν την καταδικαστικήν απόφασιν δικαστήριον. Το Συμβούλιον συντίθεται κατά το άρθρον 2 του Αναγκ. Νόμου 119/1945 τα υπ' αυτού δε εκδιδόμενα εν προκειμένω βουλεύματα εις ουδέν τακτικόν ή έκτακτον ένδικον μέσον υπόκεινται. Άρθρον 4. Ανθρωποκτονίαι μη συνιστώσαι αδίκημα. 1.Ανθρωποκτονία γενομένη κατά το από 27 Απριλίου 1941 και μέχρι της αποχωρήσεως των εχθρικών στρατευμάτων εκ της Χώρας, κατ' εντολήν των συμμαχικών στρατιωτικών αρχών ή κατ' εντολήν της νομίμου εν τω εξωτερικώ Ελληνικής Κυβερνήσεως, δεν θεωρείται αδίκημα και η τυχόν απαγγελθείσα επί τοιαύτη πράξει καταδικαστική απόφασις θεωρείται ως μηδέποτε εκδοθείσα. 2.Επίσης δεν αποτελεί αδίκημα, ανθρωποκτονία πραχθείσα κατά το εν τη προηγουμένη παραγράφω χρονικόν διάστημα, κατά προσώπου ανήκοντος εις τας ενόπλους δυνάμεις ή πολιτικάς υπηρεσίας των κατά τον τελευταίον πόλεμον εχθρικών κρατών ή κατά ατόμου συνεργασθέντος προδοτικώς μετά του εχθρού κατά τας διατάξεις της Στρατιωτικής Ποινικής Νομοθεσίας ή κατά μέλους ενόπλων σωμάτων εις την υπηρεσίαν του εχθρού ευρισκομένων και χαρακτηρισθέντων ως τοιούτων δια δηλώσεως των νομίμων Ελληνικών Κυβερνήσεων του εξωτερικού. 3.Περί του χαρακτηρισμού του παθόντος ως έχοντος την ανωτέρω ιδιότητα αποφαίνεται εντός δέκα πέντε ημερών από της υποβολής της σχετικής αιτήσεως το Συμβούλιον των Πλημμελειοδικών του τόπου της διαπράξεως της ανθρωποκτονίας. Κατά του εκδιδομένου βουλεύματος επιτρέπεται ανακοπή ενώπιον του Συμβουλίου των Εφετών, αποφαινομένου εντός της αυτής προθεσμίας. «Εφ' όσον η αίτησις υποβάλλεται μετά πενθήμερον από της Κοινοποιήσεως του οριστικού βουλεύματος ή του κλητηρίου θεσπίσματος αρμόδιον όπως αποφανθή σχετικώς καθίσταται το Δικαστήριον των Συνέδρων, της αποφάσεώς του μη υποκειμένης εις ουδέν ένδικον μέσον». Το β΄ εδάφ. της §3 προσετέθη δια του άρθρου μόνου του Ν.Δ. της 10/11 Μαΐου 1946 περί συμπληρώσεως του άρθρ. 4 του Α.Ν. 753/1945, κυρωθέντος δια του Ν.Δ. υπ' αριθ. 1214 της 25/29 Οκτ. 1949 περί κυρώσεως του από 10 Μαΐου 1946 Ν.Δ. περί συμπληρώσεως κλπ. (Αντί της σελ. 183) Σελ. 183(α) -547Αμνηστία 9.Γ.ε.6
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.