← Ελλάδα

46. ΑΝΑΓΚ. ΝΟΜΟΣ υπ’ αριθ. 1338 της 24/28 Νοεμ. 1949 (ΦΕΚ Α΄ 334) Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως ενίων διατάξεων του Ν.Δ. 487/1947 και του Α.Ν. 9

Εν συντομία

Αυτός ο νόμος τροποποιεί και συμπληρώνει προηγούμενες διατάξεις σχετικά με τις επιτάξεις ακινήτων, κυρίως για τη στέγαση στρατιωτικών και άλλων κατηγοριών προσώπων, και καθορίζει τις διαδικασίες και τις εξαιρέσεις από αυτές τις επιτάξεις.

Τι ρυθμίζει

Ποιους αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
46. ΑΝΑΓΚ. ΝΟΜΟΣ υπ’ αριθ. 1338 της 24/28 Νοεμ. 1949 (ΦΕΚ Α΄ 334) Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως ενίων διατάξεων του Ν.Δ. 487/1947 και του Α.Ν. 939/1949 ως ετροποποιήθη και συνεπληρώθη δια του υπ’ αριθ. 1315/49 Ν.Δ/τος και του Α.Ν. 1317/1949. Άρθρ.1.-1.Από της ισχύος του παρόντος και εφεξής αι περί ων το άρθρ. 1 παρ. 1 του Α.Ν. 939/1949 «περί συμπληρώσεως του υπ’ αριθ. 487/47 Ν.Δ/τος, αναστολής της ισχύος της παρ. 1 του άρθρ. 7 του από 10-5-46 Ν.Δ/τος κατά την διάρκειαν της ισχύος του Γ΄ ψηφίσματος και συμπληρώσεως και τροποποιήσεως διατάξεών τινων του Α.Ν. 484/45, ως ούτος ετροποποιήθη δια του από 11.5.46 Ν.Δ/τος και του υπ’ αριθ. 676/48 Ν.Δ/τος «επιτάξεις επί ακινήτων κειμένων οπουδήποτε εν τη περιοχή τέως Διοικήσεως Πρωτευούσης ενεργούνται δια πράξεως εκάστου των Υπουργών Στρατιωτικών, Ναυτικών, Αεροπορίας, αναλόγως της ιδιότητος του στεγαστέου. 2.Αι εν τη προηγουμένη παραγράφω πράξεις των Υπουργών Στρατιωτικών, Ναυτικών, Αεροπορίας, εκδίδονται μετ’ απόφασιν Επιτροπής συγκειμένης: α)εξ ενός Στρατιωτικού Δικαστικού Συμβούλου Α΄ τάξεως ως Προέδρου, και ενός Συνταγματάρχου Όπλου, οριζομένων δια Διαταγής του Υπουργού των Στρατιωτικών, β)εξ ενός εισηγητού του Συμβουλίου Επικρατείας, οριζομένου υπό του Προέδρου του Συμβουλίου Επικρατείας και γ)εκ δύο Πρωτοδικών, οριζομένων υπό του Προέδρου των εν Αθήναις Πρωτοδικών. 3.Η Επιτροπή είναι κοινή δια τους Στρατιωτικούς απάντων των ανωτέρω κατηγοριών, συνεδριάζει δε παρόντων απάντων των μελών αυτής. Αύτη μη δικαιουμένη να ανακαλέση την απόφασίν της, αποφασίζει κατά πλειοψηφίαν, σημειουμένης εν τη αποφάσει και της γνώμης της μειοψηφίας. Άρθρ.7.-Επιφυλασσομένης της περιπτώσεως της παρ. 4 του άρθρ. 1 του Α.Ν. 939/1949, των πάσης φύσεως επιτάξεων εξαιρούνται εφεξής αι κατοικίαι και αι ιδιόκτητοι οικίαι: α) των εν ενεργεία δημοσίων Υπαλλήλων και των Στρατιωτικών εν γένει, ως και των συζύγων αυτών, β) συνταξιούχων Στρατιωτικών ή Πολιτικών Υπαλλήλων, γ) Θυμάτων και Αναπήρων του Πολέμου 1940-1945 και του αντισυμμοριακού αγώνος. Η ανωτέρω εξαίρεσις ισχύει μόνον ως προς ένα ιδιόκτητον ακίνητον κατ’ επιλογήν του δικαιουμένου. Άρθρ.8.-Η ισχύς του παρόντος άρχεται από της δημοσιεύσεώς του εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, υποβληθήσεται δε προς κύρωσιν εις την μέλλουσαν να συνέλθη Βουλήν άμα τη ενάρξει των εργασιών της. Άρθρ.2.-1.Αι κατά την διάταξιν της παρ. 2 του προηγουμένου άρθρου αποφάσεις υπόκεινται εφεξής εις αναθεώρησιν επί τη αιτήσει παντός έχοντος έννομον συμφέρον, εντός προθεσμίας 5 ημερών, αρχομένης από της επομένης της επιδόσεως της πρωτοβαθμίου αποφάσεως. 2.Η αίτησις αναθεωρήσεως κατατίθεται ατελώς παρά τω Γραμματεί της Πρωτοβαθμίου Επιτροπής, συντασσομένης εκθέσεως καταθέσεως, διαβιβάζεται δε παρά τούτου αμελλητί εις τον Πρόεδρον του Αναθεωρητικού Συμβουλίου, υφ’ ου εισάγεται προς συζήτησιν εντός 10 ημερών. Η κατάθεσις της αιτήσεως και η προθεσμία προς άσκησιν αυτής αναστέλλουν την έκδοσιν της Υπουργικής περί επιτάξεως πράξεως. 3.Αι αιτήσεις αναθεωρήσεως κρίνονται υπό του «Αναθεωρητικού Συμβουλίου στεγάσεως Στρατιωτικών» συγκειμένου: α)Εξ ενός Γενικού Στρατιωτικού Δικαστικού Συμβούλου Γ΄ τάξεως, ως Προέδρου, και ενός Ταξιάρχου Όπλου, οριζομένων δια διαταγής του Υπουργού των Στρατιωτικών, β)εξ ενός Παρέδρου του Συμβουλίου Επικρατείας, οριζομένου υπό του Προέδρου του Συμβουλίου Επικρατείας, και γ)εκ δύο Εφετών, οριζομένων υπό του Προέδρου των εν Αθήναις Εφετών. 4.Χρέη Γραμματέως παρά τω Συμβουλίω τούτω εκτελεί Υπολοχαγός της Στρατιωτικής Δικαιοσύνης. 5.Αι αποφάσεις του Αναθεωρητικού Συμβουλίου λαμβάνονται παρόντων απάντων των μελών αυτού δεν υπόκεινται εις ουδέν τέλος, δέον να ώσιν ητιολογημέναι, λαμβανόμεναι κατά πλειοψηφίαν. Αύται καταχωρούνται εις ειδικόν βιβλίον κατ’ αύξοντα αριθμόν, σημειούται δε πάντοτε και η γνώμη της μειοψηφίας. 6.Των τακτικών μελών των κατά τα ανωτέρω δύο συλλογικών οργάνων, ορίζονται αναπληρωταί καθ’ ον τρόπον και τα τακτικά μέλη. Τα πρωτότυπα των αποφάσεων υπογράφονται παρά πάντων των μελών και του Γραμματέως. 7.Αι λεπτομέρειαι της λειτουργίας των ανωτέρω συλλογικών οργάνων, ρυθμίζονται δια κοινής αποφάσεως των Υπουργών Δικαιοσύνης, Στρατιωτικών, Ναυτικών και Αεροπορίας, δημοσιευομένης δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως. Δια της αυτής αποφάσεως καθορίζεται ο τρόπος και τα πρόσωπα της διενεργείας των αυτοψιών, εις ας υποχρεωτικώς μετέχουσιν εις στρατιωτικός και εις δικαστικός μέλη της Επιτροπής ή του Συμβουλίου. Άρθρ.3.-1.Η διάταξις του άρθρ. 9 του Α.Ν. 484/1945 «περί προσωρινών μέτρων αντιμετωπίσεως των εκ των πολεμικών γεγονότων δημιουργηθεισών αναγκών στεγάσεως» εφαρμόζεται εφεξής αναλόγως και δια τας επιτάξεις των άρθρ. 1 και 2 του Α.Ν. 939/1949 της εν παρ. 3 αυτού αποστεγάσεως διατασσομένης υπό του Δευτεροβαθμίου Αναθεωρητικού Συμβουλίου, άνευ άλλης διατυπώσεως. Η ανωτέρω αναφερομένη διατάξις του άρθρ. 9 Α.Ν. 484/1945 (προσωρινής ισχύος, βλ. τόμ. 35Α σελ. 458) έχει ως ακολούθως: Άρθρ.9.-1.Από της δεσμεύσεως απαγορεύεται εις τον ιδιοκτήτην νομέα ή κάτοχον να διαθέση τον επιταχθέντα χώρον ή να επιφέρη εις αυτόν μεταβολήν κατά τρόπον εμποδίζοντα την επίταξιν. Εισφορές και Ναυλώσεις (Επιτάξεις) 36.Ε.β.46 (Μετά την σελ. 442(α) Σελ. 442,01 275-021 2.Ο παραβάτης της διατάξεως της προηγουμένης παραγράφου τιμωρείται υπό του αρμοδίου Πλημμελειοδικείου δικάζοντος κατά τας διατάξεις του από 22/28 Νοεμ. 1923 Ν.Δ/τος «περί αμέσου εκδικάσεως πλημμελημάτων επ’ αυτοφώρω «δια φυλακίσεως τουλάχιστον 3 μηνών και χρηματικής ποινής, εάν δε διέπραξε την παράβασιν ταύτην εξ αμελείας τιμωρείται δια φυλακίσεως τουλάχιστον 15 ημερών και χρηματικής ποινής, οι δε τυχόν εγκατασταθέντες εν τω επιταχθέντι χώρω αποβάλλονται δια της διατασσούσης την επίταξιν αποφάσεως ανεξαρτήτως της ην υπέχουσι βάσει του παρόντος αριθμού του παρόντος άρθρου ποινικής αυτών ευθύνης εξομοιουμένης προς την του καθ’ ου η επίταξις, εφ’ όσον ετέλουν εν γνώσει της δεσμεύσεως δικαιούμενοι μόνον να αιτήσωσι την επιστροφήν του τυχόν καταβληθέντος μισθώματος. 3.Ο δηλών ψευδώς περί της καταστάσεως αυτού ως δεομένου στεγάσεως κατά τας διατάξεις του άρθρ. 2 του παρόντος νόμου ως και ο παραβαίνων τας αποφάσεις των Επιτροπών Στεγάσεως ή του Αναθεωρητικού Συμβουλίου τιμωρείται δια των ποινών της παρ. 2 του παρόντος άρθρου και κατά την εν αυτώ γενομένην διάκρισιν ανεξαρτήτως δε της ποινικής αυτού διώξεως αποβάλλεται, αποφάσει της τριμελούς επιτροπής εκ του χώρου εν ω τυχόν εστεγάσθη, στερείται δε του δικαιώματος να αιτήσηται νέαν στέγασιν κατά τας διατάξεις του παρόντος Νόμου. 4.Η παρά δημοσίου υπαλλήλου πολιτικού ή στρατιωτικού παράλειψις της εν στοιχ. α΄ παρ. 1 του άρθρ. 4 δηλώσεως αποτελεί βαρύ πειθαρχικόν παράπτωμα ανεξαρτήτως δε της πειθαρχικής διώξεως τιμωρείται και ποινικώς δια των ποινών της παρ. 2 και κατά τας εν αυτή διακρίσεις. 2.Δια της εφ’ άπαξ γενομένης στεγάσεως του δικαιουμένου, το στεγαστικόν αυτού δικαίωμα εξαντλείται, απαγορευομένης εν πάση περιπτώσει της μεταστεγάσεως αυτού υπό οιανδήποτε μορφήν και εξ οιουδήποτε λόγου. Ο κατά παράβασιν της ανωτέρω απαγορεύσεως μεταστεγαζόμενος, προς τη ποινή της παρ. 1 του παρόντος άρθρου, αποβάλλεται μετ’ απόφασιν του Δευτεροβαθμίου Αναθεωρητικού Συμβουλίου εκ του χώρου εν ω μετεστεγάσθη, στερείται δε του δικαιώματος να αιτήσηται νέαν στέγασιν. Σελ. 442,02 275-022 36.Ε.β.46 Εισφορές και Ναυλώσεις (Επιτάξεις) 3.Εν περιπτώσει συστεγάσεως, απρεπής συμπεριφορά του στεγαζομένου Στρατιωτικού έναντι των συνοικούντων προσώπων, συνιστά λόγον άρσεως της επιτάξεως, εφ’ όσον εδημιουργήθη, αποκλειστική του Στρατιωτικού υπαιτιότητι, κατάστασις αφόρητος, αποκλείουσα αποδεδειγμένως την περαιτέρω συστέγασιν. Περί τούτου κρίνει, αιτήσει του αναιτίου συνοικίου, το Αναθεωρητικόν Συμβούλιον Στεγάσεως Στρατιωτικών, χρώμενον παντός αποδεικτικού μέσου και μαρτύρων. Η αποστεγαστική απόφασις του Συμβουλίου τούτου είναι υποχρεωτική δια τον Υπουργόν. 4.Στερείται του δικαιώματος στεγάσεως ο εν ετέρα πόλει διατηρών άλλην κατοικίαν, μίσθιον ή επιτάκτον. Η έλλειψις αυτής αποδεικνύεται δι’ υπευθύνου δηλώσεως επισυναπτομένης εις την αίτησιν του δικαιουμένου. Ο ψευδώς δηλών τιμωρείται με τας ποινάς των παρ. 1 και 2 του παρόντος άρθρου. 5.Η εν τη ιδιοκτήτω αυτού οικία στέγασις είναι υποχρεωτική δια τον δικαιούμενον στεγάσεως στρατιωτικόν, εφ’ όσον κέκτηται τοιαύτην εν ω τόπω πρόκειται να στεγασθή. Με τας ποινάς της προηγουμένης παραγράφου του παρόντος άρθρου τιμωρείται ο ψευδώς δηλών ότι στερείται τοιαύτης. Άρθρ.4.-Αι διατάξεις των άρθρ. 2 και 3 του παρόντος Νόμου δεν εφαρμόζονται: α)ως προς τους κατά την έναρξιν της ισχύος του παρόντος εστεγασμένους Στρατιωτικούς, εξαιρέσει της περιπτώσεως της παρ. 2 του άρθρ. 3 του παρόντος Νόμου και β)δια τους δικαιουμένους στεγάσεως κατά την διάταξιν του άρθρ. 1 παρ. 4 του Α.Ν. 939/1949. Άρθρ.5.-1.Αι βάσει της διατάξεως της παρ. 4 του άρθρ. 1 του Α.Ν. 939/1949 διενεργηθείσαι μέχρι της δημοσιεύσεως του παρόντος στεγάσεις, δια πράξεων επιτάξεως του Υπουργού των Στρατιωτικών ή των παρ’ αυτού εξουσιοδοτηθέντων Διοικητών Μονάδων, εκδοθεισών μετ’ απόφασιν της οικείας Επιτροπής Στεγάσεως, κυρούνται θεωρούμεναι ως νομίμως γενόμεναι. 2.Κατά την διάρκειαν της ισχύος του Α.Ν. 874/49 αναστέλλεται η ισχύς δικαστικών ή διοικητικών αποφάσεων διατασσουσών αποβολήν εκ κατοικιών κατά Στρατιωτικών εν γένει, εγκατασταθέντων δια πράξεως επιτάξεως του Υπουργού των Στρατιωτικών ή των παρ’ αυτού εξουσιοδοτηθέντων Διοικητών Μονάδων και αν ούτοι εγκατεστάθησαν εις τας εξ ων η διατασσομένη αποβολή κατοικίας, μετά την 15ην Ιαν. 1949 και μέχρι της δημοσιεύσεως του παρόντος. Άρθρ.6.-1.Στρατιωτικοί εν ενεργεία και Αξιωματικοί των Σωμάτων Ασφαλείας, αρμοδίως στεγασθέντες εν τη περιοχή της τέως Διοικήσεως Πρωτευούσης παρά της οικείας στεγαστικής Αρχής από της 12ης Οκτ. 1944 και εφεξής μέχρι της 4ης Οκτ. 1949, βάσει των διατάξεων του Νόμου 1416/1944 ή άλλων μεταγενεστέρων στεγαστικών Νόμων, θεωρούνται ως νομίμως εστεγασμένοι, εφ’ όσον εστερούντο αποδεδειγμένως άλλης κατοικίας ιδιοκτήτου ή μισθίου και κατοικούσι πράγματι εις το επίτακτον κατά τον χρόνον της δημοσιεύσεως του παρόντος. Περί της συνδρομής των ανωτέρω προϋποθέσεων κρίνει ο Πρόεδρος Πρωτοδικών κατά την διαδικασίαν του άρθρ. 634 και επομ. της Πολιτικής Δικονομίας, κατόπιν αναγνωριστικής αγωγής του δικαιουμένου. 2.Οι μέχρι της δημοσιεύσεως του παρόντος βάσει της διατάξεως του άρθρ. 6 του Α.Ν. 939/49 αποστεγασθέντες Στρατιωτικοί εν ενεργεία ή εν αποστρατεία και μη μεταστεγασθέντες εισέτι, στεγάζονται κατά τας διατάξεις των άρθρ. 1 και 2 του αυτού Α.Ν., ως ταύτα ετροποιήθησαν και συνεπληρώθησαν μεταγενεστέρως, εφ’ όσον: α) εδικαιούντο στεγάσεως εν τω χρόνω της εγκαταστάσεώς των κατά τας διατάξεις του Α.Ν. 484/1945 και το στεγαστικόν αυτών δικαίωμα παραμένει ενεργόν, και β) στερούνται αποδεδειγμένως στέγης. 3.(Προστίθεται παρ. 3 εις άρθρ. 4 Ν.Δ. 1315/ 1949).

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.