📄 Κείμενο νόμου
3. ΣΥΝΤΑΚΤ. ΠΡΑΞΙΣ υπ’ αριθμ. 58 της 26/27 Ιουν. 1945 Περί εκκαθαρίσεως των Νομοθετημάτων της περιόδου της ξενικής κατοχής. Άρθρ.1.-Πάντα τα νομοθετήματα, συμπεριλαμβανομένων και του συντακτικού χαρακτήρος, τα εκδοθέντα υπό των εν Αθήναις Κυβερνήσεων καθ’ άπαν το χρονικόν διάστημα της υπό των εχθρών Κατοχής της χώρας, (27 Απρ.1941 μέχρι 12 Οκτ.1944) είναι άκυρα από της εκδόσεώς των, τηρουμένων των κατωτέρω διατάξεων. Αι αναφερόμεναι εις την διαδικασίαν της επικυρώσεως και ακυρώσεως των νομοθετημάτων κατοχής της Σ.Π.58 κατηργήθησαν δια του Ψηφίσμ. ΣΤ’/1946 (κατωτ. αριθ. 8). άρθρ. 2 και 3 της παρούσης, οφείλουσι δε να περατώσωσι το έργον αυτών εντός της υπό του οικείου Υπουργού τασσομένης προθεσμίας. Σελ. 229 Επικύρωση Νομοθετημάτων 1.Η.δ.3 5.Διά κοινής αποφάσεως των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών καθορίζονται αι αμοιβαί των μελών και του γραμματέως των ως άνω επιτροπών, ως και πάσαι εν γένει αι σχετικαί προς την λειτουργίαν αυτών δαπάναι. Άρθρ.9.-Η ισχύς της παρούσης Συντακτικής Πράξεως άρχεται μετά 15 ημέρας από της δημοσιεύσεως αυτής εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Άρθρ.2.-1.Η ακυρότης των άνω νομοθετημάτων δέον ν’ απαγγελθή δι’ αποφάσεων του Υπουργικού Συμβουλίου εκδιδομένων εφ’ άπαξ και δημοσιευομένων δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως εντός εξαμήνου από της ισχύος της παρούσης και ρητώς αναφερουσών τα ακυρούμενα νομοθετήματα ή τας κατ’ ιδίαν αυτών διατάξεις. Η ως άνω προθεσμία παρετάθη μέχρι τέλους Μαρτίου 1946 δια του άρθρ. 4 της Συντ. Πράξεως 78 της 8/8 Δεκ. 1945 και 97 της 23/26 Ιαν. 1946 και μέχρι τέλους Μαΐου δια της Συντ. Πράξεως 115 της 24/30 Μαΐου 1946. Εις εκτέλεσιν της διατάξεως ταύτης εξεδόθησαν πλείσται αποφάσεις του Υπουργικού Συμβουλίου. Προσεχώς θέλομεν δημοσιεύσει πίνακα, περιέχοντα εύχρηστον κωδικοποίησιν των αποφάσεων τούτων, ως και τον νόμων των κυρούντων κλπ. τα νομοθετήματα της κατοχής. Σελ. 227 Επικύρωση Νομοθετημάτων 1.Η.δ.1-3 2.Απαγγελθείσης της ακυρότητος διατάξεώς τινος άπασαι αι επί τη βάσει ταύτης εκδοθείσαι οιουδήποτε τύπου κανονιστικού περιεχομένου πράξεις είναι και αύται αυτοδικαίως άκυροι. 3.Δικαστικαί αποφάσεις, ατομικαί διοικητικαί πράξεις και δικαιοπραξίαι στηριχθείσαι επί διατάξεων, ων απηγγέλθη η ακυρότης, ανατρέπονται τηρουμένων των κάτωθι διατάξεων: α) Τελεσίδικοι δικαστικαί αποφάσεις εκδοθείσαι παρ’ οιουδήποτε δικαστηρίου και στηριχθείσαι επί διατάξεων, ων απηγγέλθη η ακυρότης, εξαφανίζονται κατά το μέρος τούτο δι’ αιτήσεως αναθεωρήσεως ασκουμένης κατά τας περί ενδίκων μέσων διατάξεις παρά παντός έχοντος έννομον συμφέρον, επί ποινικών δ’ αποφάσεων και υπό του Εισαγγελέως του εκδόντος την απόφασιν Δικαστηρίου ή του παρ’ Αρείω Πάγω Εισαγγελέως, εντός αποκλειστικής προθεσμίας τριών μηνών από της ισχύος της απαγγειλάσης την ακυρότητα αποφάσεως του Υπουργικού Συμβουλίου και απευθυνομένης ενώπιον του εκδόντος την τελεσίδικον απόφασιν Δικαστηρίου της ουσίας δικάζοντος κατά την διαδικασίαν της κατ’ αναθεώρησιν δίκης. Μη υφισταμένου του εκδόντος την απόφασιν Δικαστηρίου ο Πρόεδρος του Αρείου Πάγου ορίζει δια πράξεώς του το επιληφθησόμενον της αιτήσεως αναθεωρήσεως Δικαστήριον. Το Δικαστήριον προβαίνει και εις νέαν έρευναν του πραγματικού υλικού και εκτίμησιν των συλλεχθεισών αποδείξεων. Κατά της εκδοθησομένης αποφάσεως δύνανται να ασκηθούν τα δια την αναθεωρούμενην απόφασιν κατά νόμον επιτρεπόμενα ένδικα μέσα. Εκκρεμούσης αιτήσεως αναιρέσεως κατά της τελεσιδίκου αποφάσεως αναστέλλεται η εκδίκασις ταύτης μέχρις εκδόσεως της επί της αναθεωρήσεως αποφάσεως. Το Δικαστήριον δύναται να θεωρήση τας ως άνω αποφάσεις εγκύρως εκδοθείσας, εάν η ανατροπή των αντίκειται, κατά την κρίσιν του, εις την καλήν πίστιν ή τα χρηστά ήθη ή το περί δικαίου κοινόν αίσθημα. β) Ατομικαί ή ειδικαί διοικητικαί πράξεις στηριχθείσαι επί νομοθετημάτων, ων απηγγέλθη η ακυρότης, ακυρούνται ασχέτως του τύπου αυτών και του οργάνου περ΄ου εξεδόθησαν υπό του αρμοδίου Υπουργού εντός αποκλειστικής προθεσμίας έξ μηνών από της ισχύος της απαγγειλάσης την ακυρότητα αποφάσεως του Υπουργικού Συμβουλίου είτε αυτεπαγγέλτως, είτε τη αιτήσει παντός έχοντος έννομον συμφέρον ασκουμένη εντός τριμήνου από της ισχύος της ανωτέρω αποφάσεως. Ασκηθείσης αιτήσεως ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Σελ. 228 Επικρατείας κατά της ακυρωτικής αποφάσεως ή της παραλείψεως του Υπουργού, το Συμβούλιον της Επικρατείας δικαιούται ν’ αναγνωρίση την διοικητικήν πράξιν ως έγκυρως εκδοθείσαν, εάν η ακύρωσις αυτής αντίκειται εις την χρηστήν διοίκησιν ή την καλήν πίστην ή το περί δικαίου κοινόν αίσθημα. Εξαιρούνται αι διοικητικαί πράξεις αι στηριχθείσαι επί νομοθετημάτων, ων απηγγέλθη η ακυρότης, αι αναγόμεναι εις διορισμούς δημοσίων υπαλλήλων και εν γένει εις μεταβολάς της καταστάσεως αυτών (απολύσεις, προαγωγαί, μετατάξεις, υποβιβασμοί κλπ). γ) Δικαιοπραξίαι τελεσθείσαι βάσει νομοθετημάτων, ων απηγγέλθη η ακυρότης, κηρύσσονται άκυροι υπό των τακτικών Δικαστηρίων τη αιτήσει παντός έχοντος έννομον συμφέρον ασκουμένη εντός αποκλειστικής προθεσμίας τριών μηνών από της ισχύος της απαγγειλάσης την ακυρότητα αποφάσεως του Υπουργικού Συμβουλίου. Εκκρεμούσης σχετικής δίκης η περί ακυρώσεως αίτησις εισάγεται εντός της άνω προθεσμίας ενώπιον του παρ’ ω εκκρεμεί αύτη Δικαστηρίου, αναστέλλουσα μέχρις εκδόσεως της επ’ αυτής τελεσιδίκου αποφάσεως την πορείαν της δίκης. Υφισταμένης οριστικής αποφάσεως, καθ’ης δεν ησκήθη εισέτι έφεσις, η περί ακυρώσεως αίτησις εισάγεται ενώπιον του εκδόντος την οριστικήν απόφασιν Δικαστηρίου. Το Δικαστήριον δύναται να θεωρήση την δικαιοπραξίαν έγκυρον, εάν η κήρυξις της ακυρότητος αντίκειται, κατά την κρίσιν του Δικαστηρίου, εις την καλήν πίστιν, τα χρηστά ήθη και το περί δικαίου κοινόν αίσθημα. Πάσαι αι ως άνω τρίμηνοι προθεσμίαι υπόκεινται εις παρέκτασιν λόγω αποστάσεως, κατά τας διατάξεις της Πολ. Δικονομίας, δεν αναστέλλονται δε εκ των περί δικαιοστασίου διατάξεων. Άρθρ.3.-1.Δι’ αποφάσεων του Υπουργικού Συμβουλίου εκδιδομένων κατά το άρθρο 2 παρ. 1 της παρούσης Συντακτικής Πράξεως, διατάξεις περί ων το άρθρ. 1 της παρούσης δύνανται να χαρακτηρισθώσιν ως εκδοθείσαι προς συντήρησιν της Ελληνικής Πολιτείας ή επ’ ωφελεία ταύτης, αναφερομένου ρητώς εν τη αποφάσει, ότι η έκδοσις αυτών υπήρξεν αναγκαία δια την αποκατάστασιν, συντήρησιν και την ομαλήν λειτουργίαν της Δημοσίας Τάξεως και του Δημοσίου βίου της χώρας. Ο ανωτέρω χαρακτηρισμός διατάξεώς τινος δεν υπόκειται εις δικαστικόν ή οιονδήποτε έτερον έλεγχον. 1.Η.δ.3 Επικύρωση Νομοθετημάτων 2.Χαρακτηριζομένης διατάξεώς τινος κατά την παράγραφον 1 του παρόντος άρθρου, αύτη κυρούται εξ’ υπαρχής. Η σχετική απόφασις του Υπουργικού Συμβουλίου δύναται να ορίση, ότι η διάταξις αύτη ισχύει ως διάταξις νόμου από της λήξεως της εχθρικής κατοχής της Χώρας μέχρι μεταγενεστέρας τροποποιήσεως ή καταργήσεως αυτής. Η τοιαύτη τροποποίησις ή κατάργησις δύναται να γίνη και δια της ως άνω αποφάσεως. 3.Χαρακτηριζομένης διατάξεώς τινος κατά την παρ. 1 του παρόντος άρθρου δικαστικαί αποφάσεις, ατομικαί και ειδικαί διοικητικαί πράξεις και δικαιοπραξίαι στηριχθείσαι επί ακυρότητος των ως άνω κυρουμένων διατάξεων εξαφανίζονται, εφαρμοζομένων αναλόγως των διατάξεων του άρθρ. 2 παρ.3 της παρούσης. Άρθρ.4-1.Είναι άκυροι από της εκδόσεώς των μη απαιτουμένης της κατά την παρούσαν Συντακτικήν Πράξιν απαγγελίας ειδικής ακυρώσεως: α) Πάσαι αι διατάξεις, δι’ ων ηρμηνεύθησαν αυθεντικώς νομοθετήματα εκδοθέντα προ της υπό των εχθρών κατοχής της Χώρας, ως και αι διατάξεις νομοθετημάτων, δι΄ ων εδόθη εις ταύτα οπισθενεργός ισχύς δια τον προ της υπό των εχθρών κατοχής της χώρας χρόνον. β) Πάσαι αι διατάξεις δι’ ων απεκλείσθη η ενώπιον των τακτικών ή διοικητικών Δικαστηρίων προσφυγή. Η προσφυγή αύτη δύναται να ασκηθή νυν εντός αποκλειστικής προθεσμίας τριών μηνών από της ισχύος της παρούσης Συντακτικής Πράξεως. γ) Πάντα τα νομοθετήματα και αι κανονιστικαί διατάξεις, δι’ ων απενεμήθησαν προσωπικαί ατομικαί συντάξεις ή προσωπικαί και ατομικαί περιοδικαί παροχαί, αποκλειομένης της αναζητήσεως των καταβληθεισών ήδη συντάξεων. 2.Επί των εν τοις άνω εδαφ. α’ και γ’ περιπτώσεων εφαρμόζονται αναλόγως αι διατάξεις του άρθρ. 2 παρ. 3 της παρούσης, των υπό τούτου προβλεπομένων προθεσμιών αρχομένων από της ισχύος της παρούσης Συντακτικής Πράξεως. Άρθρ.5.-1.Από της ισχύος της παρούσης Συντακτικής Πράξεως και μέχρις εκδόσεως των υπ’ αυτής προβλεπομένων αποφάσεων του Υπουργικού Συμβουλίου, απαγορεύεται η τροποποίησις ή συμπλήρωσις των κατά το άρθρ. 1 της παρούσης νομοθετημάτων. 2.Απαγγελομένης ακυρότητος κατά τα εν άρθρα 2 της παρούσης οριζόμενα, αι σχετικαί αποφάσεις του Υπουργικού Συμβουλίου προβλέπουσιν και περί καταργήσεως ή διατηρήσεως διατάξεων θεσπισθεισών μετά την λήξιν της εχθρικής κατοχής της χώρας, δι’ ων ετροποποιήθησαν ή συνεπληρώθησαν αι ακυρούμεναι διατάξεις. 3.Δεν υπάγονται εις τας διατάξεις της παρούσης Συντακτικής Πράξεως νομοθετήματα, άτινα επεκυρώθησαν, ως και νομοθετήματα, άτινα ηκυρώθησαν αφ’ ης ίσχυσαν δια Συντακτικών ή Νομοθετικών Πράξεων εκδοθεισών μετά την λήξιν της περιόδου της υπό των εχθρών κατοχής της Χώρας. Ως προς τα τελευταία εφαρμόζονται αναλόγως αι διατάξεις του άρθρ. 2 παρ. 3α’ και γ’ της παρούσης, των εν αυτοίς προθεσμιών αρχομένων από της ισχύος της παρούσης Συντακτικής Πράξεως. Άρθρ.6.-Δεν αντιβαίνει προς την παρούσα Συντακτικήν Πράξιν ή διά Νόμου επανεισαγωγή συγκεκριμένου τινός εκ των δυνάμει του άρθρ. 2 αυτής ακυρουμένων νομοθετημάτων προσδιδομένης εις αυτό και αναδρομικής έτι ισχύος. Άρθρ.7.-Νομοθετήματα, ων δεν απηγγέλθη ή ακυρότης εντός της υπό της παρούσης προβλεπομένης εξαμήνου προθεσμίας, είναι από της εκδόσεώς των άκυρα, κατά τας διατάξεις του άρθρ. 2 της παρούσης. Άρθρ.8.-1.Η κατά το άρθρ. 2 ακυρότης των περί ων η παρούσα Νομοθετημάτων ως και ο κατά το άρθρ. 3 χαρακτηρισμός αυτών απαγγέλονται δι’ αποφάσεως του Υπουργικού Συμβουλίου δημοσιευομένης δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως. Δύναται όμως έκαστος Υπουργός να προκαλέση περί των Νομοθετημάτων της αρμοδιότητος εκάστου Υπουργείου και την γνωμοδότησιν τριμελούς Επιτροπής αποτελουμένης εκ δύο υπαλλήλων τουΥπουργείου του και εκ τρίτου μέλους λαμβανομένου μεταξύ των Συμβούλων Παρέδρων ή Εισηγητών του Συμβουλίου της Επικρατείας, των ισοβίων δικαστικών λειτουργών, των Καθηγητών ή Υφηγητών της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, των νομικών Συμβούλων ή Παρέδρων του Νομικού Συμβουλίου και των παρ’ Αρείω Πάγω δικηγόρων. Ο Πρόεδρος εκάστης Επιτροπής ορίζεται υπό του αρμοδίου Υπουργού. Ως μέλη των Επιτροπών δεν δύνανται να ορισθώσι δημόσιοι υπάλληλοι διορισθέντες κατά τον χρόνον της εχθρικής κατοχής. 2.Χρέη γραμματέως της Επιτροπής εκτελεί εις των υπαλλήλων του οικείου Υπουργείου οριζόμενος υπό του Υπουργού. 3.Εις έκαστον Υπουργείον δύνανται να ιδρυθώσι και πλείονες της μιας Επιτροπαί. 4.Αι ως άνω Επιτροπαί συλλέγουσι πάντα τα στοιχεία γνωμοδοτούσιν ως προς την υπαγωγήν εκάστου Νομοθετημάτος της περιόδου της υπό των εχθρών κατοχής της χώρας υπό τας διατάξεις των
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.