← Ελλάδα

3. ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ Ι.Κ.Α. Αριθ.137 της 17 Ιουν.1953 Περί της διαρκείας επιδοτήσεως λόγω ασθενείας και ανεργίας. Εν σχέσει προς τα χρονικά όρια επιδοτήσεως λ

Εν συντομία

Αυτή η εγκύκλιος του ΙΚΑ του 1953 παρέχει οδηγίες σχετικά με τη διάρκεια των επιδομάτων ασθενείας και ανεργίας, διευκρινίζοντας τα χρονικά όρια και τις προϋποθέσεις χορήγησής τους.

Τι ρυθμίζει

Ποιους αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
3. ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ Ι.Κ.Α. Αριθ.137 της 17 Ιουν.1953 Περί της διαρκείας επιδοτήσεως λόγω ασθενείας και ανεργίας. Εν σχέσει προς τα χρονικά όρια επιδοτήσεως λόγω ασθενείας και ανεργίας παρέχομεν εις υμάς τας ακολούθους οδηγίας : Ι. Επίδομα ασθενείας Το θέμα τούτο ανέκαθεν απετέλεσεν εν εκ των δυσχερεστέρων προβλημάτων της ασφαλιστικής πρακτικής. Ήδη υπό το κράτος του Ν.6298, εκ των διατάξεων του οποίου η διάρκεια της επιδοτήσεως συνηρτάτο απολύτως προς την διάρκεια εκάστης ασφαλιστικής περιπτώσεως, πλείσται όσαι παρενεβάλλοντο δυσχέρειαι λόγω των καθ’ εκάστην αναφυομένων ζητημάτων (π.χ. έννοια του ενιαίου της ασφαλιστικής περιπτώσεως, υπολογισμός του ευλόγου χρόνου μεταξύ διαδοχικών περιπτώσεων κοκ.). Από της ισχύος του Α.Ν.1846/51, μολονότι αρχικώς εθεωρήθη, ότι δια της συναρτήσεως της επιδοτήσεως ουχί προς την ωρισμένην ασφαλιστικήν περίπτωσιν, αλλά προς ιδίας χρονικάς και ασφαλιστικάς προϋποθέσεις, το πρόβλημα αντιμετωπίζετο κατά τρόπον Σελ. 233 Επίδομα Ασθενείας 15Β.Ε.β.1-3 απλούν και σαφή, δεν ήργησαν εν τούτοις να εμφανιστούν νέοι εν τη πράξει δυσχέρειαι. Εν όψει και προς αντιμετώπισιν των δυσχερειών αυτών εξεδόθη η υπ’ αριθ.54/1952 εγκύκλιος διαταγή ημών. Δια ταύτης, εκδοθείσης προς αντιμετώπισιν των εκ του Α.Ν.1846/51 προκυψάντων ζητημάτων και βασισθείσης εις την αρχήν του υπολογισμού των ορίων επιδοτήσεως καθ’ ημερολογιακόν έτος και της εξαρτήσεως της επιδοτήσεως εκ της εν εκάστη περιπτώσει συνδρομής ιδίων ασφαλιστικών προϋποθέσεων – εξαιρέσει της κατά παρέκτασιν επιδοτήσεως – καθωρίσθησαν τα ανώτατα όρια επιδοτήσεως δι’ εκάστην περίπτωσιν ως εις τα εν αυτή Α΄ και Β΄ παραδείγματα αναφέρεται. Εις τας ενδεικτικώς διδομένας εις τα παραδείγματα ταύτα λύσεις διαφαίνεται η αρχή της μη υπερβάσεως των ανωτάτων ορίων επιδοτήσεως καθ’ ημερολογιακά έτη, χωρίς εξ άλλου να συνάπτωνται τα όρια ταύτα και προς εκάστην ασφαλιστικήν περίπτωσιν, δι’ ην εκ της διατυπώσεως των παραδειγμάτων της ως άνω εγκυκλίου αφίεται η δυνατότης της καταβολής επιδόματος επί χρόνον μακρότερον του κατά νόμον ανωτάτου. Η τοιαύτη όμως εν ησφαλισμένων υιοθετηθείσα επιεικής άποψις καθίσταται ολιγώτερον πειστική εις ό,τι αφορά τον καθορισμόν της διαρκείας επιδοτήσεως λόγω φυματιώσεως, καταλήγει δ’ εις αληθές αδιέξοδον προκειμένου να εφαρμοσθή επί επιδοτήσεως λόγω ανικανότητος οφειλομένης εις εργατικόν ατύχημα ή εις ην περίπτωσιν διαρκούσης της επιδοτήσεως καταβάλλεται υπό του εργοδότου μισθός, οπότε κατά το άρθρ.2 παρ.2 Α.Ν.1846/51 συνεχίζεται η υποχρέωσις καταβολής ασφαλιστικών εισφορών. Πράγματι, πλήρης εφαρμογή των εκ της ανωτέρω εγκυκλίου διαφαινομένων κανόνων (τ. έ. υπολογισμός της επιδοτήσεως και των προϋποθέσεων ασφαλιστικής ικανότητος καθ’ ημερολογιακόν έτος) θα ωδήγει εις το συμπέρασμα, ότι είναι δυνατή η καταβολή επιδόματος ασθενείας προκειμένου μεν περί φυματιώσεως επί 600 και πλέον ημέρας, παρά την προφανή πρόθεσιν του νομοθέτου, όπως το όριον τούτο μη υπερβαίνη τας 360, προκειμένου δε περί εργατικού ατυχήματος ή παραλλήλου επιδοτήσεως και μισθοδοσίας εις το διηνεκές, εφ’ όσον διαρκεί η ανικανότης του ησφαλισμένου προς εργασίαν όπερ ασφαλώς παρ’ ουδενός δύναται να υποστηριχθή. Αι διαπιστώσεις αύται ήγαγον ημάς εις την ανάγκην της επανεξετάσεως του όλου τούτου προβλήματος. Τω όντι κατ’ αρχήν αυτή αύτη η διατύπωσις του εδ. δ΄ της παρ.3 του άρθρ.38 Α.Ν.1846/51, καθ’ ό επί παρατεινομένης ανικανότητος μετά την λήξιν του ημερολογιακού έτους, καθ’ ό ο ησφαλισμένος ήρχισε να επιδοτήται, χωρίς να έχη συμπληρώσει 180 ή 360 ημέρας επιδοτήσεως, εξακολουθεί ούτος δικαιούμενος του επιδόματος μέχρι συμπληρώσεως Σελ. 234 του ορίου τούτου αδιαφόρως αν πληροί ή μη τας προϋποθέσεις ασφαλιστικής ικανότητος, υποδηλοί, ότι η άποψις, καθ’ ην η διάρκεια της επιδοτήσεως απεξενώθη πλήρως της ασφαλιστικής περιπτώσεως, δεν ευσταθεί. Είναι προφανής η πρόθεσις του νομοθέτου, όπως, και αν ακόμη πληρούνται αι προϋποθέσεις ασφαλιστικής ικανότητος κατά το επόμενον της ενάρξεως της επιδοτήσεως ημερολογιακόν έτος δια την αρξαμένην κατά το προηγούμενον έτος ασφαλιστική περίπτωσιν, καταβληθή επίδομα μέχρι της συμπληρώσεως του ορίου των 180 ή 360 ημερών δια την περίπτωσιν ταύτην. Άλλως αν, δια της επιμάχου ως άνω διατάξεως του άρθρ.38 Α.Ν.1846/51 ο νομοθέτης, ρυθμίζων τα της επιδοτήσεως κατά παρέκτασιν, εσκόπει να επιβάλη λύσιν, καθ’ ην ο και κατά το δεύτερον ημερολογιακόν έτος πληρών τας προϋποθέσεις ασφαλιστικής ικανότητος ησφαλισμένος, μετά την εκπνοήν του χρόνου της επιδοτήσεως κατά παρέκτασιν, θα εδικαιούτο να επιδοτηθή περαιτέρω δια την αυτήν περίπτωσιν μέχρι συμπληρώσεως 180 ή 360 εν όλω ημερών κατά το δεύτερον έτος, η διατάξις αύτη θα ήτο άνευ νοήματος ως διάταξις τελείως περιττή, εφ’ όσον και άνευ αυτής η λύσις θα συνήγετο όλως αβιάστως εκ των λοιπών συναφών διατάξεων του Α.Ν.1846/51, και δη των άρθρ.35 εδ. β΄ και άρθρ.38 παρ.3 τούτου. Είναι όθεν προφανές, ότι δια της διατάξεως του άρθρ.38 παρ.3 εδ. δ΄ οσάκις πρόκειται περί παρατεινομένης κατά το δεύτερον έτος ανικανότητος ουδέν άλλο εσκοπήθη, εί μη ο καθορισμός της διαρκείας επιδοτήσεως κατ’ ασφαλιστικήν περίπτωσιν, και δη ο περιορισμός ταύτης μέχρις 180 ή 360 εν συνόλω ημερών, ανεξαρτήτως της συνδρομής εκ νέου προϋποθέσεων ασφαλιστικής ικανότητος ή μη. Κατόπιν τούτου, εφ’ όσον τ. έ. ο νομοθέτης, καθορίζων την χρονικήν διάρκειαν ανικανότητος, είχεν υπ’ όψιν την ασφαλιστικήν περίπτωσιν, ευλόγως ανακύπτει το ερώτημα, διότι θα είχεν εν νω διάφορόν τι εν τω καθορισμώ της διαρκείας επιδοτήσεως δια τας ανικανότητας, των οποίων η έναρξις και λήξις εμπίπτει εντός του αυτού ημερολογιακού έτους. Ουδέν συνηγορεί υπέρ της τοιαύτης απόψεως. Τούναντίον η αρνητική διατύπωσις της τελευταίας διατάξεως του εδ. α΄ της παρ.3 του άρθρ.38 Α.Ν.1846, καθ’ ην «το επίδομα δεν καταβάλλεται δια πλείονας των 180 ημέρας.....» μαρτυρεί ότι διάφορος ήτο η πρόθεσις του νομοθέτου, ότι τ. έ. επεθύμει να καθορίση διάρκειαν επιδοτήσεως δι’ εκάστην 15Β.Ε.β.3 Επίδομα Ασθενείας περίπτωσιν και ότι έχων υπ’ όψιν τας εν τη πράξει δυσχερείας περί του εκάστοτε προσδιορισμού του ενιαίου ή μη της ασφαλιστικής περιπτώσεως εις τας διαδεχομένας αλλήλους περιπτώσεις ασθενείας, ώρισεν, ότι πάντως δέον, όπως μη καταβάλληται επίδομα δια πλείονας των 180 ή αντιστοίχως 360 ημερών εντός του αυτού ημερολογιακού έτους. Σημειωτέον, ότι την άποψιν ταύτην ενισχύει και η εισηγητική έκθεσις του Α.Ν.1846/51, καθ’ ην “ ο χρόνος καταβολής των επιδομάτων προσαρμόζεται προς τα υπό της οικείας διεθνούς συμβάσεως οριζόμενα χρονικά όρια” είναι γνωστόν, ότι όλα τα διεθνή κείμενα (συμβάσεις, διεθνείς συστάσεις) συνδέουν απολύτως την διάρκειαν της επιδοτήσεως προς την ασφαλιστικήν περίπτωσιν (Le meme cas). Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, ανακαλουμένης πάσης αντιθέτου διαταγής ημών, δέον όπως εφεξής εφαρμόζωνται τα κάτωθι : 1.Επίδομα ασθενείας θα καταβάλλεται επί 180 ημέρας το πολύ δια την αυτήν ασφαλιστικήν περίπτωσιν. Ως γνωστόν κατά τε την θεωρίαν και την ασφαλιστικήν πράξιν η ασφαλιστική περίπτωσις ασθένεια άρχεται αφ’ ης αναγγελθή η ανικανότης προς εργασίαν ή η ανάγκη χορηγήσεως των παροχών της ασφαλίσεως, διαρκεί δε μέχρις, εκλείψεως της ανάγκης ταύτης. Εάν διαρκούσης της τοιαύτης ανικανότητος ή ανάγκης εμφανισθή νέα αιτία ασθενείας διάφορος της πρώτης, η περίπτωσις λογίζεται ως ασφαλιστικώς ενιαία και η κατά νόμον διάρκεια τηε επιδοτήσεως θα υπολογισθή από της εμφανίσεως της πρώτης αιτίας. Εάν μετά την άρσιν των συνεπειών της πρώτης αιτίας εμφανισθή νέα ιατρικώς περίπτωσις ασθενείας, η περίπτωσις λογίζεται ασφαλιστικώς διάφορος και θα υπολογισθή νέα διάρκεια επιδοτήσεως ανεξαρτήτως του μεσολαβήσαντος χρονικού διαστήματος ικανότητος υπό τους κατωτέρω όμως εν παρ.3 περιορισμούς. Τουναντίον, εάν μετά την αποκατάστασιν της ικανότητος ή την διακοπήν της ανάγκης χορηγήσεως παροχών γενικώς αναγγελθή νέα ανικανότης ή ανάγκη συνεπεία της αυτής ή παρεμφερούς ή ετέρας αποτόκου της πρώτης νόσου, δια να λογισθή η περίπτωσις ασφαλιστικώς νέα, δέον όπως έχη μεσολαβήσει εύλογον χρονικόν διάστημα αναλόγως εκάστης συγκεκριμένης περιπτώσεως. Πάντως, συμφώνως προς την γενομένην εν τη υπ’ αριθ.122/1951 εγκυκλίω δεκτήν αρχήν, το διάστημα τούτο δεν δύναται να είναι βραχύτερον του χρόνου, καθ’ ον ο καταστάς ικανός προς εργασίαν ησφαλισμένος είναι δυνατόν να πραγματοποιήση τον κατά νόμον ελλάσονα αριθμόν ημερομισθίων 100 δια την αναγνώρισιν ασφαλιστικής ικανότητος επί τας παροχάς εις χρήμα, επομένως δεν δύναται να είναι βραχύτερος του 4μήνου. 2.Επίδομα πέραν των 180 και μέχρι 360 εν συνόλω κατά περίπτωσιν ημερών θα καταβάλλεται, εφ’ όσον και δι’ όσον χρόνον η ανικανότης προς εργασίαν οφείλεται εις φυματίωσιν. Εν περιπτώσει επανεμφανίσεως ανικανότητος προς εργασίαν λόγω φυματιώσεως και δια την κρίσιν περί του ενιαίου ή μη της περιπτώσεως ισχύουν τα εν τη προηγουμένη παραγράφω αναφερόμενα. 3.Εν ουδεμιά περιπτώσει το είτε δια την αυτήν, είτε δια διαφόρους ασφαλιστικάς περιπτώσεις καταβαλλόμενον επίδομα δύναται να υπερβή τας 180 ή τας 360 επί φυματιώσεως ημέρας εντός του αυτού ημερολογιακού έτους. 4.Εις τας δια της παρούσης παρεχομένας οδηγίας εμπίπτουν άπασαι βεβαίως αι περιπτώσεις ασθενείας, αίτινες θέλουν αναγγελθή υμίν εφεξής, αλλά και εκείναι, δι’ ας μέχρι της κοινοποιήσεως ταύτης δεν έχει καταβληθή επίδομα δια πλείονας των 180 ή 360 ημερών δια την αυτήν περίπτωσιν. Τουναντίον δια τας περιπτώσεις, δι’ ας κατεβλήθη ήδη πέραν των ορίων τούτων επίδομα, θέλει συνεχισθή η επιδότησις κατά τας οδηγίας της υπ’ αριθ.54/52 εγκυκλίου. ΙΙ. Επίδομα Ανεργίας (Παρατίθεται κατωτέρω εν θέμ. Ηα.) 4. ΠΡΟΕΔΡΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ’ αριθ.78 της 26 Ιαν./1 Φεβρ.1977 (ΦΕΚ Α΄ 26) Περί αυξήσεως από 1 Μαρτ.1977 του υπό του Ι.Κ.Α. καταβαλλομένου ανωτάτου ορίου επιδόματος ασθενείας. Έχοντες υπ’ όψιν : 1.Τας διατάξεις του άρθρ.6 της από 4.2.1976 Πράξεως Νομοθετικού περιεχομένου (ΦΕΚ 21/ 4.2.1976, τ. Α΄), κυρωθείσης δια του Νόμ. 321/1976 (Φ.Ε.Κ. 112/12.5.1976 τ. Α΄). 2.Την υπ’ αριθ. Δ3/2861/24.9.76 απόφασιν Πρωθυπουργού και Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών (Φ.Ε.Κ. 1192/27.9.76 τ. Β΄). 3.Την γνώμην του Δ.Σ. του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων διατυπωθείσαν κατά την υπ’ αριθ.44/9.11.76 συνεδρίασιν αυτού. 4.Την υπ’ αριθ.1040/76 γνωμοδότησιν του Συμβουλίου της Επικρατείας, προτάσει του Ημετέρου επί των Κοινωνικών Υπηρεσιών Υφυπουργού, απεφασίσαμεν : Άρθρον μόνον.- Από 1 Μαρτ.1977 ορίζεται ως ανώτατον ποσόν του χορηγουμένου υπό του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων ημερησίου επιδόματος ασθενείας, μετά των προσαυξήσεων λόγω οικογενειακών βαρών, αντί του προβλεπομένου υπό του δευτέρου εδαφίου της παρ.2 του άρθρ.38 του Α.Ν.1846/51 ως τούτο αντικατεστάθη υπό του άρθρ.6 της από 4.2.1976 Πράξεως Νομοθετικού περιεχομένου, τεκμαρτού ημερομισθίου της V ασφαλιστικής κλάσεως, το τεκμαρτόν ημερομίσθιον της VI ασφαλιστικής κλάσεως. (Αντί της σελ. 235(α) Σελ. 235(β) Τεύχος 686-Σελ.75 Επίδομα Ασθενείας 15Β.Ε.β.4 Εις τον αυτόν επί των Κοινωνικών Υπηρεσιών Υφυπουργόν ανατίθεμεν την δημοσίευσιν και εκτέλεσιν του παρόντος Δ/τος.

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.